Supreme Court dismisses appeal as inadmissible due to procedural bar on execution appeals and standing issues.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal as inadmissible, ruling that the appellants lacked standing to challenge the lower court's decision. The court found that the underlying execution order was issued after January 1, 2016, which legally prohibits filing an appeal against a judgment rendered during the execution phase. Furthermore, the appellants attempted to challenge a third party who was not properly joined to the appeal, violating procedural requirements for necessary co-appellants.
Legislator headnote
AI generatedArticles 577 and 937 of the Code of Civil Procedure; An appeal against a judgment rendered during the execution phase is inadmissible if the execution order was issued after January 1, 2016, and appellants must challenge all necessary co-appellants jointly.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 561 / 2025 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 561/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Κουφούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Βενιζελέα - Εισηγητή, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Κορνηλία Πανούτσου και Μιχαήλ Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Ιανουαρίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Ιωάννη Ποντίκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) της εταιρίας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "..." με διακριτικό τίτλο "... Ε.Π.Ε." που εδρεύει στην Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, 2)Δ. Τ. του Σ., 3)Κ. Τ. του Δ., και 4)Σ. Τ. του Δ., απάντων κατοίκων Θεσσαλονίκης. Άπαντες εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξουσία δικηγόρο τους Βασιλεία Παπαδοπούλου, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Παναγιώτη Σταμαδιάνο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-10-2018 ανακοπή κατά της 2201/2018 διαταγής πληρωμής του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 22/2019 του ίδιου Δικαστηρίου και 11106/2020 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 25-10-2021 αίτησή τους, καθώς και τους από 18-12-2024 πρόσθετους λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτης ζήτησε την απόρριψη της αναίρεσης και των προσθέτων λόγων καθώς και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 577 παρ. 1 ΚΠολΔ "Το δικαστήριο πρώτα συζητεί για το παραδεκτό της αναίρεσης", ενώ κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου "Αν η αναίρεση δεν ασκήθηκε νόμιμα ή αν λείπει κάποια προϋπόθεση για να είναι παραδεκτή, ο Άρειος Πάγος την απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως". Περαιτέρω, στη διάταξη του άρθρου 937 παρ. 1β'εδαφ.
α' του ιδίου Κώδικα, όπως αυτή ίσχυε μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο όγδοο παρ. 2 του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015 και εφαρμόζεται όταν, όπως στην κρινόμενη υπόθεση, η επίδοση της επιταγής προς εκτέλεση διενεργείται μετά την 1.1.2016 (παρ. 3 του άρθρου ένατου του αυτού άρθρου 1 και νόμου), ορίζεται ότι "Σε περίπτωση εκτέλεσης που στηρίζεται σε δικαστική απόφαση ή διαταγή πληρωμής, κατά της απόφασης που εκδίδεται επί της ανακοπής επιτρέπεται η άσκηση μόνο έφεσης".
Η ανωτέρω διάταξη του άρθρου 937 παρ. 1β' του ΚΠολΔ τροποποιήθηκε και πάλι με το άρθρο 59 του Ν. 4842/2021 και ορίστηκε ότι "στις δίκες τις σχετικές με την εκτέλεση ...β) δεν επιτρέπεται η ανακοπή ερημοδικίας ούτε στο πρωτοβάθμιο ούτε στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο", όμως, κατά την μεταβατική διάταξη του άρθρου 116 παρ. 6β' του ιδίου νόμου η διάταξη αυτή, όπως τροποποιείται, εφαρμόζεται για τις αποφάσεις, που θα δημοσιευθούν μετά την έναρξη ισχύος του νόμου, η οποία, κατά το άρθρο 120 του νόμου αυτού, ορίστηκε για το άρθρο 116 να είναι η 1/1/2022.
Όπως προκύπτει από τα ανωτέρω, ο ν. 4335/2015, με την ανωτέρω τροποποίηση του άρθρου 937 παρ. 1β' του ΚΠολΔ, περιόρισε με ρητή διάταξη και σε σημαντικό βαθμό, τα ένδικα μέσα, επιλέγοντας να υπηρετήσει κατά προτεραιότητα την αξία της γρήγορης περάτωσης των δικών περί την εκτέλεση στην πλειοψηφία των δικών, που ανοίγονται με ανακοπή του άρθρου 933 ΚΠολΔ στις περιπτώσεις, όπου η αναγκαστική εκτέλεση θεμελιώνεται στους συχνότερα εφαρμοζόμενους εκτελεστούς τίτλους, και ειδικότερα σε δικαστική απόφαση ή διαταγή πληρωμής, ορίζοντας ότι η απόφαση που εκδίδεται θα μπορεί να προσβάλλεται μόνο με έφεση.
Συνεπώς, για απόφαση, που εκδόθηκε επί ανακοπής κατά της αναγκαστικής εκτέλεσης με εκτελεστό τίτλο διαταγής πληρωμής, στην οποία η επίδοση της επιταγής εκτελέσεως έγινε μετά την 1/1/2016 και η δημοσίευση της απόφασης έγινε πριν την 1/1/2022 (όταν αρχίζει η εφαρμογή της νέας διάταξης του άρθρου 937 παρ. 1β'), αποκλείονται, εκτός βέβαια από την ανακοπή ερημοδικίας, και τα έκτακτα ένδικα μέσα, δηλαδή η αναίρεση και η αναψηλάφηση, και συνεπώς αν ασκηθούν αυτά είναι απορριπτέα ως απαράδεκτα(ΑΠ 952/2023, ΑΠ 501/2023, ΑΠ 1350/2022, ΑΠ 597/2022).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 558 ΚΠολΔ, "η αναίρεση απευθύνεται κατά εκείνων, οι οποίοι ήταν διάδικοι στη δίκη, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ή των καθολικών διαδίκων τους ή των εντολοδόχων τους. Αν υπάρχει αναγκαστική ομοδικία, η αναίρεση πρέπει να απευθύνεται κατά όλων των ομοδίκων, αλλιώς απορρίπτεται ως απαράδεκτη".
Διάδικοι είναι εκείνοι, οι οποίοι από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι δικάσθηκαν με αυτήν (ΟλΑΠ 11/1992, ΑΠ 397/2024, ΑΠ 312/2020, ΑΠ 1697/2017). Επίσης, σύμφωνα με το άρθρο 76 παρ. 1 α' ΚΠολΔ "Όταν η διαφορά επιδέχεται ενιαία μόνο ρύθμιση ή η ισχύς της απόφασης που θα εκδοθεί εκτείνεται σε όλους τους ομοδίκους ή όταν οι ομόδικοι μόνο από κοινού μπορούν να ασκήσουν αγωγή ή να εναχθούν ή, εξαιτίας των περιστάσεων που συνοδεύουν την υπόθεση, δεν μπορούν να υπάρχουν αντίθετες αποφάσεις απέναντι στους ομοδίκους, οι πράξεις του καθενός ωφελούν και βλάπτουν τους άλλους.
Οι ομόδικοι που μετέχουν νόμιμα στη δίκη ή έχουν προσεπικληθεί, αν δεν παραστούν, θεωρούνται ότι αντιπροσωπεύονται από εκείνους που παρίστανται", ενώ σύμφωνα με το άρθρο 83 ΚΠολΔ, "αν η ισχύς της απόφασης στην κύρια δίκη εκτείνεται και στις έννομες σχέσεις εκείνου που άσκησε πρόσθετη παρέμβαση προς τον αντίδικό του, εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 76 έως 78 ΚΠολΔ".
Από την τελευταία αυτή διάταξη συνάγεται ότι αποφασιστικό κριτήριο για το χαρακτηρισμό της πρόσθετης παρέμβασης ως αυτοτελούς είναι η επέκταση της ισχύος της απόφασης, δηλαδή των υποκειμενικών ορίων του δεδικασμένου, της εκτελεστότητας και της διαπλαστικής ενέργειας αυτής, στις έννομες σχέσεις του τρίτου προς τον αντίδικό του.
Το δικονομικό δικαίωμα της άσκησης αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης παρέχεται όχι λόγω της πιθανής εκδήλωσης δυσμενών ενεργειών της απόφασης σε βάρος τρίτου, αλλά λόγω της δεσμευτικότητας αυτών που θα κριθούν στην ήδη εκκρεμή δίκη, όσον αφορά στις σχέσεις του παρεμβαίνοντος προς τον αντίδικό του, χωρίς να υπάρχει δυνατότητα άλλης διαδικασίας.
Με την άσκηση της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης ο παρεμβαίνων, χωρίς να εισάγει στη δίκη μια νέα έννομη σχέση, αντιδικεί για την ήδη εκκρεμή έννομη σχέση, η διάγνωση της οποίας επισύρει την επέκταση της ισχύος της απόφασης. Η ασκούμενη κατά το άρθρο 83 ΚΠολΔ αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση δημιουργεί περιορισμένου περιεχομένου επιγενόμενη αναγκαστική ομοδικία του παρεμβαίνοντος με το διάδικο υπέρ του οποίου η παρέμβαση, στο μέτρο που ο παρεμβαίνων θεωρείται, κατά πλάσμα δικαίου, ως αναγκαίος ομόδικος με τις παρεχόμενες δικονομικές εξουσίες αυτού, χωρίς όμως να έχει στη διάθεσή του διαδικαστικές ευχέρειες, που προσιδιάζουν αποκλειστικά στο πρόσωπο του κυρίου διαδίκου (ΑΠ 686/2023, ΑΠ 1346/2022, ΑΠ 267/2021, ΑΠ 362/2020).
Ως αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση πρέπει να θεωρηθεί και εκείνη την οποία ασκεί αυτός που έγινε διάδοχος του διαδίκου στο επίδικο πράγμα ή δικαίωμα, όσο διαρκούσε η δίκη ή μετά το πέρας αυτής (άρθρο 225 παρ. 2 ΚΠολΔ), αφού το δεδικασμένο από τη δίκη ισχύει υπέρ και κατ` αυτού κατά το άρθρο 325 αριθ. 2 ΚΠολΔ (ΑΠ 397/2024, ΑΠ 686/2023, ΑΠ 267/2021, ΑΠ 1346/2022, ΑΠ 368/2019).
Εξάλλου, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 1 περ. γ' του ν. 4354/2015 "Διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων δανείων....", που εφαρμόζεται κατά τον κρίσιμο χρόνο, "τα δικαιώματα που απορρέουν από τις μεταβιβαζόμενες λόγω πώλησης απαιτήσεις δύνανται να ασκούνται μόνο μέσω των εταιριών διαχείρισης της παρούσας παραγράφου.
Οι μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις από δάνεια και πιστώσεις λογίζονται ως τραπεζικές και μετά τη μεταβίβασή τους. Οι εταιρίες διαχείρισης απαιτήσεων ευθύνονται για όλες τις υποχρεώσεις απέναντι στο Δημόσιο και σε τρίτους, οι οποίες βαρύνουν τις εταιρίες απόκτησης απαιτήσεων και απορρέουν από τις μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις".
Επίσης, σύμφωνα με τη διάταξη της παραγράφου 4 του άρθρου 2 του άνω νόμου 4354/2015, , που ομοίως εφαρμόζεται κατά τον κρίσιμο χρόνο "οι Εταιρίες Διαχείρισης νομιμοποιούνται, ως μη δικαιούχοι διάδικοι, να ασκήσουν κάθε ένδικο βοήθημα και να προβαίνουν σε κάθε άλλη δικαστική ενέργεια για την είσπραξη των υπό διαχείριση απαιτήσεων, καθώς και να κινούν, παρίστανται ή συμμετέχουν σε προπτωχευτικές διαδικασίες εξυγίανσης, πτωχευτικές διαδικασίες αφερεγγυότητας, διαδικασίες διευθέτησης οφειλών και ειδικής διαχείρισης των άρθρων 61 επ.
του ν. 4307/2014 (Α` 246). Εφόσον οι Εταιρίες συμμετέχουν σε οποιαδήποτε δίκη με την ιδιότητα του μη δικαιούχου διαδίκου το δεδικασμένο της απόφασης καταλαμβάνει και τον δικαιούχο της απαίτησης". Κατά την παράλληλη και συνδυαστική εφαρμογή των Ν. 4354/2015 και Ν. 3156/2003, οι Εταιρείες ... (Ε.Δ.Α.Δ.Π) έχουν την κατ` εξαίρεση νομιμοποίηση του άρθρου 2 παρ. 4 του Ν. 4354/2015, προς άσκηση κάθε ένδικου βοηθήματος και κάθε άλλης δικαστικής ενέργειας προς είσπραξη των υπό διαχείριση απαιτήσεων, και όταν η μεταβίβαση των απαιτήσεων και η ανάθεση της διαχείρισής τους στις εν λόγω εταιρείες συντελείται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 10 του Ν. 3156/2003 για την τιτλοποίηση απαιτήσεων (ΟλΑΠ 1/2023, ΑΠ 397/2024, ΑΠ 686/2023).Τέλος, από τις διατάξεις του άρθρου 568 παρ. 2 εδ.
α'και β'ΚΠολΔ, που ορίζουν ότι οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ως προς τα ίδια κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης και τα κεφάλαια εκείνα που αναγκαστικά συνέχονται με αυτά, ασκούνται μόνο με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου, τριάντα (30) τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης, όπως αυτή ορίζεται στο άρθρο 281, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση και ότι αντίγραφο του δικογράφου των πρόσθετων λόγων επιδίδεται πριν από την ίδια προθεσμία στον αναιρεσίβλητο και τους άλλους διαδίκους, συνάγεται ότι το δικόγραφο των πρόσθετων λόγων αναιρέσεως, που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου και επιδίδεται ως ανωτέρω, πρέπει να απευθύνεται κατά του αναιρεσιβλήτου, και συνεπώς αν απευθύνεται κατά άλλου προσώπου οι πρόσθετοι λόγοι είναι απαράδεκτοι.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, προκύπτουν τα ακόλουθα ως προς το παραδεκτό της αναίρεσης: Με την υπ' αριθ. 2201/2018 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε μετά από αίτηση της αναιρεσίβλητης ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας, υποχρεώθηκαν οι αναιρεσείοντες, εις ολόκληρον έκαστος, να της καταβάλουν το ποσό των 12.911,08 ευρώ πλέον τόκων και εξόδων, το οποίο αποτελεί το κατάλοιπο του λογαριασμού της υπ' αριθ....2010 σύμβασης πίστωσης με ανοικτό - αλληλόχρεο λογαριασμό και των προσθέτων πράξεων αυτής, που έκλεισε στις 20-9-2017 μετά την καταγγελία της σύμβασης από την αναιρεσίβλητη, με την οποία σύμβαση η αναιρεσίβλητη χορήγησε στην πρώτη αναιρεσείουσα, με την εγγύηση των λοιπών αναιρεσειόντων, πίστωση μέχρι του ποσού των 10.000 ευρώ.
Στη συνέχεια, στις 19-9-2018, η αναιρεσίβλητη επέδωσε νόμιμα στους αναιρεσείοντες την από 17-9-2018 επιταγή εκτελέσεως, κάτω από ακριβές αντίγραφο πρώτου εκτελεστού απογράφου της ανωτέρω διαταγής πληρωμής και οι αναιρεσείοντες άσκησαν κατά της αναιρεσίβλητης ενώπιον του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, την ένδικη από 11-10-2018 ανακοπή, με την οποία ζήτησαν την ακύρωσή τόσο της διαταγής πληρωμής, όσο και της επιταγής εκτέλεσης αυτής.
Επί της ανακοπής εκδόθηκε η 22/2019 οριστική απόφαση του ανωτέρω δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε η μεν ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής ως εκπρόθεσμη και γι' αυτό απαράδεκτη, η δε εκ του άρθρου 933 ΚΠολΔ ανακοπή κατά της επιταγής εκτέλεσης ως αβάσιμη. Κατά της απόφασης αυτής οι αναιρεσείοντες άσκησαν έφεση ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, προσβάλλοντας μόνο την απόρριψη της εκ του άρθρου 933 ΚΠολΔ ανακοπής κατά της επιταγής εκτέλεσης, ενώ στο ίδιο δικαστήριο άσκησε αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της αναιρεσίβλητης και κατά των αναιρεσειόντων η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "...
Ανώνυμη Εταιρεία ...", στην οποία αυτή εξέθεσε ότι, μετά την έκδοση της εκκαλούμενης απόφασης, ακολούθησε η, κατά τις διατάξεις του άρθρου 10 Ν. 3156/2003, μεταβίβαση της επίδικης απαίτησης από την εφεσίβλητη-ήδη αναιρεσίβλητη στην εδρεύουσα στο ... Ιρλανδίας εταιρεία ειδικού σκοπού με την επωνυμία "..." και αριθμό μητρώου ..., η οποία ακολούθως ανέθεσε την είσπραξη και διαχείριση της απαίτησης στην ίδια, η οποία αποτελεί νομίμως αδειοδοτηθείσα κατά τον Ν. 4354/2015 εταιρεία παροχής υπηρεσιών διαχείρισης απαιτήσεων.
Το ανωτέρω δικαστήριο με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, αφού έκρινε παραδεκτή την παρέμβαση και δέχθηκε ότι η παρεμβαίνουσα και η υπέρ ης αυτή-ήδη αναιρεσίβλητη συνδέονται με δεσμό επιγενόμενης αναγκαστικής ομοδικίας, ακολούθως απέρριψε την έφεση και επικύρωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Κατά της απόφασης αυτής οι αναιρεσείοντες άσκησαν ενώπιον του δικαστηρίου τούτου την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, που την απευθύνουν μόνο κατά της εφεσίβλητης, στη συνέχεια δε άσκησαν και τους από 18-12-2024 πρόσθετους λόγους αναίρεσης, τους οποίους απευθύνουν τόσο κατά της αναιρεσίβλητης όσο και κατά της αυτοτελώς προσθέτως υπέρ αυτής παρεμβαίνουσας.
Η αίτηση αναίρεσης είναι διττώς απαράδεκτη, σύμφωνα με την προηγηθείσα μείζονα σκέψη, γιατί, αφενός αφορά σε ανακοπή κατά της αναγκαστικής εκτέλεσης με εκτελεστό τίτλο διαταγή πληρωμής, η δε επίδοση της επιταγής εκτελέσεως έγινε μετά την 1/1/2016 και η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε πριν την 1-1-2022 και συνεπώς δεν επιτρέπεται η άσκηση αναίρεσης κατά της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης και αφετέρου, σε κάθε περίπτωση, λόγω της υφιστάμενης κατά τα ανωτέρω σχέσης επιγενόμενης αναγκαστικής ομοδικίας μεταξύ της αναιρεσίβλητης και της αυτοτελώς προσθέτως υπέρ αυτής παρεμβαίνουσας, η αίτηση αναίρεσης δεν στρέφεται, όπως θα έπρεπε και κατά της τελευταίας αναγκαίας ομοδίκου της αναιρεσίβλητης και αντιδίκου των αναιρεσείοντων στη δίκη, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, χωρίς να ασκεί έννομη επιρροή, όπως προαναφέρθηκε το γεγονός ότι οι αναιρεσείοντες τους από 18-12-2024 πρόσθετους λόγους αναίρεσης, που άσκησαν, τους απευθύνουν απαραδέκτως, κατά το μέρος αυτό και κατά της ανωτέρω προσθέτως παρεμβαίνουσας, η οποία δεν είναι αναιρεσίβλητη.
Συνεπώς, η αίτηση αναίρεσης είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, κατ` αυτεπάγγελτη έρευνα (άρθρο 577 παρ. 2 ΚΠολΔ), μετά δε την απόρριψή της πρέπει, λόγω του παρακολουθηματικού χαρακτήρα τους, να απορριφθούν και οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης και καθόσον στρέφονται κατά της αναιρεσίβλητης(ΑΠ 506/2021). Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου της αναίρεσης στο δημόσιο ταμείο(άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, καθώς και της αυτοτελώς προσθέτως υπέρ αυτής παρεμβαίνουσας- δεύτερης καθ' ης οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης, η οποία, μετά την απεύθυνση και κατ' αυτής των προσθέτων λόγων αναίρεσης, κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά τους (άρθρ. 176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 25-10-2021 αίτηση αναίρεσης και τους από 18-12-2024 πρόσθετους λόγους αυτής των 1) εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "... Ε.Π.Ε.", 2) Δ. Τ., 3) Κ. Τ. και 4) Σ. Τ. για αναίρεση της υπ` αριθμ. 11.106/2020 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παραβόλου αυτής στο δημόσιο ταμείο και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης και της δεύτερη καθ' ης οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Φεβρουαρίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 28 Μαρτίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ