Supreme Court remands case for retrial due to insufficient reasoning on liability and procedural defects in first instance judgment.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece partially allowed the appeal against the First Instance Court's judgment dismissing the plaintiff's claim for damages. The court found the lower court's reasoning insufficient regarding the defendant's liability for the dog's entry onto the highway and procedurally flawed under Article 560 of the Code of Civil Procedure. Consequently, the judgment was annulled and the case remanded for retrial before a different panel of the same court.
Legislator headnote
AI generatedArticles 560, 562, 914, 330, 922 of the Code of Civil Procedure; A judgment is annulled if it lacks sufficient reasoning on essential issues of liability or contains procedural defects, rendering appellate review impossible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 561 / 2020 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 561/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Κοντό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Μαρία Βασδέκη, Κωνσταντίνα Μαυρικοπούλου και Αικατερίνη Κρυσταλλίδου - Μωρέση - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Δεκεμβρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Ο. Σ.και 2) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "Ι.", που εδρεύει στη Θ. και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ντανίτσα Τιράνα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσιβλήτου: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Ε.", που εδρεύει στο … και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Χριστίνα Ακριβοπούλου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-4-2014 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Ηγουμενίτσας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 9/2016 του ίδιου Δικαστηρίου και 115/2017 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 27-4-2018 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 115/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας (δικάσαντος ως Εφετείου), κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής κατ' επιτρεπτή (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ) εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων: Οι ενάγοντες (ήδη αναιρεσείοντες) ισχυρίσθηκαν στην από 23-4-2014 αγωγή τους ότι ο πρώτος εξ αυτών οδηγώντας όχημα ιδιοκτησίας του, ασφαλισμένο στη δεύτερη για τις ζημίες έναντι τρίτων αλλά και για ζημίες του ίδιου του οχήματος στον αυτοκινητόδρομο της … προσέκρουσε σε σκύλο που (έχοντας εισέλθει στην άνω οδό από κατεστραμμένη, άλλως πλημμελώς συντηρημένη περίφραξη λόγω ελλείψεως του σχετικού ελέγχου εκ μέρους της εναγομένης) αιφνιδίως παρενεβλήθη στην πορεία του, με συνέπεια τη θανάτωσή του και την πρόκληση των περιγραφόμενων ζημιών στο ανωτέρω όχημα, την αποκατάσταση των οποίων ζήτησε ο πρώτος καθώς και την επιδίκαση χρηματικής αποζημιώσεως λόγω ηθικής βλάβης συνολικού ποσού 9.948,83 ευρώ, ενώ η δεύτερη (ασφαλιστική εταιρεία) ζήτησε το ποσό των 448,15 ευρώ που κατέβαλε στον ως άνω ασφαλισμένο της σε εκτέλεση σχετικού όρου της μεταξύ τους συμβάσεως, υποκαθισταμένη κατά το μέρος αυτό στα δικαιώματά του.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο (Ειρηνοδικείο Ηγουμενίτσας) με την 9/2016 απόφασή του δέχθηκε εν μέρει κατ' ουσίαν την ένδικη αγωγή. Κατά της αποφάσεως αυτής η εναγομένη ήδη αναιρεσίβλητη άσκησε έφεση ενώπιον του Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας, το οποίο με την προσβαλλομένη ήδη απόφασή του, δέχθηκε την έφεση, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και ερευνώντας εκ νέου την υπόθεση απέρριψε κατ' ουσίαν την αγωγή.
Κατά, το άρθρο 560 ΚΠολΔ, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015 και ισχύει εν προκειμένω "Κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο:
1) αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την εφαρμογή των κανόνων του δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν μπορεί να προβληθεί σε μικροδιαφορές, 2) αν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε όπως ορίζει ο νόμος...,3) αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ ύλην αρμοδιότητα, 4) αν παράνομα αποκλείστηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας, 5) αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και 6) αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Οι αμέσως πιο πάνω αναιρετικοί λόγοι απαριθμούνται περιοριστικά, αντιστοιχούν δε προς τους λόγους αναίρεσης που προβλέπονται από τους αριθμούς 1, 2, 4, 5, 7, 8 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προς τους οποίους, όμως, δεν ταυτίζονται απολύτως (ΑΠ789/2019, ΑΠ894/2018).
Ειδικότερα κατά την έννοια του άρθρου 560 αρ. 6 ΚΠολΔ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015, (που είναι ταυτόσημος με το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ.), ανεπαρκής ή αντιφατική αιτιολογία, η οποία ως συνέπεια έχει την αναίρεση της προσβαλλομένης αποφάσεως για έλλειψη νομίμου βάσεως, υπάρχει όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, συμφωνά με το νόμο, είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του κανόνα δικαίου που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση, όχι όμως και όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, εφόσον τούτο εκτίθεται σαφώς (Ολ.Α.Π.9/2016, Ολ.Α.Π.15/2006).
Ως "ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης", που αναφέρεται στην άνω διάταξη και του οποίου η αιτιολόγηση ή μη, ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή και αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση της νοείται μόνον ο ισχυρισμός που έχει αυτοτελή ύπαρξη, δηλαδή εκείνος που τείνει στη θεμελίωση ή την κατάλυση ουσιαστικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα, που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για την οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (Ολ.Α.Π.24/1992).
Περαιτέρω από τα άρθρα 914, 330, 297 και 298 ΑΚ προκύπτει ότι προϋποθέσεις της ευθύνης προς αποζημίωση είναι η α) η υπαιτιότητα του υποχρέου, β) το παράνομο της πράξεως ή της παραλείψεως αυτού και γ) η ύπαρξη αιτιώδους συναφείας μεταξύ της πράξεως ή της παραλείψεως και της ζημίας που επήλθε, η οποία υπάρχει όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνομένου προσώπου, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ήταν ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα.
Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε κυριαρχικώς ως αποδειχθέντα, επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγομένη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συναφείας.
Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 922 ΑΚ, ο κύριος ή ο προστήσας κάποιον άλλον σε μια υπηρεσία ευθύνεται για τη ζημία που ο υπηρέτης ή ο προστηθείς προξένησε σε τρίτον παράνομα κατά την υπηρεσία του, δηλαδή διαπράττοντας αδικοπραξία. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής προστηθείς είναι το πρόσωπο, το οποίο με τη βούληση κάποιου άλλου, που χαρακτηρίζεται ως προστήσας, παρέχει σ' αυτόν, διαρκώς ή ευκαιριακώς, υπηρεσίες διεκπεραιώσεως των υποθέσεών του ή προωθήσεως των οποιωνδήποτε συμφερόντων του, εφόσον ενεργεί υπό τον έλεγχο του ή έστω υπό την επίβλεψή του, με την έννοια ότι δεν απαιτούνται οπωσδήποτε δεσμευτικές ειδικές εντολές, αλλά αρκούν και γενικές οδηγίες στο πλαίσιο χαλαρής εξαρτήσεως, που επιτρέπει όμως μια γενική εποπτεία.
Σχέση προστήσεως κατά την ανωτέρω διάταξη δημιουργείται από την τοποθέτηση, διορισμό ή χρησιμοποίηση από κάποιο πρόσωπο (ήτοι τον προστήσαντα) ενός άλλου προσώπου, φυσικού ή νομικού (ήτοι του προστηθέντος), σε θέση ή απασχόληση, διαρκή ή μεμονωμένη εργασία που αποβλέπει στη διεκπεραίωση υποθέσεως και γενικότερα στην εξυπηρέτηση των επαγγελματικών, οικονομικών ή άλλων συμφερόντων του πρώτου.
Η σχέση προστήσεως έχει τέτοια ευρύτητα ώστε να καλύπτει κάθε εκουσία χρησιμοποίηση άλλων προσώπων και μπορεί να στηρίζεται σε σύμβαση εργασίας, έργου, εντολής ή και σε μη δικαιοπρακτική σχέση, όπως σε de facto συμβατική σχέση, χωρίς να έχει ιδιαίτερη κρισιμότητα η τυχόν ιδιότητα του προστηθέντος ως αντιπροσώπου του προστήσαντος.
Η κατά τα προαναφερόμενα πρόστηση δεν προϋποθέτει σχέση πλήρους εξαρτήσεως μεταξύ προστήσαντος και προστηθέντος, δεδομένου ότι ούτε από την έννοια της προστήσεως ούτε από το σκοπό της διατάξεως του άρθρου 922 ΑΚ προκύπτει τέτοιος περιορισμός, δεν απαιτείται δηλαδή η παροχή εργασίας, αλλά αρκεί ο προστηθείς να υπόκειται στον έλεγχο ή τις γενικές οδηγίες και εντολές ή στην επίβλεψη του προστήσαντος κατά την εκτέλεση της εργασίας που του ανατέθηκε.
Εφόσον η δραστηριότητα του ενδιάμεσου προσώπου εντάσσεται στον επιχειρησιακό, επαγγελματικό ή κοινωνικό κύκλο δράσεως του κυρίου της υποθέσεως, τότε δικαιολογείται να εμπίπτει και στο πεδίο κινδύνου κατά την έννοια του άρθρου 922 ΑΚ η μετάθεση της ευθύνης
αυτόν. Η ανάπτυξη από τον προστηθέντα πρωτοβουλίας και δικής του σφαίρας δράσεως μέσα στα πλαίσια του πεδίου δράσεως του προστήσαντος δεν αποτελεί λόγο αποκλεισμού της ευθύνης του τελευταίου (ΟλΑΠ 20/2009, ΑΠ 22/2004, ΑΠ 411/2003). Με τις προϋποθέσεις αυτές θεμελιώνεται η αντικειμενική ευθύνη του προστήσαντος για τις ζημίες που παρανόμως και υπαιτίως προκάλεσε ο προστηθείς, με τον οποίο ευθύνεται εις ολόκληρο, όπως συνάγεται από τις διατάξεις των άρθρων 481, 486 και 926 ΑΚ (ΑΠ1145/2018,ΑΠ698/2012).
Από τις παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως που παραδεκτά επισκοπείται προκύπτει ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο Ηγουμενίτσας δικάζοντας ως Εφετείο δέχθηκε κατά το ενδιαφέρον την αναιρετική διαδικασία μέρος ότι: "... η αναιρεσίβλητη αποτελεί ΝΠΙΔ... συστάθηκε από το Ελληνικό Δημόσιο κατά τις διατάξεις του άρθρου 5 του ν.2229/1994 με σκοπό...τη μελέτη, κατασκευή, συντήρηση, εξοπλισμό και εκμετάλλευση του αυτοκινητοδρόμου της "Εγνατίας Οδού", η οποία τυγχάνει οδός ταχείας κυκλοφορίας, στην οποίαν απαγορεύεται η κίνηση ζώων ...
ανήκει στο Διευρωπαϊκό Οδικό Δίκτυο και έχει την αρμοδιότητα μεταξύ άλλων της συντηρήσεως και λειτουργίας του αυτοκινητόδρομου Α2,... δράσεων που επιτυγχάνονται μεταξύ άλλων με την καθημερινή τεχνική αστυνόμευση, αντιμετώπιση εκτάκτων περιστατικών, εργασίες επισκευής, βελτιώσεως, λειτουργία των Κέντρων Ελέγχου Κυκλοφορίας και των Σταθμών Διοδίων και έχουν με δημοπρατήσεις ανατεθεί σε εργολάβους...
Ανάδοχος για το επίδικο τμήμα από την "Έξοδο λιμένα Ηγουμενίτσας μέχρι ανισόπεδο κόμβο (7Β) Παναγιάς (περιοχή Μετσόβου), (2009- 2014)", είναι η "Α…", η οποία σύμφωνα με τον όρο 1.4.1 της Ειδικής συγγραφής υποχρεώσεων που συνήφθη μεταξύ τους υπόκειται στον έλεγχο της υπηρεσίας που εκπροσωπείται από το προσωπικό επίβλεψης του έργου το οποίο ανήκει αποκλειστικώς στην αναιρεσίβλητη και ασκούνται από αυτήν..." καθώς και ότι: "...επί αξιώσεων αποζημίωσης τρίτου λόγω επικαλούμενης αδικοπραξίας, οφειλομένης σε πράξη ή παράλειψη στη συντήρηση και λειτουργία στο τμήμα Ηγουμενίτσας-Α/Κ Παναγιάς της Εγνατίας Οδού, ευθύνονται εις ολόκληρον αφενός υποκειμενικώς η ανάδοχος (ΑΕΓΕΚ), αφετέρου αντικειμενικώς η κυρία του έργου (ΕΓΝΑΤΙΑ), στην οποία παραχωρήθηκε κατά νόμον η επίβλεψη και παρακολούθηση εκτελέσεως των εν λόγω συμβάσεων δημοσίων έργων..." Περαιτέρω το ως άνω Δικαστήριο αναφορικά με τις συνθήκες του ενδίκου ατυχήματος δέχθηκε τα εξής: "...ως προς το λόγο ότι κατά κακή εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων η εκκαλουμένη δέχθηκε ότι η εναγομένη είναι αποκλειστικά υπαίτια για την επέλευση της επίδικης σύγκρουσης, καθώς παρέλειψε, καίτοι είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση προς τούτο, να παρεμποδίσει την είσοδο του σκύλου στον αυτοκινητόδρομο...
παρέλειψε να εντοπίσει (η εναγομένη) και να αποκαταστήσει τη φθορά που είχε υποστεί η περίφραξη σε σημείο πλησίον του τόπου όπου έλαβε χώρα η επίδικη σύγκρουση με αποτέλεσμα να εισέλθει ο σκύλος μέσω του φθαρμένου αυτού σημείου της περίφραξης, στο χώρο του αυτοκινητόδρομου και να παρεμβληθεί στην πορεία του αυτοκινήτου του ενάγοντος, προσκρούοντας σ' αυτό.
Η παραδοχή αυτή τυγχάνει εσφαλμένη και δεν αιτιολογείται επαρκώς. Ειδικότερα η εκκαλουμένη έκανε δεκτό τον αγωγικό ισχυρισμό, κατά τον οποίον το ζώο εισήλθε στην Οδό διότι "προφανώς η περίφραξη ήταν κατεστραμμένη άλλως κακώς συντηρημένη". Πλην όμως διαλαμβάνοντας η αγωγή τον ισχυρισμό αυτό προς θεμελίωση της αντικειμενικής ευθύνης της εναγομένης, ως προς την παραγωγή της ένδικης σύγκρουσης του οχήματος με το εισελθόν ζώο στην Οδό τυγχάνει αρκούντως αναπόδεικτη, καθώς από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν προέκυψε τέτοια φθορά στην περίφραξη, ούτε το σημείο αυτής, αλλά ο ισχυρισμός αυτός αποτελεί εικασία, η οποία ενέχει στοιχεία αοριστίας του δικογράφου, της εναγομένης μη δυναμένης να αντικρούσει αυτόν.
Έσφαλε συνεπώς η εκκαλουμένη ως προς την παραδοχή αναπόδεικτου ισχυρισμού, καθώς στερείται επαρκούς αιτιολογίας ως προς αυτήν". Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές το Πρωτοδικείο δέχθηκε την έφεση της αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την με αρ.9/2016 απόφαση του Ειρηνοδικείου Ηγουμενίτσας και απέρριψε την από 23-4-2014 αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Έτσι που έκρινε το δικαστήριον της ουσίας διέλαβε στην απόφασή του ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα της ευθύνης της αναιρεσιβλήτου καθιστώντας ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 914,330,922 ΑΚ. Ειδικότερα, δε ενώ δέχεται ότι η ζημία στο όχημα του ενάγοντος που εκινείτο στον κλειστό αυτοκινητόδρομο της Εγνατίας οδού προκλήθηκε από την πρόσκρουσή του σε σκύλο που αιφνιδίως βρέθηκε στην πορεία του, δεν αναφέρεται καθόλου στην αιτία και στον τρόπο εισόδου του σκύλου στον κλειστό και εποπτευόμενο από την προστηθείσα από την αναιρεσίβλητη ανάδοχο εταιρεία ΑΕΓΕΚ, και την παρεμβολή τούτου στην πορεία του ενάγοντος ήδη πρώτου αναιρεσείοντος. Αντιθέτως περιορίζεται να ελέγξει και να κρίνει ως εσφαλμένη και αναιτιολόγητη την θεμελιωτική της ευθύνης της εναγομένης παραδοχή του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ότι η είσοδος του σκύλου στον αυτοκινητόδρομο οφείλεται σε πλημμελή εποπτεία των προστηθέντων της εναγομένης να εντοπίσουν την φθορά στην περίφραξη και να εμποδίσουν την είσοδο του ζώου στο οδόστρωμα, χωρίς ωστόσο να παραθέτει τις δικές του παραδοχές ως προς τον τρόπο που έλαβε χώρα το ατύχημα και ειδικότερα ως προς την είσοδο και παρεμβολή του σκύλου στην πορεία του ενάγοντος.
Συνεπώς ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως με τον οποίον προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια του αρ.6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, παραδεκτώς συμπληρούμενος ως προς το περιεχόμενο του από το Δικαστήριον (άρθρο 562 παρ.4 ΚΠολΔ) είναι βάσιμος.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση κατά παραδοχήν του προαναφερομένου λόγου αναιρέσεως, η αναιρετική εμβέλεια του οποίου καθιστά αλυσιτελή την εξέταση των λοιπών λόγων αυτής και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο (Πρωτοδικείο Θεσπρωτίας δικάζον ως Εφετείο), συγκροτουμένον από άλλον Δικαστή. Τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσιβλήτου λόγω της ήττας τους (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), μειωμένα όμως κατ' άρθρο 5 παρ.15 του ν.2229/1994 σε συνδυασμό με το άρθρο 22ν.3693/1957, εφόσον η αναιρεσίβλητη απολαμβάνει όλων των προνομίων του δημοσίου. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η απόδοση του καταβληθέντος παραβόλου στους αναιρεσείοντες κατά την παρ. 3 του άρθρου 495ΚΠολΔ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 115/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Πρωτοδικείο, που θα συγκροτηθεί όμως από Πρωτοδίκη άλλον απ' αυτόν που εξέδωσε την αναιρουμένη απόφαση.
Διατάσσει την απόδοση στους αναιρεσείοντες του καταβληθέντος παραβόλου.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 25 Φεβρουαρίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Μαΐου 2020.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ