Supreme Court remands appeal due to contradictory factual findings in second-instance property dispute judgment.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appeal against the second-instance judgment regarding a property boundary dispute. The court found the lower court's reasoning contained irreconcilable contradictions regarding the existence and location of a stream and a road. Consequently, the case was remanded for retrial to ensure consistent factual findings before applying the law on acquisitive prescription.
Legislator headnote
AI generatedArticles 974, 1045, 1046 of the Civil Code; Article 560 no. 6 of the Code of Civil Procedure: A judgment is remanded when contradictory factual findings prevent the review of the application of substantive law.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 561 / 2019 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 561/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ'Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Πέτρο Σαλίχο, Ιωάννη Φιοράκη, Παρασκευή Καλαϊτζή, Λάμπρο Καρέλο, εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Φεβρουαρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος Ν. Ι. Π., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Καρύδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Του αναιρεσιβλήτου Σ. Λ. Μ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Ζευκιλή.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-6-2010 αγωγή του αναιρεσείοντος στο Ειρηνοδικείο Απολλωνίων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 20/2011 του παραπάνω Δικαστηρίου και 111/2015 μη οριστική και 47/2018 οριστική του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λευκάδας, που δίκασε ως Εφετείο. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 13-6-2018 αίτησή του, η συζήτηση της οποίας ορίστηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης, που έγινε με τη σειρά εγγραφής της στο πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως αναφέρεται παραπάνω και ο πληρεξούσιος δικηγόρος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική του δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η υπό κρίση αίτηση στρέφεται κατά της 47/2018 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λευκάδας, που δίκασε ως Εφετείο. Με την απόφαση αυτή έγινε δεκτή, αντιμωλία των διαδίκων, έφεση του αναιρεσιβλήτου κατά της 20/2011 απόφασης του Ειρηνοδικείου Απολλωνίων, με την οποία είχε γίνει δεκτή διεκδικητική αγωγή ακινήτου του αναιρεσείοντος και, αφού εξαφανίστηκε η απόφαση αυτή, απορρίφθηκε η παραπάνω αγωγή. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495, 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Πρέπει, επομένως, να ερευνηθεί το παραδεκτό και βάσιμο του λόγου της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Από τις διατάξεις των άρθρων 974, 1045 και 1046 ΑΚ συνάγεται, ότι, για την απόκτηση της κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, απαιτείται η διανοία κυρίου νομή του για χρονικό διάστημα είκοσι (20) τουλάχιστον ετών, χωρίς να ενδιαφέρει ο τρόπος απόκτησης της νομής. Για την ύπαρξη νομής απαιτούνται: α) η φυσική εξουσίαση του πράγματος, την οποία αποτελεί η άσκηση πράξεων που προσιδιάζουν στη φύση και στον προορισμό του, ώστε, κατά την αντίληψη των συναλλαγών, να θεωρείται ότι αυτό βρίσκεται κατά τρόπο σταθερό στη διάθεση του νομέα και β) η διάνοια κυρίου, η πρόθεση, δηλαδή, για διαρκή, απεριόριστη και αποκλειστική εξουσίαση του πράγματος, όμοια ή ανάλογη με εκείνη που απορρέει από το δικαίωμα της πλήρους κυριότητας και η οποία εκδηλώνεται με τη μεταχείριση του πράγματος, κατά τον ίδιο τρόπο με τον οποίο θα μπορούσε να το μεταχειριστεί ο ιδιοκτήτης του, χωρίς να απαιτείται απαραίτητα η πρόθεση αυτή να κατευθύνεται σε έννομη κτήση της κυριότητας, ούτε και να συνοδεύεται από την πεποίθηση αυτού που εξουσιάζει το πράγμα, ότι έχει και την κυριότητά του (ΑΠ 262/2007).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 560 αριθ. 6 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω αντιφατικών ή ανεπαρκών αιτιολογιών, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού της, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόστηκε ή ότι δε συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες, για το αν εφαρμόστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Ως ζητήματα δε, ως προς τα οποία η έλλειψη, η αντιφατικότητα ή η ανεπάρκεια των αιτιολογιών στερεί την απόφαση από νόμιμη βάση, νοούνται οι ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση, την κατάλυση ή την παρακώλυση του ασκούμενου δικαιώματος, όπως είναι και τα περιστατικά που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής ή καταλυτικής ένστασής της (ΟλΑΠ 12/2016, ΑΠ 509/2013).
Ενόψει τούτων, η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας, με την οποία απορρίπτεται ως αβάσιμη διεκδικητική, με έκτακτη χρησικτησία, αγωγή ακινήτου (άρθρο 1094 ΑΚ), στερείται νόμιμης βάσης, όταν δεν προσδιορίζεται σαφώς σ' αυτή, κατά θέση, έκταση και όρια, το ακίνητο, για το οποίο δέχτηκε, ότι ο ενάγων δεν ασκούσε πράξεις νομής, αφού, έτσι, καθίσταται αμφίβολο, αν το δικαστήριο της ουσίας απεφάνθη, όπως όφειλε, για το ακίνητο αυτό και, επομένως, αν, όντως, δεν συνέτρεχαν στη συγκεκριμένη περίπτωση οι προϋποθέσεις εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 974, 1045 και 1094 ΑΚ, που δεν εφαρμόστηκαν.
Εν προκειμένω, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτει, ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο Λευκάδας, που την εξέδωσε, δέχτηκε μ' αυτή, δικάζοντας ως Εφετείο, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη, επειδή αφορά πραγματικά γεγονότα, κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), ότι από τα αποδεικτικά μέσα που αναφέρει, δεν αποδείχτηκε, ότι το επίδικο, εμβαδού 530,36 τετ.
μέτρων, αποτελεί τμήμα του μεγαλυτέρου ακινήτου των 16.889,79 τετ. μέτρων, του οποίου ο ενάγων - αναιρεσείων ισχυρίστηκε με την αγωγή του ότι έγινε κύριος με έκτατη χρησικτησία, απορρίπτοντας, κατόπιν αυτών, ως αβάσιμη την παραπάνω αγωγή, αφού έκανε δεκτή έφεση του εναγομένου - αναιρεσιβλήτου και εξαφάνισε την πρωτοβάθμια απόφαση, η οποία είχε αποφανθεί διαφορετικά.
Ειδικότερα, δέχτηκε το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, ότι "η επίδικη εδαφική έκταση βρίσκεται στην περιοχή … ή … και έχει εμβαδόν, σύμφωνα με την 13/2015 τεχνική έκθεση-πραγματογνωμοσύνη του Θ. Μ., 554,48 τμ και περιγράφεται με τα στοιχεία Ε1, Ε2, Ε3, Ε4, Ε5, Ε6, Ε7, Ε8, Ε9, Ε10, Ε1 στο από Οκτωβρίου 2015 συνοδευτικό της άνω πραγματογνωμοσύνης τοπογραφικό διάγραμμα του άνω πραγματογνώμονα.
Όπως αποδείχθηκε και προκύπτει από την άνω πραγματογνωμοσύνη, ήδη από το έτος 1972 τουλάχιστον υπήρχε δρόμος, ο οποίος ένωνε τον αγροτικό δρόμο με την επίδικη έκταση, τέμνοντας το επίδικο τμήμα στο ανατολικό του μέρος και καταλήγοντας στο αγροτεμάχιο του ενάγοντος. Με τη μορφή αυτή, ο δρόμος υφίστατο μέχρι και το έτος 2009, όπως άλλωστε συμπεραίνει και ο άνω πραγματογνώμονας.
Με το πέρασμα των ετών και δη από το έτος 2009 και εντεύθεν, ο δρόμος αυτός έχει μετατοπιστεί προς τα δυτικά από την αρχή του έως την αρχή του επίδικου τμήματος, έχει χάσει την μορφολογία του και πλέον δεν διέρχεται καθόλου εντός του αγροτεμαχίου του ενάγοντος. Επιβεβαιώνεται δηλαδή ο ισχυρισμός του εναγομένου, ότι το ακίνητό του συνορεύει προς τα ανατολικά με αγροτικό δρόμο, όπως αναφέρεται και στον τίτλο κτήσης του.
Αντίθετα, ο ενάγων διατείνεται ότι το επίδικο τμήμα προς τα δυτικά συνορεύει με ποταμόσουδα και πέραν αυτής με ιδιοκτησία του εναγομένου, δίχως να αναφέρει την ύπαρξη του άνω αγροτικού δρόμου. Όπως αναλυτικά εκτίθεται στην τεχνική έκθεση, ήδη από το έτος 1972 υπήρχε σούδα, η οποία περνάει από το δυτικό μέρος του επιδίκου και το διαχωρίζει από την ιδιοκτησία του εναγομένου, η οποία είναι όμως μικρότερη σε πλάτος από την ποταμόσουδα που υπάρχει στο δυτικό τμήμα της ιδιοκτησίας του εναγομένου, ενώ φαίνεται να αποτελεί τμήμα μιας ενιαίας σούδας που περιβάλει μια ευρύτερη έκταση περίπου 7 στρεμμάτων συμπεριλαμβανομένης και της ιδιοκτησίας του εναγομένου.
Από το έτος 2009 και μετά δεν φαίνεται να υπάρχει πλέον σούδα που να περνάει στο δυτικό μέρος του επιδίκου, όμως τμήμα της σούδας, η οποία είναι συνέχεια της παλιάς, υπάρχει ακόμα και διαχωρίζει τις ιδιοκτησίες των διαδίκων. Δεν διαπιστώθηκε επομένως από τον πραγματογνώμονα η ύπαρξη της ποταμόσουδας, για την οποία έκανε λόγο ο ενάγων και η οποία, κατά τον ισχυρισμό του, αποτελεί το δυτικό όριο της ιδιοκτησίας του.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι περίπου από το έτος 1984 το επίδικο είχε την ίδια μορφολογία και καλλιεργούνταν, όπως συνέβαινε και με το γειτονικό ακίνητο του εναγομένου, το οποίο πάντοτε καλλιεργούνταν. Αντίθετα, το ακίνητο του ενάγοντος δεν καλλιεργούνταν και είχε έντονη βλάστηση με μεγάλα δέντρα και θάμνους.
Όπως διαπίστωσε ο πραγματογνώμονας, το επίδικο τμήμα οριοθετείται στο δυτικό μέρος του με σούδα πλάτους περίπου 1 μέτρου και στο ανατολικό με δρόμο όχι χαρακτηρισμένο αγροτικό και βόρεια και νότια με σούδες. Το τμήμα αυτό καλλιεργούνταν όλα τα χρόνια προφανώς κυρίως με τριφύλλι λόγω του νερού που υπάρχει και με άλλα σιτηρά χαμηλής βλάστησης.
Το αγροτεμάχιο του ενάγοντος έχει γύρω του μεγάλα δέντρα και σούδες που το οριοθετούν και δεν έχει καλλιεργηθεί στο σύνολό του σχεδόν καθόλου από το έτος 1972. Το αγροτεμάχιο του εναγομένου είχε σούδα στο ανατολικό του μέρος και έχει ακόμα σούδες στο βορρά και στο νότο και ποταμόσουδα στο δυτικό του μέρος που το οριοθετεί και από το έτος 1972 καλλιεργείται συνέχεια.
Τα γεγονότα αυτά που διαπίστωσε ο πραγματογνώμονας, αναιρούν την ένορκη κατάθεση της μάρτυρα του ενάγοντος, που υποστήριξε ότι το επίδικο δεν καλλιεργούνταν και ότι είχε βάτα και πλατάνια μέχρι που, κατά τους ισχυρισμούς της, σε μη προσδιορίσιμο χρονικό σημείο, το καθάρισε ο Δήμος, ενώ η μη αμφισβητούμενη έκταση του ενάγοντος ήταν λογγομένη, δίχως να αιτιολογήσει, για ποιο λόγο ο Δήμος να καθαρίσει τμήμα ιδιωτικής έκτασης-ιδιοκτησίας του ενάγοντος.
Κατόπιν τούτων, αποδείχθηκε ότι η επίδικη εδαφική έκταση ουδέποτε ανήκε στην ιδιοκτησία του ενάγοντος, αφού η έκταση αυτή είχε και έχει διαφορετική μορφολογία από το ακίνητο του ενάγοντος και πιο συγκεκριμένα, το επίδικο εδαφικό τμήμα είχε τη μορφή καλλιεργούμενης έκτασης, ενώ το ακίνητο του ενάγοντος δεν καλλιεργούνταν και καλυπτόταν από δέντρα και θάμνους.
Περαιτέρω, δεν αποδείχθηκε ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι προς τα δυτικά η ιδιοκτησία του συνορεύει με ποταμόσουδα, αφού, όπως διαπίστωσε ο πραγματογνώμονας από την φωτοερμηνεία, δεν υπήρχε ουδέποτε σε εκείνο το σημείο ποταμόσουδα πλάτους περίπου 2 μέτρων. Αντίθετα, αποδείχθηκε ότι η επίδικη εδαφική έκταση καλλιεργούνταν τουλάχιστον από το 1972 από τους δικαιοπαρόχους του εναγομένου (Ά.
Κ.) και στη συνέχεια, μετά το 1999, από τον ίδιο". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε ως αβάσιμη την διεκδικητική του παραπάνω ακινήτου αγωγή του αναιρεσείοντος, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία η αγωγή αυτή είχε γίνει δεκτή. Κρίνοντας, έτσι, το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του αντιφατικές αιτιολογίες, ως προς το κρίσιμο ζήτημα της ταυτότητας του επιδίκου, που συνιστά τη βάση της αγωγής του αναιρεσείοντος, ήτοι ως προς το αν το παραπάνω ακίνητο, για το οποίο δεν δέχτηκε, ότι ο αναιρεσείων ασκούσε για εικοσαετία διανοία κυρίου πράξεις νομής, είναι το επίδικο, εκείνο, δηλαδή, που διεκδίκησε ο ενάγων με την αγωγή του, ισχυριζόμενος, ότι το είχε στη διανοία κυρίου νομή του, μαζί με το υπόλοιπο τμήμα του μεγαλύτερου ακινήτου του, για τον αναφερόμενο, μεγαλύτερο της εικοσαετίας, χρόνο.
Ειδικότερα, η παραδοχή του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, ότι "ο δρόμος (τον οποίο αναφέρει) έχει χάσει τη μορφολογία του και πλέον δεν διέρχεται καθόλου εντός του αγροτεμαχίου του ενάγοντος", έρχεται σε αντίθεση με την άλλη παραδοχή του, ότι "το ακίνητο του εναγομένου συνορεύει προς τα ανατολικά με αγροτικό δρόμο", αφού, κατά μεν την πρώτη παραδοχή, ο αγροτικός δρόμος έχει χάσει τη μορφολογία του, ενώ, κατά τη δεύτερη, ο αγροτικός αυτός δρόμος αποτελεί το ανατολικό όριο του ακινήτου του εναγομένου.
Επίσης, η παραδοχή του ίδιου Δικαστηρίου, ότι "από το έτος 2009 και μετά δεν φαίνεται να υπάρχει πλέον σούδα που να περνάει στο δυτικό μέρος του επιδίκου", αντιφάσκει προς την άλλη παραδοχή του, ότι "όμως τμήμα της σούδας, η οποία είναι συνέχεια της παλιάς, υπάρχει ακόμα και διαχωρίζει τις ιδιοκτησίες των διαδίκων", αφού, κατά μεν την πρώτη παραδοχή, δεν φαίνεται να υπάρχει σούδα, ενώ, κατά τη δεύτερη, τμήμα της σούδας αυτής υπάρχει ακόμα και διαχωρίζει τις ιδιοκτησίες των διαδίκων.
Εξάλλου, η παραδοχή του, ότι "δεν διαπιστώθηκε από τον πραγματογνώμονα η ύπαρξη της ποταμόσουδας, για την οποία έκανε λόγο ο ενάγων και η οποία, κατά τον ισχυρισμό του, αποτελεί το δυτικό όριο της ιδιοκτησίας του", έρχεται σε αντίθεση με την άλλη παραδοχή του, ότι "όπως διαπίστωσε ο πραγματογνώμονας, το επίδικο τμήμα οριοθετείται στο δυτικό μέρος του με σούδα πλάτους περίπου 1 μέτρου", αφού ο πραγματογνώμονας φέρεται, κατά μεν την πρώτη παραδοχή, να μη διαπιστώνει την ύπαρξη ποταμόσουδας, την οποία, όμως, διαπιστώνει, σύμφωνα με τη δεύτερη παραδοχή.
Επίσης, η παραδοχή του, ότι "τμήμα της σούδας...υπάρχει ακόμα και διαχωρίζει τις ιδιοκτησίες των διαδίκων", έρχεται σε αντίθεση με την άλλη παραδοχή του, ότι "το ακίνητο του εναγομένου συνορεύει ανατολικά με αγροτικό δρόμο", αφού, κατά μεν τη δεύτερη παραδοχή, μεταξύ των ακινήτων των διαδίκων υπάρχει αγροτικός δρόμος, ενώ, κατά την πρώτη παραδοχή, μεταξύ των ακινήτων αυτών υπάρχει σούδα.
Εξαιτίας δε των παραπάνω αντιφατικών αιτιολογιών, δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν ορθά ή όχι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο εφάρμοσε τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διάταξη των άρθρου 974, 1045 και 1094 ΑΚ. Επομένως, είναι βάσιμος ο μοναδικός λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 560 αριθ. 6 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι περιέχονται σ' αυτή οι ανωτέρω αντιφατικές αιτιολογίες.
Συνεπώς, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Δικαστήριο, του οποίου είναι δυνατή η σύνθεση από άλλον, πλην εκείνου που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση, δικαστή, αφού χρειάζεται περαιτέρω διερεύνηση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος, αφού ηττάται, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, κατά παραδοχή του σχετικού νομίμου αιτήματος αυτού (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), σύμφωνα με το διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 47/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λευκάδας, που δίκασε ως Εφετείο.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, που ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Μαρτίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Μαΐου 2019.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΕΡΟΠΑΓΙΤΗΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ