Supreme Court dismisses appeal regarding exclusive use rights in co-owned building parts under Law 3741/1929.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court's decision regarding exclusive use rights in a co-owned building. The appellant argued that the lower court erred by rejecting a claim based on acquisitive prescription under Article 1121 of the Civil Code. The court ruled that the specific provisions of Law 3741/1929 regarding co-owned parts supersede general civil law rules on prescription and servitudes. Consequently, the appeal was rejected as unfounded because the general rules on acquiring rights through prescription do not apply to these specific co-owned areas.
Legislator headnote
AI generatedArticles 1002, 1117, 2, 4, 5, 13 of Law 3741/1929; The specific regulations governing exclusive use rights in co-owned building parts preclude the application of general civil law rules on acquisitive prescription and loss of servitude rights.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 562 / 2014 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 562/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Δημητρούλα Υφαντή, Ιωάννα Πετροπούλου και Γεώργιο Σακκά, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Δεκεμβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Σ. Κ. του Ε., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Παπαγιαννάκη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Κ. Α. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Κατρά με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7/11/2009 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος και την από 3/3/2008 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:446/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 969/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 13-5-2013 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου ανέγνωσε την από 28-11-2013 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 969/2011 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, κατά τον τρίτο (από το άρθρο 559 αριθμ.1 ΚΠολΔ) λόγο αναίρεσης και να απορριφθεί κατά τους λοιπούς.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
I. Από τις διατάξεις των άρθρων 1002, 1117 ΑΚ και 2 παρ. 1, 4 παρ. 1, 5 παρ. 1α και 13 του ν 3741/1929 προκύπτει ότι οι ιδιοκτήτες οριζοντίων ιδιοκτησιών οικοδομής έχουν αναγκαστική συγκυριότητα και δικαίωμα συμμετοχής στη χρήση σε όλα τα ενδεικτικώς οριζόμενα κοινόκτητα και κοινόχρηστα μέρη της οικοδομής και μπορούν, με ομόφωνη απόφαση τους, που πρέπει να καταρτιστεί συμβολαιογραφικός και να μεταγραφεί, να ρυθμίσουν κατά διάφορο τρόπο το δικαίωμα χρήσης εκάστου επί των κοινοκτήτων και κοινοχρήστων μερών και ειδικότερα να συμφωνήσουν ότι κάποιος από τους ιδιοκτήτες οριζοντίων ιδιοκτησιών θα έχει δικαίωμα αποκλειστικής χρήσης επί των ως άνω μερών.
Οι ανωτέρω συμφωνίες, με τις οποίες κανονίζονται κατά διάφορο τρόπο τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις των ιδιοκτητών οριζοντίων ιδιοκτησιών επί των κοινοκτήτων και κοινοχρήστων πραγμάτων, δημιουργούν περιορισμούς της επί των πραγμάτων τούτων αναγκαστικής συγκυριότητας, από την οποία και απορρέει το δικαίωμα συμμετοχής στη χρήση τους.
Οι κατά τον ανωτέρω τρόπο δημιουργούμενοι περιορισμοί, κατά τη διάταξη του άρθρου 13 παρ. 3 "φέρουν χαρακτήρα δουλείας". Οι περιορισμοί αυτοί δεν είναι δουλείες (πραγματικές ή προσωπικές), κατά την έννοια 1118 επ., 1142 επ. και 1188 επ. ΑΚ, αλλά φέρουν το χαρακτήρα δουλείας, υπό την έννοια και μόνον ότι δεσμεύουν τους καθολικούς και ειδικούς διαδόχους των συνομολογησάντων αυτούς ιδιοκτητών των οριζοντίων ιδιοκτησιών και αντιτάσσονται κατά τρίτων.
Αν ο προσδιορισμός των κοινοχρήστων μερών δεν ορίζεται ούτε με τη συστατική της οροφοκτησίας δικαιοπραξία ούτε με ιδιαίτερες συμφωνίες, τότε ισχύει ο προσδιορισμός που προβλέπεται από τις παραπάνω αναγκαστικού δικαίου διατάξεις του νόμου (ΑΠ 1252/2011, ΑΠ 1681/2008). Ο από το αρθρ. 559 αριθ.1 Κ.Πολ.Δ λόγος αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται όταν ο κανόνας δικαίου δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα.
Εξ' άλλου, παραβίαση των κανόνων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, υπάρχει, όταν το δικαστήριο της ουσίας δέχεται κενό ή ασάφεια ή αμφιβολία, ως προς τη δικαιοπρακτική βούληση των μερών, έστω και έμμεσα και εν τούτοις δεν προσφεύγει σε εφαρμογή των κανόνων αυτών ή μολονότι βεβαιώνεται στην απόφαση ότι η δήλωση βουλήσεως των μερών είναι σαφής, εν τούτοις προβαίνει σε ερμηνεία της δικαιοπραξίας, καθώς και όταν το δικαστήριο της ουσίας, διαπιστώνει κενό ή αμφιβολία και προσφεύγει στους εν λόγω κανόνες, πλην όμως, με τη δοθείσα ερμηνεία παραβιάζει τους κανόνες της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών.
Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για ύπαρξη κενού στη δικαιοπρακτική δήλωση βουλήσεως ή ασάφειας στη διατύπωση αυτής και για το λόγο αυτό η προσφυγή στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρ. 173 και 200 ΑΚ, για τη συμπλήρωση του κενού ή την άρση της ασάφειας, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, εκτός εάν, από όσα το δικαστήριο της ουσίας δέχεται, δεν διευκρινίζεται η θέση του, ως προς το εάν υπάρχει κενό ή ασάφεια στη δήλωση βουλήσεως, αφού από την καταφατική ή αποφατική απάντηση στο ζήτημα αυτό, εξαρτάται εάν θα εφαρμοσθούν ή όχι οι ως άνω ερμηνευτικές διατάξεις των άρθ.173 και 200 ΑΚ.
Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρεται το περιεχόμενο της μη ερμηνευθείσας ή της εσφαλμένως ερμηνευθείσας δικαιοπραξίας, καθώς και ότι το δικαστήριο της ουσίας διεπίστωσε την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας, ως προς τη δικαιοπρακτική βούληση και να προσδιορίζεται σε τι ακριβώς συνίσταται η παραβίαση των ως άνω ερμηνευτικών κανόνων.
Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο, το οποίο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε ότι το δικαίωμα αποκλειστικής χρήσης του δώματος της οικοδομής, στην οποία τα αντίδικα μέρη (αναιρεσείων και αναιρεσίβλητος) είναι κύριοι χωριστών οριζοντίων ιδιοκτησιών, έχει παραχωρηθεί στον εναγόμενο-αναιρεσίβλητο, με όρο του αγοραπωλητηρίου συμβολαίου, από τη δικαιοπάροχο αυτών (αρχική κυρία της όλης οικοδομής), η οποία είχε παρακρατήσει η ίδια το δικαίωμα αποκλειστικής χρήσης του δώματος, με το μεταξύ αυτής και τον ενάγοντα-αναιρεσείοντα αγοραπωλητηρίου συμβολαίου, υπέπεσε την πλημμέλεια την προβλεπόμενη από το άρθρο 559 αριθ.1 Κ.Πολ.Δ., εκ του ότι α) παρεβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθ. 1188, 1190 Α.Κ., τις οποίες δεν εφήρμοσε, παρότι αυτές κατά την άποψη του αναιρεσείοντα, ήταν εφαρμοστέες, διότι το δικαίωμα αποκλειστικής χρήσης του δώματος, το οποίο, με το ως άνω συμβολαιογραφικό έγγραφο παραχωρήθηκε προσωπικά στην κοινή δικαιοπάροχο των δύο αντιδίκων, φέρει τον χαρακτήρα περιορισμένης προσωπικής δουλείας και κατά συνέπεια, είναι αμεταβίβαστο και, ως εκ τούτου, η περαιτέρω μεταβίβαση αυτού προς τον εναγόμενο-νυν αναιρεσίβλητο είναι άκυρη και β) παρεβίασε τους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθ. 173 και 200 Α.Κ., ερμηνεύοντας εσφαλμένα τη δικαιοπρακτική βούληση της διαθέτιδος, ως προς το ίδιο ζήτημα (του δικαιώματος της αποκλειστικής χρήσης του δώματος).
Το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε τα εξής, ως προς το ζήτημα αυτό: Οι διάδικοι είναι αποκλειστικοί κύριοι των αυτοτελών και ανεξάρτητων οριζοντίων ιδιοκτησιών που έχουν συσταθεί, με την .../1973 πράξη του συμβ/φου Αθηνών Θωμά Ιωαννίδη, διωρόφου οικοδομής που έχει ανεγερθεί σε οικόπεδο, που βρίσκεται επί της οδού … στη …, εμβαδού 299,99 τ.μ.
νόμιμα μεταγραμμένης στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου Παλαιού Φαλήρου. Ο μεν ενάγων της πρώτης αγωγής Σ. Κ., με το προαναφερθέν συμβόλαιο της πράξης συστάσεως οριζοντίου ιδιοκτησίας, απέκτησε από τη μέχρι τότε κυρία όλου του ακινήτου Π. Μ., την πλήρη κυριότητα της ισόγειας αυτοτελούς οριζόντιας ιδιοκτησίας της άνω οικοδομής, η οποία έχει επιφάνεια 98,52 τ.μ.
και ποσοστό συνιδιοκτησίας στο οικόπεδο 250/000, ο δε εναγόμενος της ίδιας αγωγής, Κ. Α., δυνάμει του .../2000 συμβολαίου της συμβ/φου Αθηνών Ασήμως Τσιλιβίγκου, νόμιμα μεταγραμμένου, απέκτησε λόγω αγοράς από την ίδια δικαιοπάροχο α) την πλήρη κυριότητα του πρώτου ορόφου της άνω οικοδομής, επιφάνειας 85,50 τ.μ., και ποσοστό συνιδιοκτησίας στα κοινόκτητα -κοινόχρηστα μέρη του οικοπέδου 250/000 και β) το δικαίωμα υψούν στο δεύτερο και τρίτο πάνω από το ισόγειο ορόφους, με αντίστοιχα ποσοστά συνιδιοκτησίας 250/1000.
Έτσι, οι διάδικοι είναι αποκλειστικοί κύριοι των οριζοντίων ιδιοκτησιών και συγκύριοι, κατά τα ανωτέρω ποσοστά, των κοινοκτήτων και κοινοχρήστων μερών του προαναφερθέντος ακινήτου. Ως αποδεικνύεται ιδίως από τα .../1973 συμβόλαιο του συμβ/φου Αθηνών Θ.Ιωαννίδη νόμιμα μεταγραμμένου η Π. Μ. πώλησε στον ενάγοντα της πρώτης αγωγής (νυν αναιρεσείοντα) το ισόγειο τμήμα της διώροφης οικοδομής και παρακράτησε για τον εαυτό της την αποκλειστική χρήση του δώματος και στη συνέχεια δυνάμει του .../2000 συμβολαίου της συμβ/φου Σαλαμίνας Α.
Τσιλιβίγκου, νόμιμα μεταγραμμένου πώλησε τον πρώτο όροφο με το δικαίωμα του υψούν δεύτερου και τρίτου ορόφου και ποσοστό συνιδιοκτησίας επί του εδάφους συνολικά 750/1000 στον εναγόμενο της πρώτης αγωγής (νυν αναιρεσίβλητο) καθώς και την αποκλειστική χρήση του δώματος που είχε παρακρατήσει για το εαυτό της.
Σύμφωνα δε με τα αναφερόμενα στην αρχή της παρούσας, η συμφωνία μεταξύ του ενάγοντος Σ. Κ. και της αρχικής ιδιοκτήτριας για την αποκλειστική χρήση του δώματος δεσμεύει και τους καθολικούς και ειδικούς διαδόχους των άνω συμβληθέντων και επομένως και τον εναγόμενο Κ. Α., πέραν του ότι μαζί με τα μεταβιβασθέντα σ' αυτόν άλλα δικαιώματα, με το άνω συμβόλαιο, η αρχική ιδιοκτήτρια του μεταβίβασε και την αποκλειστική χρήση του δώματος αυτού.
Και υπό τις παραδοχές αυτές έκρινε ότι στον ενάγοντα-εναγόμενο-νυν αναιρεσίβλητο (Κ. Α.) είχε παραχωρηθεί νομίμως το δικαίωμα αποκλειστικής χρήσεως του δώματος, δικαίωμα το οποίο παρεβίασε ο ενάγων-εναγόμενος-νυν αναιρεσείων (Σταύρος Κ.), δια της τοποθετήσεως σαυτό ηλιακού θερμοσίφωνα και κεραίας τηλεόρασης.
Με το να κρίνει έτσι το Εφετείο, ορθώς εφήρμοσε τις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθ. 2 παρ.1, 4 παρ.1, 5 παρ.1α και 13 Ν.3741/1929 και 1002, 1117 ΑΚ, οι οποίες ήταν εφαρμοστέες, στην προκειμένη περίπτωση, ενώ δεν παρεβίασε, δια της μη εφαρμογής τους, τις διατάξεις των άρθρ. 1118 επ., 1142 επ., 1188 επ. Α.Κ. (πραγματικές και προσωπικές δουλείες), διατάξεις, οι οποίες, σύμφωνα με τα αναφερθέντα στην προηγηθείσα νομική σκέψη, δεν έχουν εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση και κατά συνεπεία, το δικαίωμα αποκλειστικής χρήσης του δώματος, το οποίο, σύμφωνα με τις ως άνω παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, συνομολογήθηκε μεταξύ του ενάγοντα-νυν αναιρεσείοντα και της δικαιοπαρόχου του να ανήκει στην τελευταία,η οποία, στη συνέχεια, με το υπ'αριθμ. .../2000 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Ασήμως Τσιλιβίγκου μετεβίβασε, μαζί με την κυριότητα επί της οριζοντίου ιδιοκτησίας του πρώτου ορόφου και του δικαιώματος υψούν στον δεύτερο και τρίτο όροφο και το δικαίωμα αποκλειστικής χρήσης του δώματος στον νυν αναιρεσίβλητο, δεν φέρει τον χαρακτήρα προσωπικής δουλείας, κατά την έννοια των άρθρων 1188, 1190 Α.Κ., και η περιληφθείσα τον συμβολαιογραφικό τύπο ως άνω συμφωνία των συμβληθέντων μερών δεσμεύει τους καθολικούς και ειδικούς διαδόχους τους, όπως ορθώς δέχθηκε και το Εφετείο.
Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο, σκέλος αυτού, με τον οποίον αποδίδεται η προβλεπόμενη από το άρθρ. 559 αριθμό 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Ο ίδιος λόγος, κατά το δεύτερο μέρος αυτού, πέραν του ότι είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, λόγω αοριστίας, διότι ουδόλως εκτίθεται στο αναιρετήριο ότι το Εφετείο διεπίστωσε κενό ως προς την δικαιοπρακτική βούληση των μερών, είναι, σε κάθε περίπτωση, απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι, από τις προαναφερθείσες, σχετικά με το ζήτημα αυτό, παραδοχές της απόφασης, σαφώς συνάγεται ότι το δικάσαν δικαστήριο δεν διεπίστωσε την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας, ως προς τη βούληση των μερών, ώστε να παρίσταται ανάγκη εφαρμογής των άρθρων 173 και 200 ΑΚ.
ΙΙ. Κατά το άρθρ.559 αριθ 11γ ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 335,338,339 και 340ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση ή έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, από δε την αναφορά στην απόφαση μερικών από τα προσκομιζόμενα έγγραφα, γιατί έχουν ιδιαίτερη σημασία, δεν συνάγεται αναγκαστικά ότι δεν εκτιμήθηκαν και τα μη αναφερόμενα.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων επικαλείται ότι το δικάσαν Εφετείο το οποίο, με την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του, απέρριψε τον ισχυρισμό-ένσταση του ενάγοντα-νυν αναιρεσιβλήτου ότι η άσκηση του δικαιώματος του τελευταίου για καθαίρεση της σκάλας, την οποία ο αναιρεσείων έχει κατασκευάσει στον κοινόχρηστο χώρο της αυλής ασκείται καταχρηστικά, διότι, κατά την άποψη του αναιρεσείοντα, πιθανόν να προκληθούν βλάβες στο κτίριο, υπέπεσε στην από το άρθρ. 559 αριθμ. 11γ ΚΠολΔ προβλεπόμενη πλημμέλεια, εκ του ότι δεν έλαβε υπόψη τα επικληθέντα και προσκομισθέντα υπ'αυτού έγγραφα και ειδικότερα την από 28-9-2012 τεχνική έκθεση της πολιτικού μηχανικού Ε. Κ., η οποία ανέφερε ότι η καθαίρεση της σκάλας, δια κρουστικού μέσου, λόγω της παλαιότητας του κτιρίου, ενέχει κινδύνους πρόκλησης ζημιών, της οικοδομής από τους κραδασμούς. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος, διότι από την διαλαμβανομένη στο περιεχόμενο της απόφασης βεβαίωση, ότι το Εφετείο, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα και ως προς το εν λόγω ζήτημα, έλαβε υπόψη " και όλα τα νόμιμα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα έγγραφα", ουδεμία καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και το ως άνω φερόμενο ως μη ληφθέν υπόψη έγγραφο, έστω και εάν αυτό δεν μνημονεύεται ειδικά.
ΙΙΙ. Κατά την διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Για να θεωρηθεί η άσκηση δικαιώματος ως καταχρηστική, κατά την διάταξη αυτή, θα πρέπει η προφανής υπέρβαση των ορίων, που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή ο οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, να προκύπτει από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου ή από την πραγματική κατάσταση που δημιουργήθηκε ή τις περιστάσεις που μεσολαβήσαν ή από άλλα περιστατικά, το οποία, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν την γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την άσκηση του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου.
'Ομως, η αδράνεια του δικαιούχου για την άσκηση τον δικαιώματος, καθώς και η καλόπιστη πεποίθηση του υπόχρεου ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται αυτό να ασκηθεί κατ' αυτού, έστω και αν αυτή δημιουργήθηκε από την αδράνεια του δικαιούχου, δεν αρκεί καταρχήν να καταστήσει καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος. Αν όμως η αδράνεια συνοδεύεται από ειδικές περιστάσεις που συνδέονται με προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου και ο ίδιος, μεταβάλλοντας τη στάση του, επιχειρεί εκ των υστέρων ανατροπή της κατάστασης που έχει ήθη διαμορφωθεί και παγιωθεί, με αποτέλεσμα να επέρχονται δυσμενείς για τα συμφέροντα του υπόχρεο(c) επιπτώσεις, χωρίς να είναι απαραίτητο να προκαλούνταν αφόρητες ή δυσβάστακτες νια τον ίδιο συνέπειες, τότε η άσκηση του δικαιώματος μπορεί να καταστεί μη ανεκτή κατά την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη και συνεπώς καταχρηστική και απαγορευμένη. (Ολ ΑΠ 33/2005, Ολ. ΑΠ 7/2002, Ολ ΑΠ 8/2001, Ολ ΑΠ 19/1998, Ολ ΑΠ 17/1995).
Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, κατ'ορθή εκτίμηση από το άρθρο 559 αριθμ.1 ΚΠολΔ, προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο , με το να κρίνει απορριπτέα, ως νόμω αβάσιμη, την ένσταση του αντεναγομένου-νυν αναιρεσείοντα, περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος του αντενάγοντα-νυν αναιρεσιβλήτου, για αποξήλωση από το δώμα, του οποίου, το Εφετείο έκρινε ότι ο αναιρεσίβλητος έχει την αποκλειστική χρήση, του τοποθετηθέντος εκεί, από τον αναιρεσείοντα, ηλιακού θερμοσίφωνα, παρεβίασε ευθέως τη διάταξη του άρθρου 281ΑΚ. Επίσης, με το τέταρτο και αναφερόμενο στο ίδιο ζήτημα λόγο αναίρεσης, αποδίδεται η από το άρθρο 559 αριθμ.8 ΚΠολΔ προβλεπόμενη πλημμέλεια, εκ του ότι το Εφετείο απέρριψε την προαναφερθείσα ένσταση του 281 ΑΚ, χωρίς να λάβει υπόψη τους υπό του αντεναγομένου προταθέντες, προς θεμελίωση της ένστασης αυτής ισχυρισμούς του (αφορώντες ειδικώς τον ηλιακό θερμοσίφωνα), τους οποίους εκθέτει και στο αναιρετήριο.
Το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, απέρριψε την εν λόγω ένσταση, με την εξής, κατά λέξη, αιτιολογία "ο Σ. Κ. (νυν αναιρεσείων) νόμιμα επαναφέρει με τις προτάσεις ενώπιον του δικαστηρίου τούτου περί -καταχρηστικής άσκησης του άνω δικαιώματος του Κ.Α.. Ειδικότερα, ισχυρίζεται ότι επί 11ετία ο ανωτέρω έχει αποδεχθεί την ύπαρξη του ηλιακού θερμοσίφωνα και της κεραίας τηλεόρασης επί του δώματος, ότι ο ίδιος λαμβάνει τα σχετικά μέτρα ασφαλείας και συντήρησης αυτών, η καταλαμβανόμενη επιφάνεια είναι μόλις 2 τμ και η αφαίρεση ιδίως του ηλιακού θερμοσίφωνα θα του προκαλέσει υπέρμετρη ζημία, αφού δεν υπάρχει άλλος χώρος στην οικοδομή που θα μπορούσε αυτός να τοποθετηθεί ώστε να προσλαμβάνονται με τον καλύτερο τρόπο οι ακτίνες του ήλιου και έτσι να έχει ζεστό νερό στο διαμέρισμα του.
Με αυτό το περιεχόμενο η παραπάνω ένσταση του εναγομένου ελέγχεται ως νόμω αβάσιμη, καθόσον, όπως γίνεται δεκτό, μόνη η επί μακρό χρόνο αδράνεια του δικαιούχου δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος, παρά μόνον όταν αυτή (αδράνεια) συνοδεύεται από άλλα περιστατικά ή ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, που προέρχονται από τη συμπεριφορά εκείνου ως δικαιούχου, από τα οποία, ενόψει και της αδράνειας του, δημιουργήθηκε ευλόγως η πεποίθηση στον υπόχρεο της μη άσκησης αυτού, οπότε και μόνο η μεταγενέστερη άσκηση του δικαιώματος, που τείνει σε ανατροπή της κατάστασης, η οποία δημιουργήθηκε υπό ορισμένες συνθήκες και διατηρήθηκε για μακρό χρονικό διάστημα, αντίκειται προφανώς στην καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και τον οικονομικό και κοινωνικό σκοπό του δικαιώματος και ως τοιαύτη είναι κατά, άρθρο 281 Α.Κ., καταχρηστική και απαγορευμένη.
Στην προκειμένη δε περίπτωση, ο εναγόμενος, πέραν της πολυετούς χρήσης του δώματος δεν επικαλείται τέτοιες συνθήκες και περιστάσεις που θα καθιστούσαν την άσκηση του δικαιώματος του ενάγοντος καταχρηστική. Κατόπιν τούτων , πρέπει να γίνει δεκτό το αίτημα του ενάγοντος Κ.Α. για απομάκρυνση από το δώμα, στο οποίο έχει την αποκλειστική χρήση, της κεραίας τηλεόρασης και του ηλιακού θερμοσίφωνα του Σ.
Κ., τα οποία, όπως δέχεται το Εφετείο, σε άλλο σημείο της απόφασής του (13ο φύλλο), δημιουργούν υγρασίες στο διαμέρισμα του ενάγοντα-εναγομένου Κ.Α., απορριπτόμενου του ισχυρισμού του τελευταίου περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος εκ μέρους του Κ. Α., ενόψει και του δικαιώματος του τελευταίου να ανοικοδομήσει δεύτερο και τρίτο όροφο.
Επομένως, ο Σ. Κ. (νυν αναιρεσείων) θα πρέπει να αφαιρέσει από το δώμα της οικοδομής την κεραία της τηλεόρασης και τον ηλιακό θερμοσίφωνα, άλλως να προβεί στις ενέργειες αυτές ο Κ.Α. με δαπάνες του Σ Κ.." Με το να κρίνει ότι το Εφετείο, ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρ. 281 ΑΚ και δεν υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθμ.1 ΚΠολΔ προβλεπόμενη πλημμέλεια, όπως αβασίμως προβάλλεται με τον τρίτο λόγο αναίρεσης.
Ο ίδιος λόγος, κατά το μέρος αυτού, με το οποίο αποδίδεται η από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ πλημμέλεια, για εκ πλαγίου παραβίαση του άρθ. 281 ΑΚ, ένεκα ελλείψεως αιτιολογίας, είναι απαράδεκτος, διότι, όπως σαφώς προκύπτει από το προαναφερθέν περιεχόμενο της απόφασης, η ένσταση του 281 Α.Κ. απορρίφθηκε ως νόμω αβάσιμη και δεν ερευνήθηκε κατ'ουσία και κατά συνέπεια δεν ιδρύεται ο από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης.
Ο αναφερόμενος στο ίδιο ζήτημα, από το άρθρο 559 αριθμ.8 ΚΠολΔ, τέταρτος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος, διότι από το προαναφερθέν περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης, σαφώς προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς, τους επικαλούμενους προς θεμελίωση της από το άρθρο 281 Α.Κ. ένστασης και τους απέρριψε.
ΙV. Η ρύθμιση που εισάγεται με το ν. 3741/1929 σε σχέση με την απόκτηση και κατάργηση ιδιαιτέρων δικαιωμάτων χρήσης στα κοινόκτητα και στα κοινόχρηστα μέρη της υπαγόμενης στη ρύθμιση του οικοδομής είναι ειδική και έχει υπαγορευθεί από την ιδιαιτερότητα του θεσμού της κατ'ορόφους ιδιοκτησίας. Από τα ανωτέρω παρέπεται ότι οι γενικές διατάξεις του ΑΚ, που προβλέπουν τη σύσταση με χρησικτησία και την κατάργηση με αχρησία των δουλειών, δεν μπορούν να εφαρμοστούν ευθέως ή κατ'αναλογία και για τη σύσταση ή κατάργηση των ως άνω περιορισμών. Ειδικότερα κανένας από τους ιδιοκτήτες οριζόντιας ιδιοκτησίας δεν μπορεί με χρησικτησία ν'αποκτήσει δικαίωμα αποκλειστικής ή μεγαλύτερης από τη μερίδα του χρήσης στα κοινόκτητα και κοινόχρηστα μέρη, ούτε ν'απωλέσει με αχρησία το δικαίωμα συμμετοχής του στην κοινή χρήση τούτων. Η άποψη αυτή εναρμονίζεται και προς την ιδιαιτερότητα του θεσμού της κατ'ορόφους ιδιοκτησίας και προ παντός εξυπηρετεί την ανάγκη δημιουργίας κατάστασης σταθερότητας και ασφάλειας, σε σχέση προς τα δικαιώματα και το περιεχόμενο αυτών, των ιδιοκτητών οριζόντιων ιδιοκτησιών στα κοινόκτητα και κοινόχρηστα μέρη της κατ'ορόφους ιδιοκτησίας ΑΠ 1250/2011, ΑΠ 402/2010, ΑΠ 1033/2001.
Με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλομένη απόφασή του, απέρριψε ως μη νόμιμο, τον ισχυρισμό-ένσταση του εναγομένου-νυν αναιρεσείοντα ότι απέκτησε, με χρησικτησία το δικαίωμα αποκλειστικής χρήσης ορισμένων εκ των κοινοχρήστων μέρων της οικοδομής (του οικίσκου της αυλής, του υπογείου και μέρους του αυλείου χώρου), υπέπεσε στην από το άρθρο. 559 αριθμ. 1ΚΠολΔ, πλημμέλεια, της παραβίασης (δια της μη εφαρμογής του) του άρθρου 1121 ΑΚ (έκτακτη χρησικτησία), το οποίο, κατά την άποψη του αναιρεσείοντα, ήταν εφαρμοστέο. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος, αφού, σύμφωνα με τα αναφερθέντα στην προηγούμενη νομική σκέψη, οι διατάξεις του Α.Κ. περί συστάσεως δουλείας, με χρησικτησία, δεν έχουν εφαρμογή, ούτε ευθέως ούτε κατ'αναλογία, για την απόκτηση ή κατάργηση δικαιώματος αποκλειστικής χρήσης στα κοινόκτητα και κοινόχρηστα μέρη της οικοδομής, που έχει υπαχθεί στο Ν.3741/1929.
Μετά από αυτά, η αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της και να καταδικασθεί ηττηθείς αναιρεσείων στη δικαστική δαπάνη το αναιρεσιβλήτου, ο οποίος κατέθεσε και προτάσεις (άρθρο 183 ΚΠολΔ) κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την με αριθμό κατάθεση 478/2013 αίτηση του Σ. Κ., για αναίρεση της υπ'αριθμ. 969/2011 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Φεβρουαρίου 2014.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 7 Μαρτίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ