Supreme Court allows appeal against second intervenor's participation, remanding case for retrial.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appeal filed by the appellant against the second intervenor, finding the lower court's decision inadmissible for failing to summon this party. The appellant argued that the second intervenor was not properly notified, while the opposing parties contended otherwise. The court ruled that the appeal was inadmissible unless the second intervenor was summoned, and since they were not, the appeal against them was rejected, but the appeal regarding the first intervenor was upheld, leading to a remand.
Legislator headnote
AI generatedArticles 80, 81(3), 558(a) of the Code of Civil Procedure: An appeal against a judgment involving a second intervenor is inadmissible unless the second intervenor is summoned to the hearing, otherwise the hearing is declared inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 561 / 2023 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 561/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Γεώργιο Αυγέρη και Αγαθή Δερέ - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Μαΐου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Σ. Π. του Ι., κατοίκου Κ.. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ανδρέα Κουρούκλη, ο οποίος ανακάλεσε την από ... δήλωσή του για παράσταση με το άρθρο 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Κ. του Σ., κατοίκου Δ. Κ.. και 2) αλλοδαπής ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "E. V. A. (Ε. Φ. Α. Γ.), που εδρεύει στο Ν. Γ. και εκπροσωπείται νόμιμα. Ο πρώτος αναιρεσίβλητος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Λέκκο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ., ενώ η δεύτερη αναιρεσίβλητη εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Μπούτσικο, ο οποίος ανακάλεσε την από ... δήλωσή του για παράσταση με το άρθρο 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από ... αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, την από ... δίκης και προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση - παρεμπίπτουσα αγωγή του ήδη πρώτου αναιρεσιβλήτου και την από ... πρόσθετη παρέμβαση της ήδη δεύτερης αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Καστοριάς. και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 27/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 47/2019 του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από ... αίτησή του και τους από ... αυτής λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων αυτής λόγων, ο πληρεξούσιος της δεύτερης αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 80, 81 παρ. 3 και 558 εδ. α ΚΠολΔ προκύπτει ότι η αναίρεση δεν απευθύνεται κατά του προσθέτως παρεμβάντος στη δίκη, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, αφού δεν είναι κύριος διάδικος, εκτός αν κατά τη δίκη εκείνη ανέλαβε το δικαστικό αγώνα, οπότε κατέστη κύριος διάδικος, ή η αναίρεση αφορά την πρόσθετη παρέμβαση, καθώς και στην περίπτωση της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης.
Σε κάθε περίπτωση, όμως, ο προσθέτως παρεμβαίνων καλείται στη συζήτηση της αναίρεσης, άλλως αυτή (συζήτηση) κηρύσσεται απαράδεκτη, τούτο δε λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από τον Άρειο Πάγο (ΑΠ 569/2013, ΑΠ 1049/2010). Πάντως, αν η αναίρεση του καθ' ου η παρέμβαση απευθυνθεί και κατά του προσθέτως παρεμβάντος δεν ιδρύει απαράδεκτο (ΑΠ 4/2020, ΑΠ 569/2013) και εκτιμάται ως κλήση κατά τη συζήτηση της αναίρεσης (ΑΠ 1636/2022, ΑΠ 520/2022, ΑΠ 4/2020).
Στην προκείμενη περίπτωση, η αίτηση αναίρεσης και οι δια ιδίου δικογράφου ασκηθέντες πρόσθετοι λόγοι του κυρίως ενάγοντος απευθύνονται και κατά της δεύτερης αναιρεσίβλητης ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας, η οποία άσκησε πρόσθετη παρέμβαση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο υπέρ του κυρίως εναγόμενου. Ωστόσο, επειδή πρόκειται περί απλής και όχι αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης και οι λόγοι της αναίρεσης δεν αφορούν το παραδεκτό της πρόσθετης παρέμβασης ούτε η προσθέτως παρεμβαίνουσα ανέλαβε τη δίκη, η αίτηση αναίρεσης, απευθυνόμενη κατά της ανωτέρω αναιρεσίβλητης, και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής, κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη, δεν απορρίπτονται ως απαράδεκτοι, αλλά εκτιμώνται ως κλήση κατά τη συζήτηση της αίτησης και των πρόσθετων λόγων, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 81 παρ. 3 ΚΠολΔ, προκειμένου η ως άνω αναιρεσίβλητη να ενημερωθεί για την εξέλιξη της δίκης, στην οποία (δίκη της αναίρεσης) η τελευταία νομίμως παρίσταται, ζητώντας να απορριφθεί και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στη δικαστική της δαπάνη.
Κατά το άρθρο 569 παρ. 2 εδ. α' ΚΠολΔ, οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ως προς τα ίδια κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης και τα κεφάλαια εκείνα που αναγκαστικά συνέχονται με αυτά, ασκούνται μόνο με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση, και αντίγραφο του οποίου επιδίδεται μέσα την ίδια προθεσμία στον αναιρεσίβλητο και στους άλλους διαδίκους.
Κατά την έννοια του άρθρου αυτού, κεφάλαιο είναι κάθε οριστική διάταξη της τελεσίδικης απόφασης που κρίνει για το παραδεκτό ή το βάσιμο κάθε αυτοτελούς αίτησης παροχής έννομης προστασίας, η οποία εισάγει αντίστοιχα ένα ιδιαίτερο αντικείμενο δίκης, διαφοροποιούμενο από τα λοιπά είτε ως προς το αίτημα είτε ως προς την ιστορική βάση είτε ως προς αμφότερους τους παράγοντες που το οριοθετούν (ΑΠ 917/2020, ΑΠ 693/2020).
Αντιθέτως, πρόκειται για το αυτό αντικείμενο δίκης και, επομένως, και για το αυτό κεφάλαιο της απόφασης, όταν υπάρχει ταύτιση τόσο ως προς το αίτημα όσο και ως προς την ιστορική βάση. Αναγκαίως συνεχόμενα με τα κεφάλαια της απόφασης που αναιρεσιβλήθηκαν είναι όσα από τα λοιπά κεφάλαιά της παρουσιάζουν προς τα πρώτα στενή συνάφεια είτε διότι βρίσκονται σε σχέση προδικαστικότητας προς αυτά, δηλαδή αφορούν προκριματικά για την παραδοχή τους ζητήματα, είτε διότι έχουν, ως αντικείμενο, δικαιώματα που απορρέουν από την αυτή ιστορική αιτία ή από το αυτό βιοτικό γεγονός, οπότε και δημιουργείται κίνδυνος ασυμβίβαστων αποφάσεων, αν η κρίση περιορισθεί μόνο στα αναιρεσιβληθέντα κεφάλαια και συμβεί αυτή να είναι αντίθετη προς την κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τα λοιπά απρόσβλητα κεφάλαια της απόφασής του (ΑΠ 753/2020, ΑΠ 741/2020).
Στην προκείμενη περίπτωση, ως ημέρα συζήτησης ενώπιον του Α2 Τμήματος του Αρείου Πάγου της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης ορίστηκε η δικάσιμος της 11-10-2021, και ο αιτών άσκησε προσθέτους λόγους με το από ... ιδιαίτερο δικόγραφο, που κατατέθηκε στη γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου στις ... και επιδόθηκε νόμιμα στον πρώτο αναιρεσίβλητο στις ..., όπως προκύπτει από τη με αριθμ.
….του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας Ν. Φ., δηλαδή τριάντα ημέρες πριν την ορισθείσα δικάσιμο. Επομένως, οι πρόσθετοι λόγοι ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα και είναι παραδεκτοί ως προς τον πρώτο αναιρεσίβλητο, πρέπει δε να συνεκδικαστούν (άρθρα 246, 573 παρ. 1, 569 ΚΠολΔ) με την αίτηση αναίρεσης, και να ερευνηθεί, περαιτέρω, το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτών (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ), ενώ η δεύτερη αναιρεσίβλητη παρίσταται, κατά τα προαναφερθέντα, ως κληθείσα προσθέτως παρεμβαίνουσα (με τη με αριθμ. ...
έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών Γ. Μ.). Από τις διατάξεις των άρθρων 102, 103, 104, 105, του Εμπ.Ν., 330, 681, 685 και 690 του ΑΚ συνάγεται ότι επί χερσαίας οδικής μεταφοράς πραγμάτων, η οποία αποτελεί ειδικά ρυθμισμένη περίπτωση σύμβασης έργου, ως αποβλέπουσα σε ορισμένο αποτέλεσμα, που συνίσταται στην εκτέλεση της μεταφοράς χωρίς βλάβη ή απώλεια, ο μεταφορέας υποχρεούται να μεταφέρει τα παραληφθέντα εμπορεύματα σε ορισμένο τόπο, ευθυνόμενος μέχρις ανωτέρας βίας για κάθε απώλεια ή βλάβη των μεταφερομένων πραγμάτων από την παραλαβή μέχρι την παράδοση τους, είτε αυτός ενήργησε τη μεταφορά τους προσωπικά, είτε με άλλο υποκατάστατο πρόσωπο (ΑΠ 860/1987).
Δηλαδή καθιερώνεται αντικειμενική ευθύνη του χερσαίου οδικού μεταφορέα, ο οποίος απαλλάσσεται μόνον, αν αποδείξει ότι η απώλεια ή η βλάβη των πραγμάτων οφείλεται σε ανώτερη βία, που συνίσταται σε γεγονός τυχαίο κι απρόβλεπτο, μη δυνάμενο να αποτραπεί ακόμα και με μέτρα άκρας επιμέλειας και σύνεσης (ΑΠ 1599/2017, ΑΠ 1511/2017, ΑΠ 1669/2011, ΑΠ 742/1998), ήτοι ότι η απώλεια ή η βλάβη επήλθε υπό συνθήκες ασυνήθιστες, τις οποίες ο μεταφορέας ή ο προστηθείς απ' αυτόν δεν θα μπορούσε να προλάβει και αν ακόμη επεδείκνυε το κατά τις περιστάσεις υψηλότατο βαθμό επιμέλειας (ΑΠ 826/2004, ΑΠ 1319/2011, ΑΠ 304/2007).
Από τις αυτές παραπάνω διατάξεις συνάγεται ότι σε κάθε μεταφορά υπάρχουν τρία πρόσωπα, ήτοι ο αποστολέας ή φορτωτής, ο αγωγιάτης ή μεταφορέας, ο οποίος διαθέτει τα μεταφορικά μέσα και εκτελεί το έργο της μεταφοράς, και ο παραλήπτης (ΑΠ 1795/2012, ΑΠ 826/2004, ΑΠ 1319/2011, ΑΠ 304/2007). Ο τελευταίος και αν δεν κατάρτισε ο ίδιος τη σύμβαση, κατά τις διατάξεις των άρθρων 410 επ.
ΑΚ., ως τρίτος, παραλήπτης και κύριος των μεταφερόμενων πραγμάτων, που έχει το δικαίωμα διάθεσης αυτών, νομιμοποιείται, κατ' άρθρο 411 ΑΚ, να στραφεί, με βάση τη σύμβαση μεταφοράς, ως γνήσιας υπέρ αυτού (παραλήπτη) σύμβασης, κατά του μεταφορέα (ΟλΑΠ 33/1998). Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 288, 297, 299, 330, 334, 335, 914, 922, 926, 937, 102 και 107 του ΕμπΝ προκύπτει, ότι αυτός που ζημιώθηκε από μεταφορά πραγμάτων οδικώς εντός της Ελληνικής Επικράτειας, μπορεί να έχει εναντίον του μεταφορέα αξιώσεις που θεμελιώνονται αφ` ενός στις παραπάνω διατάξεις του ΕμπΝ (από την ενδοσυμβατική ευθύνη της σύμβασης μεταφοράς) και αφ` ετέρου στις διατάξεις για τις αδικοπραξίες (από την εξωσυμβατική ευθύνη), που συνδέεται με υπαίτια και παράνομη συμπεριφορά του από εκείνον (μεταφορέα) προστηθέντος για τη μη εκπλήρωση της οφειλόμενης από τη σύμβαση μεταφοράς παροχής υπηρεσιών κατά τρόπο σύμφωνο με την καλή πίστη (ΟλΑΠ 967/1993), ενώ και ο προστηθείς οδηγός από τον μεταφορέα έχει ευθύνη προς αποζημίωση του παθόντος, εις ολόκληρον με τον προστήσαντα αυτόν (922 ΑΚ), αλλά μόνον αδικοπρακτική (εξωσυμβατική), αφού δεν συνδέεται στη σύμβαση μεταφοράς με τον ζημιωθέντα δικαιούχο των πραγμάτων (ΑΠ 1669/2011, ΑΠ 1741/2008).
Ειδικότερα, από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση περιουσιακής ζημίας και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας. Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, και μπορεί η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας.
Για την κατάφαση της παρανομίας δεν απαιτείται παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της, έννομης τάξης. Έτσι, παρανομία συνιστά και η παράβαση της γενικής υποχρέωσης πρόνοιας και ασφάλειας στο πλαίσιο της συναλλακτικής και γενικότερα της κοινωνικής δραστηριότητας των ατόμων, δηλαδή η παράβαση της κοινωνικώς επιβεβλημένης και εκ της θεμελιώδους δικαιϊκής αρχής της συνεπούς συμπεριφοράς απορρέουσας, υποχρέωσης λήψης ορισμένων μέτρων επιμέλειας για την αποφυγή πρόκλησης ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων.
Αμέλεια, ως μορφή υπαιτιότητας, υπάρχει όταν, εξαιτίας της παράλειψης του δράστη να καταβάλει την επιμέλεια που αν κατέβαλε - με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς εκπροσώπου του κύκλου δραστηριότητάς του - θα ήταν δυνατή η αποτροπή του ζημιογόνου αποτελέσματος, αυτός, είτε δεν προέβλεψε την επέλευση του εν λόγω αποτελέσματος, είτε προέβλεψε μεν το ενδεχόμενο επέλευσής του, ήλπιζε όμως ότι θα το αποφύγει.
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η υπαίτια ζημιογόνος πράξη με την οποία παραβιάζεται σύμβαση μπορεί, πέραν των αξιώσεων από τη σύμβαση, να στηρίξει και αξίωση για αποζημίωση μόνο αν και χωρίς τη συμβατική σχέση διαπραττόμενη θα ήταν παράνομη, ως αντικείμενη στο γενικό καθήκον του να μη ζημιώνει κανείς άλλον υπαιτίως (ΟλΑΠ 967/1973, ΑΠ 1261/2020), αυτό συμβαίνει ιδίως στην περίπτωση προσβολής του απόλυτου δικαιώματος της κυριότητας, και, ειδικότερα, όταν με την πράξη επέρχεται απώλεια του μεταφερόμενου πράγματος για τον κύριο ή όταν επέρχεται η καταστροφή ή η φθορά του και η εντεύθεν μείωση ή απώλεια της αξίας του ή καθίσταται ανέφικτη η χρήση του (ΑΠ 1669/2011, ΑΠ 1741/2008, ΑΠ 1494/2008).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της απόφασης, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόστηκε (ΟλΑΠ 6/2006, ΟλΑΠ 26/2004).
Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 8/2018, ΑΠ 34/2021).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο ενάγων και ήδη εκκαλών, Σ. Π. του Ι. (ήδη αναιρεσείων), είναι γουνοποιός και κατασκευάζει με δικές του πρώτες ύλες (γουνοδέρματα, φόδρες κλπ) και δικό του εργατοτεχνικό προσωπικό, έτοιμα γουναρικά ενδύματα (παλτά, ζακέτες κλπ.), τα οποία πωλεί στην ημεδαπή και στην αλλοδαπή.
Με το από ….. ιδιωτικό συμφωνητικό, το οποίο κατατέθηκε στην Δ.Ο.Υ. Ηρακλείου με αρ. πρωτ. ... ο ενάγων σύναψε στην Κ…. σύμβαση μεταπρασίας ή επί διατιμήσει (ή σύμβαση παρακαταθήκης) με την εδρεύουσα στο Η. Κ. (Ε.. Β. 17 Λ.. Χ.) ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "Ε. F. - Φ. - Β. Α. - Γ. «Δ., όπως συνηθίζουν οι γουνέμποροι της Κ.
κατά τη θερινή περίοδο κάθε έτους. Σε εκτέλεση της ως άνω συμφωνίας, ο ενάγων παρέδωσε στην αντισυμβαλλόμενή του εταιρία μεγάλη ποσότητα ετοίμων γουναρικών ενδυμάτων παραγωγής του, για να τα πωλήσει εξ ονόματος και για λογαριασμό του, κατά τη θερινή περίοδο (Μάϊος - Οκτώβριος) σε τουρίστες (Ρώσους κυρίως) στο κατάστημά της, επί της οδού Ε..
Β. 17 στο Η. Κ., όπου και εμπορεύεται γουναρικά και δερμάτινα ενδύματα, με την υποχρέωσή της, όσα από τα ενδύματά αυτά δεν θα τα πωλούσε κατά την περίοδο αυτή, να τα επιστρέφει στον ενάγοντα το αργότερο μέχρι την ……. Κατ' εφαρμογή της παραπάνω συμφωνίας τους, η εν λόγω εταιρία "Ε. F. - Φ. - Β. Α. - Γ. Δ." σύναψε ως αποστολέας - φορτωτής με τον εναγόμενο της κύριας αγωγής και ήδη εφεσίβλητο - μεταφορέα, Α.
Κ. (ήδη πρώτο αναιρεσίβλητο), που διατηρεί στο Δ. Κ. ατομική επιχείρηση διεθνών και εσωτερικών μεταφορών γουναρικών και εν γένει ενδυμάτων, με τον διακριτικό τίτλο "Τ. K.", προφορική σύμβαση χερσαίας μεταφοράς, δυνάμει της οποίας την ... ο εναγόμενος μεταφορέας- αγωγιάτης θα παραλάμβανε από το κατάστημα της εν λόγω εταιρίας όσα γουναρικά ενδύματα του ενάγοντα δεν είχε πωλήσει κατά τη θερινή περίοδο και θα τα παρέδιδε στην Κ., με παραλήπτη τον ενάγοντα, Σ.
Π.. Σημειωτέον ότι ο εναγόμενος της κύριας αγωγής είναι ασφαλισμένος έναντι τρίτων για αστική ευθύνη από την επαγγελματική του δραστηριότητα ως μεταφορέα, μεταξύ άλλων και για την ατομική του επιχείρηση διεθνών και εσωτερικών μεταφορών με το διακριτικό τίτλο "«Τ. (Τ.), για ζημίες ή απώλειες που ήθελε προκληθούν στα μεταφερόμενα, από κάθε είδους μεταφορά, εμπορεύματα ιδιοκτησίας τρίτων, μέχρι το ποσό των 5.000.000 ευρώ ανά ζημιογόνο περιστατικό, για την επίδικη χρονική περίοδο από … έως …., δυνάμει του υπ' αριθμ. ...
ασφαλιστηρίου συμβολαίου και πάντοτε υπό την προϋπόθεση της τήρησης των γενικών και ειδικών όρων που ρητώς συνομολογήθηκαν από τα μέρη ως ουσιώδεις και περιέχονται σε αυτό, σε συνδυασμό με την υπ' αριθμ... πρόσθετη πράξη, στην παρεμπιπτόντως εναγομένη- προσθέτως παρεμβαίνουσα και ήδη εφεσίβλητη ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "E. V.
«A. (Ε. Φ. Α. Γ.) (ήδη προς ην η κλήση της αίτησης αναίρεσης και των πρόσθετων λόγων αυτής). Σε εκτέλεση της ως άνω σύμβασης χερσαίας μεταφοράς, η εταιρία με την επωνυμία "Ε. F. Φ. - Β. Α. - Γ. Δ.", στις ..., έξω από το κατάστημά της, επί της οδού Ε.. Β. 17 στο Η. Κ., παρέδωσε στον εναγόμενο της κύριας αγωγής- μεταφορέα, που είχε ως προστηθέντα οδηγό του τον υπάλληλό του, Γ.
Τ. του Β., ... έτοιμα γουναρικά ενδύματα (παλτά-ζακέτες), ιδιοκτησίας του ενάγοντος, τα οποία φόρτωσε ο οδηγός Γ. Τ. στο υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... φορτηγό, ρυμουλκό αυτοκίνητό του, μάρκας ..., το οποίο διέθετε και συρόμενη δεύτερη καρότσα, μαζί με τα συνοδευτικά αυτών έγγραφα, ήτοι το υπ' αριθμ. ... Δελτίο Αποστολής μη τιμολογηθέντων αποθεμάτων της αποστέλλουσας εταιρίας και το με αριθμό ...
Τιμολόγιο - Φορτωτική του εναγομένου (άρθρ. 6 και 7 ΚΦΣ). Την ίδια ημέρα, ο εν λόγω μεταφορέας είχε παραλάβει και άλλα επιστρεφόμενα γουνεμπορεύματα από άλλους πωλητές γουναρικών του Η. και του Ρ., συνάπτοντας παρόμοιες συμβάσεις μεταφοράς, προκειμένου να τα παραδώσει στους ιδιοκτήτες γουνοποιούς Κ., με αποτέλεσμα το φορτηγό του να μεταφέρει κατά την εν λόγω διαδρομή, από την Κρήτη στην Καστοριά, περίπου 4.000 γουναρικά ενδύματα, των οποίων η εμπορική αξία υπολογίζεται σε εκατομμύρια ευρώ.
Ακολούθως, περί ώρα 21.30 μ.μ. της ... και αφού ολοκληρώθηκε η παραλαβή και φόρτωση των εμπορευμάτων, το ως άνω έμφορτο με γούνες φορτηγό αυτοκίνητο, με τον οδηγό του, Γ. Τ., επιβιβάστηκε σε πλοίο από το λιμάνι του Η. Κ. και περί ώρα 6.30 π.μ. της …. κατέπλευσε στο λιμάνι του Π., όπου και αποβιβάστηκε και μέσω της εθνικής οδού Α.-Λ.
κατευθύνθηκε προς Κ.. Περί ώρα 7.20 π.μ. της ….. και ενώ το φορτηγό αυτοκίνητο του μεταφορέα - εναγομένου κινείτο στην ως άνω Εθνική οδό, λίγο πριν την έξοδο της Ρ., ο οδηγός του φορτηγού Γ. Τ. παρατήρησε ότι σε χώρο στάθμευσης της Εθνικής Οδού βρισκόταν σταθμευμένο ένα σκούρου χρώματος όχημα, τύπου S., με αναμμένο φάρο χρώματος μπλε, το οποίο προσομοίαζε με αστυνομικό όχημα.
Το τελευταίο, στη θέα του ως άνω φορτηγού, το οποίο έφερε τα διακριτικά του τόπου της Κ., έσπευσε με ταχύτητα να το ακολουθήσει και με τη χρήση ηχητικών σημάτων, καθώς και το φάρο που / παρέμενε ενεργοποιημένος, ο συνοδηγός του αυτοκινήτου έκανε σήμα στον οδηγό του φορτηγού Γ. Τ., προκειμένου να ακινητοποιήσει το όχημα που οδηγούσε, ενώ την ίδια στιγμή ο οδηγός του αυτοκινήτου που προσομοίαζε με αστυνομικό όχημα, μπήκε μπροστά και απέκλεισε την πορεία του φορτηγού.
Τελικά, ο Γ. Τ. ακινητοποίησε το ως άνω φορτηγό στο 72° χιλιόμετρο της εθνικής οδού Α. - Λ., ενώ μπροστά από αυτό ακινητοποιήθηκε το ειδικά διαμορφωμένο, κατά τα προαναφερόμενα, "αστυνομικό" όχημα. Από το όχημα αυτό αποβιβάστηκαν ο οδηγός και ο συνοδηγός του, οι οποίοι φορούσαν ενδύματα με τα διακριτικά της Ελληνικής Αστυνομίας (ήτοι παντελόνια σκούρου χρώματος, γάντια και μπλε μπουφάν με τα σήματα της αστυνομίας POLICE).
Αμέσως κατευθύνθηκαν με ταχύ βηματισμό προς το ως άνω φορτηγό με αριθμό κυκλοφορίας ... και ενημέρωσαν τον οδηγό του, Γ. Τ., ψευδώς ότι είναι αστυνομικοί και ότι επρόκειτο να διενεργήσουν έλεγχο και του ζήτησαν να κατέλθει. Στη συνέχεια, χωρίς στην πραγματικότητα να είναι αστυνομικοί, αλλά διενεργώντας παρά το νόμο πράξη αναγόμενη στα αστυνομικά καθήκοντα, υπέβαλαν σε σωματική έρευνα τον οδηγό Γ.
Τ. και, με τη χρήση σωματικής βίας εναντίον του, έθεσαν σ' αυτόν χειροπέδες. Ταυτόχρονα, ο οδηγός του ως άνω δήθεν αυτοκινήτου της αστυνομίας ανέβηκε στο φορτηγό και έψαξε στο εσωτερικό του και στη συνέχεια και οι δύο δράστες οδήγησαν τον οδηγό Γ. Τ. στο διαμορφωμένο, ως όχημα της Ελληνικής Αστυνομίας, αυτοκίνητο και τον εξανάγκασαν να καθίσει στο πίσω κάθισμα, όπου βρισκόταν και έτερο άτομο - δράστης, που δεν έφερε διακριτικά της αστυνομίας, αλλά φούτερ με κουκούλα, που δεν κάλυπτε τα χαρακτηριστικά του προσώπου του.
Εκεί ακινητοποίησαν τον Γ. Τ. και τοποθέτησαν στο κεφάλι του αδιαφανή κουκούλα, ώστε να στερείται προσωρινά την όρασή του. Ακολούθως, οι δράστες με το ανωτέρω αυτοκίνητο κατευθύνθηκαν σε ερημική περιοχή πλησίον του χωριού Ρ., όπου και παρέμειναν για χρονικό διάστημα περίπου δύο ωρών, κρατώντας πάντοτε ακινητοποιημένο τον Γ.
Τ. (με χειροπέδες και αδιαφανή κουκούλα) στο πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου, ενώ οι δράστες (οδηγός, συνοδηγός και συνεπιβάτης) έξωθεν του αυτοκινήτου επιχειρούσαν με τα κινητά τους τηλέφωνα να ενημερωθούν για την πορεία της ληστείας, μιλώντας ρώσικα. Στο μεταξύ οι λοιποί συμμέτοχοι των ως άνω δραστών, άμεσα κατά τον ως άνω χρόνο αφαίρεσαν το φορτηγό μαζί με τα εμπορεύματα που μετέφερε και διέφυγαν προς άγνωστη κατεύθυνση με οδηγό τον Ι.
Π. του Ι., ίχνη του οποίου από βιολογικό υλικό βρέθηκαν πάνω στο τιμόνι του φορτηγού. Μόλις ενημερώθηκαν ότι η ληστεία ολοκληρώθηκε επιτυχώς, οι άνω δράστες άφησαν ελεύθερο σε δασώδη περιοχή τον οδηγό του φορτηγού, Γ. Τ., κοντά στο χωριό Ρ., αφού του έδωσαν το χρηματικό ποσό των 11 ευρώ για να επιστρέφει στην Α.
και τον απείλησαν ότι, αν ειδοποιήσει τις αρχές, θα τον εντοπίσουν και θα τον βλάψουν. Ο Γ. Τ., έχοντας δεμένα τα χέρια του με χειροπέδες, μετέβη στις εγκαταστάσεις μιας εταιρίας κοντά στη Ρ., από όπου ειδοποίησε την Αστυνομία, η οποία ενημερώθηκε ότι το φορτηγό έφερε σύστημα εντοπισμού γεωγραφικής θέσης, με αποτέλεσμα να εντοπιστεί αυτό στη θέση Ά.
Ι. στον Α., κλειδωμένο, χωρίς ίχνη παραβίασης και χωρίς κλειδιά πλησίον. Αφού ανοίχθηκε το φορτηγό με δεύτερα κλειδιά, τα οποία ο προστηθείς οδηγός του εναγομένου μεταφορέα πήρε από τη μάσκα του φορτηγού, όπου τα είχε κρυμμένα, διαπιστώθηκε ότι έλειπαν από το εσωτερικό του προσωπικά του έγγραφα, τα κινητά του τηλέφωνα, ένα τάμπλετ, μια φόρμα, μπλούζες και το χρηματικό ποσό των 1.445 ευρώ από το ντουλαπάκι του φορτηγού, ενώ από τα εμπορεύματα δεν είχαν αφαιρεθεί εμπορεύματα - γούνες.
Για την αναζήτηση της καρότσας ακολουθήθηκε από τους αστυνομικούς, μέσω του ηλεκτρονικού συστήματος GPS που διέθετε το φορτηγό, η πορεία του από τη στιγμή της αφαίρεσής του από την κατοχή του οδηγού του, Γ. Τ., μέχρι τη στιγμή του εντοπισμού του και έτσι εντοπίστηκε πρωϊνές ώρες της επόμενης ημέρας, …, στον Α., σε εγκαταλελειμμένο οικόπεδο κοντά στην οδό Θ., η καρότσα αυτού, με την κλειδαριά της σπασμένη για να αφαιρεθεί το εμπόρευμα που υπήρχε στο εσωτερικό της.
Διαπιστώθηκε στη συνέχεια ότι οι δράστες μπόρεσαν να αφαιρέσουν πάνω από το 1/4 του εμπορεύματος, ήτοι 1.100 γούνες. Στην εν λόγω δεύτερη καρότσα βρέθηκε και ένας μηχανισμός που μετράει τη συχνότητα των ραδιοεκπομπών που λαμβάνει και η οποία, αν βρεθεί κοντά σε πηγή εκπομπής ραδιοσημάτων, δονείται και ανάβει φωτεινή ερυθρή ένδειξη, χρησιμοποιείται δε για να εντοπίζει τις εκπομπές ραδιοσυχνοτήτων που αποστέλλονται από τα συστήματα εντοπισμού γεωγραφικής θέσης GPS μέσω ασυρμάτου τηλεπικοινωνιακού δικτύου.
Ανάμεσα στα αφαιρεθέντα από τους δράστες γούνινα εμπορεύματα εκλάπησαν και 528 γουναρικά ενδύματα, μεταφερόμενα αναρτημένα σε κρεμάστρες, ιδιοκτησίας του ενάγοντος, συνολικής αξίας περίπου 700.000 ευρώ. Περαιτέρω, αποδείχτηκε ότι μετά από συντονισμένες έρευνες των Αστυνομικών Αρχών, οι τελευταίες οδηγήθηκαν στη σύλληψη έξι (6) συνολικά δραστών, ήτοι των Λ.
Θ., Ι. Κ., Ι. Σ., Χ. Ν., Ν. Π. και Ι. Π., εναντίον των οποίων ασκήθηκε ποινική δίωξη για τα εγκλήματα της συγκρότησης και συμμετοχής σε εγκληματική οργάνωση, της αρπαγής από κοινού, της αντιποίησης αρχής, των διακεκριμένων κλοπών από κοινού από δύο ή περισσότερους δράστες που έχουν ενωθεί για να διαπράττουν κλοπές ή ληστείες κατ' εξακολούθηση και κατ' επάγγελμα και της ληστείας από κοινού, όπως προβλέπονται και τιμωρούνται από τις διατάξεις των άρθρων 45, 175, 322, 374 περ.
δ και ε, 380 και 187 Π.Κ., καθώς και για παράνομη κατοχή όπλων και πυρομαχικών του Ν. 2168/93. Κατόπιν περατώσεως της κύριας ανάκρισης, με το υπ' αριθμ. 3962/2015 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, οι ως άνω κατηγορούμενοι παραπέμφθηκαν να δικαστούν στο ακροατήριο του Α' Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, εκδόθηκε δε ακολούθως η με αριθμ. 3264/2016 καταδικαστική απόφαση του προαναφερθέντος Δικαστηρίου.
Στη συνέχεια, μετά την άσκηση εφέσεων εκ μέρους των άνω καταδικασθέντων, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 1764/2018 απόφαση του Β' Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία καταδικάστηκαν οι προαναφερθέντες (πλην άλλων πράξεων) για την πράξη της ληστείας σε βάρος του Γ. Τ., πλην του κατηγορουμένου Ν. Π. που κηρύχθηκε αθώος για την πράξη αυτή και επιπλέον οι Ι.
Σ. και Χ. Ν. για την πράξη της αρπαγής από κοινού σε βάρος του Γ. Τ.. Αποδείχτηκε δε, ότι ένας εκ των ανωτέρω καταδικασθέντων δραστών, ο Ι. Κ., κάτοικος Α. Α. (καταδικασθείς ως ηθικός αυτουργός της άνω ληστείας), γνωρίζοντας την παραπάνω διαδικασία των συμβάσεων παρακαταθήκης των γουνοποιών με εμπόρους της Κ.
και την επιστροφή των γουνεμπορευμάτων στην Κ. τον μήνα Οκτώβριο, μετέβη ο ίδιος στην Κ. και με το πρόσχημα της παροχής εργασίας σε διάφορους εμπόρους του νησιού, βοήθησε στη φόρτωση των γουναρικών από την επιχείρηση Τ. - Κ. και συγκέντρωσε με αυτό τον τρόπο πληροφορίες για τα εμπορεύματα, τα δρομολόγια και τα στοιχεία του με αριθμό κυκλοφορίας ...
ΔΧ φορτηγού του εναγομένου μεταφορέα, τις οποίες και γνωστοποίησε στα λοιπά μέλη της εγκληματικής οργάνωσης για τη διάπραξη της εν λόγω ληστείας. Επιπλέον, από τις συνεχιζόμενες έρευνες των Αστυνομικών Αρχών, εντοπίστηκαν τον Μάρτιο του … στην κατοχή του Ν. Π. στην παραλία Κ., στο 2°χλμ. της Εθνικής οδού Κ.-Π.
Κ., 146 γούνινα ενδύματα, από τα 528 συνολικά που απώλεσε ο ενάγων και του αποδόθηκαν στις … (...), ενώ τα υπόλοιπα 382 δεν ανευρέθηκαν ποτέ και απωλέσθηκαν οριστικά. Στη συνέχεια, ο ενάγων, Σ. Π., μαζί με την ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "Ε.Γ.Ε. F. Φ. - Β. Α.Ε.Ε.", άσκησαν τη με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως ... αγωγή εναντίον του εναγομένου Α.
Κ., με το ίδιο περίπου περιεχόμενο με την υπό κρίση αγωγή, ενώ ο εναγόμενος άσκησε προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση - παρεμπίπτουσα αγωγή με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως ... εναντίον της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία ""E. V. A." και η τελευταία άσκησε πρόσθετη παρέμβαση υπέρ του εναγομένου με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως ....
Κατά την εκφώνηση των ως άνω υποθέσεων κατά τη δικάσιμο της 20ης.10.2016, οι ενάγοντες δήλωσαν ότι παραιτούνται από το δικόγραφο της προαναφερόμενης αγωγής και κατόπιν έκδοσης της με αριθμό 11/2016 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καστοριάς, αφού συνεκδικάστηκαν τα ως άνω δικόγραφα, αντιμωλία όλων των διαδίκων, κηρύχθηκε η δίκη καταργημένη επί της κύριας αγωγής, της προσεπίκλησης και της πρόσθετης παρέμβασης, ενώ στη συνέχεια επανήλθε μόνο ο πρώτος ενάγων με την άσκηση της υπό κρίση αγωγής, στηρίζοντας τις αξιώσεις του κυρίως στην ενδοσυμβατική ευθύνη από σύμβαση χερσαίας μεταφοράς και επικουρικώς σε αδικοπραξία.
Διατείνεται ήδη ο ενάγων ότι η οριστική απώλεια των 382 γουναρικών ενδυμάτων και η ζημία που υπέστη από τα 146 γουναρικά ενδύματα, που ανευρέθησαν μήνες μετά τη διάπραξη της ληστείας και του παραδόθηκαν κατεστραμμένα, με την αφαίρεση του φορτηγού του εναγομένου από άοπλους και πρόχειρα μεταμφιεσμένους σε αστυνομικούς δράστες και χωρίς χρήση βίας, ασφαλώς και δεν οφείλεται, ούτε σε μη προβλέψιμο (απρόβλεπτο) γεγονός, αλλά ούτε και σε ανυπέρβλητο - ακαταμάχητο γεγονός, που ο εναγόμενος μεταφορέας Α.
Κ. και ο προστηθείς οδηγός του δεν μπορούσαν να προβλέψουν και να αποτρέψουν, λαμβάνοντας μέτρα άκρας σύνεσης και επιμέλειας, όπως αντιθέτως και εσφαλμένα έκρινε το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο. Κατά την κρίση όμως και του παρόντος Δικαστηρίου και υπό τις ανωτέρω περιγραφείσες συνθήκες που τελέστηκε η ληστεία σε βάρος του οδηγού Γ.
Τ., η αφαίρεση και απώλεια των ενδίκων γουνεμπορευμάτων, ιδιοκτησίας του ενάγοντας, οφείλεται σε γεγονός ανωτέρας βίας, ήτοι την επίδικη ληστεία, η οποία δεν μπορούσε να προβλεφθεί με μέτρα άκρας επιμέλειας και σύνεσης του εναγομένου μεταφορέα και του προστηθέντος οδηγού του. Ειδικότερα, τα ως άνω μέλη της εγκληματικής οργάνωσης, αφού στοχοποίησαν το εν λόγω φορτηγό, με το οποίο θα επιστρέφονταν στους γουνοποιούς της Κ.
τα εμπορεύματα που είχαν αποστείλει στην αρχή της τουριστικής περιόδου προς πώληση στους γουνεμπόρους της Κ., μετήλθαν ιδιαίτερου τεχνάσματος προκειμένου να ακινητοποιήσουν το έμφορτο όχημα και τον οδηγό του, χωρίς να κινήσουν υποψίες και να συναντήσουν την οποιαδήποτε αντίσταση. Αντιποιούμενοι την αστυνομική αρχή, με ειδικά διαμορφωμένο όχημα, ηχητικά σήματα και αναμμένο φάρο (ενεργοποιημένο), που προσομοίαζαν αυτά της αστυνομίας και φορώντας ρούχα (παντελόνια σκούρου χρώματος, γάντια και μπλε μπουφάν που έφεραν τα διακριτικά της Ελληνικής Αστυνομίας), προσποιήθηκαν τη διενέργεια αστυνομικού ελέγχου στο φορτηγό-αυτοκίνητο του εναγομένου - μεταφορέα και, με το πρόσχημα του σωματικού ελέγχου στον προστηθέντα οδηνό του, Γ.
Τ., μετερχόμενοι σωματικής βίας, τον ακινητοποίησαν, του πέρασαν χειροπέδες, τον επιβίβασαν στο "αστυνομικό" τους όχημα και, αφού τον κράτησαν κάποιες ώρες αιχμάλωτο με καλυμμένο το πρόσωπό του, τον απελευθέρωσαν στη συνέχεια, μετά την ολοκλήρωση της ληστείας, εγκαταλείποντάς τον μακριά από κατοικημένη περιοχή.
Ο προστηθείς οδηγός, υπάλληλος του εναγομένου μεταφορέα, υπό τη θέα των άνω δραστών - φερομένων ως αστυνομικών, που δήθεν διενεργούσαν νόμιμο αστυνομικό έλεγχο, δεν θα μπορούσε να έχει υποπτευθεί εξαρχής ότι δεν επρόκειτο για πραγματικό αστυνομικό έλεγχο, αλλά για σχέδιο ληστείας σε βάρος του, καθώς έγινε υπό τις παραπάνω συνθήκες της νομιμοφάνειας ενός αστυνομικού ελέγχου, σε ένα ιδιαίτερα πολυσύχναστο σημείο (Εθνική οδό Α.-Λ.), κατά τη διάρκεια της ημέρας, με κίνηση φυσιολογική για εκείνη την ώρα και ημέρα και με τον ανωτέρω περιγραφέντα τρόπο.
Εξάλλου, ο οδηγός Γ. Τ., έχοντας την πεποίθηση ότι διενεργείται νόμιμος αστυνομικός έλεγχος, κατήλθε άμεσα εκ του οχήματος που οδηγούσε και οι δράστες τον υπέβαλαν σε σωματική έρευνα και, με τη χρήση σωματικής βίας εναντίον του, έθεσαν άμεσα σ' αυτόν χειροπέδες, πριν προλάβει να αντισταθεί ή να τηλεφωνήσει προηγουμένως στον εναγόμενο ή στα κεντρικά της Ελληνικής Αστυνομίας προκειμένου να πάρει την έγκριση για να σταματήσει ή να διαπιστώσει εάν πρόκειται όντως για πραγματικό αστυνομικό έλεγχο, ενώ στη συνέχεια οι δράστες τον επιβίβασαν επί του οχήματος τους, στερώντας του, σε κάθε περίπτωση, τη δυνατότητα να γνωστοποιήσει την εγκληματική αυτή ενέργεια σε βάρος του στους οδηγούς και τυχόν επιβαίνοντες άλλων διερχομένων επί της ιδίας οδού οχημάτων.
Επομένως, ο τρόπος με τον οποίο αντέδρασε ο προστηθείς οδηγός- υπάλληλος του εναγομένου μεταφορέα δεν θα μπορούσε να είναι διαφορετικός, ανεξαρτήτως εάν έφεραν όπλα ή όχι οι δράστες που παρίσταναν τους αστυνομικούς, καθώς, αμέσως μετά την ακινητοποίηση του φορτηγού - αυτοκινήτου, φόρεσαν στον ίδιο χειροπέδες, προφασιζόμενοι πραγματικό αστυνομικό έλεγχο, στερώντας του τη δυνατότητα να αμυνθεί και συνεπώς δεν προσδίδεται σε βάρος του καμία αμελής συμπεριφορά, παρά τους αντίθετους ισχυρισμούς του ενάγοντος.
Άλλωστε, την πορεία του ανωτέρω φορτηγού - αυτοκινήτου, τον αριθμό κυκλοφορίας του, την ώρα αποβίβασής του από το πλοίο και το μέγεθος του εμπορεύματος που μετέφερε, δεν τα έκαναν γνωστά σε όλους στην Κρήτη ο εναγόμενος - μεταφορέας και ο προστηθείς οδηγός του, Γ. Τ., όπως αβάσιμα διατείνεται ο ενάγων, αλλά, κατά τα προεκτεθέντα, ο Ι.
Κ., ο οποίος, γνωρίζοντας την παραπάνω διαδικασία των συμβάσεων παρακαταθήκης των γουνοποιών με εμπόρους της Κ. και την επιστροφή των γουνεμπορευμάτων στην Κ. τον μήνα Οκτώβριο, μετέβη ο ίδιος από την Α.στην Κ. και, με το πρόσχημα της παροχής εργασίας σε διάφορους εμπόρους του νησιού, βοήθησε στη φόρτωση των γουναρικών από την επιχείρηση Τ. - Κ..
Με αυτόν τον τρόπο συγκέντρωσε όλες τις απαραίτητες πληροφορίες για τα εμπορεύματα, τα δρομολόγια και τα στοιχεία του με αριθμό κυκλοφορίας ... ΔΧ φορτηγού του εναγόμενου μεταφορέα, τις οποίες γνωστοποίησε στα λοιπά μέλη της εγκληματικής οργάνωσης, ώστε να σχεδιαστεί και να εκτελεστεί αποτελεσματικά η διάπραξη της εν λόγω ληστείας.
Εξάλλου, οι βασικοί, στοιχειώδεις κανόνες προστασίας και ασφαλούς μεταφοράς του εν λόγω πολύτιμου φορτίου δεν αποδείχτηκε ότι δεν ήταν γνωστές στον προστηθέντα οδηγό του εναγομένου μεταφορέα, καθώς τη συγκεκριμένη δραστηριότητα την πραγματοποιούσε για πολλά χρόνια και μάλιστα χωρίς κανένα περιστατικό κλοπής ή ληστείας στο παρελθόν, διαθέτοντας μεγάλη εμπειρία στον τομέα των εγχώριων και διεθνών μεταφορών.
Άλλωστε, η συνεχής πορεία του φορτηγού - αυτοκινήτου, χωρίς καμία στάση, μετά την αποβίβασή του από το πλοίο στον Π. και η διέλευση από την πολυσύχναστη εθνική οδό Α. - Λ. περί ώρα 7.00 το πρωί, χωρίς να αναμένει ο οδηγός να πυκνώσει η κυκλοφορία, κρίνεται επιβεβλημένη για την προστασία ενός τόσο πολύτιμου φορτίου, καθόσον είναι πιο πιθανή η τέλεση εγκληματικής ενέργειας, όπως κλοπή και ληστεία, σε φορτηγό σταθμευμένο, έστω και σε φυλασσόμενο χώρο, από ότι σε ένα φορτηγό εν κινήσει, όπως εν προκειμένω, το οποίο κατά τον χρόνο της ληστείας εκινείτο στην πολυσύχναστη εθνική οδό Α.-Λ.
και δεν επεδίωξε να σταματήσει για κανένα λόγο. Διατείνεται επίσης ο ενάγων ότι ο εναγόμενος παρέλειψε να λάβει αυξημένα μέτρα ασφαλείας, φύλαξης και προστασίας ενός τόσο πολύτιμου φορτίου και δη α) παρέλειψε να επανδρώσει το εν λόγω μεταφορικό του μέσο με δεύτερο ή και τρίτο άτομο επιβαίνον επί του οχήματος, β) δεν ενημέρωσε πριν την έναρξη της μεταφοράς τις αρμόδιες αστυνομικές αρχές και την Τροχαία για το μεταφερόμενο, εξαιρετικά μεγάλης αξίας, εμπόρευμα, ώστε να υπάρξει σε όλη τη διάρκεια της διαδρομής του φορτηγού του (Κ.
– Κ.) συνοδεία περιπολικού της αστυνομίας και γ) παρέλειψε να αναθέσει σε ειδικά εκπαιδευμένες για τέτοιου είδους πολύτιμες μεταφορές ιδιωτικές εταιρίες ασφαλείας (security) τη συνοδεία του φορτηγού του. Κατά την κρίση όμως του Δικαστηρίου, η ύπαρξη δευτέρου ή και τρίτου ατόμου, ως συνεπιβάτη στο φορτηγό αυτοκίνητο του εναγομένου μεταφορέα, δεν θα προσέδιδε μεγαλύτερη φύλαξη και προστασία του μεταφερόμενου φορτίου, καθόσον, αφού το φορτηγό παρακολουθείτο από τα μέλη της (πολυμελούς) εγκληματικής οργάνωσης όλες τις προηγούμενες ημέρες, είναι βέβαιο ότι, εάν τυχόν υπήρχαν συνεπιβαίνοντες στο όχημα, οι δράστες θα το γνώριζαν και αναλόγως θα μετέβαλαν τον αριθμό των ατόμων που συγκροτούσαν την "αστυνομική" δύναμη που πραγματοποίησε τον υποτιθέμενο αστυνομικό έλεγχο, ώστε να ακινητοποιήσουν όλους τους επιβαίνοντες, επιτυγχάνοντας έτσι αποτελεσματικά τον σκοπό τους.
Πέραν τούτων, δεν προβλέπεται η υποχρέωση των αστυνομικών αρχών να συνοδεύουν ιδιωτικές εταιρίες μεταφοράς, έστω και αν μεταφέρουν πολύτιμα φορτία ή και χρηματαποστολές, προκειμένου να τους παράσχουν προστασία και ασφάλεια από πιθανές κλοπές και ληστείες. Αλλά ακόμη και αν προβλεπόταν, η διαδρομή που θα κάλυπτε το φορτηγό αυτοκίνητο του εναγομένου από Π.
μέχρι Κ., περιλαμβάνει πολλούς νομούς και διαφορετικές αστυνομικές διευθύνσεις, γεγονός που θα απαιτούσε την κινητοποίηση περισσοτέρων αστυνομικών δυνάμεων όλων των εμπλεκομένων νομών, με μέτρα ασφαλείας που δεν δικαιολογεί ούτε η συνοδεία προσώπων υψίστης ασφαλείας. Η επικαλούμενη από τον ενάγοντα συνδρομή της Ελληνικής Αστυνομίας για τη μεταφορά των γουνεμπορευμάτων στο εκθεσιακό κέντρο της Διεθνούς Έκθεσης Γούνας της Αθήνας, πραγματοποιήθηκε στο παρελθόν κατόπιν έγγραφων αιτημάτων του Συνδέσμου Ελλήνων Γουνοποιών προς το αρμόδιο Υπουργείο Δημόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη, με αποκλειστικά δικά του έξοδα (του Συνδέσμου Γουνοποιών), λόγω των βανδαλισμών που είχαν λάβει χώρα στο πλαίσιο της πρώτης Διεθνούς Έκθεσης Γούνας κατά το έτος 2011, από φιλοζωικές οργανώσεις και λοιπά κινήματα εναντίον της γουνοποιίας και για την επίτευξη της ασφάλειας των επισκεπτών από όλο τον κόσμο.
Η διεθνής έκθεση Γούνας στην Αθήνα, με τις διενεργούμενες στο πλαίσιό της επιμέρους εκδηλώσεις, συνιστά κορυφαία διοργάνωση με διεθνή εμβέλεια και προσελκύει μεγάλο αριθμό επισκεπτών από διάφορα μέρη (όπως τη Ρωσία, Ουκρανία, Τουρκία, Καναδά κλπ) και από διάφορους τομείς δραστηριότητας του χώρου. Είναι λοιπόν προφανές ότι οι μεταφορές γουναρικών ενδυμάτων στο πλαίσιο εμπορικών συναλλαγών, όπως εν προκειμένω, διαφοροποιούνται σαφώς, ως προς τη φύση και την εμβέλειά τους, από τη μεταφορά γουνεμπορευμάτων στη Διεθνή Έκθεση Γούνας και μάλιστα σε μικρή, σχετικά, απόσταση και μόνο για τους λόγους που αναφέρθηκαν ανωτέρω, με όλα τα έξοδα χιλιομέτρων και ωρών εργασίας πληρωμένα από τον Σύνδεσμο γουνοποιών.
Άλλωστε, η μη συνοδεία αστυνομικών δυνάμεων του εν λόγω πολύτιμου φορτίου ήταν γνωστή στον ενάγοντα και δεν κατέστη αντικείμενο διαπραγμάτευσης και συμφωνίας με τον εναγόμενο - μεταφορέα, ενώ, προσέτι, το συγκεκριμένο μέτρο ασφαλείας δεν αποδείχθηκε ότι το ελάμβανε ο εναγόμενος στο παρελθόν σε αντίστοιχες περιπτώσεις μεταφοράς γουνεμπορευμάτων στο πλαίσιο εμπορικών συναλλαγών.
Περαιτέρω, δεν αποδεικνύεται ότι ο εναγόμενος μεταφορέας είχε συνάψει σύμβαση χερσαίας μεταφοράς με την εταιρία "Ε. F. Φ. - Β. Α. - Γ. Δ." υπέρ του ενάγοντος, παραλήπτη των εμπορευμάτων, με τον πρόσθετο όρο να λάβει επιπλέον μέτρα ασφάλειας και προστασίας του φορτίου του, προσλαμβάνοντας με έξοδα των αντισυμβαλλομένων του ή με αυξημένο κόμιστρο, ιδιωτική ασφάλεια (security), με φύλακες να τον συνοδεύουν σε όλη τη διαδρομή.
Αντιθέτως, ο εναγόμενος, στο πλαίσιο της συμφωνίας του με τον ενάγοντα, έλαβε όλα τα απαραίτητα μέτρα ασφαλείας που ελάμβανε και όλα τα προηγούμενα χρόνια που εκτελούσε το ίδιο ακριβώς δρομολόγιο, μεταφέροντας γουναρικά ενδύματα μεγάλης αξίας, πολλών γουνοποιών, μεταξύ των οποίων και του ενάγοντος. Η υποχρέωση συνεπώς του εναγομένου μεταφορέα να έχει πάντοτε ως συνοδεία μαζί του αυτοκίνητο ιδιωτικής ασφάλειας (security), όταν εκτελεί τέτοιου είδους δρομολόγιο, δεν αποτέλεσε όρο της συμφωνίας του με τους γουνεμπόρους της Κρήτης ή αίτημα των παραληπτών γουνοποιών Κ., ούτε στο παρελθόν αλλά ούτε και στην επίδικη περίπτωση και επομένως δεν αναιρείται το γεγονός ότι η ληστεία αποτέλεσε έκτακτο περιστατικό ανωτέρας βίας, μη αντιμετωπίσιμο με μέτρα άκρας επιμέλειας και σύνεσης.
Περαιτέρω, η ασφάλιση μεταφοράς εμπορευμάτων με τη μεσολάβηση του μεταφορέα εναγομένου συνιστά διακριτή υπηρεσία από εκείνη της διαμετακόμισης πραγμάτων από τόπο σε τόπο και, εφόσον ο πελάτης επέλεγε και ζητούσε την ασφάλιση με τη διαμεσολάβηση του εναγομένου, θα υπέκειτο σε επιπρόσθετη χρέωση. Την ως άνω ασφάλιση μεταφοράς πραγμάτων θα μπορούσαν επίσης, ως κύριοι των εμπορευμάτων και φορείς του ασφαλιστικού συμφέροντος, να διενεργήσουν και οι ίδιοι οι κύριοι των εμπορευμάτων, απευθυνόμενοι ατομικά σε κάποια ασφαλιστική εταιρία της επιλογής τους ή έστω να αναθέσουν στον εναγόμενο μεταφορέα να έρθει σε επαφή για λογαριασμό τους με ασφαλιστική εταιρία.
Εν προκειμένω, όμως, ούτε ο ενάγων, ως παραλήπτης και ιδιοκτήτης των εμπορευμάτων, ούτε και η "Ε.Γ.Ε. F. Φ.-Β.", ως αποστολέας- αντισυμβαλλόμενος της επίδικης σύμβασης χερσαίας μεταφοράς δεν έδωσαν ποτέ εντολή ασφάλισης μεταφοράς των γουνεμπορευμάτων τους, οι ίδιοι σε κάποια ασφαλιστική εταιρία της επιλογής τους, ή μέσω του εναγομένου μεταφορέα, Α.
Κ., όπως αντίστοιχα φρόντισε, με δική του πρωτοβουλία, να πράξει επιμελώς ο παραλήπτης Μ. Γ., γουνοποιός Κ., προκειμένου να αποζημιωθεί για την αξία των εμπορευμάτων του σε περίπτωση απώλειας και από τυχαίο γεγονός. Από το γεγονός αυτό συνάγεται σαφώς ότι ο ενάγων, ως κύριος των εμπορευμάτων, εμπιστευόταν τον εναγόμενο μεταφορέα και ότι τα συνήθη μέτρα φύλαξης και ασφάλειας που ελάμβανε σε κάθε παρόμοια μεταφορά δεν δημιουργούσαν στον ενάγοντα την ανάγκη να αναζητήσει μεγαλύτερες εξασφαλίσεις.
Αποδείχθηκε ακόμη ότι το κυρίως φορτηγό αυτοκίνητο διέθετε κρυφό σύστημα εντοπισμού θέσης (GPS), δυνάμει του οποίου και ανευρέθη την ..., μετά την απελευθέρωση του οδηγού Γ. Τ. από τους δράστες, μέσω της εταιρίας γεωεντοπισμού και της Ασφάλειας Αττικής στην περιοχή του ..., στη θέση ... Στη συνέχεια, ακολουθώντας την αντίστροφη πορεία των ιχνών του GPS, η αστυνομία εντόπισε, πρωινές ώρες της επόμενης ημέρας, ..., και τη ρυμουλκούμενη καρότσα, σε εγκατελειμμένο οικόπεδο, κοντά στην οδό Θ., στην ίδια περιοχή του ....
Ο εναγόμενος μεταφορέας ισχυρίζεται ότι η μη εγκατάσταση χωριστού συστήματος εντοπισμού θέσης (GPS) στη ρυμουλκούμενη καρότσα δεν ήταν τεχνικά εφικτή υπό την κανονική διαμόρφωση του ρυμουλκούμενου και ότι απαιτείτο προς τούτο ειδική μπαταρία για να καταστεί και αυτό δεκτικό εγκατάστασης GPS. Σε κάθε όμως περίπτωση, πρέπει να σημειωθεί ότι, ως αποδείχθηκε, οι δράστες είχαν μαζί τους, αρχικά στο κυρίως φορτηγό αυτοκίνητο και έπειτα στην εγκαταλελειμμένη ρυμουλκούμενη καρότσα, μία συσκευή παρεμβολής σημάτων, έτσι ώστε τα σήματα που ελάμβανε η εταιρία γεωεντοπισμού σε σχέση με τη θέση του φορτηγού να είναι εσφαλμένα, με αποτέλεσμα να μην μπορούν να το εντοπίσουν αμέσως.
Ειδικότερα, η συσκευή αυτή περιείχε ένα μηχανισμό που μετράει τη συχνότητα των ραδιεκπομπών που λαμβάνει και αν βρεθεί κοντά σε πηγή εκπομπής ραδιοσημάτων δονείται και ανάβει φωτεινή ερυθρή ένδειξη, χρησιμοποιείται δε για να εντοπίζει τις εκπομπές ραδιοσυχνοτήτων που αποστέλλονται από τα συστήματα εντοπισμού γεωγραφικής θέσης GPS μέσω ασύρματου τηλεπικοινωνιακού δικτύου. " Συνακόλουθα, ακόμη και αν διέθετε σύστημα GPS η ρυμουλκούμενη καρότσα, λόγω ακριβώς της χρήσης αυτής της συσκευής από τους δράστες της ληστείας, δεν θα μπορούσε να εντοπιστεί εγκαίρως, καθώς η συσκευή θα εξουδετέρωνε τυχόν εκπεμπόμενα από αυτό σήματα GPS και το αποτέλεσμα θα ήταν το ίδιο.
Εξάλλου, ακόμη και αν ο εναγόμενος μεταφορέας είχε υπό συνεχή παρακολούθηση τη διαδρομή του φορτηγού- αυτοκινήτου μέσω του ως άνω Συστήματος Εντοπισμού Γεωγραφικής Θέσης (GPS) που διέθετε, λόγω ακριβώς της χρήσης της ανωτέρω συσκευής παρεμβολής των δραστών, δε θα ήταν δυνατόν να αντιληφθεί την ακινητοποίηση του οχήματος, ώστε να προσπαθήσει να επικοινωνήσει αρχικά με τον προστηθέντα οδηγό του και στη συνέχεια με την αστυνομία.
Κατόπιν όλων όσων προεκτέθηκαν, συνάγεται ότι η απώλεια των ενδίκων γουνεμπορευμάτων του ενάγοντος και η ζημία που υπέστη οφείλονται σε γεγονός ανωτέρας βίας, ήτοι την επίδικη ληστεία, η οποία δεν μπορούσε να προβλεφθεί με μέτρα άκρας επιμέλειας και σύνεσης του εναγομένου μεταφορέα και του προστηθέντος οδηγού του, καθώς ο εναγόμενος μεταφορέας είχε αποδεδειγμένα προβεί σε όλα τα ειθισμένα, σύμφωνα με τα οικεία συναλλακτικά ήθη, μέτρα ασφαλείας, που παρείχαν όλα τα εχέγγυα για την ασφαλή διεξαγωγή της ανατεθείσας σε αυτόν οδικής μεταφοράς, ενώ ο προστηθείς στην οδήγηση - υπάλληλός του, Γ.
Τ., δεν επέδειξε αμελή συμπεριφορά κατά την εκτέλεσή της, διότι η απώλεια των ενδίκων γουνεμπορευμάτων οφείλονταν σε ακαταμάχητη δύναμη (ληστεία), η οποία πραγματοποιήθηκε από περισσότερα άτομα συγκροτούντο εγκληματική οργάνωση, βάσει οργανωμένου σχεδίου δράσης και με τη χρήση ιδιαίτερων τεχνασμάτων και άσκηση βίας σε βάρος του παθόντος - οδηγού Γ.
Τ., υπό συνθήκες ασυνήθιστες, τις συνέπειες των οποίων δεν μπορούσε να προβλέψει και να αποφύγει. Συνακόλουθα, ενόψει των άνω εκτεθέντων, δεν συντρέχει περίπτωση ενδοσυμβατικής, αλλά ούτε και αδικοπρακτικής ευθύνης του εναγομένου μεταφορέα και του προστηθέντος οδηγού του ως προς την αφαίρεση και απώλεια των ενδίκων γουνεμπορευμάτων του ενάγοντος και την εξ αυτής επικαλουμένη ζημία του".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, το οποίο, αφού δέχθηκε την προβληθείσα από τον πρώτο αναιρεσίβλητο και την υπέρ αυτού προσθέτως παρεμβαίνουσα ένσταση ανώτερης βίας, συνιστάμενη σε γεγονός τυχαίο και απρόβλεπτο, το οποίο με βάση τις ειδικές συνθήκες της συγκεκριμένης περίπτωσης δεν μπορούσε να αποτραπεί ακόμα και με μέτρα άκρας επιμέλειας και σύνεσης, απέρριψε την από ...
αγωγή του αναιρεσείοντος ως κατ' ουσίαν αβάσιμη.
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες, ως προς το κρίσιμο ζήτημα της συνδρομής ή μη ανώτερης βίας για την απώλεια των εμπορευμάτων του αναιρεσείοντος, στο πρόσωπο του μεταφορέα του μεταφορικού φορτηγού αυτοκινήτου, υπό τις ανωτέρω συνθήκες, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 102 του ΕμπΝ, 330, και 914 ΑΚ.
Ειδικότερα: α) ενώ δέχεται ότι η ύπαρξη δευτέρου ή και τρίτου ατόμου, ως συνεπιβάτη στο φορτηγό αυτοκίνητο του εναγομένου μεταφορέα, δεν θα προσέδιδε μεγαλύτερη φύλαξη και προστασία του μεταφερόμενου φορτίου, καθόσον, αφού το φορτηγό παρακολουθείτο από τα μέλη της (πολυμελούς) εγκληματικής οργάνωσης, είναι βέβαιο ότι, εάν τυχόν υπήρχαν συνεπιβαίνοντες στο όχημα, οι δράστες θα το γνώριζαν και αναλόγως θα μετέβαλαν τον αριθμό των ατόμων που συγκροτούσαν την "αστυνομική" δύναμη που πραγματοποίησε τον υποτιθέμενο αστυνομικό έλεγχο, ώστε να ακινητοποιήσουν όλους τους επιβαίνοντες, επιτυγχάνοντας έτσι αποτελεσματικά τον σκοπό του, δεν διαλαμβάνεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, αν η παραχώρηση από τον αναιρεσίβλητο μεταφορέα στον ως άνω προστηθέντα οδηγό επιβαίνοντα συνοδού θα ενεργούσε θετικά ή όχι ως προς την από κοινού αντιμετώπιση εκ μέρους αυτών των συγκεκριμένων συνθηκών πριν την κάθοδο του οδηγού από το φορτηγό αυτοκίνητο, αφενός μεν με αμοιβαία συνεκτίμηση της πραγματικής κατάστασης σχετικά με την πραγματική ή μη διενέργεια αστυνομικού ελέγχου, καθόν χρόνο το προσομοιάζον με αυτοκίνητο της αστυνομικής αρχής όχημα των δραστών ακολουθούσε το φορτηγό μέχρι τον αποκλεισμό της πορείας του, αφετέρου δε με την παροχή δυνατότητας ειδοποίησης, από τον οδηγό ή το συνοδό, του μεταφορικού γραφείου του αναιρεσιβλήτου περί διενέργειας αστυνομικού ελέγχου και επικείμενης στάσης εξ αιτίας αυτού του φορτηγού, είτε τηλεφωνικά είτε με ενεργοποίηση του κουμπιού S.O.S. της συσκευής G.P.S, εφόσον διέθετε τέτοιο κουμπί κινδύνου το εγκατεστημένο σε φορτηγό αυτοκίνητο σύστημα γεωποντισμού, ζήτημα για το οποίο, επίσης, δεν διαλαμβάνει παραδοχή η προσβαλλόμενη, β) ενώ δέχεται ότι το κυρίως φορτηγό αυτοκίνητο διέθετε σύστημα εντοπισμού γεωγραφικής θέσης (GPS), δυνάμει του οποίου και ανευρέθη την ..., μετά την απελευθέρωση του οδηγού Γ.
Τ. από τους δράστες, μέσω της εταιρίας γεωεντοπισμού και της Ασφάλειας Αττικής στην περιοχή του ... και ότι οι δράστες είχαν στην αρχή στο κυρίως φορτηγό αυτοκίνητο συσκευή συσκευής παρεμβολής σημάτων, δεν διαλαμβάνεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, αν ο εναγόμενος μεταφορέας μπορούσε ή όχι να έχει υπό συνεχή παρακολούθηση τη διαδρομή του φορτηγού- αυτοκινήτου μέσω του ως άνω συστήματος και, σε καταφατική περίπτωση, αν είχε τη δυνατότητα, εφόσον ακινητοποιείτο το φορτηγό αυτοκίνητο, άμεσης αναζήτησης της αιτίας διακοπής πριν την κατάληψη του φορτηγού αυτοκινήτου και επίσης αν, λόγω θέσης σε λειτουργία της συσκευής παρεμβολής σημάτων, η παρεμβολή αυτή θα επέφερε ή όχι διαρκή και ολοκληρωτική διακοπή ή διατάραξη του συστήματος λειτουργίας του συστήματος G.P.S., ώστε να παρέχεται ή μη η άμεση δυνατότητα διαπίστωσης της διακοπής ή αλλαγής πορείας του αυτοκινήτου και γενικά η ένδειξη ύποπτου προβλήματος στην κίνηση του φορτηγού αυτοκινήτου, γ) δέχεται ότι ακόμη και αν διέθετε σύστημα GPS η ρυμουλκούμενη καρότσα, λόγω ακριβώς της χρήσης αυτής της συσκευής από τους δράστες της ληστείας, δεν θα μπορούσε αυτή να εντοπιστεί εγκαίρως, καθώς η συσκευή θα εξουδετέρωνε τυχόν εκπεμπόμενα από αυτό σήματα GPS, και έτσι το αποτέλεσμα θα ήταν το ίδιο, χωρίς να διαλαμβάνεται στην προσβαλλόμενη απόφαση σαφής παραδοχή αν ήταν τεχνικά εφικτή ή όχι η εγκατάσταση συστήματος G.P.S. στη ρυμουλκούμενη καρότσα, αλλά και ποια ήταν η εμβέλεια της συσκευής παρεμβολής, και χωρίς επίσης να αναφέρεται, αν κατά το χρόνο που η συσκευή αυτή βρισκόταν στο κυρίως φορτηγό θα κάλυπτε ή όχι και το τυχόν εγκατεστημένο στη ρυμουλκούμενη καρότσα σύστημα G.P.S., σε αρνητική δε περίπτωση, αν με τη συνεχή παρακολούθηση από το μεταφορικό γραφείο θα ήταν δυνατός ή όχι ο άμεσος προσδιορισμός του χρόνου και του τόπου που βρισκόταν η ρυμουλκούμενη καρότσα ή του τόπου απόσπασης αυτής, πριν τη χρήση της συσκευής παρεμβολής, και άρα η έγκαιρη ανεύρεσή της και η αποτροπή αφαίρεσης των εμπορευμάτων, ή αν μετά τη χρήση αυτής στη ρυμουλκούμενη καρότσα η διακοπή θα ήταν ολοκληρωτική ή όχι, όπως και η διατάραξη αν θα ήταν συνεχής ή όχι.
Εξαιτίας των ανωτέρω ελλείψεων και ασαφών παραδοχών καθίσταται ανέφικτος ο παραπάνω αναιρετικός έλεγχος και, συνακόλουθα, αν προκύπτουν τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για τη δικαιολόγηση της εφαρμογής των αντίστοιχων ως άνω διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου, τις οποίες παραβίασε εκ πλαγίου.
Επομένως, ο δεύτερος λόγος του κυρίως δικογράφου της αίτησης αναίρεσης, κατά τα οικεία μέρη αυτού, για πλημμέλεια από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος.
Κατ' ακολουθίαν, κατά παραδοχή του ως άνω λόγου αναίρεσης, η αναιρετική εμβέλεια του οποίου καθιστά αλυσιτελή την εξέταση των λοιπών λόγων αναίρεσης και των πρόσθετων λόγων αυτής, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, κατ` άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την προσβαλλόμενη απόφαση. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η απόδοση στον αναιρεσείοντα του προκαταβληθέντος παραβόλου, (άρθρ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ), και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις και πρόσθετους λόγους, κατά παραδοχή του αιτήματός του, στους αναιρεσίβλητους, λόγω της ήττας τους (άρθρ. 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί τη με αριθμ. 47/2019 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο πιο πάνω Εφετείο, συντιθέμενο, όμως, από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την προσβαλλόμενη απόφαση.
Διατάσσει την απόδοση του παραβόλου στον αναιρεσείοντα.
Επιβάλλει στους αναιρεσίβλητους τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων πεντακοσίων (3.500,00) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Οκτωβρίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 11 Απριλίου 2023.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ