Legislator Case Law & Legislation
562/2008 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for inadmissibility due to failure to specify substantive factual assumptions in the appeal brief.

Case Number 562/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against the Court of First Instance of Rethymno regarding a property dispute. The appellants argued the lower court erred in finding they were inactive in exercising their claim between September 1995 and August 1996, citing a private agreement and the high cost of demolition. The court rejected the appeal because the appeal brief failed to fully specify the substantive factual assumptions underlying the lower court's findings on the appellants' inactivity, rendering the appeal inadmissible under the Code of Civil Procedure.

Legislator headnote

AI generated

Articles 118(4), 566(1), 577(3) and 559(1), 559(19) of the Code of Civil Procedure; An appeal brief must fully specify the substantive factual assumptions upon which the lower court's judgment relied for the appeal to be admissible, otherwise it is rejected as inadmissible.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal substantive factual assumptions Code of Civil Procedure property dispute statute of limitations appeal brief requirements lower court findings

Cited Legislation

AI generated
Articles 118(4), 566(1), 577(3) of the Code of Civil Procedure
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 561(1) of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 562 / 2008 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 562/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Φώσκολο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Φεβρουαρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. ......, 2. ......, ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο και 3...... . Στο σημείο αυτό ο πληρεξούσιος δικηγόρος των ανωτέρω Ηλίας Μανδρακούκας δήλωσε ότι ο 2ος αναιρεσείων απεβίωσε την 4-3-2006 και κληρονομήθηκε από τα τέκνα του: α) ..... και β) ........, οι οποίοι συνεχίζουν την βιαίως διακοπείσα δίκη και εκπροσωπούνται από αυτόν.

Του αναιρεσίβλητου : εδρεύοντος στο ....... σωματείου με την επωνυμία "........", νομίμως εκπροσωπουμένου, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Εμμανουήλ Δημητρέλια.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-8-1996 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ρεθύμνου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3/1998 του ίδιου Δικαστηρίου και 15/1999 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 22-2-2001 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Μίμης Γραμματικούδης ανέγνωσε την από 20-12-2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ.4, 566 παρ.1 και 577 παρ.3 ΚΠολΔ, για την πληρότητα του λόγου αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας παραβίαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ), πρέπει να καθορίζονται, πλην των άλλων, το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου.

Επίσης, εφόσον το δικαστήριο εξέτασε την ουσία της υπόθεσης, τόσο για το ορισμένο του λόγου αυτού της αναίρεσης, όσο και εκείνου με τον οποίο αποδίδεται έλλειψη νόμιμης βάσης (άρθρο 559 αριθ.19ΚΠολΔ), πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο, εκτός των άλλων, με πληρότητα και σαφήνεια οι ουσιαστικές παραδοχές με τις οποίες εκείνο υπέπεσε, κατά τον αναιρεσείοντα, στις πλημμέλειες που συγκροτούν τους λόγους αυτούς αναίρεσης, διότι διαφορετικά είναι απολύτως ανέφικτος ο ζητούμενος αναιρετικός έλεγχος.

Η από την παράλειψη αυτή αοριστία του δικογράφου της αναίρεσης, η οποία επάγεται την απόρριψη αυτής ως απαράδεκτης (άρθρο 577 παρ. 1, 2 ΚΠολΔ) δεν μπορεί, όπως άλλωστε και κάθε αοριστία οιουδήποτε εισαγωγικού δικογράφου δίκης, να αναπληρωθεί από στοιχεία που βρίσκονται εκτός του αναιρετηρίου, ούτε ειδικότερα από την υπάρχουσα στη δικογραφία απόφαση που προσβάλλεται με την αναίρεση, διότι, εκτός των άλλων, ο Άρειος Πάγος δεν μπορεί να γνωρίζει ποίες από τις παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας είναι αυτές που, κατά τον αναιρεσείοντα, συνιστούν το αναιρετικό σφάλμα και έτσι μπορεί να επιλεγούν τέτοιες που να μην το συνιστούν και να απορριφθεί για τον λόγο αυτό η αναίρεση, ενώ αν επιλέγονταν άλλες που είχε επισημάνει ο αναιρεσείων χωρίς όμως να τις αναφέρει στο αναιρετήριο, ενδεχομένως να ήταν διαφορετικό το αποτέλεσμα.

Η θέση αυτή είναι απολύτως σύμφωνη και με το άρθρο 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ, διότι διασφαλίζει την από αυτό αξιούμενη δίκαιη δίκη, αφού συμβάλλει στην αποτελεσματικότητα του και συνταγματικά κατοχυρωμένου δικαιώματος πρόσβασης καθενός στα δικαστήρια, το οποίο μπορεί να ικανοποιηθεί μόνο με την άσκηση ορισμένης, σύμφωνα με το νόμο, προσφυγής οιασδήποτε μορφής, η οποία θα επιτρέπει, ως εκ του ορισμένου περιεχομένου της, την από το δικαστήριο παροχή της αιτούμενης έννομης προστασίας και γιαυτό τα απαιτούμενα από το νόμο για το ορισμένο της εν γένει προσφυγής στα δικαστήρια, μορφή της οποίας είναι και το ένδικο μέσο της αναίρεσης, δεν δυσχεραίνουν αλλά μάλλον διευκολύνουν την πρόσβαση στα δικαστήρια για παροχή έννομης προστασίας, αφού με αυτά.

συγκεκριμενοποιείται το είδος αυτής. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, πρώτο μέρος, από το άρθρο 559 αριθ.1ΚΠολΔ πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, διότι το Εφετείο, κατά παράβαση της διάταξης του άρθρου 281ΑΚ έκανε δεκτή την ένσταση του εκκαλούντος και ήδη αναιρεσιβλήτου περί καταχρηστικής άσκησης της αγωγικής αξίωσης των αναιρεσειόντων, και απέρριψε την διεκδικητική ακινήτου αγωγή τους, χωρίς επαρκή αιτιολογία για τη συνδρομή των αναγκαίων προς τούτο προϋποθέσεων και κατά παράβαση, εκ των προϋποθέσεων αυτών, εκείνης που αξιώνει επί μακρύ χρόνο αδράνεια του δικαιούχου της αξίωσης.

Ο λόγος αυτός είναι αόριστος και πρέπει να απορριφθεί, καθόσον, δεν καθορίζεται η νομική πλημμέλεια του δικαστηρίου, δηλαδή σε τι συνίσταται ακριβώς το σφάλμα που αποδίδεται στο Εφετείο, το οποίο έκανε δεκτή την ένσταση καταχρηστικής άσκησης της ένδικης αξίωσης, ούτε και αναφέρονται οι κρίσιμες παραδοχές του Εφετείου, υπό τις οποίες συντελέσθηκε η προβαλλόμενη παραβίαση του άρθρου 281ΑΚ, αλλά αποσπασματική μόνο αναφορά γίνεται σ' αυτές, ότι δηλαδή " ανεξαρτήτως ότι η αδράνεια των δικαιούχων εναγόντων προς άσκηση του με την αγωγή αξιούμενου δικαιώματός τους ανέρχεται σε μικρό χρονικό διάστημα......το Δικαστήριο οδηγείται στην κρίση ότι η άσκησή του είναι πράγματι καταχρηστική και υπερβαίνει προφανώς τα υπό το διαληφθέν άρθρ.281ΑΚ διαγραφόμενα ως άνω όρια..", η οποία όμως δεν καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο της πληττόμενης απόφασης.

Ο ίδιος λόγος, δεύτερο μέρος, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες προσδιορίζουν το χρονικό διάστημα κατά το οποίο δεν άσκησαν την ένδικη αγωγή τους από 4-9-1995 έως 5-9-1996, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι υπό την επίκληση της ανωτέρω διάταξης του άρθρου 559 αριθ.1 ΚΠολΔ πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση πραγματικών γεγονότων του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τον πραγματικό χρόνο αδράνειας άσκησης της αγωγικής αξίωσης από τους αναιρεσείοντες (άρθρ.561 παρ.1 ΚΠολΔ) Επειδή, με το δεύτερο λόγο, πρώτο μέρος, από το άρθρο 559 αριθ.19ΚΠολΔ, ψέγεται η προσβαλλόμενη απόφαση για ανεπάρκεια και αντιφατικότητα αιτιολογιών, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της αποδοχής της ένστασης της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης περί καταχρηστικής άσκησης της αγωγικής αξίωσης, διότι, α) δεν καθορίζεται σε τι συνίσταται η συμπεριφορά των εναγόντων, η οποία δημιούργησε ευλόγως στην υπόχρεο την πεποίθηση ότι δεν πρόκειται να ασκήσουν πλέον το δικαίωμά τους, β) δεν προσδιορίζεται η δαπάνη αποκατάστασης των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, ούτε η αξία του επίδικου τμήματος του ακινήτου, γ) δεν προσδιορίζεται ο χρόνος αδράνειας των δικαιούχων.

Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αόριστος, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο το ανωτέρω αναγκαίο κατά το νόμο στοιχείο για το ορισμένο αυτού, δηλαδή δεν αναφέρονται οι παραδοχές του Εφετείου επί του ουσιώδους αυτού ζητήματος, αλλά αποσπασματική αναφορά γίνεται σ' αυτές, όπως ότι καταρτίσθηκε ιδιωτικό συμφωνητικό μεταξύ του δικαιοπαρόχου αυτών και του αναιρεσιεβλήτου, ότι είναι τεχνικά δυσχερής και υπερβολικά δαπανηρή η κατεδάφιση και η ανακατασκευή της διαχωριστική πλάκας από μπετόν αρμέ που θα επιφέρει σε περίπτωση πραγματοποίησή της σημαντική ζημία στο εναγόμενο σε σχέση με την ωφέλεια των εναγόντων και ότι ο χρόνος αδράνειας των δικαιούχων ανέρχεται σε μικρό χρονικό διάστημα, οι οποίες όμως δεν καθιστούν εφικτή τη διαπίστωση των προβαλλόμενων πλημμελειών στην αιτιολογία της απόφασης, συνακόλουθα δε και τον αναιρετικό έλεγχο αυτής.

Ο ίδιος λόγος αναίρεσης, δεύτερο μέρος, από την ίδια διάταξη του άρθρου 559 αριθ 19 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται έλλειψη νόμιμης βάσης της πληττόμενης απόφασης, ως προς το ανωτέρω ουσιώδες ζήτημα, λόγω αντιφατικότητας αιτιολογιών και συγκεκριμένα, διότι, ενώ αναφέρεται στην απόφαση ότι οι ενάγοντες γνώριζαν, από το χρόνο αγοράς του ακινήτου, τη διαμορφωθείσα κατάσταση, η οποία ήταν διαφορετική από την περιγραφόμενη στους τίτλους ιδιοκτησίας τους, περαιτέρω δέχεται, ότι "όταν πήγαν να αγοράσουν οι ενάγοντες αποκλείεται να είδαν το χώρο που διεκδικούν, γιατί ήταν κτισμένος ο τοίχος, ..", πρέπει να απορριφθεί, προεχόντως διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, διότι, από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι η τελευταία περικοπή αποτελεί τμήμα της κατάθεσης του μάρτυρα ......

και δεν αποτελεί παραδοχή του Δικαστηρίου της ουσίας, ώστε να ιδρύει τον επικαλούμενο λόγο αναίρεσης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 22-2-2001 αίτηση για αναίρεση της 15/1999 απόφασης του Εφετείου Κρήτης.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Μαρτίου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Μαρτίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ