Supreme Court dismisses appeal on termination of employment contract citing good faith and abuse of rights principles.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed the appellant's appeal against the Second Instance Court's decision upholding the termination of an employment contract. The employer argued the dismissal was justified by a breach of trust following a phone call from a supplier's office and reduced job performance, while the employee claimed it was retaliatory. The court ruled that the termination did not exceed the limits of good faith and was not abusive, rejecting the employee's evidence regarding annual evaluations as mere arguments rather than substantive facts.
Legislator headnote
AI generatedArt. 669, 281, 174, 180, 349, 350, 356, 559 para. 1, 8, 8b of the Civil Code; The termination of an indefinite-term employment contract is a unilateral voidable act subject to good faith limits and is considered abusive only if motivated by revenge or hostility, not by poor performance or loss of trust.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 561 / 2011 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 561/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Αθηναίο, Σαράντη Δρινέα, Χριστόφορo Κοσμίδη και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 8η Φεβρουαρίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Αικατερίνης Καραβέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ν. Χ. του Χ., κατοίκου ..., παρέστη μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου Χριστόδουλου Μπρωκούμη.
Της αναιρεσίβλητου: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΗ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΗ & ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΣΤΥ ΑΕ" με κατάστημα το ξενοδοχείο "LEDRA MARRIOTT", η οποία εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον δικηγόρο Ιωάννη Βάγια.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-2-2005 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Επί της αγωγής εκδόθηκε η 855/2006 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 4226/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 30-07-2009 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ασπασία Καρέλλου ανέγνωσε την από 25-01-2011 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αναίρεσης, και ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψη, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στην δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά το άρθρο 669 ΑΚ, η καταγγελία συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής αναιτιώδης δικαιοπραξία και γι' αυτό δεν είναι απαραίτητο να δικαιολογείται από τον καταγγέλοντα. Αποτελεί όμως άσκηση δικαιώματος και ως εκ τούτου υπόκειται στους περιορισμούς του άρθρου 281 ΑΚ, δηλαδή δεν πρέπει να υπερβαίνει τα όρια που επιβάλλονται από την καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή από τον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό του δικαιώματος, διότι διαφορετικά είναι άκυρη και θεωρείται ότι δεν έγινε (άρθρα 174, 180 ΑΚ), και ο εργοδότης, αρνούμενος τις υπηρεσίες του εργαζόμενου, καθίσταται υπερήμερος και υποχρεούται να του καταβάλλει το μισθό, κατά τα άρθρα 349,350 και 356 ΑΚ.
Θεωρείται δε καταχρηστική η καταγγελία και όταν έγινε από τον εργοδότη από λόγους εκδικήσεως ή εχθρότητας συνεπεία προηγούμενης συμπεριφοράς του μισθωτού μη αρεστής στον εργοδότη. Δεν συντρέχει όμως περίπτωση καταχρηστικής ασκήσεως της καταγγελίας όταν αυτή γίνεται για λόγους πλημμελούς εκτελέσεως των καθηκόντων ή αντισυμβατικής συμπεριφοράς ή για λόγους μειωμένης απόδοσης του εργαζόμενου.
Εξάλλου, παράβαση κανόνα δικαίου, που ιδρύει το λόγο αναιρέσεως του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, υπάρχει, όταν αυτός δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εάν αυτός εφαρμοσθεί ενώ δεν έπρεπε ή εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα. Ενώ έλλειψη νόμιμης βάσης, που ιδρύει τον λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ υπάρχει όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ή τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του κανόνα δικαίου για την επέλευση της απαγγελθείσας έννομης συνέπειας, ή την άρνηση της ή αντιφάσκουν μεταξύ τους.
Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε ανελέγκτως τα εξής : Ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων προσελήφθη από την εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη ξενοδοχειακή Α.Ε., στις 23/3/1983, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να εργασθεί ως υπεύθυνος ασφαλείας του ξενοδοχείου πολυτελείας που αυτή διατηρεί στην Αθήνα με την επωνυμία LEDRA MARRIOT και από τον Ιούλιο του έτους 1984 προήχθη σε προϊστάμενο του τμήματος ασφαλείας.
Το έτος 1995 ο αναιρεσείων εμφάνισε σοβαρή πάθηση στην όραση του, εξαιτίας της οποίας δυσχεραίνονταν να βλέπει από κοντά, η οποία έφθανε μέχρις αδυναμίας για ανάγνωση κειμένου. Ακολούθησε θεραπεία του σε εξειδικευμένο θεραπευτικό κέντρο της Βοστώνης στις ΗΠΑ, με τη συνδρομή και της αναιρεσίβλητης και το πρόβλημα οράσεως βελτιώθηκε προσωρινά, με την πάροδο όμως των ετών άρχισε και πάλι να επιδεινώνεται, με αποτέλεσμα τα τελευταία, πριν από την καταγγελία της συμβάσεως εργασίας, που έγινε στις 3-1-2005, έτη, να μην είναι σε θέση να χρησιμοποιεί εργαλεία και συστήματα ασφαλείας (οθόνη κλειστού κυκλώματος) που έθετε στη διάθεση του η αναιρεσίβλητη.
Το τελευταίο διάστημα πριν την απόλυση του, η αναιρεσίβλητη αντιμετώπιζε πρόβλημα στο ανωτέρω ξενοδοχείο με τις προμήθειες εμπορευμάτων και ειδικότερα είχε υπόνοιες για αθέμιτες διασυνδέσεις του προσωπικού παραλαβής με τους προμηθευτές, με συνέπεια να παραλαμβάνονται εν αγνοία της ακατάλληλα ή μικρότερες ποσότητες των αναγραφομένων στα τιμολόγια τρόφιμα και γι' αυτό προέβη σε αλλαγές στις διαδικασίες παραγγελίας και παραλαβής εμπορευμάτων προκειμένου να αποτρέπονται τέτοιες ανεπίτρεπτες συναλλαγές.
Μέσα στις αλλαγές αυτές ήταν και η ανάθεση της εποπτείας της παραλαβής εμπορευμάτων στο τμήμα Ασφαλείας με ανάλογη αύξηση του προσωπικού του τμήματος, ώστε οι επόπτες ασφαλείας να εποπτεύουν και την παραλαβή των εμπορευμάτων που εισέρχονται στο ξενοδοχείο ύστερα από σχετικές παραγγελίες άλλων τμημάτων.
Και ενώ υπήρχε αυτό το κλίμα, στις 2-12- 2004, πρώτη ημέρα της κανονικής του άδειας, ο αναιρεσείων τηλεφώνησε στη νέα επόπτρια παραλαβών, η οποία μόλις είχε προσληφθεί από την αναιρεσίβλητη, προς ενίσχυση των ελέγχων σύμφωνα με την ως άνω πολιτική που εφάρμοσε στην επιχείρηση της, της είπε ότι, "στο ξενοδοχείο Χίλτον είχε γίνει υγειονομικός έλεγχος τροφίμων και επεβλήθη μεγάλο πρόστιμο, όμως δεν πρέπει να ανησυχεί γιατί ο δικός τους προμηθευτής είναι πολύ δικτυωμένος και δεν πρόκειται να έχουν πρόβλημα".
Η επόπτρια μεταβίβασε τα λεχθέντα στο διευθυντή προσωπικού της αναιρεσίβλητης, ο οποίος θεώρησε τη διαβεβαίωση αυτή του αναιρεσείοντος, ότι δηλαδή χάρη στις διασυνδέσεις του προμηθευτή του, το ξενοδοχείο δεν διατρέχει κίνδυνο προστίμου, περίεργη και ύποπτη και διερεύνησε την υπόθεση αυτή και διαπιστώθηκε ότι το τηλεφώνημα του αναιρεσείοντος είχε γίνει από τα γραφεία του κυριότερου προμηθευτή κρεάτων του ξενοδοχείου και ότι στο Χίλτον έγινε μεν έλεγχος αλλά δεν επιβλήθηκε πρόστιμο.
Δέχθηκε, στη συνέχεια το Εφετείο, ότι μετά απ' αυτά η αναιρεσίβλητη κάλεσε τον αναιρεσείοντα για διευκρινίσεις και αυτός ενώ αρχικά δήλωσε ότι δεν θυμόταν από που έκανε το τηλεφώνημα, στη συνέχεια, αφού τέθηκαν υπόψη του τα στοιχεία της έρευνας, παραδέχθηκε, ότι πράγματι τηλεφώνησε από το κατάστημα του προμηθευτή, διότι ήταν το πρώτο τηλέφωνο που βρήκε διαθέσιμο από τη στιγμή που του δόθηκε η πληροφορία, αρνήθηκε δε να αποκαλύψει την πηγή της πληροφορίας του και γενικά να συνεργασθεί με την αναιρεσίβλητη για τη διαλεύκανση της υπόθεσης, προβάλλοντας ότι προσβάλλεται η προσωπικότητα του.
Η συμπεριφορά αυτή του αναιρεσείοντος (ύποπτο τηλεφώνημα και άρνηση συνεργασίας του), η οποία πράγματι άφηνε σκιές υποψίας σε βάρος του για πιθανές διασυνδέσεις του, με φορείς εκτός του εργασιακού του περιβάλλοντος που έθεταν σε κίνδυνο την ασφάλεια του ξενοδοχείου, διατάραξε από μέρος του την εμπιστοσύνη που είχε στο πρόσωπο του η αναιρεσίβλητη και το γεγονός αυτό σε συνδυασμό με την μειωμένη απόδοση στην εργασία του, λόγω του προβλήματος που αντιμετώπιζε στην όραση του, οδήγησαν την αναιρεσίβλητη, δια των νομίμων εκπροσώπων της, να καταγγείλει εγγράφως στις 31-1-2005 τη σύμβαση εργασίας του, καταβάλλοντος του τη νόμιμη αποζημίωση.
Δέχθηκε, ακολούθως, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του αναιρεσείοντος δεν είναι καταχρηστική, και δεν έγινε, λόγω του προχωρημένου της ηλικίας του, ούτε κατά τρόπο εκδικητικό που υπονομεύει τα συνταξιοδοτικά του δικαιώματα, γιατί βρισκόταν στο τέλος της σταδιοδρομίας του και σε δύο χρόνια θα συνταξιοδοτείτο, διότι εκτός από τα προαναφερθέντα, δεν προέκυψε άλλη διαφορά ή αντιδικία μεταξύ των διαδίκων, η οποία θα μπορούσε να καταστήσει την απόλυση του αναιρεσείοντος καταχρηστική.
Εξάλλου η αποζημίωση που του κατέβαλε η αναιρεσίβλητη είναι μεγαλύτερη από το ποσό που θα της κόστιζε αν τον απασχολούσε ακόμη δύο χρόνια μέχρι να συνταξιοδοτηθεί, αφού του κατέβαλε το 40% της αποζημίωσης λόγω συνταξιοδότησης, στην επιχείρηση δε της αναιρεσίβλητης εργάζονται άτομα άνω των 60 ετών και δεν προέκυψε κάποιο περιστατικό απόλυσης υπαλλήλου λόγω μεγάλης ηλικίας.
Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές το Εφετείο έκρινε ότι η άσκηση του δικαιώματος της αναιρεσίβλητης για την καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του αναιρεσείοντος δεν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος (άρθρο 281 ΑΚ) και ως ότι εκ τούτου η καταγγελία αυτή δεν είναι άκυρη ως καταχρηστική.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 669, 174, 180 και 281 ΑΚ, διότι με τα περιστατικά που έγιναν δεκτά, που εκτίθενται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις στην προσβαλλόμενη απόφαση, η επίδικη καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του αναιρεσείοντος δεν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλονται από το άρθρο 281 ΑΚ.
Οι παραδοχές ότι η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας δεν έγινε για λόγους εκδικητικότητας, ούτε λόγω του προχωρημένου της ηλικίας του αναιρεσείοντος, αλλά γιατί κλονίσθηκε η εμπιστοσύνη της εργοδότριας του προς το πρόσωπο του, εξαιτίας του ως άνω τηλεφωνήματος από γραφείο προμηθευτή της αναιρεσίβλητης και γιατί είχε μειωμένη υπηρεσιακή απόδοση, στηρίζουν πλήρως το αποδεικτικό πόρισμα και το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, οι δε σχετικές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 του ΚΠολΔ, που προβάλλονται με τους πρώτο και δεύτερο λόγους αναιρέσεως είναι αβάσιμοι.
Επειδή ο από το άρθρο 559 αρ. 8 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα" κατά την έννοια της διατάξεως αυτής νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, την ένσταση ή αντένσταση, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα των διαδίκων και γενικότερα οι ισχυρισμοί που υποβάλλονται διηγηματικώς προς ενδυνάμωση ή αποδυνάμωση των απόψεων κάποιου διαδίκου.
Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 8β ΚΠολΔ, αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση ότι δεν έλαβε υπόψη πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα τις ετήσιες αξιολογήσεις του προϊσταμένου του κ. Μ., στις οποίες ελάμβανε πάντα "άριστα" και για την απόδειξη του οποίου προσκόμισε τα υπ' αριθμ. 6, 7, 8, 9, 10, 11, 12, 13, 14, 15, 16, 17, 18, 19 και 20 έγγραφα. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, γιατί η αξιολόγηση του ως "άριστου" στις σχετικές εκθέσεις δεν συνιστά "πράγμα", υπό την προεκτεθείσα έννοια, αλλά πραγματικό επιχείρημα του αναιρεσείοντος που αντλεί από τα αποδεικτικά μέσα και τείνει στην ενδυνάμωση των απόψεων του σχετικά με την επικαλούμενη από αυτόν καταχρηστικότητα της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 30 Ιουλίου αίτηση για αναίρεση της 4226/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 21 Μαρτίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Απριλίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ