Supreme Court partially allows appeal regarding state court delay in awarding interest on public debt claims.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece partially allowed the appellant's appeal against the Athens Court of Appeal's decision. The appellant argued the lower court erred by calculating interest only from the lawsuit filing date rather than from the date each monthly payment became due. The court found the lower court had omitted a ruling on claims between May and June 1998, constituting a procedural error under Article 9 of Article 559 of the Code of Civil Procedure. Consequently, the decision was annulled in that specific part and remanded for retrial by a different panel of judges.
Legislator headnote
AI generatedArticles 4(1) of the Constitution and Article 6(1) of the ECHR; The state is obligated to pay legal interest or default interest from the date of service of the claim, and a lower court's failure to rule on specific claims constitutes a ground for appeal requiring remand.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 562 / 2011 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 562/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Αθηναίο, Σαράντη Δρινέα, Χριστόφορo Κοσμίδη και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 8η Φεβρουαρίου 2011 , με την παρουσία και της Γραμματέως Αικατερίνης Καραβέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Α. Λ. του Β.. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Βασιλική Σκορδάκη με δήλωση του άρθρου 242παρ 2 του ΚΠολΔ.
Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών. Εκπροσωπήθηκε από την Πάρεδρο του ΝΣΚ Γεωργία Παπαδάκη με δήλωση του άρθρου 242 παρ 2 του ΚΠολ Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-5-2000 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Επί της αγωγής εκδόθηκε η 1524/2001 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 241/2002 του Εφετείου Αθηνών. Επί της τελευταίας αποφάσεως ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η 110/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την απόφαση αυτή και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Αθηνών. Το Εφετείο Αθηνών εξέδωσε την 7372/2006 απόφαση, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιραισείουσα με την από 18-7-2008 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Σαράντης Δρινέας ανέγνωσε την από 28-01-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του τελευταίου λόγου αναιρέσεως και την απόρριψη των λοιπών.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
ΕΠΕΙΔΗ, από τη διάταξη του άρθρου 4 παρ.1 του Συντάγματος, κατά την οποία οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου, συνάγεται ότι το Σύνταγμα θεσπίζει, όχι μόνο την ισότητα των Ελλήνων έναντι του νόμου, αλλά και την ισότητα του νόμου έναντι των Ελλήνων πολιτών, υπό την έννοια ότι ο νομοθέτης δεσμεύεται όταν ρυθμίζει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις, που αφορούν περισσότερες κατηγορίες προσώπων, να μην εισάγει αδικαιολόγητες εξαιρέσεις και διακρίσεις, εκτός αν αυτές επιβάλλονται από λόγους γενικότερου, κοινωνικού ή δημόσιου, συμφέροντος, την ύπαρξη των οποίων ελέγχουν τα δικαστήρια (Ολ.
ΑΠ 3/2006, 23/2004, 11/2003). Περαιτέρω, με το άρθρο 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμ-βασης για την προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974 και έχει υπερνομοθετική ισχύ (άρθρο 28 παρ.1 του Συντάγματος), ορίζεται ότι "Παν πρόσωπο έχει δικαίωμα όπως η υπόθεση του δικασθή δικαίως, δημοσίως και εντός λογικής προθεσμίας υπό ανεξαρτήτου και αμερόληπτου δικαστηρίου, νομίμως λειτουργούντος, το οποίο θα αποφασίσει είτε.
επί των αμφισβητήσεων επί των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων του αστικής φύσεως...", ενώ με το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής αυτής Σύμβασης, που επίσης κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974 και έχει, σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ.1 του Συντάγματος, αυξημένη έναντι των κοινών νόμων τυπική ισχύ, ορίζεται ότι "παν φυσικό ή νομικό πρόσωπο δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του.
Ουδείς δύναται να στερηθεί της ιδιοκτησίας του, ειμή δια λόγους δημοσίας ωφελείας και υπό τους προβλεπόμενους υπό του νόμου και των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου όρους. Οι προαναφερόμενες διατάξεις δεν θίγουν το δικαίωμα κάθε Κράτους να θέτει σε ισχύ νόμους, τους οποίους κρίνει αναγκαίους προς ρύθμιση της χρήσης αγαθών σύμφωνα με το δημόσιο συμφέρον ή προς εξασφάλιση της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων".
Στην κατά τα ανωτέρω προστατευόμενη περιουσία περιλαμβάνονται όχι μόνο τα από το άρθρο 17 του Συντάγματος προστατευόμενα εμπράγματα δικαιώματα, αλλά και όλα τα περιουσιακής φύσεως δικαιώματα και τα νομίμως κεκτημένα οικονομικά συμφέροντα, άρα και τα περιουσιακά ενοχικά δικαιώματα και ειδικότερα οι περιουσιακού χαρακτήρα απαιτήσεις, είτε αναγνωρισμένες με δικαστική ή διαιτητική απόφαση, είτε απλώς γεννημένες κατά το εθνικό δίκαιο, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία, με βάση το ισχύον πριν από την προσφυγή στο δικαστήριο νομοθετικό καθεστώς, ότι μπορούν να ικανοποιηθούν δικαστικά (Ολ.
Α.Π. 40/1998). Οι προπαρατεθείσες διατάξεις του άρθρου 6 παρ.1 της Ε.Σ.Δ.Α., που εξασφαλίζει σε κάθε πρόσωπο το δικαίωμα να δικάζεται η υπόθεση του δίκαια και αμερόληπτα, και του άρθρου 1 του Πρόσθετου Πρωτοκόλλου αυτής, που επιβάλλει το σεβασμό της περιουσίας του προσώπου, καθώς και εκείνες των άρθρ. 2 παρ. 3, 14 και 26 του Ν. 2462/1997 (Διεθνές Σύμφωνο του ΟΗΕ για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα), που επιβάλλουν τον σεβασμό των ατομικών και πολιτικών δικαιωμάτων, την ισότητα των διαδίκων και την ισονομία, δεν θίγουν το δικαίωμα κάθε Κράτους να θέτει νόμιμους περιορισμούς στην ικανοποίηση των αξιώσεων των πολιτών, όπως είναι η άσκηση των αξιώσεων τους εντός ορισμένου χρόνου, όταν συντρέχουν λόγοι γενικότερου, κοινωνικού ή δημοσίου, συμφέροντος που να δικαιολογούν τη σχετική ρύθμιση.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθ. 90 παρ. 3 ν. 2362/1995 "περί δημοσίου Λογιστικού και ελέγχου δαπανών του Κράτους", η απαίτηση οποιουδήποτε των με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ' αυτού που αφορά σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζεται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, παραγράφεται μετά διετία από την γένεσή της, ενώ κατά τη διάταξη του άρθρ. 91 εδ.
α' του ίδιου νόμου με την επιφύλαξη κάθε άλλης ειδικής διάταξης του νόμου αυτού η παραγραφή οποιασδήποτε απαίτησης κατά του Δημοσίου αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους, μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξή της. Από τον συνδυασμό των ως άνω διατάξεων σαφώς προκύπτει, ότι με την πρώτη από αυτές ρυθμίζεται ειδικά το θέμα της παραγραφής των αξιώσεων των με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ' αυτού που αφορούν σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζονται σε παρανομία των οργάνων του ή στις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, και ορίζεται ως χρονικό σημείο έναρξης της παραγραφής αυτής η γένεση της κάθε αντίστοιχης αξίωσης.
Η διάταξη αυτή είναι ειδική σε σχέση με τη διάταξη του άρθ. 91 εδ. α' του ανωτέρω νόμου, με την οποία ρυθμίζεται γενικά το θέμα της έναρξης του χρόνου παραγραφής οποιασδήποτε αξίωσης κατά του δημοσίου κ.λ.π. από το τέλος του οικονομικού έτους, μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξή της, όπως αυτό σαφώς συνάγεται από τη ρητή επιφύλαξη ως προς την ισχύ άλλων ειδικών διατάξεων που διατυπώνεται στο άρθ. 91 εδ.
α', και επομένως κατισχύει αυτής (ΑΕΔ 32/2008, ΟλΑΠ 29/2006). Η οριζόμενη με την παραπάνω διάταξη βραχυπρόθεσμη παραγραφή, ο χρόνος της οποίας είναι μικρότερος ή μεγαλύτερος από τον χρόνο παραγραφής παρόμοιων αξιώσεων (άρθ. 250 παρ. 6 και 17 του ΑΚ, 289 παρ. 1 του ΚΙΝΔ), έχει θεσπισθεί για λόγους γενικότερου δημόσιου συμφέροντος και συγκεκριμένα από την ανάγκη ταχείας εκκαθάρισης των σχετικών αξιώσεων και των αντίστοιχων υποχρεώσεων του Δημοσίου, η οποία είναι απαραίτητη για την προστασία της περιουσίας και της οικονομικής κατάστασης αυτού, στην οποία συμβάλλουν όλοι οι φορολογούμενοι πολίτες με την καταβολή φόρων και συνεπώς, η διάταξη αυτή δεν αντίκειται, α) στην κατά το άρθρ. 4§1 του Συντ.
αρχή της ισότητας ούτε στην αποτελούσα ειδικότερη μορφή και εκδήλωση αυτής και καθιερούμενη με το άρθρ. 22 παρ. 1 εδ. β' αυτού αρχή της ίσης αμοιβής για ίσης αξίας παρεχόμενη εργασία (πρβλ. ΑΕΔ 9/2009 ως προς την ερμηνεία της παρομοίου περιεχομένου διάταξης του άρθρ. 48 παρ. 3 του ΝΔ 496/1974, β) στη διάταξη του άρθρ. 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ που προαναφέρθηκε και στο άρθρ. 20 παρ. 1 του Συντ.
που περιέχει ανάλογη προστασία και ορίζει ότι καθένας έχει το δικαίωμα στην παροχή έννομης προστασίας από τα δικαστήρια, αφού αυτές εξασφαλίζουν σε κάθε πρόσωπο το δικαίωμα να έχει έννομη προστασία από τα δικαστήρια και να δικάζεται η υπόθεσή του δίκαια και αμερόληπτα, αλλά δεν απαγορεύουν τη θέσπιση διαφορετικού χρόνου παραγραφής κατά κατηγορία αξιώσεων και δικαιούχων και γ) στις διατάξεις του άρθρ. 1 του πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και 2 παρ. 3, 14 παρ. 1 και 26 του Ν. 2462/1997, που έχουν μνημονευθεί παραπάνω (ΑΠ (Ολ.)2/2011, 31/2007, ως προς την ερμηνεία της παρομοίου περιεχομένου διάταξης του άρθρ. 48 παρ. 3 του ΝΔ 496/1974).
Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, κρίνοντας επί αγωγής της αναιρεσείουσας δέχθηκε ότι οι επίδικες αξιώσεις της τελευταίας, που είχε προσληφθεί από το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου και αναφέρονταν στην προσαύξηση του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής κατά ποσοστό 6% για το ανήλικο τέκνο της κατά το χρονικό διάστημα από 16-9-1997 έως 25-5-1998, έχουν υποκύψει στη διετή παραγραφή του άρθρ. 90 παρ. 3 του Ν. 2362/1995, η οποία αρχίζει από τη γένεση της αξιώσεως, κατ' άρθρ. 91 εδ.
α' του ίδιου νόμου (από προφανή παραδρομή στη μείζονα σκέψη της η προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρει ότι η παραγραφή αυτή αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκε η αξίωση και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη αυτής). Με την κρίση του αυτή το Δικαστήριο της ουσίας ορθώς εφάρμοσε τις προδιαληφθείσες διατάξεις των άρθρ. 4 παρ. 1 και 20 παρ. 1 του Συντ., 6 παρ. 1α της ΕΣΔΑ, 1 παρ. 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου και 2 παρ. 3, 14 παρ. 1 και 26 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα.
Επομένως, ο πρώτος λόγο αναιρέσεως από το άρθρ. 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι αβάσιμος. Επειδή, με τη διάταξη του άρθρου 21 του Δ/τος της 6 Ιουνίου - 10 Ιουλίου 1944 "περί κώδικος των νόμων περί δικών του Δημοσίου", η οποία, κατ' άρθρο 109 παρ. 2 ΕισΝΑΚ, διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του Α.Κ.
ορίζεται ότι: "Ο νόμιμος και ο της υπερημερίας τόκος πάσης του Δημοσίου οφειλής ορίζεται εις 6% ετησίως πλην αν άλλως ωρίσθη διά συμβάσεως ή ειδικού νόμου. Ο ειρημένος τόκος άρχεται από την επιδόσεως της αγωγής". Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι στην περίπτωση χρηματικής οφειλής του Δημοσίου, αυτό, κατ' εξαίρεση προς τις γενικές διατάξεις, υποχρεούται στην καταβολή νόμιμων ή τόκων υπερημερίας από την επίδοση σε αυτό σχετικής αγωγής από την οποία και λαμβάνει γνώση της αμφισβήτησης (ΑΕΔ 7/2011), το δε ποσοστό του τόκου ανέρχεται στο προαναφερθέν 6% ετησίως.
Η ρύθμιση αυτή της υποχρεώσεως του Δημοσίου στην καταβολή νόμιμων τόκων ή τόκων υπερημερίας ποσοστού 6% από την επίδοση της αγωγής σε αυτό δικαιολογείται από λόγους γενικότερου δημόσιου συμφέροντος εγκειμένου στην περιστολή των από την αιτία αυτή δαπανών του Δημοσίου, τις οποίες εξυπηρετεί διά χρημάτων κυρίως του συνόλου των πολιτών και την κάλυψη διά των εξοικονουμένων ετέρων τέτοιων δαπανών για την παροχή υπηρεσιών στο κοινωνικό σύνολο και δεν αντίκειται στις διατάξεις των άρθρ. 341 και 345 του ΑΚ ούτε στις προαναφερθείσες διατάξεις του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά δικαιώματα και των άρθρ. 4 παρ. 1, 17, 20 και 25 παρ. 1 του Συντ. 1 και 95 της Διεθνούς Συμβάσεως Εργασίας που κυρώθηκε με τον Ν. 3248/1975, 6 και 14 της ΕΣΔΑ και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου αυτής.
Επομένως, οι δεύτερος και τρίτος από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ λόγοι αναίρεσης με τους οποίους προσάπτεται η αιτίαση ότι το Εφετείο έσφαλε, που δέχθηκε ότι η τοκογονία του επιδικασθέντος ποσού πρέπει να ορισθεί από την επίδοση της αγωγής και όχι από τότε που κάθε μηνιαίο ποσό κατέστη ληξιπρόθεσμο, ο δε τόκος στο προαναφερθέν ποσοστό 6%, είναι αβάσιμοι.
Επειδή, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε επί λέξει ότι "η ενάγουσα, ενόψει του ότι η υπό κρίση αγωγή ασκήθηκε, όπως συνομολογείται, στις 25-5-2000, δικαιούται μόνο για το από 1-6-1998 έως 6-4-2000 χρονικό διάστημα, καθόσον οι από 16-9-1997 έως 25-5-1998 αξιώσεις της (αποδοχές) έχουν υποπέσει, όπως προαναφέρθηκε, στην ειδική βραχυπρόθεσμη διετή παραγραφή του άρθρ. 90 παρ. 3 του Ν. 2362/1995". Έτσι, το Εφετείο, που επιδίκασε τις αποδοχές που αναλογούσαν στο χρονικό διάστημα 1-6-1998 έως 6-4-2000, παρέλειψε να αποφανθεί για τις αγώγιμες αξιώσεις που εμπίπτουν στο χρονικό διάστημα μεταξύ 26-5-1998 έως 1-6-1998. Επομένως, το αίτημα αυτό αφέθηκε, έστω και από παραδρομή, αδίκαστο και ιδρύεται ο αναιρετικός λόγος από τον αρ. 9 του άρθρ. 559 του ΚΠολΔ. Κατά συνέπεια, ο τελευταίος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται η παραπάνω πλημμέλεια, αληθώς από τον αρ. 9 του άρθρ. 559 του ΚΠολΔ, είναι βάσιμος. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος αυτό και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Η δικαστική δαπάνη πρέπει να συμψηφισθεί στο σύνολό της, σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ. 1β'του Ν.3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 παρ. 18 του ΕισΝΚΠολΔ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος την 7372/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει κατά το μέρος αυτό την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Συμψηφίζει τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 21 Μαρτίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 12 Απριλίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ