Legislator Case Law & Legislation
562/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against administrative transfer where employees claim salary reduction violates constitutional rights.

Case Number 562/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by three individuals against the Thessaloniki Regional Municipality regarding their administrative transfer. The plaintiffs argued that the transfer, which resulted in a reduction of their salary to only the basic wage, violated their constitutional rights to economic and professional freedom. The court rejected these claims, ruling that the transfer was a mandatory exercise of a statutory privilege designed to ensure continuous employment during a bank restructuring, rather than a voluntary choice subject to constitutional scrutiny.

Legislator headnote

AI generated

Articles 4(1), 5, 22(1) of the Constitution; Article 1 of the First Additional Protocol to the ECHR; The transfer of employees from a restructured bank to the regional municipality, resulting in a salary adjustment to the basic wage, does not violate constitutional rights as it constitutes a mandatory privilege ensuring continuous employment rather than a voluntary choice.

Keywords

AI generated
administrative transfer constitutional rights salary reduction bank restructuring mandatory privilege economic freedom professional freedom

Cited Legislation

AI generated
Article 4(1) of the Constitution
Article 5 of the Constitution
Article 22(1) of the Constitution
Article 1 of the First Additional Protocol to the ECHR
Article 576(2) of the Code of Civil and Administrative Procedure
Article 575 of the Code of Civil and Administrative Procedure
Article 226(4)(b) and (c) of the Code of Civil and Administrative Procedure
Article 22 of the Constitution
Article 5(2) of Law 2359/1995
Paragraphs 3 and 5 of Law 2515/1997
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 562 / 2009 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 562/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Θεμέλη, Ειρήνη Αθανασίου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη και Παναγιώτη Κομνηνάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) ..., 2) ... και 3) ..., κατοίκων όλων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Βαρίτη, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση (Ν.Α.) Θεσσαλονίκης", που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-7-2003 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5286/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 1040/2006 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 12-3-2007 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσείοντες όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ειρήνη Αθανασίου διάβασε την από 26-3-2008 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Επειδή, κατά το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ'αυτή με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο 'Αρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την από τους αναιρεσείοντες νόμιμα προσκομιζόμενη υπ' αριθ. ... της ... έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης ..., ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως με τις κάτω από αυτήν πράξεις καταθέσεως και ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση κατά τη δικάσιμο της 15.4.2008 νόμιμα και εμπρόθεσμα επιδόθηκε, με την επιμέλεια των αναιρεσειόντων, οι οποίοι επισπεύδουν τη συζήτηση, στο αναιρεσίβλητο (Ν.Π.Δ.Δ.

με την επωνυμία "Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση (Ν.Α.) Θεσσαλονίκης"). Κατά τη δικάσιμο εκείνη η συζήτηση της υποθέσεως αναβλήθηκε από το πινάκιο για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο. Επομένως, εφόσον το αναιρεσίβλητο δεν εμφανίστηκε κατά την εκφώνηση της προκειμένης υποθέσεως από τη σειρά του οικείου πινακίου στην τελευταία νόμιμη μετά από αναβολή δικάσιμο (της 27.1.2009), πρέπει, σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό της με τις διατάξεις των άρθρων 575 και 226 παρ. 4 εδ.

β' και γ' του ίδιου Κώδικα, να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία αυτού. 2. Επειδή, κατά το άρθρο 2 ΑΚ, ο νόμος ορίζει για το μέλλον, δεν έχει αναδρομική δύναμη και διατηρεί την ισχύ του, εφόσον άλλος κανόνας δικαίου δεν τον καταργήσει ρητά ή σιωπηρά. Η διάταξη αυτή αναφέρεται στη γνήσια αναδρομή, η οποία συντρέχει όταν ο νόμος ρυθμίζει έννομες συνέπειες ή συνέπειες, που γεννήθηκαν ή επήλθαν πριν από την έναρξη της εφαρμογής του και δεν αφορά τη μη γνήσια αναδρομή, η οποία υπάρχει όταν ο νέος νόμος ρυθμίζει (τροποποιεί ή καταργεί) έννομες συνέπειες, που γεννήθηκαν μετά την έναρξη της εφαρμογής του, αλλά πηγάζουν από έννομες σχέσεις ή καταστάσεις προϋφιστάμενες του νόμου, οπότε δεν πρόκειται πράγματι για αναδρομή.

Εξάλλου, η διάταξη του άρθρου 77 παρ. 2 του Συντάγματος, η οποία ορίζει ότι "νόμος που δεν είναι πράγματι ερμηνευτικός ισχύει μόνο από τη δημοσίευσή του", αποκλείει την αναδρομικότητα του ψευδοερμηνευτικού νόμου, όχι όμως και τον αναδρομικό νόμο, εφόσον με αυτόν δεν θίγονται συνταγματικώς κατοχυρωμένα δικαιώματα.

Ειδικότερα, από την αρχή της διακρίσεως των εξουσιών, που καθιερώνεται με τα άρθρα 1, 26, 73 επ., 81 επ., 87επ. του Συντάγματος, δεν δεσμεύεται η νομοθετική εξουσία να ρυθμίζει και αναδρομικά με νέους κανόνες δικαίου, κατά τρόπο διαφορετικό, έννομες σχέσεις ή δικαιώματα, που έχουν κτηθεί με βάση προγενέστερους νόμους ή και να τα καταργεί και περαιτέρω να προσδίδει σε προϋπάρχοντα περιστατικά έννομες συνέπειες, τις οποίες αυτά δεν είχαν κατά το προγενέστερο δίκαιο, υπό τον όρο πάντοτε ότι η νέα ρύθμιση δεν καταλύει συντελεσμένες πράξεις της δικαστικής εξουσίας ούτε προσβάλλει συνταγματικώς προστατευόμενα δικαιώματα και ακόμη έχει χαρακτήρα γενικό και δεν αντίκειται στην αρχή της ισότητας του άρθρου 4 παρ. 1 ή στην αρχή της ίσης αμοιβής για παρεχόμενη εργασίας ίσης αξίας του άρθρου 22 παρ.1 του Συντάγματος.

Από τις αρχές αυτές δεσμεύεται και ο κοινός νομοθέτης, όταν πρόκειται να ρυθμίσει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις και κατηγορίες προσώπων να μην τα μεταχειρίζεται κατά τρόπο ανόμοιο, εισάγοντας αδικαιολόγητες εξαιρέσεις και διακρίσεις. Επομένως δεν είναι επιτρεπτή νέα ρύθμιση, εφόσον αυτή συνεπάγεται κατάργηση σχέσεων η απόσβεση δικαιωμάτων, τα οποία έχουν απονεμηθεί με προγενέστερο νόμο σε κατηγορία προσώπων, ως προς ορισμένα μόνον άτομα ή ως προς περιορισμένο αριθμό προσώπων της κατηγορίας αυτής, εκτός αν η ιδιαίτερη αυτή ρύθμιση υπαγορεύεται από ειδικές περιστάσεις, που τη δικαιολογούν η αυτή επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού η δημόσιου συμφέροντος, διότι διαφορετικά δημιουργείται ανισότητα στη νομοθετική μεταχείριση προσώπων της ίδιας κατηγορίας.

Η συνδρομή δε των ειδικών περιστάσεων ή του κοινωνικού ή δημόσιου συμφέροντος υπόκειται στον έλεγχο των δικαστηρίων (Ολ.ΑΠ 3,5/1998 κ.ά.). Με το άρθρο 5 παρ.2 του ν.2359/1995: ("εξυγίανση της Ελληνικής Τράπεζας Βιομηχανικής Αναπτύξεως Α.Ε., Ε.Τ.Β.Α. Α.Ε., και άλλες διατάξεις") ορίστηκε ότι "για την επίτευξη της κατά τα άρθρα 1 και 2 του παρόντος εξυγίανσης της Ε.Τ.Β.Α.

Α.Ε. περιορίζεται, εντός προθεσμίας δύο (2) μηνών από τη δημοσίευση του παρόντος, ο αριθμός των απασχολουμένων με σχέση εργασίας οποιασδήποτε μορφής και συμβατικού χαρακτηρισμού πλην των μονίμων, σε τριάντα πέντε (35) άτομα. Οι υπόλοιποι μετατάσσονται εντός προθεσμίας έξι (6) μηνών στις υπηρεσίες της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης του τόπου όπου παρείχαν τις υπηρεσίες τους, όπως ειδικότερα θα καθοριστεί με απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και Βιομηχανίας, Ενέργειας και Τεχνολογίας, που θα εκδοθεί εντός σαράντα πέντε (45) ήμερων από τη δημοσίευση του παρόντος...".

Με την υπ' αριθ. ΑΠ 23015/21-5-1996 κοινή απόφαση των Υφυπουργών Εσωτερικών Δημοσίας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και Ανάπτυξης (Φ. Ε. Κ. 83/τ. Ν.Π.Δ.Δ/21-5-1996) μετατάχθηκαν στις Νομαρχιακές Αυτοδιοικήσεις, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 5 του ν.2359/1995, οι στην εν λόγω απόφαση αναφερόμενοι υπάλληλοι της Ε.Τ.Β.Α., στους οποίους δεν συμπεριλαμβάνονταν οι αναιρεσείοντες, και ορίστηκε ότι οι αποδοχές των υπαλλήλων αυτών θα καθοριστούν με βάση τα μισθολογικά κλιμάκια της οικείας κατηγορίας, ανάλογα με το συνολικό χρόνο προϋπηρεσίας καθενός (παρ.2), καθώς και ότι τυχόν επιπλέον ήδη λαμβανόμενες αποδοχές διατηρούνται ως προσωπική διαφορά, η οποία μειώνεται από τη χορήγηση επόμενου μισθολογικού κλιμακίου η επιδόματος χρόνου υπηρεσίας, μέχρι την εξαφάνιση της, ενώ ο συνολικός χρόνος υπηρεσίας, που έχει ήδη διανυθεί, θεωρείται ως πραγματική υπηρεσία για θέματα υπηρεσιακής κατάστασής τους (παρ. 3), παρά το ότι, όπως προκύπτει από την ως άνω διάταξη του άρθρου 5 παρ.2 του ν. 2359/1995, δεν είχε δοθεί ειδική εξουσιοδότηση για τη ρύθμιση σε επίπεδο νόμου και μισθολογικών θεμάτων των μετατασσόμενων υπαλλήλων με την έκδοση της προβλεπόμενης κοινής υπουργικής απόφασης, αφού η σχετική νομοθετική εξουσιοδότηση αφορούσε μόνο τον τρόπο κατά τον οποίο θα γινόταν η εν λόγω μετάταξη, Ακολούθως με την υπ'αριθ.48216/20-8-1996 κοινή απόφαση, των ίδιων Υφυπουργών (Φ.Ε.Κ. 142/τ.

Ν.Π.Δ.Δ/22-8-1996) ανακλήθηκε κατά ένα μέρος της η πρώτη κοινή υπουργική απόφαση και, ύστερα από τροποποίησή της, μετατάχθηκαν σε προσωποπαγείς θέσεις ιδιωτικού δικαίου αόριστου χρόνου, που συνεστήθηκαν με την ίδια απόφαση, στις αναφερόμενε αντίστοιχες Νομαρχιακές Αυτοδιοικήσεις οι επίσης αναφερόμενοι υπάλληλοι της Ε.Τ.Β.Α., στους οποίους πάλι δεν συμπεριλαμβάνονταν οι αναιρεσείοντες, και ορίστηκε ότι τυχόν επιπλέον ήδη λαμβανόμενες από τους εν λόγω υπαλλήλους αποδοχές διατηρούνται ως προσωπική διαφορά, μέχρι την εξαφάνισή της, ότι ο συνολικός χρόνος υπηρεσίας, που έχει διανυθεί, θεωρείται ως πραγματική υπηρεσία για θέματα υπηρεσιακής κατάστασης τους, παρά το ότι, όπως προαναφέρθηκε, για τη ρύθμιση σε επίπεδο νόμου των εν λόγω μισθολογικών θεμάτων των μετατασσομένων υπαλλήλων δεν είχε δοθεί σχετική νομοθετική εξουσιοδότηση, καθώς και ότι ως χρονολογία μετάταξης ορίζεται η 15η Μαΐου 1996.

Τέλος, με δημοσίευση στο Φ.Ε.Κ. 153/τ Ν.Π.Δ.Δ./1.10.1996 διορθώθηκε η τελευταία κοινή υπουργική απόφαση με την προσθήκη σ'αυτήν και στην καθοριζομένη θέση και των επιπλέον αναφερόμενων υπαλλήλων, οι οποίοι από παραδρομή δεν συμπεριλήφθηκαν στην εν λόγω κοινή υπουργική απόφαση, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και οι αναιρεσείοντες.

Στη συνεχεία εκδόθηκε ο ν.2515/1997, ο οποίος όρισε: α) Στην παρ.1 του άρθρου του 20 ότι η περίπτωση δ' της παρ. 1 του άρθρου 9 του ν.2266/1994, που επιτρέπει μετάταξη από νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου των περιπτώσεων δ', ε' και στ' της παρ. 1 του άρθρου 14 του ν.2190/1994 σε υπουργεία ή Ν.Π.Δ.Δ. ή Ο.Τ.Α. καταργείται, β) Στην παρ.3 του ίδιου άρθρου του ότι οι μεταταγέντες ή μετατασσόμενοι με βάση την καταργούμενη με την παρ.1 διάταξη, καθώς και με βάση τις διατάξεις του άρθρου 20 του ν.2414/1996, του ν.2436/1996 και του άρθρου 13 του ν.2367/1995, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 18 του ν.2446/1996, κατατάσσονται σε μισθολογικά κλιμάκια της οικείας κατηγορίας, ανάλογα με τα τυπικά τους προσόντα και το συνολικό χρόνο υπηρεσίας στο οικείο νομικό πρόσωπο.

Τυχόν επιπλέον τακτικές αποδοχές διατηρούνται ως προσωπική διαφορά, η οποία μειώνεται με οποιαδήποτε αύξηση των αποδοχών ή απολαβών από οποιαδήποτε αιτία και αν προέρχεται μέχρι πλήρους εξισώσεώς τους με τις αποδοχές και απολαβές της νέας θέσης. Ως τακτικές αποδοχές για την εφαρμογή της διάταξης αυτής θεωρούνται ο βασικός μισθός το χρονοεπίδομα (τριετίες, πολυετίες) και η Α.Τ.Α., γ) Στην παρ.5 του ίδιου άρθρου του ότι οι διατάξεις της παρ.3 ισχύουν και για όλους τους υπαλλήλους που μεταφέρονται ή μετατάσσονται, ως και αυτούς που έχουν μεταφερθεί ή μεταταγεί στο Δημόσιο, Ν.Π.Δ.Δ.

και Ο.Τ.Α. και μισθοδοτούνται με τις αποδοχές της θέσης από την οποία προέρχονται. Από τη διατύπωση των αμέσως πιο πάνω διατάξεων και ιδίως των διατάξεων των παρ. 3 και 5 του άρθρου 20 του ν.2515/1997 σαφώς προκύπτει ότι στις εν λόγω διατάξεις των παρ.3 και 5 του άρθρου 20 του τελευταίου νόμου προσδόθηκε αναδρομική δύναμη, αφού στην καθιερούμενη με αυτές ρύθμιση περιλήφθηκαν και οι ήδη μεταταγέντες στο Δημόσιο, Ν.Π.Δ.Δ.

και 0.Τ.Α. (στους οποίους περιλαμβάνεται, ως εκ της φύσεως του, και το αναιρεσίβλητο ν.π.δ.δ. με την επωνυμία "Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Θεσσαλονίκης") και μισθοδοτούμενοι με τις αποδοχές της θέσεως από την οποία προέρχονται. Εξάλλου, με την παρ.1 του άρθρου 4 του ως άνω ν.2359/1995 (με το άρθρο αυτό ρυθμίζονται εργασιακές σχέσεις), ορίστηκε, εκτός άλλων, και ότι "υπάλληλοι που δεν εντάσσονται στις προβλεπόμενες θέσεις (της Ε.Τ.Β.Α.

Α.Ε.)...., με αίτηση τους, προσλαμβάνονται κατά προτεραιότητα στις τράπεζες... ή μετατάσσονται σε άλλους οργανισμούς ή νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου του ευρύτερου δημόσιου τομέα....Υπάλληλοι, που δεν εντάσσονται στις προβλεπόμενες θέσεις και δεν υποβάλλουν αίτηση απορρόφησης ή μετάταξης, απολύονται αποζημιούμενοι σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις....".

Από τις τελευταίες διατάξεις σαφώς συνάγεται ότι η με βάση αυτές και εκείνες του άρθρου 5 παρ. 2 του ίδιου ν. 2359/1995 μετάταξη των υπαλλήλων της Ε.Τ.Β.Α. Α.Ε. δεν είναι υποχρεωτική γι' αυτούς, οι οποίοι, αν δεν ενταχθούν στις προβλεπόμενες θέσεις και δεν υποβάλουν αίτηση απορρόφησης ή μετάταξης, απολύονται, αποζημιούμενοι σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις, ενώ μετατασσόμενοι είχαν την απλή (μη δυνάμενη όμως να δικαιωθεί δικαστικώς, κατά το νόμο), προσδοκία διατηρήσεως της πριν από τη μετάταξή τους μισθολογικής τους κατάστασης κ.λ.π., με βάση τη σχετική υπουργική απόφαση που θα εκδιδόταν προς ρύθμιση της μετατάξεως τους αυτής.

Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τις ως άνω διατάξεις των παρ.3 και 5 του άρθρου 20 του μεταγενεστέρου ν.2515/1997, με αυτές τροποποιήθηκαν οι προαναφερόμενες ρυθμίσεις των κατ' εξουσιοδότηση του ως άνω ν.2359/1995 εκδοθεισών παραπάνω υπουργικών αποφάσεων ως προς την έννοια των "τακτικών αποδοχών" αναφορικά με την εφαρμογή των εν λόγω διατάξεων του άρθρου 20 του ν.2515/1997, με τον περιορισμό τους στο βασικό μισθό, στο χρονοεπίδομα (τριετίες, πολυετίες) και στην Α.Τ.Α.

Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως από την προσβαλλόμενη απόφασή του πρόκυπτει, κρίνοντας επί της ουσίας της υποθέσεως, ύστερα από εκτίμηση των αποδείξεων, δέχτηκε τα ακόλουθα: Οι αναιρεσείοντες, πρώην υπάλληλοι με συμβάσεις ιδιωτικού δικαίου της Ε.Τ.Β.Α. Α.Ε. δυνάμει του ν.2359/1995 μετατάχθηκαν στο αναιρεσίβλητο (Ν.Π.Δ.Δ.

με την επωνυμία "Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Θεσσαλονίκης") και με βάση τις ως άνω κατ' εξουσιοδότηση του νόμου τούτου εκδοθείσες κοινές υπουργικές αποφάσεις μέχρι το μήνα Σεπτέμβριο του έτους 1997 λάμβαναν τις αποδοχές που λάμβαναν κατά το χρόνο της μετατάξεώς τους. Μετά την 1-10-1997 το αναιρεσίβλητο, κατ' εφαρμογή του άρθρου 20 του ν. 2515/1997, προέβη σε περικοπή των αποδοχών αυτών των αναιρεσειόντων, περιοριζόμενο στην καταβολή του βασικού μισθού, του χρονοεπιδόματος κα της Α.Τ.Α., περικόπτοντας και μη καταβάλλοντος τις αποδοχές αυτές κατά το υπόλοιπο μέρος τους.

Ακολούθως δε δέχτηκε ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο (Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης) με το να δεχτεί με την εκκληθείσα υπ'αριθ.5286/2005 οριστική απόφασή του ότι οι αναιρεσείοντες δικαιούνταν τις με την ένδικη από 23-7-2003 αγωγή τους ζητούμενες διαφορές αποδοχών, με βάση τις όλες αποδοχές που λάμβαναν κατά το χρόνο της μετατάξεώς τους στο αναιρεσίβλητο κατά τις ως άνω κατ' εξουσιόδοτηση του ν.2359/1995 εκδοθείσες κοινές υπουργικές αποφάσεις, έσφαλε.

Στη συνέχεια, αφού δέχτηκε ως βάσιμο το σχετικό λόγο της εφέσεως του αναιρεσιβλήτου κατά της προαναφερόμενης πρωτόδικης αποφάσεως δέχτηκε κατ'ουσίαν και την ίδια την έφεση αυτήν και εξαφάνισε την εν λόγω εκκληθείσα πρωτόδικη απόφαση, ύστερα δε από διακράτηση της υποθέσεως απέρριψε την παραπάνω ένδικη αγωγή.

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο δεν παραβίασε ούτε τις ως άνω αναφερόμενες διατάξεις, αλλ' ούτε και το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου στην Ε.Σ.Δ.Α., που αφορά την προστασία της ιδιοκτησίας. Και αυτό γιατί η μετάταξη των αναιρεσιβλήτων, από την Ε.Τ.Β.Α. Α.Ε., στο ήδη αναιρεσίβλητο νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου ("Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Θεσσαλονίκης") έγινε κατά παρέκκλιση των ισχυουσών διατάξεων στα πλαίσια της προβλεπόμενης από το άρθρο 22 παρ.1 του Συντάγματος προστασίας της εργασίας, με σκοπό, ύστερα από την επιχειρούμενη εξυγίανση της ως άνω προηγούμενης εργοδότιδας τους Τράπεζας με βάση το ν.2359/1995, τη διασφάλιση του δικαιώματος αυτών στην εργασία και η μεταβολή που επέφεραν οι παραπάνω διατάξεις του ν.2515/1997 στην έννοια "των τακτικών αποδοχών" αναφορικά με την εφαρμογή των διατάξεων αυτών, με τον περιορισμό τους αποκλειστικά και μόνο στο βασικό μισθό στο χρονοεπίδομα (τριετίες, πολυετίες) και στην Α.Τ.Α., αφενός ήταν γενική για όλους τους μεταταγέντες και μετατασσομένους και αφετέρου εξασφάλιζε σ' αυτούς τις τυχόν ανώτερες αποδοχές που λάμβαναν στην προηγούμενη εργοδότιδά τους Τράπεζα στο μέτρο κατά το οποίο αυτές προέκυπταν με βάση τον υπολογισμό αυτών κατά τον αμέσως πιο πάνω αναφερόμενο τρόπο, χωρίς έτσι να παραβιάζονται η οικονομική και η επαγγελματική τους ελευθερίας.

Και τούτο διότι η υποβολή από αυτούς της προβλεπόμενης στο νόμο για την πραγματοποίηση της μετατάξεώς τους αιτήσεως δεν αποτελούσε επιλογή που αποφάσισαν σταθμίζοντας τις προϋποθέσεις με τις οποίες θα γινόταν η μετάταξή τους, αλλά χρήση της θεσπιζόμενης ειδικώς για τους εργαζομένους στην προαναφερόμενη υπό εξυγίανση Τράπεζα προνομιακής μετατάξεως, που θα διασφάλιζε τη συνεχή απασχόληση τους και ως εκ τούτου ήταν απόλυτα δικαιολογημένη, πολλώ μάλλον εφόσον αυτοί (αναιρεσείοντες), μετατασσόμενοι, είχαν την απλή (μη δυνάμενη όμως να δικαιωθεί δικαστικώς, κατά το νόμο) προσδοκία διατηρήσεως της πριν από τη μετάταξή τους μισθολογικής τους κατάστασηςκ.λ.π.

Πέραν του ότι, όπως προαναφέρθηκε, η με το άρθρο 5 παρ.2 του ν.2359/1995 δοθείσα εξουσιοδότηση δεν αφορούσε και τη ρύθμιση σε επίπεδο νόμου με την προβλεπόμενη κοινή υπουργική απόφαση και μισθολογικών θεμάτων των μετατασσόμενων υπαλλήλων. Οι διατάξεις, επομένως, των παρ.3 και 5 του ν.2515/1997 και κατά το μέρος που αναφέρονται στους ήδη μεταταγέντες μισθωτούς και αφορούν και τον καθορισμό της ως άνω έννοιας των "τακτικών αποδοχών", που αναφέρεται στην πρώτη από τις διατάξεις αυτές, δεν αντίκεινται στις διατάξεις των άρθρων 4 παρ.1, 5 και 22 παρ.1 του Συντάγματος ή σε οποιαδήποτε άλλη συνταγματική διάταξη, αλλ' ούτε (αντίκειται) και στις διατάξεις του ως άνω άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου στην Ε.Σ.Δ.Α.

Επομένως ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, όπως εκτιμάται, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος στο σύνολο του.

Κατ' ακολουθίαν όλων των παραπάνω η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί. Ζήτημα επι-δικάσεως ή μη δικαστικής δαπάνης υπέρ του αναιρεσιβλήτου δεν τίθεται, εφόσον δεν υποβλήθηκε από αυτό, το οποίο δεν παραστάθηκε, σχετικό αίτημα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 12 Μαρτίου 2007 αίτηση των α) ..., β) ... και γ) ..., για αναίρεση της υπ' αριθ. 1040/2006 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Φεβρουαρίου 2009.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 10 Μαρτίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ