Supreme Court allows appeal against bank guarantee contract interpretation error by lower court.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appeal against a Thessaloniki Court of Appeal decision regarding a bank guarantee contract dispute. The appellant argued the lower court erred by relying solely on objective interpretation criteria while ignoring subjective intent under Article 173 of the Civil Code. The Court found this a violation of substantive law and procedural rules, ruling the appeal admissible.
Legislator headnote
AI generatedArticles 173, 179, 183, 191, 361, 559, 562, 580, 495 of the Code of Civil Procedure; Articles 847 et seq. and 361 of the Civil Code. The court established that when interpreting contracts, courts must apply both objective and subjective criteria to ascertain the true intent of the parties, and failure to do so constitutes a reversible error.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 561 / 2021 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 561/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Τζανερρίκο - Εισηγητή, Γεώργιο Χριστοδούλου, Βασίλειο Μαχαίρα, Αναστασία Μουζάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 9 Μαρτίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία «ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ», που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Στέργιο Σπυρόπουλο και Ζωγραφιά Ευαγγελίδου και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Εταιρείας Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία «ΣΟΥΓΚΑΡΤΙΑ ΕΜΠΟΡΙΑ ΖΑΧΑΡΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ» και τον διακριτικό τίτλο «SUGARTIA Ε.Π.Ε.», που εδρεύει στην Μενεμένη Θεσσαλονίκης και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σεραφείμ Πολυχρόνη και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 09.10.2013 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 18353/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 51/2019 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 11.02.2019 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
[Ι] Οι εγγυητικές επιστολές, που εντάσσονται στην ευρύτερη κατηγορία των τραπεζικών εγγυοδοτικών συμβάσεων, εκδίδονται από τράπεζες και αποτελούν ιδιαίτερο είδος και τύπο εγγύησης, δημιούργημα της συναλλακτικής πρακτικής (ΑΚ 361), χαρακτηριστικό των οποίων είναι ότι με αυτές οι συναλλασσόμενοι δεν αποβλέπουν στην απόκτηση πρόσθετης φερεγγυότητας, αλλά στην άμεση καταβολή από την τράπεζα στο δανειστή του ποσού, που καλύπτει η εγγυητική επιστολή, χωρίς ο τελευταίος να προσφύγει στα δικαστήρια και στη χρονοβόρα διαδικασία τους.
Δηλαδή, η τράπεζα, που εκδίδει την εγγυητική επιστολή, αναλαμβάνει την υποχρέωση να καταβάλλει σε δανειστή του πελάτη/εντολέα της το αναγραφόμενο στην επιστολή ποσό. Η εγγυητική επιστολή συνάπτεται με σύμβαση μεταξύ πελάτη/εντολέα-τράπεζας, η οποία, πρέπει να είναι έγγραφη και έχει ενοχικό χαρακτήρα, αφού με αυτή γεννάται υποχρέωση της εγγυοδότριας, τράπεζας και αντίστοιχο δικαίωμα του λήπτη σε ορισμένη παροχή.
Επίσης έχει ετεροβαρή χαρακτήρα, αφού γεννά υποχρεώσεις μόνο σε βάρος της εκδότριας, τράπεζας και όχι και για το λήπτη. Η δημιουργούμενη δε, με την έκδοση της εγγυητικής επιστολής, τριμερής σχέση μεταξύ του οφειλέτη, του εγγυοδότη (τράπεζας) και του δανειστή που, όπως αναφέρθηκε, αποτελεί ιδιόμορφη σύμβαση, καταρτιζόμενη στο πλαίσιο της ελευθερίας των συμβάσεων (361 ΑΚ), διέπεται από τις διατάξεις των άρθρων 847 επ.
ΑΚ, περί εγγύησης, εφόσον οι διατάξεις αυτές συμβιβάζονται με αυτή.
Περαιτέρω, η εγγυητική επιστολή με ρήτρα πληρωμής «σε πρώτη ζήτηση», έχει την έννοια, ότι η τράπεζα εγγυάται προς το δανειστή την εκπλήρωση των υποχρεώσεων του πρωτοφειλέτη, με την καταβολή του ποσού της εγγυητικής επιστολής, χωρίς δυνατότητα ελέγχου του υπαρκτού έγκυρης οφειλής και του λόγου κατάπτωσης της εγγύησης, καθώς και της προβολής ένστασης δίζησης. Έτσι, επί εγγυητικής επιστολής, όπως και επί εγγύησης του ΑΚ, λόγω του ενδοτικού χαρακτήρα των σχετικών διατάξεων και της θεσπιζόμενης με το άρθρο 361 ΑΚ αρχής της ελευθερίας των συμβάσεων, μπορεί να συμφωνηθεί μεταξύ των ενδιαφερομένων ότι η παρέχουσα την εγγυητική επιστολή τράπεζα υποχρεούται να καταβάλει το αναγραφόμενο στην εγγυητική επιστολή ποσό χωρίς αντιρρήσεις και χωρίς το δικαίωμα προβολής της ένστασης δίζησης, καθώς και κάθε άλλης μη προσωποπαγούς ένστασης του πρωτοφειλέτη.
Δεν καθίσταται όμως η εγγυητική επιστολή αφηρημένη υπόσχεση χρέους, ούτε αποβάλλει το χαρακτήρα της ως σύμβασης εξασφαλιστικής των δικαιωμάτων του οφειλέτη από τη βασική σχέση και με την έννοια αυτή η τράπεζα δεν υποχρεούται να καταβάλει στο δανειστή για αιτία, η οποία δεν καλύπτεται από την εγγυητική επιστολή (σχετ. ΑΠ 1793/2008, ΑΠ 16/2008). Έτσι, εξασφαλίζεται ο δανειστής εκείνος προς τον οποίο απευθύνεται η εγγυητική επιστολή, με ρήτρα πληρωμής «σε πρώτη ζήτηση» ή «απλή ειδοποίηση» - που συνήθως εκδίδεται με την μεσολάβηση Τράπεζας - στην άμεση απόλαυση του ποσού αυτής, αφού η Τράπεζα που ανέλαβε πλέον την υποχρέωση να πληρώσει σε πρώτη ζήτηση ή με απλή ειδοποίηση ή δήλωση, δεν μπορεί να αρνηθεί την καταβολή του ποσού της εγγυητικής επιστολής προς το δανειστή, επικαλούμενη ανυπαρξία ή πλημμέλεια της βασικής σχέσης ή ακόμη και να αμφισβητήσει τον λόγο κατάπτωσης της εγγυητικής επιστολής, πολύ δε περισσότερο (δεν μπορεί) να αντιτάξει ενστάσεις, που απορρέουν από τη σχέση κάλυψης, ήτοι αυτή που συνδέει την ίδια και τον πελάτη/εντολέα της, οι οποίες (ενστάσεις) ανάγονται στην ύπαρξη, την ελαττωματικότητα ή την ανώμαλη εξέλιξη της εν λόγω σχέσης, καθόσον ο τελευταίος (εντολέας) δεν αποτελεί συμβαλλόμενο μέρος στην εγγυοδοτική σύμβαση τράπεζας και λήπτη της εγγυητικής επιστολής (δανειστή του).
Δεν αποκλείεται, βεβαίως, η απόκρουση της πληρωμής από την εγγυήτρια Τράπεζα με την προβολή ένστασης από την ΑΚ 281, ούτε αποκλείεται η μεταγενέστερη εκ μέρους του υπέρ ου η επιστολή, πρωτοφειλέτη και εντολέα, αναζήτηση του καταβληθέντος ποσού από τον λαβόντα τούτο δανειστή ή τον διάδοχο του τελευταίου, εάν ήθελε κριθεί ότι δεν συνέτρεχαν οι όροι της κατάπτωσης, κατά τις περί αδικοπραξιών διατάξεις του ΑΚ, και, αν δεν υπάρχει ή δεν αποδεικνύεται αδικοπραξία, κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού των άρθρων 904 επ. ΑΚ (ΑΠ 2018/2014, ΑΠ 1793/2008, ΑΠ 16/2008).
Από αυτά προκύπτει ότι θεμελιώδες χαρακτηριστικό γνώρισμα της ανωτέρω εγγυοδοτικής σύμβασης είναι ο αυτόνομος χαρακτήρας της, αφού μόνη η σύμβαση περί πληρωμής της εγγυητικής επιστολής σε περίπτωση κατάπτωσής της, αρκεί για το λήπτη για την ικανοποίηση των απαιτήσεών του, ανεξάρτητα από την ομαλή ή ανώμαλη εξέλιξη τόσο της βασικής σχέσης (δανειστή/λήπτη - οφειλέτη/εντολέα τράπεζας), όσο και της σχέσης κάλυψης (τράπεζας/πελάτη, εντολέα της), της οποίας (σχέσης κάλυψης), επομένως, το δικαίωμα του λήπτη από την εγγυητική επιστολή, δεν είναι παρεπόμενο.
Έτσι, σε περίπτωση μεταβίβασης της σχέσης κάλυψης, δεν συμμεταβιβάζεται, ως παρεπόμενο αυτής δικαίωμα και εκείνο του λήπτη της εγγυητικής επιστολής έναντι της εκδότριας τράπεζας, η οποία συνεχίζει να ευθύνεται για την καταβολή του ποσού της κατάπτωσής της. Διαφορετικό είναι και δεν πρέπει να συγχέεται με το ερευνώμενο, το ζήτημα του παρακολουθηματικού χαρακτήρα των παρεπομένων δικαιωμάτων, όπως οι υποθήκες, οι εγγυήσεις, τα ενέχυρα ή άλλα δικαιώματα, που εξασφαλίζουν την απαίτηση της τράπεζας έναντι του εντολέα/πελάτη της, από την, με βάση τη μεταξύ τους υφισταμένη πιστοδοτική σχέση κάλυψης, πληρωμή, εκ μέρους της, στο λήπτη, του ποσού της κατάπτωσης της εγγυητικής επιστολής, τα οποία (παρεπόμενα, εξασφαλιστικά δικαιώματα), παρακολουθούν, βεβαίως, την ασφαλιζόμενη απαίτηση και συμμεταβιβάζονται με αυτή.
[II] Περαιτέρω, με το νόμο 4021/2011 αναμορφώθηκε το δίκαιο εξυγίανσης και εκκαθάρισης των πιστωτικών ιδρυμάτων (άρθρα 62 έως 63Ζ και 68 ν. 3601/2007). Στα άρθρα αυτά, σε συνδυασμό με το άρθρο 3 του Ν. 3458/2006 για την «Εξυγίανση και εκκαθάριση των πιστωτικών ιδρυμάτων και άλλες διατάξεις», προβλέπονται, εκτός των άλλων, τα μέτρα εξυγίανσης, που μπορούν να ληφθούν με σκοπό την αναδιάρθρωση του πιστωτικού συστήματος.
Περαιτέρω, τα μέτρα εξυγίανσης, όπως απαριθμούνται στο άρθρο 3 του ν. 3458/2006, είναι μεταξύ άλλων και η μεταβίβαση περιουσιακών στοιχείων πιστωτικού ιδρύματος, σε εφαρμογή του άρθρου 63Δ περ. (δ) του ν. 3601/2007. Με τα μέτρα αυτά σκοπείται η μεταβιβαστική εξυγίανση ενός τμήματος της περιουσίας ενός πιστωτικού ιδρύματος, με τα σχετικά δικαιώματα, υποχρεώσεις και συμβατικές σχέσεις να μεταφέρονται σε υγιή φορέα (είτε σε ήδη υφιστάμενο πιστωτικό ίδρυμα είτε σε μεταβατικό πιστωτικό ίδρυμα, που συστήνεται για το σκοπό αυτό κατ` άρθρο 63 Ε του ίδιου νόμου), ενώ το ίδιο το πιστωτικό ίδρυμα λαμβάνει αντίστοιχο αντάλλαγμα.
Η διαδικασία του άρθρου 63Δ δεν οδηγεί σε πτώχευση της τράπεζας. Πρόκειται για εξυγίανση, που εφαρμόζεται πριν η τράπεζα φτάσει σε παύση πληρωμών. Ειδικότερα, σύμφωνα με το άρθρο 63Δ, η Τράπεζα της Ελλάδος δύναται με απόφαση της να υποχρεώσει πιστωτικό ίδρυμα στη μεταβίβαση περιουσιακών στοιχείων του προς άλλο υφιστάμενο πιστωτικό ίδρυμα ή προς μεταβατικό πιστωτικό ίδρυμα που συστήνεται για το σκοπό αυτό σύμφωνα με το άρθρο 63Ε ή προς άλλο πρόσωπο.
Τα προς μεταβίβαση περιουσιακά στοιχεία προσδιορίζονται στην απόφαση αυτή (της Τράπεζας της Ελλάδος) και μπορούν να είναι δικαιώματα, απαιτήσεις, υποχρεώσεις ή και συμβατικές σχέσεις (παρ. 1). Με τη σύμβαση μεταβίβασης των συγκεκριμένων στοιχείων ενεργητικού και παθητικού μεταξύ του μεταβιβάζοντος πιστωτικού ιδρύματος και του αποκτώντος, συμμεταβιβάζεται και το σύνολο των παρεπομένων δικαιωμάτων, όπως οι υποθήκες, οι εγγυήσεις, τα ενέχυρα ή άλλα δικαιώματα, που εξασφαλίζουν την απαίτηση, τα προνόμια, που συνδέονται με τη φύση της απαίτησης, (πλην των συνδεομένων με το πρόσωπο του δανειστή) και το σύνολο των δικών, των ήδη εκκρεμών, ή αυτών που θα καταστούν εκκρεμείς στο μέλλον και αφορούν τις προαναφερθείσες έννομες σχέσεις (458 ΑΚ).
Η δε υπό εξυγίανση τραπεζική επιχείρηση μπορεί να συνεχίσει να λειτουργεί, ως προς το αντικείμενο, που συνίσταται στα περιουσιακά στοιχεία, που δεν έχουν μεταβιβαστεί, άλλως συνεχίζει να υπάρχει, για τις ανάγκες της εκκαθάρισης, εφόσον ανακαλείται η άδεια λειτουργίας της και τίθεται σε ειδική εκκαθάριση με απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος (άρθρο 68 ν. 3601/2007).
Με τη μεταβίβαση των περιουσιακών στοιχείων κατ` άρθρο 63Δ του ν. 3601/2007, ως μέτρο εξυγίανσης του πιστωτικού συστήματος, το πιστωτικό ίδρυμα που αποκτά, επέχει θέση ειδικού διαδόχου. Ωστόσο, το πιστωτικό ίδρυμα, που αποκτά συγκεκριμένα περιουσιακά στοιχεία του μεταβιβάζοντος, δεν είναι ειδικός διάδοχος του νομικού προσώπου του τελευταίου, ως σύνολο, το οποίο (μεταβιβάζον) εξακολουθεί να υφίσταται ως ξεχωριστό νομικό πρόσωπο, αλλά ειδικός διάδοχος αυτού, αποκλειστικά και μόνο ως προς τις συγκεκριμένες έννομες σχέσεις, δικαιώματα, απαιτήσεις, υποχρεώσεις ή και συμβατικές σχέσεις, που μεταβιβάστηκαν και ρητά αναφέρονται στην απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος και στη σύμβαση μεταβίβασης.
Σύμφωνα δε με τη διάταξη της παρ. 5 του άρθρου 63Δ, για το κύρος της μεταβίβασης και το αντιτάξιμό της έναντι τρίτων, οι οποίοι είναι υποκείμενα δικαιωμάτων, υποχρεώσεων ή συμβατικών σχέσεων, που μεταφέρονται στο προς η μεταβίβαση πιστωτικό ίδρυμα, δεν απαιτείται αναγγελία προς αυτούς ή συναίνεσή τους. Ενώ οι εκκρεμείς δίκες, που σχετίζονται με τα μεταβιβαζόμενα περιουσιακά στοιχεία, συνεχίζονται από το προς η μεταβίβαση πιστωτικό ίδρυμα, χωρίς διακοπή της δίκης και χωρίς να απαιτείται δήλωση για την επανάληψη τους, επέρχεται δηλαδή ex lege υποκατάσταση του αποκτώντος πιστωτικού ιδρύματος στα δικαιώματα και υποχρεώσεις του αρχικού υπό εξυγίανση πιστωτικού ιδρύματος, ως προς τις έννομες σχέσεις που μεταβιβάστηκαν σ` αυτό και συνακόλουθα ex lege μετατόπιση της νομιμοποίησής του, υπεισερχόμενο, έτσι, στη δικονομική θέση του αρχικού πιστωτικού ιδρύματος, ως προς τις δίκες, που σχετίζονται με τα μεταβιβαζόμενα περιουσιακά στοιχεία (AΠ 2005/2014).
Όμοια ρύθμιση προς αυτή του ανωτέρω άρθρου 63Δ Ν. 3601/2007, περιέχει και το 17 (1), Κανονιστικό Διάταγμα της Βουλής της Δημοκρατίας της Κύπρου «Περί εξυγίανσης πιστωτικών και άλλων ιδρυμάτων» της 22.03.2013. Εξάλλου, κατά το άρθρο 4 Ν. 3458/2006: «Αποκλειστικά αρμόδιες να αποφασίζουν για την εφαρμογή ενός ή περισσότερων μέτρων εξυγίανσης σε ένα πιστωτικό ίδρυμα, με καταστατική έδρα στην Ελλάδα, συμπεριλαμβανομένων των υποκαταστημάτων του που είναι εγκατεστημένα σε κράτη - μέλη υποδοχής, είναι οι αρμόδιες ελληνικές διοικητικές ή δικαστικές αρχές, όπως ορίζονται στο άρθρο 3.
Εφόσον αρχίσουν να παράγουν τα αποτελέσματά τους στην Ελλάδα, τα μέτρα εξυγίανσης, που λαμβάνουν οι αρμόδιες ελληνικές διοικητικές ή δικαστικές αρχές παράγουν τα αποτελέσματά τους και σε ολόκληρη την Κοινότητα, χωρίς να απαιτείται άλλη διατύπωση, καθώς και έναντι τρίτων στα άλλα κράτη - μέλη, ακόμα και αν το ισχύον δίκαιο στα κράτη - μέλη υποδοχής δεν προβλέπει τέτοια μέτρα ή εξαρτά την εφαρμογή τους από προϋποθέσεις οι οποίες δεν πληρούνται». (παρ. 1).
Και, «Αντιστοίχως, όταν η εξυγίανση αφορά πιστωτικό ίδρυμα που έχει την καταστατική του έδρα σε άλλο κράτος - μέλος, αποκλειστικά αρμόδιες για τη λήψη των κατάλληλων μέτρων είναι οι αρχές του κράτους - μέλους αυτού. Τα λαμβανόμενα από αυτές μέτρα εξυγίανσης ή εκκαθάρισης παράγουν στην Ελλάδα αποτελέσματα χωρίς να απαιτείται άλλη διατύπωση, ακόμη και αν το ελληνικό δίκαιο δεν προβλέπει τέτοια μέτρα ή εξαρτά την εφαρμογή τους από προϋποθέσεις οι οποίες δεν πληρούνται». (παρ. 2).
[III] Περαιτέρω, οι γενικοί ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ, εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση, που το δικαστήριο της ουσίας, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, διαπιστώνει ότι υφίσταται κενό στη σύμβαση ή ότι γεννιέται αμφιβολία για την έννοια των δηλώσεων βουλήσεως. Παραβιάζονται δε οι κανόνες αυτοί όταν το δικαστήριο, παρά τη διαπίστωση έστω και έμμεσα, της υπάρξεως κενού ή αμφιβολίας σχετικά με την έννοια της δηλώσεως βουλήσεως, παραλείπει να προσφύγει σ' αυτούς, για την (ερμηνευτική) αποσαφήνιση του νοηματικού περιεχομένου της δικαιοπρακτικής δηλώσεως βουλήσεως ή να παραθέσει στην απόφασή του τα πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή τους ή προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους, με την έννοια ότι το πόρισμα, στο οποίο κατέληξε μετά από ερμηνεία της δικαιοπραξίας, δεν είναι σύμφωνο με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη (ΟλΑΠ 26/2004).
Οι διατάξεις των ως άνω άρθρων αποσκοπούν στην ερμηνεία της δήλωσης βούλησης και κάθε μια από αυτές συμπληρώνει την άλλη. Η πρώτη εξαίρει το υποκειμενικό στοιχείο της δήλωσης, δηλαδή την άποψη του δηλούντος και απαιτεί η ερμηνεία να μην προσκολλάται στις λέξεις της δήλωσης αλλά να αναζητεί την αληθινή βούληση του δηλούντος, η δε δεύτερη εξαίρει το αντικειμενικό στοιχείο, δηλαδή την άποψη των συναλλαγών και επιβάλλει η δήλωση να ερμηνεύεται όπως απαιτεί η καλή πίστη, για τον προσδιορισμό της οποίας και μόνο θα πρέπει να ληφθούν υπόψη τα συναλλακτικά ήθη.
Καλή πίστη είναι η συμπεριφορά που επιβάλλεται στις συναλλαγές κατά την κρίση χρηστού και εχέφρονος ανθρώπου και νοείται αντικειμενικά, ενώ συναλλακτικά ήθη είναι οι συνηθισμένες, στις συναλλαγές τρόποι ενέργειας. Για τη διαμόρφωση της σχετικής κρίσης, το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη, με διαφορετική κατά περίπτωση βαρύτητα, τα συμφέροντα των μερών και κυρίως εκείνου από αυτά, το οποίο αποβλέπει να προστατεύσει ο ερμηνευόμενος όρος, τον δικαιοπρακτικό σκοπό, τις συνήθειες και τις λοιπές τοπικές, χρονικές και άλλες συνθήκες, υπό τις οποίες έγιναν οι δηλώσεις βούλησης των συμβαλλομένων καθώς και τη φύση της σύμβασης.
Έτσι, κάθε δήλωση βούλησης, θα πρέπει να ληφθεί με την έννοια που απαιτεί στη συγκεκριμένη περίπτωση η συναλλακτική ευθύτητα και κατά τους κανόνες της οποίας θα μπορούσε να γίνει αντιληπτή η δήλωση βούλησης και από τον τρίτο. Ωστόσο, το δικαστήριο, όταν ερμηνεύει, κατά τις αρχές της καλής πίστης, λαμβάνοντας υπόψη του και τα συναλλακτικά ήθη, τη δήλωση βούλησης, δεν είναι ανάγκη να αναλύσει και εξειδικεύσει τις αρχές αυτές ή τα συναλλακτικά ήθη και δεν δεσμεύεται στην κρίση του από τους ισχυρισμούς των διαδίκων, όταν είναι απλά επιχειρήματα, χωρίς να οδηγούν υποχρεωτικά στην παραδοχή της προβαλλόμενης ερμηνευτικής άποψης (ΑΠ 956/2020, ΑΠ 220/2016, ΑΠ 776/2013).
[IV] Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Εξάλλου, ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 10/2011, 7/2006). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσία την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν προφανή την παράβαση (ΑΠ 344/2029, ΑΠ 24/2015).
[V] Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την, κατ’ άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα:
«| [...] Στο πλαίσιο της εμπορικής δραστηριότητάς της, η εφεσίβλητη-ενάγουσα πώλησε και παρέδωσε, κατά το χρονικό διάστημα από τις 23.05.2012 έως τις 30.07.2013, στη μη διάδικο, εν προκειμένω, πρώτη εναγόμενη της ένδικης, 24984/2013, αγωγής της, ανώνυμη εταιρεία "ΒΕΛΠΑΖ Α.Ε.", με διαδοχικές συμβάσεις πώλησης, διάφορες ποσότητες ζάχαρης, εκδίδοντας προς το σκοπό αυτό τα αναφερόμενα στο δικόγραφο τιμολόγια πώλησης και δελτία αποστολής, αντί συνολικού, πιστωμένου τιμήματος 1.362.649. €, από το οποίο, κατόπιν των γενόμενων, μερικότερων καταβολών εκ μέρους της αγοράστριας, απέμεινε οφειλόμενο υπόλοιπο τιμήματος, ποσού 421.726,80 €. Εξάλλου, η, επίσης, μη διάδικος στη δίκη αυτή, δεύτερη εναγόμενη της ως άνω αγωγής, ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "CYPRUS POPULAR ΒΑΝΚ PUBLIC CO LTD", που εδρεύει στην Κύπρο και εκπροσωπούνταν νομίμως στην Ελλάδα από το υποκατάστημα «MARFIN (ΜΑΡΦΙΝ) ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ-ΤΡΑΠΕΖΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ …» εξέδωσε, υπέρ της εφεσίβλητης - ενάγουσας, καταρχάς, την .../.../17.05.2012, εγγυητική επιστολή, ποσού 100.000. €, με το ακόλουθο περιεχόμενο:
«Έχουμε την τιμή να σας γνωρίσουμε ότι εγγυώμεθα με την παρούσα επιστολή ανέκκλητα και ανεπιφύλακτα, παραιτούμενοι του δικαιώματος της διζήσεως, μέχρι του ποσού των EUR 100.000,00 (ΕΚΑΤΟ ΧΙΛΙΑΔΕΣ EUR) υπέρ της Εταιρείας ΒΕΛΠΑΖ ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ - ΕΜΠΟΡΙΚΗ - ΤΕΧΝΙΚΗ -ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΚΑΙ ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ με δ.τ.
ΒΕΛΠΑΖ Α.Ε., με Α.Φ.Μ. 094361886 που εδρεύει στην ΚΟΙΝΟΤΗΤΑ ΜΑΛΑΚΑΣΑΣ ΑΤΤΙΚΗΣ για την ΚΑΛΗ ΠΛΗΡΩΜΗ ΠΡΟΜΗΘΕΙΑΣ ΖΑΧΑΡΗΣ. Το παραπάνω ποσό το κρατούμε στη διάθεσή σας και θα σας το καταβάλλουμε χωρίς αντίρρηση συνολικά ή μερικά στην περίπτωση συνολικού ή μερικού καταλογισμού της εγγύησης εις βάρος εκείνου υπέρ του οποίου δόθηκε χωρίς καμία από μέρους μας αντίρρηση ή ένσταση και χωρίς να ερευνηθεί το βάσιμο ή μη της απαίτησης μέσα σε τρεις (3) εργάσιμες ημέρες από την παραλαβή της σχετικής έγγραφης ειδοποίησής σας και με επιστροφή σε εμάς της παρούσας, σε περίπτωση ολικής κατάπτωσής της.
Σε περίπτωση μερικής ή τμηματικής κατάπτωσης της παρούσας, αυτή θα ισχύει για το υπόλοιπο ποσό και με τους ίδιους όρους που αναφέρονται σε αυτήν. Σε περίπτωση κατάπτωσης της εγγύησης το ποσό της κατάπτωσης υπόκειται στο εκάστοτε ισχύον πάγιο τέλος χαρτοσήμου. Η παρούσα ισχύει μέχρι την 17.08.2012 (ΔΕΚΑΕΠΤΑ ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ ΔΥΟ ΧΙΛΙΑΔΕΣ ΔΩΔΕΚΑ) και όχι πέραν αυτής και μέχρι τότε θα πρέπει να μας κοινοποιηθεί νομότυπα η αξίωσή σας, μετά δε την πάροδο της ημερομηνίας αυτής θεωρείται αυτοδικαίως μη υφιστάμενη και ανίσχυρη και δεν μπορεί να προβληθεί κατά της Τράπεζας καμία αξίωση από αυτήν και ασχέτως αν μας επιστραφεί ή όχι το σώμα της Εγγυητικής Επιστολής».
Η ισχύς της παραπάνω εγγυητικής επιστολής παρατάθηκε αρχικώς με την, από 07.08.2012, επιστολή της εκδότριας – δεύτερης εναγομένης τράπεζας – μέχρι τις 17.02.2013 και ακολούθως με την, από 06.02.2013, επιστολή της, μέχρι τις 17.05.2013. Στη συνέχεια, η ίδια τράπεζα εξέδωσε και τις ακόλουθες εγγυητικές επιστολές, ομοίου περιεχομένου, ήτοι:
(α) την …/.../.../31.05.2012, ποσού 100.000€, ισχύος αρχικώς μέχρι τις 31.08.2012 και, κατόπιν παρατάσεων δυνάμει, αφενός, της από 07.08.2012 επιστολής της άνω δεύτερης εναγομένης τράπεζας, μέχρι τις 28.02.2013 και, αφετέρου, της από 25.02.2013 επιστολής της μέχρι τις 28.05.2013,
β) την …/.../.../17.12.2012, ποσού 100.000 €, ισχύος μέχρι τις 30.04.2013 και
γ) την …/.../.../17.12.2012, ποσού 100.000 €, ισχύος μέχρι τις 30.04.2013.
Προηγουμένως, όμως, δυνάμει της 16259/2009 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων), είχε επιτραπεί στην «MARFIN ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε.», που εξυπηρετούσε δανειακά την εταιρεία «ΒΕΛΠΑΖ Α.Ε.» με την ..., συναφθείσα στις 27.09.2000, σύμβαση χορήγησης πίστωσης σε ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό, να εγγράψει προσημείωση υποθήκης, μέχρι του ποσού του 1.000.000 €, με τη συναίνεση των καθ’ ων η αίτηση Ν. (Π. του Χ.) και Γ. Π. του Χ., εγγυητών της ανωτέρω σύμβασης, σε ακίνητά τους, για την εξασφάλιση των απαιτήσεών της από τη λειτουργία της πιο πάνω σύμβασης, με την οποία καλυπτόταν τότε χορήγηση πίστωσης, μέχρι του, κατόπιν αναπροσαρμογών, ποσού των 4.400.000€. Πράγματι, ενεγράφη προσημείωση υποθήκης επί οικοπέδου των παραπάνω εγγυητών, κείμενου στην περιφέρεια του, άλλοτε, Δήμου … ν. Αττικής, ενώ, με την 745/22.01.2013 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών (διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων) επιτράπηκε στην προαναφερθείσα δεύτερη εναγομένη τράπεζα η εγγραφή προσημείωσης υποθήκης, μέχρι του ποσού των 200.000€, επί ακίνητης περιουσίας του εγγυητή Ν. Π. του Χ., ευρισκόμενης στην περιφέρεια του ν. Αττικής, για την εξασφάλιση απαιτήσεων της ανωτέρω τράπεζας από τη λειτουργία της σύμβασης, με την οποία καλυπτόταν τότε χορήγηση πίστωσης μέχρι του αναπροσαρμοσμένου ποσού των 3.400.000€.
Ακολούθως, αποδείχθηκε ότι, στις 26.03.2013, η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου, ως Αρχή Εξυγίανσης, κατά την έννοια του Νόμου 17 (1)/2013 της Κυπριακής Δημοκρατίας, ασκώντας τις εξουσίες που της παρέχονται κατά το άρθρο 9 αυτού και τηρώντας τους προβλεπόμενους, πάσης φύσεως, όρους, αφού διαπίστωσε ότι συντρέχουν και οι προϋποθέσεις του άρθρου 6 (1) του ίδιου νόμου, εξέδωσε το 97/26.03.2013 Διάταγμα «περί της Πώλησης Εργασιών των εν Ελλάδι Εργασιών της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd», βάσει του οποίου προβλέφθηκε (παρ. 2) ότι, εκτός της περίπτωσης να προκύπτει διαφορετική ερμηνεία από το κείμενο, οι παρακάτω όροι αυτού έχουν την ακόλουθη ερμηνεία:
ως «Αγοραστής» νοείται η νυν εκκαλούσα-εναγόμενη «ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε.»,
ως «Αρχή Εξυγίανσης» νοείται η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου,
«Χρόνος μεταβίβασης» σημαίνει ώρα 17:00' της 26.03.2013,
ως «Πωλητής» νοείται η «Cyprus Popular Bank Publίc Co Ltd»,
«Νόμος» σημαίνει τον παραπάνω νόμο της Κυπριακής Δημοκρατίας,
«Σύμβαση Αγοράς και Πώλησης» σημαίνει την μεταξύ του «Αγοραστή» και του «Πωλητή», σύμβαση, η οποία θα συνομολογούνταν κατά ή περί την ημερομηνία έναρξης ισχύος του Διατάγματος, με την οποία θα επέρχονταν η μεταβίβαση από τον «Πωλητή» προς τον «Αγοραστή» των περιουσιακών στοιχείων, δικαιωμάτων και υποχρεώσεων σε σχέση με τις εργ0ασίες του πρώτου («Πωλητή») στην Ελληνική Δημοκρατία,
«Τράπεζα Κύπρου» νοείται η «Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία ΛΤΔ»,
«Σκοπός» του Διατάγματος (παρ. 3) προσδιορίστηκε «η δυνάμει του άρθρου 9 πώληση εργασιών, κατά τα διαλαμβανόμενα στην παράγραφο 5, από τον Πωλητή στον Αγοραστή».
Εξάλλου, στις παραγράφους 5-12 του ίδιου Διατάγματος προβλέπονται τα ακόλουθα:
Α) με την παράγραφο 5 «Μεταβίβαση περιουσιακών στοιχείων, δικαιωμάτων και υποχρεώσεων» ότι:
«(1) Ο Πωλητής μεταβιβάζει, δια πωλήσεως στον Αγοραστή τα προβλεπόμενα στη Σύμβαση Αγοράς και Πώλησης περιουσιακά στοιχεία, δικαιώματα και υποχρεώσεις, υπό τους όρους του παρόντος Διατάγματος και σύμφωνα με τη Σύμβαση Αγοράς και Πώλησης.
(2) Η μεταβίβαση παράγει έννομα αποτελέσματα και ισχύει έναντι τρίτων από το Χρόνο Μεταβίβασης»,
Β) με την παράγραφο 6 «Τίμημα» ότι: «Το τίμημα για την πώληση των μεταβιβαζομένων, κατά την έννοια της παραγράφου 5, περιουσιακών στοιχείων, δικαιωμάτων και υποχρεώσεων είναι το προβλεπόμενο στη Σύμβαση Αγοράς και Πώλησης»,
Γ) με την παράγραφο 7 «Εγκυρότητα και ισχύς της μεταβίβασης των περιουσιακών στοιχείων, δικαιωμάτων και υποχρεώσεων» ότι: «Με την επιφύλαξη της παραγράφου 8 και σύμφωνα με τα όσα διαλαμβάνονται στο Νόμο, η δια του παρόντος Διατάγματος μεταβίβαση περιουσιακών στοιχείων, δικαιωμάτων και υποχρεώσεων θεωρείται έγκυρη, παράγει τα δι’ αυτής σκοπούμενα έννομα αποτελέσματα και ισχύει έναντι τρίτων, ανεξαρτήτως:
(α) των προνοιών οποιουδήποτε άλλου νόμου που ισχύει στη Δημοκρατία,
(β) της συγκατάθεσης του Διοικητικού Συμβουλίου, των μετόχων ή των καθ’ οιανδήποτε έννοια πιστωτών του Πωλητή, συμπεριλαμβανομένων των καταθετών,
(γ) της ύπαρξης οποιουδήποτε περιορισμού που επιβάλλεται δυνάμει διατάξεων νόμου ή όρων σύμβασης ή άλλως πως, αναφορικά με τα μεταβιβαζόμενα περιουσιακά στοιχεία, δικαιώματα και υποχρεώσεις περιλαμβανομένης της συμμόρφωσης με νομικές ή άλλες διαδικασίες ή διατυπώσεις κατά την έννοια του άρθρου 13 (2) του Νόμου,
(δ) οποιασδήποτε αναγγελίας, έγκρισης ή συναίνεσης οποιουδήποτε προσώπου στην πώληση εργασιών,
(ε) παράδοσης οποιουδήποτε άλλου εγγράφου μεταβίβασης εκτός όπως προνοείται από το Ελληνικό δίκαιο για μεταβίβαση ακινήτων στην Ελληνική Δημοκρατία»,
Δ) με την παράγραφο 8 «Περιουσιακά στοιχεία που διέπονται από το αλλοδαπό δίκαιο» ότι: «Ο Αγοραστής προβαίνει σε κάθε αναγκαία ενέργεια για την ολοκλήρωση της μεταβίβασης των περιουσιακών στοιχείων, δικαιωμάτων, ή υποχρεώσεων, τα οποία αποτελούν αντικείμενο του παρόντος Διατάγματος και τα οποία διέπονται από δίκαιο άλλου κράτους μέλους ή τρίτης χώρας πλην της Δημοκρατίας και της Ελληνικής Δημοκρατίας»,
Ε) με την παράγραφο 9 «Ταμεία προστασίας καταθέσεων» ότι: «Οι καταθέσεις, οι οποίες μεταφέρονται από τον Πωλητή προς τον Αγοραστή δυνάμει του παρόντος Διατάγματος, δεν θεωρούνται ως μη διαθέσιμες καταθέσεις δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 12 (1) (α) του περί Σύστασης και Λειτουργίας Σχεδίου Προστασία Καταθέσεων και Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμος του 2013 και δεν ενεργοποιούν τη διαδικασία αποζημίωσης καταθετών δυνάμει του, εν λόγω, Νόμου ή και των δυνάμει αυτού εκδοθέντων Κανονισμών»,
ΣΤ) με την παράγραφο 10 «Συνέχεια συμβάσεων» ότι: «Συμφωνίες οι οποίες έχουν συναφθεί από ή σε σχέση με τον πωλητή και οι οποίες αφορούν τα μεταβιβαζόμενα περιουσιακά στοιχεία, δικαιώματα και υποχρεώσεις, λογίζονται από το Χρόνο Μεταβίβασης ως αν να έχουν συναφθεί με ή σε σχέση με τον Αγοραστή»,
Ζ) με την παράγραφο 11 «Μεταβίβαση στην Τράπεζα Κύπρου» ότι: «Τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις του Πωλητή που απορρέουν από τη Σύμβαση Αγοράς και Πώλησης δια του παρόντος και χωρίς οποιαδήποτε περαιτέρω ενέργεια μεταβιβάζονται από τον Πωλητή στην Τράπεζα Κύπρου αμέσως μετά το Χρόνο Μεταβίβασης» [βάσει του σχεδίου δράσης για την αποκατάσταση της κλονισμένης τότε βιωσιμότητας του χρηματοπιστωτικού τομέα στην Κύπρο, που έγινε αποδεκτό από το Eurogroup της 25.03.2013, όπως αυτό (σχέδιο δράσης) ενσωματώθηκε ως παράρτημα σε σχετική, τότε, δήλωση του τελευταίου, προβλέφθηκε ότι η «ΛΑΪΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ» θα υφίστατο διάσπαση σε καλή και κακή τράπεζα και η κακή τράπεζα θα έκλεινε με την πάροδο του χρόνου, ενώ η καλή τράπεζα θα «ενσωματωνόταν» στην «ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ» κατά τον παραπάνω νόμο της Κυπριακής Δημοκρατίας],
Η) με την παράγραφο 12 «Εγκυρότητα και ισχύς της μεταβίβασης δικαιωμάτων και υποχρεώσεων του Πωλητή δυνάμει της Σύμβασης Αγοράς και Πώλησης» ότι: «Με την επιφύλαξη της παραγράφου 8, σύμφωνα με τα όσα διαλαμβάνονται στο Νόμο, η δια του παρόντος Διατάγματος μεταβίβαση δικαιωμάτων και υποχρεώσεων του Πωλητή δυνάμει της Σύμβασης Αγοράς και Πώλησης θεωρείται έγκυρη, παράγει τα δι’ αυτής σκοπούμενα έννομα αποτελέσματα και ισχύει έναντι τρίτων, ανεξαρτήτως:
(α) των προνοιών οποιουδήποτε άλλου νόμου που ισχύει στη Δημοκρατία,
(β) της συγκατάθεσης του Διοικητικού Συμβουλίου, των μετόχων ή των καθ’ οιανδήποτε έννοια πιστωτών του Πωλητή ή και της Τράπεζας Κύπρου, συμπεριλαμβανομένων των καταθετών,
(γ) της ύπαρξης οιουδήποτε περιορισμού που επιβάλλεται δυνάμει διατάξεων νόμου ή όρων σύμβασης ή άλλως πως, αναφορικά με τα μεταβιβαζόμενα δικαιώματα και υποχρεώσεις περιλαμβανομένης της συμμόρφωσης με νομικές ή άλλες διαδικασίες ή διατυπώσεις κατά την έννοια του άρθρου 13 (2) του Νόμου».
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι, στις 26.03.2013, υπογράφτηκε «Σύμβαση Πώλησης και Μεταβίβασης» μεταξύ της, υπό εξυγίανση, «Cyprus Popular Bank Publίc Co Ltd» και της εκκαλούσας-εναγομένης, για την, έναντι του ποσού των 258.000.000€, καταβλητέου σε χρηματικά διαθέσιμα κατά το χρόνο μεταβίβασης (ήτοι, ώρα 17:00' της 26.03.2013), πώληση των «μεταβιβαζόμενων στοιχείων του ενεργητικού», ως τέτοιων νοούμενων όλων των αναγραφόμενων στο Παράρτημα 1 της ίδιας σύμβασης, στοιχείων του ενεργητικού, ακινήτων και δικαιωμάτων της πωλήτριας, με την εξαίρεση οποιουδήποτε αναβαλλόμενου στοιχείου φόρου της τελευταίας.
Συγκεκριμένα, με το άρθρο 2 της Σύμβασης έγιναν, αμοιβαίως, αποδεκτά τα εξής: «2.1. Υπό τους όρους και σύμφωνα με την παρούσα Σύμβαση η Πωλήτρια δια της παρούσας πωλεί, εκχωρεί και μεταβιβάζει, και η Αγοράστρια δια της παρούσας αγοράζει και αποκτά τα Μεταβιβαζόμενα Στοιχεία του Ενεργητικού, με ισχύ από τον Χρόνο της Μεταβίβασης.
[...].
2.3. Με την εξαίρεση της περίπτωσης του άρθρου 2.4 παρακάτω, τα Ελληνικά Δάνεια θα μεταβιβαστούν στην Αγοράστρια ελεύθερα Βαρών (ήτοι, χωρίς οποιαδήποτε επιβάρυνση, υποθήκη, διασφάλιση, εμπράγματο δικαίωμα, δικαίωμα αγοράς, προσημείωση, ενεχυρίαση ή οποιοδήποτε άλλο δικαίωμα που ασκείται από τρίτα μέρη, κατά το σχετικό ορισμό που εμπεριέχεται στο άρθρο 1 της Σύμβασης).
2.4. Σε κάθε περίπτωση που Ελληνικά Δάνεια κατά την Ημερομηνία Μεταβίβασης αποτελούν εξασφάλιση για καλυμμένες ομολογίες που έχουν εκδοθεί από την Πωλήτρια, η Πωλήτρια δεν θα υποχρεούται να μεταβιβάσει αυτά τα Ελληνικά Δάνεια κατά τον Χρόνο Μεταβίβασης, αλλά θα μεριμνήσει, εντός πέντε Εργάσιμων Ημερών μετά την Ημερομηνία Μεταβίβασης, ώστε να αποδεσμευτούν ως εξασφάλιση και να μεταβιβαστούν στην Αγοράστρια ελεύθερα Βαρών.
2.5. Ο Εξοπλισμός (ήτοι, όλες οι εγκαταστάσεις, τα μηχανήματα, ο εξοπλισμός, συμπεριλαμβανομένων των ηλεκτρονικών υπολογιστών και του λογισμικού, τα έπιπλα, τα συστατικά και παραρτήματα που ανήκουν (i) στην Πωλήτρια και βρίσκονται στα Καταστήματα και σε άλλα Ακίνητα ή (ii) στη θυγατρική κατά τον Χρόνο Μεταβίβασης, κατά το σχετικό ορισμό που εμπεριέχεται στο άρθρο 1 της Σύμβασης) θα μεταβιβαστεί στην Αγοράστρια με όλα τα εμπράγματα βάρη, τα δικαιώματα τρίτων και με τις συμβάσεις μίσθωσης, μίσθωσης με δικαίωμα αγοράς και πώλησης επί πιστώσει που εφαρμόζοντα σε αυτόν.
[...].
2.7. Υπό τους όρους και σύμφωνα με αυτή τη Σύμβαση, η Αγοράστρια δια της παρούσας συμφωνεί με την Πωλήτρια να αναλάβει σωρευτικά κατά τον Χρόνο Μεταβίβασης την υποχρέωση καταβολής των Καταθέσεων (ήτοι των πιστωτικών υπολοίπων που καταγράφονταν στα βιβλία των εργασιών της Πωλήτριας στην Ελλάδα ή στα βιβλία της Επενδυτικής Τράπεζας Ελλάδος, θυγατρικής της Πωλήτριας στην ημεδαπή, κατά σχετικούς ορισμούς του άρθρου 1 αυτής) προς τους αντίστοιχους καταθέτες και η Αγοράστρια συμφωνεί να αποζημιώσει την Πωλήτρια για οποιαδήποτε υποχρέωση σε σχέση με τις Καταθέσεις ή οποιοδήποτε άλλο θέμα ή πράγμα που έγινε ή παραλείφθηκε από την Αγοράστρια σε σχέση με αυτές μετά τον Χρόνο Μεταβίβασης.
[...].
2.9. Η Πωλήτρια έχει στην κυριότητά της ή υπόκειται σε ορισμένα στοιχεία του ενεργητικού και του παθητικού εκτός ισολογισμού που συνδέονται με τις δανειακές συμβάσεις των πελατών των Ελληνικών Εργασιών αλλά δεν αποτελούν μέρος των υποχρεώσεων που θα αναλάβει η Αγοράστρια βάσει της παρούσας. Όσον το δυνατόν συντομότερα και εύλογα πρακτικά μετά την ημερομηνία αυτής της Σύμβασης η Πωλήτρια και η Αγοράστρια θα καταβάλουν αντιστοίχως κάθε δυνατή προσπάθεια προκειμένου να καταρτίσουν μια συμφωνία βάσει της οποίας η Αγοράστρια θα αγοράσει αυτά τα στοιχεία του ενεργητικού και θα αναλάβει αυτές τις υποχρεώσεις.
Η συμφωνία της Αγοράστριας να καταρτίσει αυτή τη σύμβαση με την Πωλήτρια εξαρτάται από τα εξής:
Α. η φύση και τα ποσά αυτών των στοιχείων να έχουν με σαφήνεια προσδιοριστεί και
Β. η εκτίμηση αυτών των στοιχείων να είναι συνεπής με την Αναφορά PIMCO (δυσμενές σενάριο) και μετά την προσθήκη της κερδοφορίας προ προβλέψεων που έχει υπολογιστεί από την Αναφορά PIMCO.
2.10. Εκκρεμούσης της μεταβίβασης των στοιχείων του ενεργητικού και της ανάληψης των στοιχείων του παθητικού που αναφέρονται στον όρο 2.9 η Αγοράστρια θα παράσχει κάθε δυνατή για αυτήν συνδρομή κατόπιν ευλόγου αιτήματος της Πωλήτριας για το σκοπό της διαχείρισης αυτών. Η υποχρέωση της Αγοράστριας βάσει αυτού του όρου θα παύσει όσον αφορά οποιαδήποτε στοιχεία του ενεργητικού και του παθητικού στην περίπτωση που οποιοδήποτε μέρος επιλέξει να μην συμπεριλάβει αυτό τα στοιχεία του ενεργητικού και του παθητικού σε τυχόν συμφωνία του όρου 2.9 ή σε κάθε περίπτωση που τα Μέρη δεν επιτύχουν την κατάρτιση μιας τέτοιας συμφωνίας μέχρι την 31 Μαΐου 2013».
Επίσης, κατά το άρθρο 9 της Σύμβασης συμφωνήθηκε:
«9.1. Η Πωλήτρια και η Αγοράστρια συμφωνούν ότι οι Κανονισμοί (ήτοι το ΠΔ 178/2002, κατά το σχετικό ορισμό που εμπεριέχεται στο άρθρο 1 της Σύμβασης) θα εφαρμόζονται στους Εργαζομένους των Ελληνικών Εργασιών.
9.2. Με έναρξη ισχύος από τον Χρόνο Μεταβίβασης, η Αγοράστρια θα υπέχει αποκλειστικά οποιαδήποτε υποχρέωση για τις αμοιβές, μισθούς, περιοδικές δαπάνες και κάθε άλλη υποχρέωση σε σχέση με τους Εργαζόμενους στις Ελληνικές Εργασίες. Οποιαδήποτε υποχρέωση για τις αμοιβές, μισθούς, περιοδικές δαπάνες και κάθε άλλη υποχρέωση σε σχέση με τους Εργαζόμενους στις Ελληνικές Επιχειρήσεις που αφορούν στην περίοδο πριν τον Χρόνο Μεταβίβασης θα φέρει αποκλειστικά η Πωλήτρια και η Πωλήτρια εγγυάται ότι θα αποζημιώνει σε κάθε περίπτωση την Αγοράστρια για αυτές τις υποχρεώσεις, καθώς και για κάθε αγωγή, δικαστική ενέργεια, κόστος, δαπάνη, αξίωση και απαίτηση σχετικά με αυτές».
Στο Παράρτημα 1 της Σύμβασης τα «Μεταβιβαζόμενα στοιχεία του ενεργητικού» προσδιορίστηκαν ως εξής: 1) τα Ελληνικά Δάνεια, 2) η υπεραξία των Ελληνικών Εργασιών, 3) τα ακίνητα, 4) ο εξοπλισμός, 5) όλα τα δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας που ανήκουν στην Πωλήτρια και που σχετίζονται αποκλειστικά με τις Ελληνικές Εργασίες και 6) όλα τα βιβλία και στοιχεία που αφορούν αποκλειστικά τις Ελληνικές Εργασίες.
Εξάλλου, στο Παράρτημα 2 προσαρτήθηκε ο «Ισολογισμός της Μεταβίβασης», που ταυτίζεται με το συμφωνηθέν χρηματικό αντάλλαγμα της μεταβίβασης. Σημειώνεται ότι, κατά το σχετικό άρθρο 4 της ανωτέρω Σύμβασης, δεν έγινε ένας, απευθείας, προσδιορισμός του ανταλλάγματος, αλλά αυτό εξαρτήθηκε από τις, εκεί, αναφερόμενες οικονομικές παραμέτρους. Μάλιστα, στον ισολογισμό δεν γίνεται αποτίμηση στοιχείων που, αναμφίβολα, μεταβιβάστηκαν, όπως ο εξοπλισμός των υποκαταστημάτων της Λαϊκής Τράπεζας στην Ελλάδα, ενώ, στον ίδιο πίνακα εμπεριέχεται και γραμμή «subordinated loans», μολονότι, κατά ρητή επιταγή τόσο της διάταξης του άρθρου 63Δ § 4 εδ. τελ. του Ν. 3601/2007 όσο και του άρθρου 13 (6) του Νόμου 17 (1)/2013 της Κυπριακής Δημοκρατίας, τέτοια δάνεια χαμηλής εξασφάλισης εξαιρούνται, ρητώς, της δυνατότητας μεταβίβασης.
Στη συνέχεια, αποδείχθηκε ότι, κατόπιν της υπογραφής της ανωτέρω Σύμβασης εξαγοράς, η προαναφερθείσα ...-00/7 σύμβαση χορήγησης πίστωσης σε ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό, περιήλθε στην εκκαλούσα-εναγομένη, η οποία εξακολούθησε να τηρεί, για την εξυπηρέτησή της, τον «ενήμερο», ... λογαριασμό, του οποίου το χρεωστικό υπόλοιπο, ποσού 575.137,32.4, μεταφέρθηκε, στις 18.11.2013, στον ... λογαριασμό προσωρινής καθυστέρησης, που, επίσης, τηρείται από αυτή. Ο συγκεκριμένος λογαριασμός εξακολούθησε να λειτουργεί, τουλάχιστον, μέχρι τις 06.05.2014. Κατά το χρόνο αυτό, βάσει των στοιχείων του μηχανογραφικού συστήματος της εκκαλούσας - εναγομένης, ο λογαριασμός εμφάνισε χρεωστικό υπόλοιπο 602.322,99€, ενώ, έκτοτε δεν υφίσταται καμία σχετική αναφορά για την τύχη του.
Εξάλλου, στις 25.04.2013, η εφεσίβλητη - ενάγουσα απέστειλε στη "MARFIN ΕGΝΑΤΙΑ ΒΑΝΚ", επιστολή, συνοδευόμενη από τα σώματα των δύο τελευταίων των προαναφερόμενων εγγυητικών επιστολών, με την οποία αιτήθηκε την ολική κατάπτωση τούτων, συνταχθείσης, σχετικώς, της .../30.04.2013, έκθεσης επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Ανδρέα Καλαϊτζή, ο οποίος βεβαίωσε ότι, κατά τη μετάβασή του στον ... ν. Αττικής, για τη συντέλεση της επίδοσης των άνω εγγράφων στο υποκατάστημα τής πιο πάνω τράπεζας, δεν βρήκε το νόμιμο εκπρόσωπο αυτής, η οποία είχε, ήδη, μετονομαστεί σε «CPB ΒΑΝΚ του ομίλου της ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ», γι’ αυτό και παρέδωσε τα έγγραφα στον αρμόδιο για την παραλαβή υπάλληλο Γ. Π., ο οποίος τα παρέλαβε ανεπιφύλακτα.
Στην ανωτέρω επιστολή απάντησε η εκκαλούσα-εναγομένη με την, από 09.05.2013, επιστολή της προς την εφεσίβλητη-ενάγουσα, ισχυριζόμενη ότι τυγχάνει ειδική διάδοχος της «Cyprus Popular Bank Public Co Ltd/Cyprus (CPB)», ότι οι παραπάνω εγγυητικές επιστολές δεν περιλαμβάνονται στα μεταβιβαζόμενα στην ίδια στοιχεία, βάσει της συμφωνίας και ότι η Τράπεζα Πειραιώς δεν ανέλαβε καμία σχετική με τα στοιχεία αυτά υποχρέωση έναντι των ενδιαφερομένων. Ακολούθως, υπέδειξε ως αρμόδια για την κατάπτωση των εγγυητικών επιστολών την παραπάνω «Cyprus Popular Bank Public Co Ltd/Cyprus (CPB)» (δεύτερη εναγομένη της ένδικης αγωγής). Επίσης, στις 10.05.2013, η εφεσίβλητη - ενάγουσα απέστειλε δύο επιστολές προς τη «CYPRUS POPULAR ΒΑΝΚ PUBLIC CO LTD», αιτούμενη την ολική κατάπτωση των δύο πρώτων εγγυητικών επιστολών, των οποίων παρέδωσε, ταυτοχρόνως, τα πρωτότυπα σώματα, μετά των έγγραφων παρατάσεων της ισχύος τους. Για την επίδοση τούτων, επίσης, στον αρμόδιο για την παραλαβή υπάλληλο Γ. Π. (που και πάλι παρέλαβε τα έγγραφα ανεπιφύλακτα), λόγω μη ανεύρεσης του νόμιμου εκπροσώπου της «CYPRUS POPULΑR ΒΑΝΚ PUBLIC CO LTD», στο υποκατάστημά της, στον ... ν. Αττικής, συντάχθηκαν, αντιστοίχως, οι ... και .../17.05.2013, εκθέσεις επιδόσεων του, ως άνω, δικαστικού επιμελητή.
Απαντώντας, στις 26.07.2013, σε επιστολή, της 10.05.2013, της εφεσίβλητης - ενάγουσας προς τη «CYPRUS POPULAR ΒΑΝΚ PUBLIC CO LTD», η Ειδική Διαχειρίστρια της τελευταίας, Ά. Α., ισχυρίστηκε, αυτολεξεί, ότι «Υπό το υφιστάμενο καθεστώς εξυγίανσης της CPB και λαμβάνοντας υπόψη το σκοπό έκδοσης του Περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμου του 2013, γίνεται αντιληπτό πως η CPB δεν είναι σε θέση να προβεί στην πληρωμή της Ε/Ε με αρ. ... στην οποία αναφέρεστε στην επιστολή σας. Η CPB και η Τράπεζα Πειραιώς διαπραγματεύονται το ενδεχόμενο της μεταβίβασης από τη CPB στην Τράπεζα Πειραιώς των Ε/Ε που έχουν εκδοθεί από το πρώην δίκτυο καταστημάτων της CPB στην Ελλάδα. Οι σχετικές διαδικασίες εκκρεμούν ακόμα, χωρίς να μπορεί να δοθεί οποιαδήποτε διαβεβαίωση για το πιο πάνω θέμα, αφού καμία απόφαση δεν έχει ληφθεί μέχρις στιγμής».
Μέχρι τη συζήτηση της κρινόμενης έφεσης η εφεσίβλητη - ενάγουσα δεν εισέπραξε κανένα ποσό από τις ανωτέρω εγγυητικές επιστολές, είτε από την «CYPRUS POPULΑR ΒΑΝΚ PUBLIC CO LTD» είτε από την εκκαλούσα-εναγομένη.
Από το σύνολο των παραπάνω αποδειχθέντων έπεται, κατ’ αρχάς, ότι οι προαναφερθείσες εγγυητικές επιστολές εκδόθηκαν από τη «CYPRUS POPULAR ΒΑΝΚ PUBLIC CO LTD», μέσω του υποκαταστήματός της στην Ελλάδα «ΜΑRFΙΝ ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ», στο πλαίσιο της λειτουργίας της ...-00/7 σύμβασης χορήγησης πίστωσης σε ανοικτά (αλληλόχρεο) λογαριασμό, προς την πιστούχο «ΒΕΛΠΑΖ Α.Ε.» και βάσει των εγγυήσεων που παρασχέθηκαν από τους εγγυητές της, εν λόγω, σύμβασης, κατά τα ειδικότερα διαλαμβανόμενα στην οικεία θέση της παρούσας (βλ. σχετ. και τους όρους 4.02 και 11, στο «Τμήμα
ΙΙ - Γενικό Μέρος», της άνω σύμβασης χορήγησης πίστωσης, όπου γίνεται ειδική ρύθμιση για τις εγγυητικές επιστολές και, ιδίως, τον όρο 11.04, όπου, ρητώς, αναγράφεται, κατά λέξη, ότι: «Οι συμβαλλόμενοι συμφωνούν ότι οποιαδήποτε εγγυητική επιστολή ή ενέγγυα πίστωση εκδοθεί υπέρ του Πιστούχου ή τρίτου με εντολή του κατά τη διάρκεια της ισχύος της Συμβάσεως, λογίζεται ότι έγινε δυνάμει της παρούσας, έστω και αν δεν γίνεται ειδική μνεία συνδέσεώς της στη σχετική περί της εκδόσεως της εγγυητικής αυτής επιστολής Σύμβαση, της Τράπεζας δικαιουμένης να χρεώνει οποτεδήποτε τον λογαριασμό της παρούσας πίστωσης με το σύνολο του ποσού της εγγυητικής επιστολής ή της ενέγγυας πίστωσης»).
Συνακόλουθα τούτου, το Δικαστήριο άγεται στην κρίση ότι στην εκκαλούσα-εναγομένη μεταβιβάστηκαν και οι τέσσερις εξαρτημένες από την άνω σύμβαση εγγυητικές επιστολές, παρά τα αντιθέτως υποστηριζόμενα από την ίδια. Ειδικότερα, είναι γνωστό ότι η έκδοση μιας εγγυητικής επιστολής έχει βαρύνουσα σημασία για την κατάρτιση της, κατ’ ουσία, καλυπτόμενης από αυτήν εμπορικής συναλλαγής (σύμβασης), την οποία και εξυπηρετεί, υπό την έννοια ότι ο αποδέκτης αυτής, υπό όρους όπως και οι συμφωνηθέντες στις επίδικες εγγυητικές, γνωρίζει και, κυρίως, στηρίζεται στο γεγονός ότι θα πληρωθεί από το εκδώσαν αυτήν πιστωτικό ίδρυμα, κατόπιν σχετικής εντολής του πελάτη του, στο πλαίσιο της εκτέλεσης μιας εμπορικής σύμβασης, χωρίς να εξαρτάται η είσπραξη του ποσού είτε από την οικονομική κατάσταση του εντολέα της τράπεζας είτε από την έκβαση της, τυχόν, υφιστάμενης διαφοράς μεταξύ του τελευταίου και του αληθινού υπόχρεου.
Εφόσον δε η εγγυητική επιστολή συνδέεται με αλληλόχρεο λογαριασμό, όπως συμβαίνει, εν προκειμένω, με βάση τα κρατούντα στις συναλλαγές, με την έκδοσή της γίνεται ισόποση χρέωση του αλληλόχρεου λογαριασμού, ενώ, το ποσό της καθίσταται τοκοφόρο με την κατάπτωσή της (βλ. σχετ. και τον 11.01 όρο της ...-00/7 σύμβασης χορήγησης πίστωσης σε ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό...).
Κατ’ αυτό τον τρόπο η εγγυητική επιστολή συναρτάται άμεσα με τον αλληλόχρεο λογαριασμό, σε βαθμό που δεν νοείται μεταβίβαση της σύμβασης του τελευταίου χωρίς την εγγυητική επιστολή, που στηρίζεται σε αυτόν, εκτός εάν, κατά τη μεταβίβαση του λογαριασμού, γινόταν πίστωση αυτού, ισόποση με την εγγυητική επιστολή και αποσυνδεόταν από αυτήν οι συναρτώμενες με τον αλληλόχρεο λογαριασμό εγγυήσεις-εξασφαλίσεις της εκδότριας τράπεζας.
Πλην όμως, στην κρινόμενη περίπτωση, τέτοια πίστωση, ποσού 400.000€, δεν έγινε κατά τη μεταβίβαση της ανωτέρω σύμβασης χορήγησης πίστωσης σε ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό, από τη δεύτερη εναγόμενη της ένδικης αγωγής, «CYPRUS POPULΑR ΒΑΝΚ PUBLIC CO LTD» προς την εκκαλούσα-εναγόμενη Τράπεζα Πειραιώς, μετά των μεταβιβάσεων των προσημειώσεων υποθήκης που είχαν εγγραφεί υπέρ εκείνης (β' εναγομένης) και, επομένως, η εκκαλούσα-εναγομένη απέκτησε και τις επίδικες εγγυητικές επιστολές ως παρεπόμενα του ίδιου λογαριασμού …, κρίση η οποία ενισχύεται και από τον όρο 11.04 της ...-00/7 σύμβασης χορήγησης πίστωσης σε ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό, του οποίου το περιεχόμενο αναφέρθηκε προηγουμένως.
Και τούτο, παρότι η κτήση αυτή δεν αναγράφεται, ρητώς, στη μεταβιβαστική σύμβαση. Πράγματι, από τις περιλαμβανόμενες ορολογικές διατυπώσεις ως προς τα μεταβιβαζόμενα στοιχεία στο 97/2013 Διάταγμα της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου ως Αρχής Εξυγίανσης (αναφερόμενος συνοπτικός τίτλος «Περί της Πώλησης Εργασιών των εν Ελλάδι Εργασιών» (παρ. 1), προσδιορισμός της σύμβασης ως τέτοιας «με την οποία συνομολογείται η μεταβίβαση από τον Πωλητή προς τον Αγοραστή των περιουσιακών στοιχείων, δικαιωμάτων και υποχρεώσεων σε σχέση με τις εργασίες του Πωλητή στην Ελληνική Δημοκρατία» (παρ. 2), αναφορά για «δυνάμει του άρθρου 9 πώληση εργασιών» (παρ. 3), ορισμός στην παρ. 5 ότι «μεταβιβάζει, δια πωλήσεως, στον Αγοραστή τα προβλεπόμενα στη Σύμβαση Αγοράς και Πώλησης περιουσιακά στοιχεία, δικαιώματα και υποχρεώσεις», δεν προκύτπει, με σαφήνεια, εάν η εντελλόμενη μεταβίβαση αφορά το σύνολο («των εργασιών») ή μέρος των περιουσιακών στοιχείων, δικαιωμάτων και υποχρεώσεων της Λαϊκής Τράπεζας στην Ελλάδα.
Εν τούτοις, είναι προφανές ότι η ερμηνεία του ανωτέρω Διατάγματος, το οποίο σε κάθε περίπτωση είναι επιδεκτικό τροποποιήσεων, άρα και αυθεντικής ερμηνείας, από την εκδούσα Αρχή, κατά την παρ. 13 αυτού, δεν συνιστά έργο του Δικαστηρίου, καθόσον, με το Διάταγμα αυτό δεν επέρχεται, άμεσα, η σκοπούμενη «πώληση εργασιών» (στις οποίες δεν μπορούν να συμπεριλαμβάνονται τα δάνεια χαμηλής εξασφάλισης ως, ρητώς, εξαιρούμενα με απαγορευτική διάταξη νόμου), η οποία συντελείται με εκτελεστική σύμβαση (ή συμβάσεις) τούτου, όπως είναι η «Σύμβαση Πώλησης και Μεταβίβασης» της 26.03.2013, στην οποία, μετά ταύτα, εναπόκειται ο προσδιορισμός του περιεχομένου της άνω μεταβίβασης (βλ.
ιδίως, παρ. 5).
Ωστόσο, αξιοσημείωτο τυγχάνει πως το αντικείμενο της εν λόγω Σύμβασης εμφανίζεται, σχετικά, περιορισμένο σε σχέση με το Διάταγμα, αφού δεν προσαρτάται σε αυτήν Παράρτημα για τις μεταβιβαζόμενες υποχρεώσεις, αντίστοιχο του προσαρτημένου Παραρτήματος Ι, για τα μεταβιβαζόμενα στοιχεία του ενεργητικού της Πωλήτριας Τράπεζας, καίτοι στο ανωτέρω Διάταγμα γίνεται σαφής αναφορά για μεταβίβαση «περιουσιακών στοιχείων, δικαιωμάτων και υποχρεώσεων». Άλλωστε, ακόμη και για τις «Καταθέσεις» δεν έγινε, αυστηρά νομοτεχνικά, μεταβίβαση αυτών, αλλά η εκκαλούσα-εναγομένη ανέλαβε, σωρευτικά, με την Πωλήτρια την υποχρέωση καταβολής τους, στους αντίστοιχους καταθέτες (άρθρο 2.7 της σύμβασης), ενώ και η υποχρέωση μισθοδοσίας που, ρητώς, αναλήφθηκε από την Τράπεζα Πειραιώς, κατά το άρθρο 9 της σύμβασης, δεν συνιστά αυτοτελή μεταβίβαση υποχρέωσης, αλλά είναι, ουσιαστικά, συνεπακόλουθη συνέπεια της μεταβίβασης των σχέσεων εργασίας των εργαζομένων των «εργασιών» στην Ελλάδα της Πωλήτριας.
Σαφής πρόνοια για επικείμενη και όχι άμεση μεταβίβαση υποχρέωσης γίνεται στο άρθρο 2.9 της ανωτέρω Σύμβασης, πλην όμως από κανένα στοιχείο της δικογραφίας δεν αποδεικνύεται ότι υλοποιήθηκε η, εκεί, προβλεπόμενη κατάρτιση νεότερης συμφωνίας για την αγορά των αναφερόμενων στοιχείων ενεργητικού και υποχρεώσεων.
Ενόψει τούτων συνάγεται ότι ο ισχυρισμός της εφεσίβλητης - ενάγουσας περί της συνολικής μεταβίβασης όλων, γενικώς, των «εργασιών» της Πωλήτριας στην Ελλάδα, παρίσταται αβάσιμος. Ούτε προβλέπεται, ρητώς, μεταβίβαση των επίδικων εγγυητικών επιστολών από την Πωλήτρια τράπεζα στην εκκαλούσα-εναγομένη. Πλην όμως, όπως, ήδη, αναφέρθηκε παραπάνω, επί εγγυητικής επιστολής συνδεδεμένης με αλληλόχρεο λογαριασμό, δεν νοείται μεταβίβαση της σχέσης του τελευταίου χωρίς την εγγυητική που στηρίζεται σε αυτόν, με την εξαίρεση που προεκτέθηκε, η οποία, όμως, δεν συντρέχει στην προκείμενη περίπτωση και, ως εκ τούτου, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, η εκκαλούσα-εναγομένη Τράπεζα Πειραιώς απέκτησε και τις επίδικες εγγυητικές επιστολές ως παρεπόμενα του αλληλόχρεου λογαριασμού της πιστούχου «ΒΕΛΠΑΖ Α.Ε.».
Βεβαίως, για να αποσείσει την ευθύνη της, η εκκαλούσα-εναγομένη ισχυρίζεται ότι οι επίδικες εγγυητικές επιστολές υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής του όρου [2.9] της, από 26.03.2013, Σύμβασης (βλ. την ένορκη κατάθεση της μάρτυρας Α. Κ. - Γ.), ωστόσο, όμως, ο όρος αυτός θα μπορούσε να τύχει, ενδεχομένως, εφαρμογής για εγγυητικές επιστολές που δεν εξαρτώνται από αλληλόχρεο λογαριασμό και δόθηκαν μετά από εμπράγματη εξασφάλιση της ίδιας, ενώ, αντιθέτως, δεν δύναται να ισχύσει για εγγυητικές επιστολές, όπως οι επίδικες, εφόσον το υπόλοιπο του αλληλόχρεου λογαριασμού δεν πιστώθηκε κατά 400.000.€, με τη μεταβίβασή του σε αυτήν (εκκαλούσα-εναγομένη).
Επισημαίνεται ότι, για την ίδια αιτία, η κρίση αυτή δεν αναιρείται ούτε από το προσκομιζόμενο με επίκληση από την εκκαλούσα-εναγομένη «Πρόσθετο ιδιωτικό συμφωνητικό στη σύμβαση πώλησης και μεταβίβασης της 26.03.2013», που καταρτίστηκε την 01.11.2013, μεταξύ αυτής και της Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρίας ΛΙΜΙΤΕΔ, δυνάμει του οποίου, κατ’ εφαρμογή του άνω όρου [2.9] της Σύμβασης πώλησης εργασιών, η Τράπεζα Πειραιώς ανέλαβε υποχρεώσεις από τις απαριθμούμενες, περιοριστικά, στο συμφωνητικό εγγυητικές επιστολές έκδοσης υποκαταστημάτων της Πωλήτριας στην ημεδαπή.
Ειδικότερα, όπως, ορθά, διέλαβε στην εκκαλούμενη απόφασή του το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, εάν γινόταν δεκτό ότι, παρά τη μη μεταβίβαση των εγγυητικών επιστολών, διατηρούνταν αμείωτο το υπόλοιπο του αλληλόχρεου λογαριασμού, αυτό, πρακτικά, θα σήμαινε ότι η μεταβίβαση του συγκεκριμένου στοιχείου (δανείου με αλληλόχρεο) δεν θα γινόταν προς διασφάλιση συνέχισης κρίσιμης τραπεζικής εργασίας και προς εξυπηρέτηση και του συμφέροντος του (υπό μεταβίβαση) πελάτη, αλλά με επιδείνωση της οικονομικής του θέσης, αφού ο τηρούμενος λογαριασμός εξυπηρέτησης του δανείου θα ήταν ανειλικρινής σε βάρος του (πελάτη), γεγονός ανεπίτρεπτο, όχι μόνο κατά τους υπηρετούμενους από τα μέτρα εξυγίανσης σκοπούς, αλλά και νομικά, διότι ένας τέτοιος πελάτης, όπως η "ΒΕΛΠΑΖ Α.Ε." θα υφίσταται, αναίτια, ζημία της περιουσίας της, ήτοι, επιδείνωση της οικονομικής της θέσης.
Ακόμη δε και στην περίπτωση, που, κατά την ειδικότερη πρακτική της εκκαλούσας-εναγομένης, η συμφωνία ότι το ποσό της εγγυητικής επιστολής, που θα εισερχόταν στον αλληλόχρεο λογαριασμό, ήδη, από την έκδοσή της, θα είχε πληροφοριακό χαρακτήρα για τον υπολογισμό του συμφωνηθέντος πιστωτικού ορίου.... και πάλι αυτή η «αμείωτη» καταχώρηση δεν θα έπαυε να αναδίνει αρνητικές για την "ΒΕΛΠΑΖ Α.Ε." συνέπειες, εφόσον δεν συνοδευόταν από τη μεταβίβαση των επίδικων εγγυητικών επιστολών.
Ως εκ τούτου, ο ισχυρισμός της εκκαλούσας-εναγομένης ότι δεν μπορεί να γίνει ερμηνευτικά δεκτό πως ανέλαβε την υποχρέωση πληρωμής των επίδικων εγγυητικών επιστολών, αφού αυτό θα σήμαινε πρόσθετη οικονομική της επιβάρυνση, πέραν των υποχρεώσεων που ανέλαβε με την υπογραφείσα σύμβαση, παρίσταται, μετά συνεκτίμηση, κατ' άρθρο 200 ΑΚ και της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, ουσιαστικά αβάσιμος, διότι, εν προκειμένω, αποδεικνύεται ότι καμία τέτοια επιβάρυνση δεν ανέλαβε, ενώ, αντίθετα, το ερμηνευτικό ενδεχόμενο μη ανάληψης της υποχρέωσης αυτής, ουσιαστικά, θα οδηγούσε σε αθέμιτη βελτίωση της δικής της οικονομικής θέσης και σε καταστρατήγηση των σκοπών που επιδιώκονται με το μέτρο εξυγίανσης, αφού θα ανέτρεπε τη βεβαιότητα της εφεσίβλητης-ενάγουσας περί της άμεσης πληρωμής της, στην οποία αυτή στήριξε τη συνέχιση της εμπορικής συνεργασίας της με την αντισυμβαλλόμενη εταιρεία «ΒΕΛΠΑΖ Α.Ε.».
Να σημειωθεί ότι η αναγκαιότητα συμπερίληψης διασφαλίσεων, ώστε να αποτρέπεται ο διαχωρισμός συνδεδεμένων υποχρεώσεων, δικαιωμάτων και συμβάσεων, σε περίπτωση μεταβίβασης ορισμένων, αλλά όχι όλων των περιουσιακών στοιχείων, δικαιωμάτων και υποχρεώσεων ενός ιδρύματος που πτωχεύει, αποτέλεσε και Κοινοτική βούληση, που αποτυπώθηκε στη σκέψη 95 του προοιμίου της Οδηγίας 2014/59, στην οποία διατυπώνεται ότι:
«Προκειμένου να διατηρηθούν οι νόμιμες ρυθμίσεις της κεφαλαιαγοράς, σε περίπτωση μεταβίβασης ορισμένων, αλλά όχι όλων των περιουσιακών στοιχείων, δικαιωμάτων και υποχρεώσεων ενός ιδρύματος που πτωχεύει, κρίνεται σκόπιμη η συμπερίληψη διασφαλίσεων, ώστε να αποτρέπεται ο διαχωρισμός συνδεδεμένων υποχρεώσεων, δικαιωμάτων και συμβάσεων, κατά περίπτωση.
Ο εν λόγω περιορισμός επιλεγμένων πρακτικών όσον αφορά συνδεδεμένες συμβάσεις θα πρέπει να επεκτείνεται και σε συμβάσεις με τον ίδιο αντισυμβαλλόμενο που καλύπτονται από συμφωνίες εγγυοδοσίας, συμφωνίες παροχής χρηματοοικονομικής ασφάλειας με μεταβίβαση τίτλων, συμφωνίες αλληλοσυμψηφισμού (set-οff), συμφωνίες εκκαθαριστικού συμψηφισμού (close ου netting), και συμφωνίες δομημένης χρηματοδότησης.
Στις περιπτώσεις όπου εφαρμόζεται η διασφάλιση, οι αρχές εξυγίανσης θα πρέπει να δεσμεύονται να μεταβιβάζουν όλες τις συνδεδεμένες συμβάσεις στο πλαίσιο μιας προστατευμένης ρύθμισης ή να τις αφήνουν όλες στο εναπομείναν χρεωκοπημένο ίδρυμα. Με αυτά τα μέτρα αναμένεται να διασφαλίζεται ότι δεν θίγεται η μεταχείριση, ως προς τα υποχρεωτικά κεφάλαια, των χρηματοδοτικών ανοιγμάτων που καλύπτονται από συμφωνία συμψηφισμού για τους σκοπούς της οδηγίας 2013/36/ΕΕ».
Η υποχρέωση της εκκαλούσας-εναγομένης για καταβολή του ποσού των εγγυητικών επιστολών δεν αναιρείται ούτε από την (υποκειμενική) σύμπτωση απόψεων μεταξύ της, από 09.05.2013 επιστολής της εκκαλούσας-εναγομένης και της, από 26.07.2013, επιστολής της δεύτερης εναγομένης της ένδικης αγωγής, ούτε από την αναγραφή στις παραπάνω επιστολές - αιτήσεις της εφεσίβλητης-ενάγουσας, ως παραλήπτριας της «MARFIN ΕGΝΑΤΙΑ ΒΑΝΚ»/ «CYPRUS POPULAR ΒΑΝΚ PUBLIC CΟ LTD» και όχι της Τράπεζας Πειραιώς, η οποία ουδόλως αμφισβητεί την περιέλευση σε αυτήν της βούλησης της αντιδίκου της για ολική κατάπτωση των εγγυητικών επιστολών. Σημειώνεται, επιπροσθέτως, ότι ούτε κατά την παραλαβή των επιστολών της εφεσίβλητης-ενάγουσας για την κατάπτωση των εγγυητικών, διατηρήθηκε οιαδήποτε επιφύλαξη από τον, ήδη, υπάλληλο της Τράπεζας Πειραιώς και, αρχικώς, της δεύτερης εναγομένης της ένδικης αγωγής, Γ. Π., που συνυπέγραψε για την έκδοση των τελευταίων. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, καθ' ο μέρος αφορά την εκκαλούσα-εναγομένη, η κρινόμενη αγωγή παρίσταται βάσιμη και από ουσιαστικής απόψεως [...]|».
[VI] Με τις σκέψεις του αυτές, το Εφετείο, απέρριψε την έφεση της ήδη αναιρεσείουσας, κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης, που είχε κρίνει ομοίως και, κατά παραδοχή της ουσιαστικής βασιμότητας της ένδικης αγωγής, την είχε υποχρεώσει να καταβάλει στην αντίδικό της, για την προαναφερόμενη αιτία, το ποσό των 400.000€, νομιμοτόκως. Ειδικότερα, το Εφετείο δέχθηκε ότι, με την ένδικη σύμβαση, μεταξύ της αναιρεσείουσας, εναγομένης και του αναφερομένου σ’ αυτή Κυπριακού πιστωτικού ιδρύματος, που καταρτίσθηκε κατ' εφαρμογή των προαναφερομένων διατάξεων του Ελληνικού και Κυπριακού δικαίου, περί εξυγίανσης πιστωτικών ιδρυμάτων και εγκρίθηκε με απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος, μεταβιβάσθηκαν από το δεύτερο στην πρώτη τα αναφερόμενα σ’ αυτή (σύμβαση) συγκεκριμένα περιουσιακά στοιχεία του ενεργητικού του, στα οποία ρητώς δεν περιλαμβάνονται και οι υποχρεώσεις της μεταβιβάσασας τράπεζας από κατάπτωση εγγυητικών επιστολών, όπως οι ένδικες, για τις οποίες, μάλιστα υπάρχει σαφής πρόνοια για επικείμενη και όχι άμεση μεταβίβαση των σχετικών υποχρεώσεων στο άρθρο 2.9 της ανωτέρω Σύμβασης, πλην, όμως, (δέχθηκε) αυτές συμμεταβιβάσθηκαν με τον αλληλόχρεο λογαριασμό, που τηρούσε σ’ αυτή η ανωτέρω οφειλέτρια για χρέωση της πληρωμής τους.
Το πόρισμά του αυτό το Εφετείο στήριξε σε δύο αιτιολογίες και, συγκεκριμένα, ότι:
α) Οι υποχρεώσεις του μεταβιβάζοντος (Κυπριακού) πιστωτικού ιδρύματος, με τα αντίστοιχα δικαιώματα της λήπτριας ήδη αναιρεσίβλητης, για πληρωμή των ενδίκων εγγυητικών επιστολών σε περίπτωση κατάπτωσής τους συμμεταβιβάσθηκαν άνευ ετέρου με την –αποτελούσα στοιχείο του ενεργητικού του – σύμβαση πίστωσης αλληλόχρεου λογαριασμού, που τηρείτο σ’ αυτό από την ανωτέρω ανώνυμη εταιρεία (μη διάδικο στην παρούσα δίκη) και οφειλέτιδα της ήδη αναιρεσίβλητης – ενάγουσας (λήπτριας/δανείστριας), ως παρεπόμενα και εξαρτώμενα από αυτή δικαιώματα αφού «[…] δεν νοείται μεταβίβαση της σχέσης του τελευταίου χωρίς την εγγυητική που στηρίζεται σε αυτόν, με την εξαίρεση της πίστωσης του σχετικού ποσού στο υπόλοιπο του εν λόγω λογαριασμού με τη μεταβίβασή του, η οποία, όμως, δεν συντρέχει στην προκείμενη περίπτωση και, ως εκ τούτου, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, η εκκαλούσα-εναγομένη Τράπεζα Πειραιώς απέκτησε και τις επίδικες εγγυητικές επιστολές ως παρεπόμενα του αλληλόχρεου λογαριασμού της πιστούχου «ΒΕΛΠΑΖ Α.Ε.». Για να ενισχύσει δε, περαιτέρω, την αιτιολογία του αυτή, προέβη σε ερμηνεία των ανωτέρω διατάξεων του ΑΚ, που εφαρμόζονται στην εγγυητική επιστολή, υπό το πρίσμα της σκέψης 95 του προοιμίου της Οδηγίας 2014/59. Και
β) με τη μεταβίβαση στην ήδη αναιρεσείουσα των αναφερομένων σ' αυτή περιουσιακών στοιχείων του ενεργητικού της εδρεύουσας στη Δημοκρατία της Κύπρου τραπεζικής εταιρεία με την επωνυμία «Cyprus Popular Bank Public Co Ltd”, μεταξύ των οποίων και ο επίμαχος αλληλόχρεος λογαριασμός, συμμεταβιβάσθηκαν στην πρώτη και οι υποχρεώσεις της τελευταίας τράπεζας για πληρωμή των ενδίκων εγγυητικών επιστολών, καθώς και τα αντίστοιχα δικαιώματα της ήδη αναιρεσίβλητης (λήπτριας/δανείστριας) για την είσπραξη του ποσού της κατάπτωσης αυτών, αφού όπως επί λέξει δέχθηκε:
«[...] ο ισχυρισμός της εκκαλούσας - εναγομένης ότι δεν μπορεί να γίνει ερμηνευτικά δεκτό πως ανέλαβε την υποχρέωση πληρωμής των επίδικων εγγυητικών επιστολών, αφού αυτό θα σήμαινε πρόσθετη οικονομική της επιβάρυνση, πέραν των υποχρεώσεων που ανέλαβε με την υπογραφείσα σύμβαση παρίσταται, μετά συνεκτίμηση κατ’ άρθρο 200 ΑΚ και της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, ουσιαστικά αβάσιμος διότι, εν προκειμένω, αποδεικνύεται ότι καμία τέτοια επιβάρυνση δεν ανέλαβε, ενώ, αντίθετα, το ερμηνευτικό ενδεχόμενο μη ανάληψης της υποχρέωσης αυτής, ουσιαστικά, θα οδηγούσε σε αθέμιτη βελτίωση της δικής της οικονομικής θέσης και σε καταστρατήγηση των σκοπών που επιδιώκονται με το μέτρο εξυγίανσης, αφού θα ανέτρεπε τη βεβαιότητα της εφεσίβλητης-ενάγουσας περί της άμεσης πληρωμής της, στην οποία αυτή στήριξε τη συνέχιση της εμπορικής συνεργασίας της με την αντισυμβαλλόμενη εταιρεία «ΒΕΛΠΑΖ Α.Ε.».
[VII] Έτσι, όμως, που έκρινε το Εφετείο, παραβίασε, ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή:
α) με την πρώτη –κύρια- αιτιολογία του, τις ουσιαστικού δικαίου, διατάξεις των άρθρων 847 επ. και 361 ΑΚ, που εφαρμόζονται στη, διαμορφωθείσα με τη συναλλακτική πρακτική, τραπεζική εγγυητική επιστολή, όπως οι ένδικες. Και τούτο διότι, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη της παρούσας, μεταξύ των ανωτέρω εννόμων σχέσεων (κάλυψης και τραπεζικής εγγυοδοτικής σύμβασης της εγγυητικής επιστολής) δεν υφίσταται σχέση κυρίου προς παρεπόμενο και με τη μεταβίβαση της πρώτης σχέσης (κάλυψης) δεν συμμεταβιβάζεται, ως παρεπόμενο αυτής δικαίωμα και αυτό του λήπτη έναντι της εκδότριας τράπεζας για καταβολή του ποσού της κατάπτωσης της εγγυητικής επιστολής. Πέραν του ότι η ανωτέρω Οδηγία, υπό το πρίσμα της οποίας ερμήνευσε τις εν λόγω διατάξεις του ΑΚ δεν ίσχυε κατά τον επίμαχο χρόνο σύναψης της ένδικης μεταβιβαστικής σύμβασης, αφού αυτή εκδόθηκε μεταγενέστερα. Και,
β) με τη δεύτερη – επάλληλη της πρώτης – αιτιολογία του, (παραβίασε ευθέως) τους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ. Καθόσον, ενώ δεν διαπίστωσε συμβατικό κενό ως προς το αν περιλαμβάνονται στα μεταβιβασθέντα περιουσιακά στοιχεία και οι υποχρεώσεις της μεταβιβάσασας Κυπριακής Τράπεζας από κατάπτωση εγγυητικών επιστολών, αφού δέχθηκε, ειδικότερα, ότι με την ένδικη σύμβαση, που συνήφθη μεταξύ των ανωτέρω τραπεζικών ιδρυμάτων, κατ' επιταγή των προαναφερθεισών διατάξεων του Ελληνικού και Κυπριακού δικαίου και η οποία (σύμβαση) εγκρίθηκε με απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος, μεταβιβάσθηκαν τα συγκεκριμένα, ρητώς αναφερόμενα σ’ αυτή, περιουσιακά στοιχεία του ενεργητικού της ανωτέρω μεταβιβάσασας Τράπεζας και ότι σ’ αυτά, σαφώς, δεν περιλαμβάνονται οι επίμαχες υποχρεώσεις της (από εγγυητικές επιστολές), για την επικείμενη και όχι άμεση μεταβίβαση των οποίων γίνεται, μάλιστα, σαφής πρόνοια στο άρθρο 2.9 της ένδικης σύμβασης.
Εντούτοις, προχώρησε σε ερμηνεία των σχετικών συμβατικών όρων, προσφεύγοντας, μάλιστα, προς τούτο, κατά τα ανωτέρω διαλαμβανόμενα στη σχετική αιτιολογία του, μόνο στα «αντικειμενικά» ερμηνευτικά κριτήρια του άρθρου 200 ΑΚ, ήτοι αυτά της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών και παραλείποντας να προσφύγει, όπως όφειλε, στη συμπληρωματική, της ανωτέρω, ερμηνευτική διάταξη του άρθρου 173 ΑΚ, που καθιερώνει τα «υποκειμενικά» ερμηνευτικά κριτήρια του άρθρου 173 ΑΚ, ώστε να αναζητήσει και διαπιστώσει ποια ήταν, εν προκειμένω, η «αληθινή» βούληση των δικαιοπρακτούντων μερών, την οποία, καθόλου, δεν αναφέρει στην αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του.
Επομένως, οι σχετικοί αναιρετικοί λόγοι πρώτος κύριος και πρόσθετος, κατά το οικείο σκέλος του, παραδεκτώς συμπληρούμενο, από το Δικαστήριο τούτο, κατ’ άρθρο 562 παρ. 4 ΚΠολΔ, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες από τον αριθμό 1 άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνιστάμενες, αντίστοιχα, σε ευθεία παραβίαση, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου κανόνων των άρθρων 847 επ.
και 361 ΑΚ και των ανωτέρω ερμηνευτικών κανόνων, είναι βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί.
Κατόπιν της παραδοχής της βασιμότητας των ανωτέρω αναιρετικών λόγων, παρέλκει, ως αλυσιτελής, η έρευνα των λοιπών, ήτοι του δευτέρου κυρίου, από τον αριθμό 8, άλλως 10 , του τρίτου κυρίου από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, καθώς και του πρώτου σκέλους του προσθέτου από τον αριθμό 1 της ίδιας διάταξης, καθόσον, αυτοί κατατείνουν στο ίδιο αποτέλεσμα με τους προαναφερθέντες, που κρίθηκαν βάσιμοι και, έτσι, καταλαμβάνονται από την αναιρετική τους εμβέλεια.
Στη συνέχεια, πρέπει η υπόθεση να παραπεμφθεί για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που τη δίκασε, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές εκτός εκείνων, που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση, κατά την παρ. 3 του άρθρου 580 ΚΠολΔ. Περαιτέρω, πρέπει να διαταχθεί, κατά την παρ. 3 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, η απόδοση στην αναιρεσείουσα του παραβόλου, που καταβλήθηκε, για την άσκηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα της παρούσας αναιρετικής δίκης πρέπει να συμψηφισθούν, στο σύνολό τους, μεταξύ των διαδίκων, διότι η ερμηνεία των ανωτέρω κανόνων δικαίου, που εφαρμόσθηκαν στην προκειμένη περίπτωση, ήταν ιδιαίτερα δυσχερής (άρθρα 179, 183 και 191 παρ. 1 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 51/2019 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο ως άνω Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους Δικαστές, εκτός εκείνων, που δίκασαν.
Διατάσσει την επιστροφή του καταβληθέντος παραβόλου στην αναιρεσείουσα, που το κατέθεσε.
Συμψηφίζει, μεταξύ των διαδίκων, τα δικαστικά έξοδα της παρούσας δίκης, στο σύνολό τους.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Ιανουαρίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 06 Μαΐου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ