Legislator Case Law & Legislation
561/2010 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on landlord's eviction claim where tenant's delay constitutes default under civil code.

Case Number 561/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by a tenant against a first-instance eviction judgment. The lower court ruled that the tenant's failure to pay rent within the statutory monthly deadline constituted 'default' (dystropia), legally equivalent to 'delay' (hyperemeria), thereby justifying the termination of the lease. The Court upheld this decision, affirming that the tenant's prolonged non-payment without valid excuse provided the necessary legal basis for the landlord's claim to recover possession of the property.

Legislator headnote

AI generated

Art. 1142, 597 para. 1, 340 of the Civil Code; The concept of default (dystropia) is substantively identical to delay (hyperemeria) regarding rent non-payment, allowing the landlord to terminate the lease without formal notice if the tenant fails to pay within the statutory period.

Keywords

AI generated
Civil Code default lease termination rent non-payment statutory deadline landlord eviction tenant liability Supreme Court appeal

Cited Legislation

AI generated
Art. 1142 of the Civil Code
Art. 597 para. 1 of the Civil Code
Art. 340 of the Civil Code
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 561 / 2010 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 561/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση, Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη και Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Ιανουαρίου 2010, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Χ, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Λιούμα και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1α) Ψ1, 1β) Ψ2, ως μοναδικών εξ αδιαθέτου κληρονόμων της αποβιώσασας αρχικής διαδίκου Ζ, 2) Ψ3, 3) Ψ4, εκ των οποίων ο υπό στοιχείο 1α παραστάθηκε μετά και οι λοιποί δια του πληρεξούσιου δικηγόρου τους Μιχαήλ Μαρτσέκη και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7/11/2005 αγωγή προσώπου που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη και των υπό στοιχεία 2 και 3 των ως άνω ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 282/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 153/2008 του Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 7/7/2008 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Γεωργία Λαλούση ανέγνωσε την από 13/3/2009 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος δικαστηρίου Αρεοπαγίτη Αθανασίου Πολυζωγόπουλου, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου λόγου αναιρέσεως από τα εδάφια 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. και την απόρριψη αυτού κατά τα λοιπά, καθώς και απόρριψη των υπολοίπων λόγων αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Κατά την έννοια του άρθρου 1142 ΑΚ, επικαρπία είναι το εμπράγματο δικαίωμα σε ξένο πράγμα, που του παρέχει την εξουσία σε πλήρη χρήση και κάρπωση, διατηρώντας, όμως, ακέραιη την ουσία του. Έτσι, κατά την έννοια του νόμου, περιεχόμενο της επικαρπίας είναι η πλήρης άσκηση των εξουσιών της κυριότητας, η οποία απογυμνώνεται και καθίσταται ψιλή.

Αντίθετα, η παραχώρηση ορισμένων εξουσιών της κυριότητας, έστω και των περισσοτέρων, δεν έχει την έννοια της επικαρπίας, αλλά αποτελεί είτε ενοχική σύμβαση, είτε περιωρισμένη προσωπική δουλεία. Έτσι, ενώ ο επικαρπωτής έχει δικαίωμα από τη μεταγραφή της συστατικής πράξης της επικαρπίας να λαμβάνει τους φυσικούς και πολιτικούς καρπούς (πχ.

μισθώματα από υφιστάμενη μίσθωση), αυτός που αποκτά κατά παραχώρηση από τον κύριο ορισμένες εξουσίες επί του ακινήτου (π.χ άσκηση της επικαρπίας), για να νομιμοποιείται έναντι τρίτου, που κατέχει το πράγμα με βάση κάποια έννομη σχέση, όπως μίσθωση, στην άσκηση των αξιώσεων που θεμελιώνονται σ' αυτήν, απαιτείται να τηρηθούν οι όροι της μεταβίβασης της ενοχικής αυτής σχέσης.

Περαιτέρω, η μισθωτική σχέση ως ενοχική μπορεί να μεταβιβαστεί, και η μεταβίβαση, σύμφωνα με τον ΑΚ μπορεί να επιτευχθεί με συνδυασμό της σύμβασης εκχώρησης και της σύμβασης αναδοχής χρέους με τις οποίες μεταβιβάζονται οι αξιώσεις και τα μη προσωποπαγή δικαιώματα και οι υποχρεώσεις, απαιτείται όμως συμμετοχή (συναίνεση) και των δύο μερών (εκμισθωτή και μισθωτή).

Έτσι, αν μεταβιβάσει τη μισθωτική σχέση ο εκμισθωτής απαιτείται η συναίνεση του μισθωτή και αν μεταβιβάσει αυτήν ο μισθωτής η συναίνεση του εκμισθωτή. Η συναίνεση και στις δύο περιπτώσεις μπορεί να είναι σιωπηρή και να γίνει εκ των υστέρων με έγκριση, δηλαδή να λάβει γνώση της μεταβίβασης το μέρος της σύμβασης που δεν συμμετείχε στη μεταβίβαση και να μην αντιλέξει, εγκρίνοντας έτσι αυτήν σιωπηρά.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, δημιουργείται λόγος αναίρεσης, αν παραβιασθεί κανόνας ουσιαστικού δικαίου, συνίσταται δε η παραβίαση στην εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή που υπάρχει, όταν εφαρμόζεται ή δεν εφαρμόζεται κατά περίπτωση κανόνας ενώ υπάρχουν ή δεν υπάρχουν, αντίστοιχα, οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, σύμφωνα με τα όσα ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας.

Περαιτέρω, κατά το εδάφιο 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη δε ή ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα της αιτιολογίας, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει, όταν στο αιτιολογικό που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικά τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στην προκείμενη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε τα ακόλουθα, κρίσιμα για την τύχη της αναίρεσης, πραγματικά περιστατικά: "Με το από 17-6-2002 ιδιωτικό συμφωνητικό ο Ψ1 εκμίσθωσε στην αντισυμβαλλόμενη εναγόμενη-εφεσίβλητη ένα ισόγειο κατάστημα ιδιοκτησίας του, εμβαδού 192 τμ, μετά του ημιωρόφου ίδιου εμβαδού και υπογείου 100 τμ, που βρίσκεται στην οδό ...

στα ..., προκειμένου αυτή να το χρησιμοποιήσει ως επαγγελματική στέγη ήτοι ως κατάστημα πώλησης εποχιακών ειδών. Ο ισχυρισμός της εναγόμενης-εφεσίβλητης, ότι το πιο πάνω ακίνητο της παραχωρήθηκε λόγω χρησιδανείου, ελέγχεται αναληθής, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο του πάνω ιδιωτικού συμφωνητικού, το οποίο κατατέθηκε στην αρμόδια Α' Δ.Ο.Υ.

Ιωαννίνων υπ' αύξοντα αριθμό 3864/8-7-2002. Η διάρκεια της μίσθωσης ορίστηκε εξαετής (1-7-2002 έως 30-6-2008) το δε μηνιαίο μίσθωμα σε 2.054 Ε, από 1-1-2003 σε 2.201 Ε και από 1-1-2004 σε 2348 E, πλέον ημίσεως του τέλους χαρτοσήμου (3,6%). Ειδικότερα, με τον όρο 4 του ως άνω μισθωτηρίου συμφωνήθηκε ότι "απαγορεύεται η μετατροπή της χρήσης του μισθίου, η ολικά ή μερική υπομίσθωσή του ή η παραχώρηση της χρήσης του σε τρίτους, εκτός από τον υιό της μισθώτριας ..., χρησιμοποιώντας το μίσθιο κατάστημα είτε υπό τη μορφή εταιρίας είτε ατομικά, με τον οποίο υποχρεούται να συντάξει μισθωτήριο, ο ιδιοκτήτης με τους παρόντες όρους σε περίπτωση διακοπής της ασκήσεως του επαγγέλματος από τη Χ".

Τέλος, με τον όρο (10) του ως άνω μισθωτηρίου συμφωνήθηκε ότι οιαδήποτε τροποποίηση ή μεταβολή των όρων του συμφωνητικού αυτού, όπως και η υπομίσθωση ή η παράταση της μίσθωσης θα γίνεται πάντοτε εγγράφως, αποκλειομένου παντός άλλου αποδεικτικού μέσου. Στη συνέχεια, ο πιο πάνω κύριος και εκμισθωτής του μίσθιου ακινήτου με το υπ' αριθμ ...

συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Ιωαννίνων Αικατερίνης Παπαγεωργίου-Τσικνιά, μεταβίβασε λόγω δωρεάς στην Ζ (πρώτη ενάγουσα-εκκαλούσα), το δικαίωμα άσκησης της επικαρπίας του ως άνω μίσθιου ακινήτου κατά ποσοστό 40% εφ' όρου ζωής. Επίσης αυτός με το με αριθμ ... συμβόλαιο της ίδιας συμβολαιογράφου μεταβίβασε λόγω δωρεάς στον Ψ3 (δεύτερο ενάγοντα-εκκαλούντα) το δικαίωμα άσκησης επικαρπίας του ως άνω μίσθιου ακινήτου κατά ποσοστό 60% για δύο έτη, ενώ με το με αριθμ ...

συμβόλαιο της ίδιας συμβολαιογράφου μεταβίβασε για ένα επί πλέον έτος το δικαίωμα άσκησης της επικαρπίας αυτού κατά ποσοστό 40% στον δεύτερο ενάγοντα και κατά ποσοστό 20% στον Ψ4 (τρίτο ενάγοντα-εκκαλούντα). Με τη μεταβίβαση στους ενάγοντες του δικαιώματος ενάσκησης της επικαρπίας του μίσθιου ακινήτου, αυτοί υπεισήλθαν στην ως άνω μισθωτική σχέση ως εκμισθωτές.

Η εναγόμενη όμως δεν γνώριζε την μεταβίβαση αυτή και για το λόγο αυτό εξακολουθούσε να καταβάλλει τα μισθώματα στον αρχικό εκμισθωτή του ακινήτου και μάλιστα εκπρόθεσμα, μετά από όχληση του τελευταίου, όπως προκύπτει από τις από 1-6-2005 και 18-10-2005 εξώδικες προσκλήσεις που επιδόθηκαν στην εναγόμενη στις 3-6-2005 και 19-10-2005 αντίστοιχα, όπως προκύπτει από τις υπ' αριθμ 7376β'/3-6-2005 και 7637β/19-10-2005 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Ιωαννίνων ..., ενώ κατέθεσε ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου τις από 18-11-2004, 7-3-2005 σχετικές αγωγές, των οποίων όμως δεν αποδεικνύεται επίδοση.

Στις πιο πάνω εξώδικες προσκλήσεις αυτός δεν αναφέρει ότι έχει μεταβιβάσει στους ενάγοντες το δικαίωμα ενάσκησης της επικαρπίας του μισθίου, διαμαρτύρεται για την εκ δυστροπίας της εναγομένης καθυστέρηση καταβολής των μισθωμάτων των μηνών Δεκεμβρίου 2004 και Μαϊου 2005 καθώς και υπόλοιπο μισθώματος μηνός Αυγούστου 2005 και μηνών Σεπτεμβρίου και Οκτωβρίου 2005, καταγγέλλοντας για τον λόγο αυτό την μίσθωση, καταγγελίες όμως που δεν είχαν ως έννομη συνέπεια τη λύση της ένδικης μίσθωσης, αφού δεν νομιμοποιείτο προς τούτο, γιατί όπως προαναφέρθηκε στην θέση του εκμισθωτή της μισθωτικής αυτής σχέσης είχαν υπεισέλθει οι ενάγοντες.

Οι τελευταίοι με την από 3-11-2005 εξώδικη πρόσκληση-καταγγελία, για πρώτη φορά γνωστοποίησαν στην εναγόμενη ότι είχαν υπεισέλθει στην ένδικη μισθωτική σχέση δυνάμει των προαναφερομένων συμβολαίων και διαμαρτυρόμενοι για την εκ δυστροπίας μη εμπρόθεσμη καταβολή υπολοίπου του μισθώματος του Αυγούστου 2005 ποσού 390 Ε και των μισθωμάτων των μηνών Σεπτεμβρίου, Οκτωβρίου και Νοεμβρίου 2005 ποσού 2390 Ε έκαστο κατήγγειλαν την μίσθωση αυτή και ζητούσαν την απόδοση του μισθίου ακινήτου.

Η πιο πάνω εξώδικη πρόσκληση-καταγγελία επιδόθηκε στην εναγόμενη την 4-11-2005, όπως προκύπτει από την 7691β/4-11-2005 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Ιωαννίνων .... Η εναγόμενη, όμως, και μετά ταύτα δεν κατέβαλε στους ενάγοντες τα ως άνω μισθώματα για το λόγο αυτό αυτοί (ενάγοντες) άσκησαν την κρινόμενη αγωγή.

Ο ισχυρισμός της εναγομένης-εφεσίβλητης ότι η ίδια δεν νομιμοποιείται παθητικά γιατί αυτή συνταξιοδοτήθηκε στις 17-10-2004 και μετά από προφορική συμφωνία με τον αρχικό εκμισθωτή, στην μισθωτική σχέση του μισθωτή υπεισήλθε ο σύζυγός της στον οποίο μεταβίβασε την επιχείρηση που λειτουργεί στο μίσθιο, ελέγχεται αβάσιμος από ουσιαστική άποψη.

Τούτο διότι κάτι τέτοιο δεν το κατέθεσε ούτε ο μάρτυρας ανταπόδειξης, (γιος της εναγόμενης), ενώ ο αρχικός εκμισθωτής αντέκρουσε τον σχετικό ισχυρισμό της με την από 24-9-2007 εξώδικη απάντηση προς την εναγόμενη, η οποία επιδόθηκε σ' αυτήν στις 25-9-2007. Εξάλλου το γεγονός ότι στις σχετικές αποδείξεις καταβολής των μισθωμάτων, που προσκομίζει η εναγόμενη-εφεσίβλητη, αναφέρεται ως καταθέτης ο σύζυγος αυτής δεν αποδεικνύει ότι αυτός είναι ο μισθωτής της ένδικης μίσθωσης.

Ο ίδιος στις 19-12-2005 κατέθεσε στον λογαριασμό με αριθμό ... της Alfa Bank τα στην αγωγή οφειλόμενα μισθώματα και τέλος χαρτοσήμου συνολικά κατέθεσε το ποσό των 9,951,20 Ε για μισθώματα του έτους 2005 και όπως συνομολογούν οι ενάγοντες-εκκαλούντες εξοφλήθηκαν τα στην αγωγή οφειλόμενα ποσά, αφού ο λογαριασμός αυτός είχε δοθεί για κατάθεση των μισθωμάτων, η αναγραφή δε στην σχετική απόδειξη του ονόματος του αρχικού εκμισθωτή οφείλετο στο ότι αυτός ήταν δικαιούχος του λογαριασμού.

Όμως, η καταβολή των μισθωμάτων έγινε εκπρόθεσμα και ως εκ τούτου η εναγόμενη είναι δύστροπη περί την καταβολή αυτών". Μετά τις παραδοχές αυτές το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε την έφεση των αναιρεσιβλήτων κατά της πρωτόδικης απόφασης, που είχε απορρίψει την αγωγή τους ως αόριστη, και αφού την εξαφάνισε δέχθηκε την αγωγή κατά το αίτημα αυτής για απόδοση του μισθίου λόγω δυστροπίας για καταβολή των μισθωμάτων, ενώ απέρριψε αυτήν κατά το αίτημα για επιδίκαση των μισθωμάτων επειδή εν των μεταξύ είχαν καταβληθεί.

Το Εφετείο δεχόμενο ότι νομιμοποιούνται οι αναιρεσίβλητοι-ενάγοντες στην άσκηση της ένδικης αγωγής ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερόμενες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, εφόσον από τις παραδοχές του προκύπτει ότι οι αναιρεσίβλητοι γνωστοποίησαν τη μεταβίβαση της άσκησης της επικαρπίας σ' αυτούς από τον αρχικό εκμισθωτή με την επίδοση εξώδικης δήλωσης στις 4-11-2005, ότι αυτή δεν αντέλεξε στη μεταβίβαση, αλλά αντίθετα κατέβαλε τα επίδικα μισθώματα εγκρίνοντας κατ' αυτό τον τρόπο τη μεταβίβαση.

Το Εφετείο, περαιτέρω, διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες για το ανωτέρω ζήτημα έτσι ώστε είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος. Ο πρώτος λόγος αναίρεσης με τον οποίο κατά το πρώτο και δεύτερο μέρος του οποίου αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επομένως, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

ΙΙ. Κατά το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί, που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης κατά το τρίτο μέρος του η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από το εδάφιο 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη ισχυρισμό που δεν είχε προταθεί για τη θεμελίωση της αγωγής, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και, συγκεκριμένα, για την ενεργητική νομιμοποίηση των αναιρεσιβλήτων-εναγόντων έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό ότι έλαβε χώρα μεταβίβαση σ' αυτούς της μισθωτικής σχέσης. Ο αναιρετικός αυτός λόγος δεν ιδρύεται, διότι ο ισχυρισμός αυτός ήταν περιεχόμενο της αγωγής, αφού η νομιμοποίηση των εναγόντων στηριζόταν στην υπεισέλευση αυτών στη μισθωτική σχέση με τη μεταβίβαση της άσκησης της επικαρπίας, ο ακριβής δε νομικός χαρακτηρισμός της σχέσης είναι έργο του δικαστηρίου. Ο λόγος, συνεπώς, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

ΙΙΙ. Κατά το άρθρο 595 ΑΚ, το μίσθωμα καταβάλλεται στις συμφωνημένες ή στις συνηθισμένες προθεσμίες. Αν δεν υπάρχουν τέτοιες προθεσμίες καταβάλλεται κατά τη λήξη της μίσθωσης και, αν συμφωνήθηκε καταβολή σε μικρότερα διαστήματα, κατά τη λήξη τους. Κατά συνέπεια, αν δεν υπάρχει ούτε συμφωνημένη ούτε συνηθισμένη ημέρα πληρωμής, το μίσθωμα καταβάλλεται μετά τη χρήση και, ειδικότερα, αν μεν έχουν ορισθεί μικρότερα χρονικά διαστήματα (λ.χ.

μήνας, τρίμηνο) κατά τη λήξη τους (τελευταία ημέρα του μήνα, του τριμήνου, κλπ), αλλιώς κατά τη λήξη της μίσθωσης, οπότε η ημέρα πληρωμής είναι και πάλιν δήλη (341 παρ. 1 ΑΚ) και ως εκ τούτου ο οφειλέτης γίνεται υπερήμερος με μόνη την παρέλευση της ημέρας αυτής. Στην προκείμενη περίπτωση με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου κανόνες ουσιαστικού δικαίου και, συγκεκριμένα, τις διατάξεις των άρθρων 574, 595, 341 και 346 ΑΚ, επειδή δέχθηκε ότι είχε περιέλθει σε υπερημερία, αναφορικά με την καταβολή των μισθωμάτων των μηνών Αυγούστου-Νοεμβρίου 2005, χαρακτηρίζοντας αυτά απαιτητά και ληξιπρόθεσμα, χωρίς όμως να προσδιορίζει τη δήλη ημέρα καταβολής τους.

Από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης όμως προκύπτει ότι το μίσθωμα ήταν πληρωτέο κατά μήνα και, σύμφωνα με τα όσα εκτέθηκαν πιο πάνω, η πληρωμή του έπρεπε να γίνεται στο τέλος κάθε μήνα, που αποτελεί, κατ' άρθρο 341 παρ. 1 ΑΚ, δήλη ημέρα πληρωμής, μετά την παρέλευση της οποίας η αναιρεσείουσα περιήλθε σε υπερημερία.

Το Εφετείο, επομένως, με την κρίση του ότι τα επίδικα μισθώματα ήταν ληξιπρόθεσμα και απαιτητά και ότι η αναιρεσείουσα-μισθώτρια είχε περιέλθει σε υπερημερία ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερόμενες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, διέλαβε δε στην απόφασή του επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα ή όχι της εφαρμογής των διατάξεων ουσιαστικού δικαίου, που εφάρμοσε.

Συνακόλουθα, ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

IV. Κατά το άρθρο 597 ΑΚ, αν ο μισθωτής καθυστερεί το μίσθωμα ολικά ή μερικά, ο εκμισθωτής δικαιούται να καταγγείλει τη μίσθωση τουλάχιστον πριν ένα μήνα, αν πρόκειται για μίσθωση που η διάρκειά της συμφωνήθηκε για ένα χρόνο ή περισσότερο, και πριν από δέκα ημέρες στις άλλες μισθώσεις. Η καταγγελία μένει χωρίς αποτέλεσμα, αν ο μισθωτής πριν περάσει η προθεσμία αυτή καταβάλει το καθυστερημένο μίσθωμα μαζί με τα τυχόν έξοδα καταγγελίας.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 66 του ΕισΝ ΚΠολΔ, αν ο μισθωτής καθυστερήσει το μίσθωμα από δυστροπία ο εκμισθωτής έχει δικαίωμα να ζητήσει να του αποδοθεί το μίσθιο όσα διαρκεί η μίσθωση, και αν δεν την καταγγείλει κατά το άρθρο 597 ΑΚ. Η άσκηση της αγωγής στην περίπτωση αυτή δεν ισχύει ως καταγγελία της σύμβασης.

Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι κοινή βάση και των δύο αγωγών που στηρίζεται σ' αυτές είναι η υπερημερία του μισθωτή ως προς την καταβολή του μισθώματος, δηλαδή υπαίτια καθυστέρησή του, διότι και η λέξη δυστροπία που ο νομοθέτης χρησιμοποίησε στη δεύτερη διάταξη για λόγους ιστορικούς (έχει ληφθεί από το Ν ΒΧΗ' περί δυστροπούντων μισθωτών), είναι ταυτόσημη με τον όρο υπερημερία (340 επ.

ΑΚ) με μόνη τη διαφορά ότι στην πρώτη περίπτωση ασκείται καταγγελία, η οποία επιφέρει τη λύση της μίσθωσης μετά την πάροδο της οριζόμενης στο άρθρο 597 παρ. 1 ΑΚ προθεσμίας, ενώ στη δεύτερη δεν μεσολαβεί καταγγελία, αλλά η μίσθωση λήγει είτε με την οικειοθελή απόδοση του μισθίου, είτε με την εκτέλεση της εξωστικής απόφασης.

Στην προκείμενη περίπτωση, από την προσβαλλόμενη απόφαση, προκύπτει. ότι το Εφετείο, αναφορικά με τη λύση της επίδικης μίσθωσης, ύστερα από καταγγελία λόγω μη πληρωμής ληξιπροθέσμων μισθωμάτων, δέχθηκε ανέλεγκτα ότι οι αναιρεσίβλητοι με την από 3-11-2005 εξώδικη δήλωσή τους προς την αναιρεσείουσα, που επιδόθηκε σ' αυτή στις 4-11-2005 κατήγγειλαν τη μίσθωση για μη καταβολή των μέχρι τότε ληξιπρόθεσμων μισθωμάτων των μηνών Αυγούστου 2005 έως Νοεμβρίου 2005.

Περαιτέρω, το Εφετείο δέχθηκε ότι η πληρωμή των οφειλόμενων μισθωμάτων δεν έγινε μέσα στη μηνιαία προθεσμία που ορίζει το άρθρο 597 παρ. 1 ΑΚ, αλλά εκπρόθεσμα στις 19-12-2005, με αποτέλεσμα η, ως άνω, καταγγελία να επιφέρει τη λύση της επίδικης μίσθωσης, καθόσον η αναιρεσείουσα από δυστροπία καθυστέρησε την πληρωμή των ληξιπρόθεσμων μισθωμάτων.

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκανε δεκτό το αίτημα της αγωγής για απόδοση του μισθίου ακινήτου λόγω λύσεως της μισθώσεως ύστερα από την προαναφερθείσα καταγγελία. Έτσι, υποχρέωσε την αναιρεσείουσα να αποδώσει στους αναιρεσιβλήτους τη χρήση του μισθίου ακινήτου. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σ' αυτή επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν δυνατό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα ή όχι της εφαρμογής των διατάξεων ουσιαστικού δικαίου που εφάρμοσε, αφού, όπως προαναφέρθηκε, ο όρος "δυστροπία" είναι εννοιολογικά ταυτόσημος με τον όρο "υπερημερία".

Επομένως, ο τρίτος (και τελευταίος) λόγος αναίρεσης με τον οποίο η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη πλημμέλεια από το εδάφιο 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, η αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα ως ηττηθείσα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 7-7-2002 αίτηση της Χ για αναίρεση της 153/2008 απόφασης του Εφετείου Ιωαννίνων.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 1 Μαρτίου 2010. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 26 Μαρτίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ