Supreme Court dismisses appeal against expropriation compensation valuation based on property rights balance.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against a First Instance Court ruling on expropriation compensation. The State argued the lower court erred by using the date of the final valuation hearing rather than the initial hearing for calculating property value. The court rejected this, holding that the new constitutional provision and relevant law require using the final hearing date when it occurs over a year after the preliminary hearing to ensure a fair balance between public interest and private property rights.
Legislator headnote
AI generatedArt. 17 para. 2 of the 2001 Constitution; Art. 29 para. 3 of Law 2882/2001: When the final determination of expropriation compensation occurs more than one year after the preliminary determination, the value of the expropriated property must be assessed at the time of the final hearing to maintain a fair balance between general interest and fundamental property rights.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 562 / 2010 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 562/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση, Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη και Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Ιανουαρίου 2010, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην ... και στην προκειμένη από το Γενικό Γραμματέα Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Παναγιώτη Παππά, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ψ συζύγου Ν,κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Γεωργάτο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19/11/2004 αίτηση του ήδη αναιρεσείοντος και την από 25/10/2004 αίτηση της ήδη αναιρεσιβλήτου για καθορισμό οριστικής τιμής μονάδος αποζημιώσεως, που κατατέθηκαν στο Εφετείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάστηκαν.
Εκδόθηκε η 2639/2006 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 14/2/2007 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου ανέγνωσε την από 11/1/2010 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της από 14/2/2007 αίτησης για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2639/2006 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 10 του ν.δ 797/71, που εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση, λόγω του χρόνου κήρυξης της απαλλοτρίωσης, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 29 παρ. 3 εδ. β' του Ν. 2882/2001, μετά την συντέλεση της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης, η αξίωση για την είσπραξη της αποζημίωσης, που προσδιορίστηκε προσωρινά και οριστικά, παραγράφεται μετά δεκαετία από την κατάληψη του ακινήτου, που απαλλοτριώθηκε.
Εάν ο προσδιορισμός της οριστικής αποζημιώσεως γίνει μετά τη συντέλεση της απαλλοτριώσεως και την κατάληψη του ακινήτου η αξίωση για την είσπραξη της τυχόν διαφοράς μεταξύ της προσωρινής και οριστικής αποζημίωσης παραγράφεται μετά από δεκαετία από τη δημοσίευση της απόφασης που καθορίζει την οριστική αποζημίωση (παρ. 1).
Η παραγραφή διακόπτεται και με την ενέργεια πράξεων του δικαιούχου της αποζημίωσης που αποβλέπουν α) στη δικαστική ή διοικητική αναγνώριση β) στην είσπραξη μέρους ή του συνόλου γ) στον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης (παρ. 2). Το δικαίωμα για το δικαστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης δεν υπόκειται στην παραγραφή του παρόντος άρθρου (παρ. 3).
Από τη διάταξη αυτή συνάγεται, ότι, επί αναγκαστικής απαλλοτριώσεως ακινήτου, το δικαίωμα (αξίωση) του ενδιαφερομένου για τον δικαστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης υπόκειται στη γενική παραγραφή, η οποία μετά την εισαγωγή του Α.Κ. είναι εικοσαετής, κατ' άρθρο 249 αυτού σύμφωνα και με τη διάταξη του άρθρου 18 του Ει.
Ν.Α.Κ. Στην ίδια παραγραφή που αρχίζει από την κατάληψη του ακινήτου από τον υπέρ ου η απαλλοτρίωση, υπόκειται και η διεκδικητική αγωγή του ακινήτου, μετά δε τη συμπλήρωση του χρόνου της παραγραφής, δεν μπορεί να ζητηθεί ο καθορισμός αποζημίωσης για το απαλλοτριωθέν, λόγω ελλείψεως εννόμου συμφέροντος αυτού που προβάλλει τον εαυτό του ως δικαιούχο (ΑΠ 1114/2009, ΑΠ 628/2005).
Η παραγραφή αυτή διακόπτεται, εκτός των άλλων προβλεπομένων από γενικές και ειδικές διατάξεις περιπτώσεων και σε εκείνες που προβλέπονται από την ως άνω διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 10 του ν.δ. 797/1971, έστω και αν δεν γίνεται ρητή αναφορά και για την περίπτωση της παραγραφής του δικαιώματος καθορισμού της αποζημίωσης, δεδομένου ότι αφορούν ρυθμίσεις για δικαιώματα και αξιώσεις από την ίδια έννομη σχέση.
Η εν λόγω διάταξη δε, ως ειδική, υπερισχύει των αντιστοίχων διατάξεων, που προβλέπουν την διακοπή της παραγραφής αξιώσεων κατά του Δημοσίου. Σύμφωνα, λοιπόν, με τη διάταξη αυτή, η παραγραφή του δικαιώματος για τον δικαστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης διακόπτεται και με την υποβολή από τον δικαιούχο της αποζημίωσης αίτησης για τη διοικητική αναγνώριση του, ως τοιούτου, που προβλέπεται από την διάταξη του άρθρου 28 του ανωτέρω ν.δ. 797/1971.
Η με τον τρόπο αυτόν διακοπείσα παραγραφή αρχίζει και πάλι από την τελευταία σχετική με την εν λόγω αίτηση πράξη του αιτούντος ή του αρμοδίου για την εν λόγω αναγνώριση διοικητικού οργάνου, κατ' ανάλογη εφαρμογή των άρθρων 269 εδ. α' και 261 του ΑΚ. Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, ότι η αιτούσα, ως φερόμενη ιδιοκτήτρια ακινήτου, έκτασης 229, 77 τ.μ., το οποίο απαλλοτριώθηκε, με την υπ' αριθμ. ...
απόφαση του Νομάρχη Χαλκιδικής, με την οποία επικυρώθηκε ο καθορισμός του αιγιαλού στη θέση "παραλία ..." και εγκρίθηκε στη συνέχεια, με την υπ' αριθμ. Δ146/31/12-1-1982 απόφαση του Υφυπουργού Οικονομικών, ως προς την προσαύξηση του αιγιαλού υπέβαλε αίτηση στις 25-5-1981, προς τον Υπουργό των Οικονομικών, με την οποία ανήγγειλε τις αξιώσεις της επί του ανωτέρω καταληφθέντος από τον αιγιαλό τμήματος και ζήτησε να αναγνωρισθεί δικαιούχος της αποζημίωσης, επισυνάπτοντας και τα σχετικά δικαιολογητικά.
Με τον τρόπο αυτό διέκοψε την εικοσαετή παραγραφή του άρθρου 249 Α.Κ., όπως βάσιμα ισχυρίζεται η αιτούσα. Σε απάντηση της ανωτέρω αναγγελίας, η Νομαρχία Χαλκιδικής (τμήμα Πολεοδομίας), με το υπ' αρ.... έγγραφό της όρισε ως ημέρα αυτοψίας του επιδίκου την 20-3-1984 και με το υπ' αρ. ... έγγραφό της προς την Οικονομική Εφορία Πολυγύρου ζήτησε τη σύγκληση της Επιτροπής προεκτίμησης για τον καθορισμό της προσωρινής τιμής μονάδας αποζημίωσης για το ως άνω ακίνητο.
Από τα ανωτέρω έγγραφα προκύπτει ότι η αιτούσα ανήγγειλε νομότυπα τις αξιώσεις της, εντός της προθεσμίας των έξι (6) μηνών από τη δημοσίευση της 6175/8-2-80 αποφάσεως του Νομάρχη Χαλκιδικής "περί καθορισμού χειμερίου κύματος εις θέσιν ...", σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 4 του τότε ισχύοντος α.ν. 2344/1940. Το Ελληνικό Δημόσιο δεν προέβη σε κάποια ενέργεια προς αποζημίωση της αιτούσας, αναγνώρισε όμως έμμεσα το σχετικό δικαίωμά της, με το από 24-5-1984 έγγραφος της Νομαρχίας Χαλκιδικής, με το οποίο ζητήθηκε η σύγκλιση της Επιτροπής προεκτίμησης των απαλλοτριωθέντων ακινήτων στην ως άνω περιοχή.
Έτσι η παραγραφή διακόπηκε εκ νέου, όπως βάσιμα ισχυρίζεται η αιτούσα, σύμφωνα με το άρθρο 260 Α.Κ. Περαιτέρω, η αιτούσα υπέβαλε, στις 24-1-2001, την υπ' αρ. πρωτ. 191 αίτηση προς την Κτηματική Υπηρεσία Ν. Χαλκιδικής, ζητώντας να συγκληθεί η Επιτροπή για την προεκτίμηση των ακινήτων. Επίσης, άσκησε την από 25-11-2002 (με αρ.
εκθ. Κατ. 2814/5-2-2003) αίτηση περί καθορισμού προσωρινής τιμής μονάδας αποζημίωσης, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αρ. 39/2004 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής. Επομένως, το δικαίωμα της αιτούσας για δικαστικό καθορισμό της αποζημίωσης δεν έχει υποπέσει σε παραγραφή και ο σχετικός ισχυρισμός του καθού είναι αβάσιμος.
Με βάση τα ανωτέρω, απέρριψε την περί εικοσαετούς παραγραφής του δικαιώματος του αιτούντος για τον καθορισμό της αποζημιώσεως ένσταση του αναιρεσείοντος, αφού δέχτηκε την περί διακοπής της εν λόγω παραγραφής, αντένσταση του αναιρεσιβλήτου που επήλθε με την αναφερόμενη ενέργειά του για την αναγνώρισή του ως δικαιούχου της αποζημίωσης διοικητικά και την έμμεση αναγνώριση του δικαιώματός του για την αποζημίωση από το αναιρεσείον κατά τη διάταξη του άρθρου 260 του ΑΚ.
Με βάση, όμως, τα, ως άνω, πραγματικά περιστατικά, τα οποία δέχτηκε ως αποδειχθέντα η προσβαλλόμενη απόφαση, η παραγραφή του ενδίκου δικαιώματος για τον καθορισμό της αποζημίωσης του απαλλοτριωθέντος ακινήτου του αναιρεσιβλήτου, όπως και το αναιρεσείον δέχθηκε, διακόπηκε στις 22.5.1981, με την υποβολή από τον αναιρεσίβλητο της αίτησης για τη διοικητική αναγνώρισή του ως δικαιούχου της αποζημίωσης, άρχισε δε εκ νέου μετά την πράξη αυτή, αλλά διακόπηκε και πάλι με την έκδοση από την αρμόδια για την εν λόγω αναγνώριση Νομαρχία Χαλκιδικής, σε απάντηση της προηγούμενης αίτησης του αναιρεσιβλήτου, του υπ' αριθ. ...
εγγράφου, με το οποίο όρισε ημέρα διενέργειας αυτοψίας του απαλλοτριωθέντος και με το υπ' αριθμ. ... έγγραφό της, προς την Οικονομική Εφορία Πολυγύρου ζήτησε τη σύγκληση της Επιτροπής προεκτίμησης, σύμφωνα με τις προαναφερθείσες διατάξεις του άρθρου 10 παρ. 2 περ. α' του ν.δ. 797/1971 και των άρθρων 261 και 269 του ΑΚ.
Από την πράξη δε αυτή και μέχρι την άσκηση της αίτησης για τον προσωρινό καθορισμό της αποζημίωσης, που έλαβε χώρα την 17.2.2003, και η οποία, όπως και το αναιρεσείον δέχεται, διέκοψε και πάλι την παραγραφή, δεν συμπληρώθηκε 20ετία κι επομένως το ένδικο δικαίωμα του αναιρεσιβλήτου για τον καθορισμό της οριστικής αποζημίωσης δεν έχει παραγραφεί.
Οι επικαλούμενες από το αναιρεσείον διατάξεις περί παραγραφής των αξιώσεως κατά του Ελληνικού Δημοσίου δεν εφαρμόζονται στην προκειμένη περίπτωση, εφόσον είναι αντίθετες με την, ως άνω, διάταξη του άρθρου 10 παρ. 2 του ν.δ. 797/1971, η οποία, ως ειδική, υπερισχύει αυτών, κατά τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη.
Συνακόλουθα το Εφετείο, με την παραδοχή της αντενστάσεως του αναιρεσιβλήτου περί διακοπής της παραγραφής και την απόρριψη της ένστασης του αναιρεσείοντος περί παραγραφής, έστω και με άλλη αιτιολογία, δεν παραβίασε τις αναφερόμενες στη μείζονα σκέψη ουσιαστικές διατάξεις ούτε και εκείνες των άρθρων 95 του ν.δ. 321/1969 και 93 του ν. 2361/1995, που επιπλέον επικαλείται το αναιρεσείον, και οι οποίες δεν ήταν εφαρμοστέες, και συνεπώς ο πρώτος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ., είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος.
ΙΙ. Επειδή στο άρθρο 17 παρ. 2 του Συντάγματος του 1979 ορίζεται ότι "Κανένας δεν στερείται την ιδιοκτησία του, παρά μόνο για δημόσια ωφέλεια, που έχει αποδειχθεί με τον προσήκοντα τρόπο, όταν και όπως ο νόμος ορίζει, και πάντοτε αφού προηγηθεί πλήρως αποζημίωση, που να ανταποκρίνεται στην αξία, την οποία είχε το απαλλοτριούμενο κατά το χρόνο της συζήτησης στο δικαστήριο για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης.
Αν ζητηθεί απευθείας ο οριστικός προσδιορισμός της αποζημίωσης, λαμβάνεται υπόψη η αξία κατά το χρόνο της σχετικής συζήτησης στο δικαστήριο". Με την αναθεώρηση των συνταγματικών διατάξεων, που έγινε με το από 6.4.2001 Ψήφισμα της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων, στην παραπάνω παράγραφο του άρθρου 17 προστέθηκε τρίτο εδάφιο, το οποίο ορίζει ότι "αν η συζήτηση για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης διεξαχθεί μετά την παρέλευση έτους από τη συζήτηση για τον προσωρινό προσδιορισμό, τότε για τον προσδιορισμό της αποζημίωσης λαμβάνεται υπόψη η αξία κατά το χρόνο της συζήτησης για τον οριστικό προσδιορισμό".
Η διάταξη αυτή μεταφέρθηκε και στο ν.2882/2001 Κώδικας Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων (ΚΑΑΑ) που ισχύει από 5.5.2001, με την προσθήκη δευτέρου εδαφίου στην πρώτη παράγραφο του άρθρου 13, η οποία έγινε με το άρθρο 1 παρ. 4 του ν. 2985/2002, που άρχισε να ισχύει από 1-1-2002 (αρθρ. 2 του ίδιου νόμου). Η πιο πάνω νέα διάταξη του Συντάγματος (άρθρο 17 παρ. 2 εδ.
γ'). σύμφωνα με τη διάταξη του κεφαλαίου Δ' του Ψηφίσματος, τέθηκε σε ισχύ από τη δημοσίευση αυτού στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, ήτοι από 18.4.2001, έχει δε εφαρμογή, ως συνταγματική και επί αναγκαστικών απαλλοτριώσεων, που κηρύχθηκαν πριν από την έναρξη της ισχύος του (βλ. ΑΠ 1552/2005, 1395/1999). Η διάταξη του άρθρου 117 παρ. 5 του Συντάγματος, που ορίζει ότι "οι αναγκαστικές απαλλοτριώσεις που κηρύχθηκαν ή που θα κηρυχθούν εωσότου οι κείμενοι νόμοι για τις αναγκαστικές απαλλοτριώσεις προσαρμοστούν στις διατάξεις του Συντάγματος διέπονται από τις διατάξεις που ισχύουν κατά το χρόνο που κηρύσσονται", έχει την έννοια, ότι μόνο όσα θέματα αναγκαστικών απαλλοτριώσεων άφησε το Σύνταγμα να ρυθμιστούν από τον κοινό νομοθέτη, μέχρι την έκδοση των σχετικών νόμων ρυθμίζονται από τις διατάξεις, που ισχύαν κατά το χρόνο κηρύξεως της αναγκαστικής απαλλοτριώσεως, και δεν αναφέρεται στα σχετικά με την αναγκαστική απαλλοτρίωση θέματα, τα οποία ρυθμίζονται αμέσως από το άρθρο 17 του Συντάγματος και ισχύουν από το χρόνο εφαρμογής του ίδιου του Συντάγματος (Ολ.
ΑΠ 1332/1985 και 18/1988). Επομένως, και το ζήτημα του κρίσιμου χρόνου, που λαμβάνεται υπόψη για την αξία του απαλλοτριουμένου ακινήτου, σε περίπτωση που η συζήτηση για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημιώσεως διεξάγεται μετά την παρέλευση έτους από τη συζήτηση για τον προσωρινό προσδιορισμό, το οποίο ρυθμίζεται αμέσως με την πιο πάνω, διάταξη του εδαφ.
γ' της παραγρ. 2 του άρθρου 17 του αναθεωρημένου Συντάγματος 2001, ισχύει από τότε που αυτή τέθηκε σε ισχύ, ήτοι από 18.4.2001 και όχι από, την κατά τα άνω, προσαρμογή του ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ) στη διάταξη αυτή, δηλαδή από 1.1.2002. Ενόψει των προεκτεθέντων, η μεταβατική διάταξη του άρθρου 29 παρ. 2 εδαφ. α' και β' του τελευταίου αυτού ν. 2882/2001, που ορίζει, ότι "Απαλλοτριώσεις, που κηρύχθηκαν από 1 Φεβρουαρίου 1971 και εφεξής διέπονται από τις διατάξεις του παρόντος από το σημείο στο οποίο βρίσκονται κατά την έναρξη ισχύος αυτού.
Εξαιρούνται, τα θέματα εκείνα για τα οποία κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος έχει κοινοποιηθεί εισαγωγικό δικόγραφο της σχετικής δίκης ενώπιον του αρμόδιου δικαστηρίου ή έχει εκδοθεί σχετική διοικητική πράξη, ως προς τα οποία εφαρμόζονται μόνο οι διαδικαστικές διατάξεις του παρόντος", δεν έχει εφαρμογή επί του πιο πάνω θέματος, που ρυθμίζεται από τη νέα διάταξη της παρ. 2 εδ.
γ' του άρθρου 17 του Συντάγματος 2001. Επομένως, κατ' ακολουθία των προεκτεθέντων, επί αναγκαστικής απαλλοτρίωσης, που κηρύχτηκε μετά την 1-2-1971, σε περίπτωση που η συζήτηση της αίτησης για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης ενώπιον του Εφετείου γίνεται μετά την ισχύ των αναθεωρημένων διατάξεων του άρθρου 17 παρ. 2 του Συντάγματος του 2001 και μετά την παρέλευση έτους από τη συζήτηση για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου, ως κρίσιμος χρόνος για τον καθορισμό της πραγματικής αξίας του ακινήτου λαμβάνεται ο χρόνος της συζήτησης για τον οριστικό προσδιορισμό, ακόμη και αν η αίτηση έχει ασκηθεί πριν από την έναρξη ισχύος του άρθρου 17 παρ. 2 εδ.
γ' του Συντάγματος του 2001 (ΑΠ 1114/2009, ΑΠ 402/007). Η λύση αυτή επιβάλλεται και από τη διάταξη του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, που κυρώθηκε (μαζί με τη Σύμβαση) με το ν.δ. 57/1974 και έχει αυξημένη έναντι των κοινών νόμων ισχύ (αρθρ. 28 παρ. 1 του Συντάγματος), η οποία ορίζει ότι "Παν φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του.
Ουδείς δύναται να στερηθεί της ιδιοκτησίας αυτού ειμή δια λόγους δημοσίας ωφέλειας και υπό τους προβλεπόμενους υπό του νόμου και των γενικών αρχών της διεθνούς δικαίου όρους...." Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής επί προσβολής του δικαιώματος σεβασμού της ιδιοκτησίας πρέπει να τηρείται δίκαιη ισορροπία μεταξύ των απαιτήσεων του γενικού συμφέροντος της κοινωνίας και της επιταγής για προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων των ιδιωτών.
Και αυτή η ισορροπία τηρείται με τη λήψη υπόψη ως σκοπητέου χρόνου για την αξία του απαλλοτριουμένου του χρόνου της συζητήσεως για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημιώσεως, εφόσον αυτή γίνεται μετά την παρέλευση ικανού χρόνου από τη συζήτηση για τον προσωρινό προσδιορισμό. Άλλωστε, η νέα ρύθμιση του εδ.
γ' της παρ. 2 του άρθρου 17 του Συντάγματος/2001 έχει εισαχθεί προκειμένου να εναρμονιστεί το εσωτερικό δίκαιο προς τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ) αναφορικώς με την έννοια της προστασίας του δικαιώματος της ιδιοκτησίας. Έτσι "ως προβλεπόμενοι υπό του νόμου όροι", υπό τους οποίους, κατά την άνω διάταξη του Πρόσθετου Πρωτοκόλλου, επιτρέπεται η στέρηση της περιουσίας του προσώπου, νοούνται προφανώς οι όροι, που θεσπίζει η πιο πάνω αναθεωρημένη διάταξη της παρ. 2 εδ.
γ' του άρθρου 17 του Συντάγματος/2001, σύμφωνα με την οποία, αν η δίκη για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημιώσεως του απαλλοτριουμένου ακινήτου διεξάγεται μετά την παρέλευση έτους από τον προσωρινό προσδιορισμό, λαμβάνεται υπόψη η αξία του απαλλοτριουμένου κατά το χρόνο της συζητήσεως για τον οριστικό προσδιορισμό (ΑΠ 1114/2009, ΑΠ 402/2007, ΑΠ 1552/2005).
Επομένως, ο δεύτερος και τελευταίος από το αρθ. 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, με τον οποίον αποδίδεται η πλημμέλεια, ότι το δικάσαν Εφετείο, με το να λάβει υπόψη του ως κρίσιμο χρόνο υπολογισμού της αξίας του απαλλοτριωθέντος ακινήτου την ημερομηνία της ενώπιον αυτού συζήτησης της αίτησης, γιά καθορισμό οριστικής αποζημίωσης και όχι εκείνη ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου, υπέπεσε στην πλημμέλεια της παραβίασης του αρθ. 17 παρ. 2 του Συντάγματος του 1975, το οποίο, κατά την άποψη του αναιρεσείοντος, ήταν εφαρμοστέο στην προκειμένη περίπτωση, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα στην προηγηθείσα νομική σκέψη.
Και τούτο διότι, με το να κρίνει ως ανωτέρω το δικάσαν Εφετείο ορθώς εφήρμοσε τις διατάξεις του Συντάγματος του 2001 (άρθ. 17 παρ. 2) και του Ν. 2882/2001 (αρθ. 13 παρ. 1 εδ. β), οι οποίες είναι εφαρμοστέες στην προκειμένη περίπτωση, αφού η συζήτηση της αίτησης ενώπιόν του (Εφετείου) έγινε την 6-2-2006, δηλαδή μετά την παρέλευση έτους από την γενομένη, την 10-12-2003, συζήτηση ενώπιον του Πρωτοδικείου και η σχετική αίτηση ασκήθηκε την 5-2-2003, ήτοι μετά την 1-1-2002.
Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της και να καταδικασθεί το ηττηθέν αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσιβλήτου (αρθ. 176 & 183 Κ.Πολ.Δ.), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 14-2-2007 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2639/2006 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Φεβρουαρίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 26 Μαρτίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ