Supreme Court partially allows appeal against employer liability ruling, remanding case to apply joint liability statute.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed the appeal against the Court of Appeal's dismissal of the plaintiff's claim for joint liability. The plaintiff argued that the employer should be jointly liable under Article 927 of the Civil Code, while the employer contended that the contractor was solely responsible. The Court found the lower court erred by failing to apply the joint liability provision despite the absence of a specific agreement, ordering the case remanded for further proceedings.
Legislator headnote
AI generatedArticles 922, 681, 683-691, 926, 927 of the Civil Code; If an employer retains direction and supervision over a contractor's work, the contractor is deemed an employee, and the employer is jointly liable for damages caused by the contractor's fault under Article 927.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 561 / 2009 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 561/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Θεμέλη, Ειρήνη Αθανασίου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη και Παναγιώτη Κομνηνάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΤΕΧΝΗ και ΤΕΧΝΙΚΗ", που εδρεύει στο Ηράκλειο και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Σπανουδάκη.
Του αναιρεσιβλήτου: Χ1 ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Φωτόπουλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-6-2004 αγωγή του Θ1 που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη και με τις με αριθμ. Γ.Α. 3942/ΕΓ/128/2004 και Γ.Α. 3943/ΕΓ/129/2004 προσεπικλήσεις - παρεμπίπτουσες αγωγές της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 123/2005 μη οριστική και 21/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 37/2007 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 19-3-2007 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ειρήνη Αθανασίου διάβασε την από 26-3-2008 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε τη μερική αναίρεση της προσβαλλόμενης αποφάσεως κατά παραδοχή ως βασίμου του μοναδικού λόγου αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά το άρθρο 922 του ΑΚ "ο κύριος ή ο προστήσας κάποιον άλλον σε μια υπηρεσία ευθύνεται για τη ζημία που ο υπηρέτης ή ο προστηθείς προξένησε σε τρίτον παράνομα κατά την υπηρεσία του". Πρόστηση είναι η τοποθέτηση, διορισμός, χρησιμοποίηση από ένα πρόσωπο (τον προστήσαντα) ενός άλλου προσώπου (του προστηθέντος) σε θέση ή απασχόληση (διαρκή ή μεμονωμένη εργασία), που αποβλέπει στη διεκπεραίωση υποθέσεως ή υποθέσεων και γενικότερα στην εξυπηρέτηση των επαγγελματικών, οικονομικών ή άλλων συμφερόντων του πρώτου (προστήσαντος).
Ειδικότερα, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 922, 681, 683 - 691 του ΑΚ, προκύπτει ότι ναι μεν γενικώς ο εργολάβος, αφού δεν εξαρτάται από τον εργοδότη, δεν θεωρείται ότι βρίσκεται σε σχέση προστήσεως μαζί του και συνεπώς είναι ανεύθυνος ο εργοδότης για τις υπαίτιες και άδικες πράξεις του εργολάβου ή των από αυτόν προστηθέντων προσώπων κατά την εκτέλεση του έργου.
Στην περίπτωση όμως κατά την οποία ο εργοδότης έχει επιφυλάξει στον εαυτό του τη διεύθυνση και επίβλεψη της εκτελέσεως του έργου, ο εργολάβος, αφού υπακούει στις οδηγίες του, θεωρείται ως προστηθείς. Εξάλλου, κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 926 εδ. α' του ΑΚ "αν από κοινή πράξη περισσοτέρων προήλθε ζημία ή αν για την ίδια ζημία ευθύνονται παράλληλα περισσότεροι, ενέχονται όλοι εις ολόκληρον", κατά δε τη διάταξη του άρθρου 927 του ίδιου Κώδικα "εκείνος που κατά το προηγούμενο άρθρο κατέβαλε ολόκληρη την αποζημίωση έχει δικαίωμα αναγωγής κατά των λοιπών.
Το δικαστήριο προσδιορίζει το μέτρο της μεταξύ τους ευθύνης ανάλογα με το βαθμό του πταίσματος καθενός. Αν δεν μπορεί να εξακριβωθεί ο βαθμός αυτός, η ζημία κατανέμεται μεταξύ όλων σε ίσα μέρη". Το τελευταίο άρθρο ρυθμίζει την εσωτερική σχέση μεταξύ των κατά το άρθρο 926 συνυποχρέων ανεξαρτήτως του είδους της ευθύνης καθενός από αυτούς.
Η διάταξη αναφέρει μεν ρητώς τη συνηθέστερη περίπτωση κατά την οποία οι συνοφειλέτες ευθύνονται όλοι από πταίσμα, πλην όμως εφαρμόζεται και όταν ευθύνονται όλοι αντικειμενικά ή μερικοί αντικειμενικά και μερικοί υποκειμενικά ή μερικοί υποκειμενικά και μερικοί και υποκειμενικά αλλά και αντικειμενικά.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως από την προσβαλλόμενη απόφασή του προκύπτει, δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς περί πραγμάτων κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ) ότι αποδείχθηκαν, εκτός άλλων, και τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, που ενδιαφέρουν εδώ: Η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΤΕΧΝΗ και ΤΕΧΝΙΚΗ Α.Ε" (αναιρεσείουσα) δυνάμει της από 14-7-2000 σύμβασης εργολαβίας, που συνήψε με την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΤΕΑΒΑΕ", ανέλαβε την κατασκευή ξενοδοχείου στη περιοχή του Δήμου ....
Με τον 4° όρο της σύμβασης αυτής η εργολήπτρια εταιρεία δεσμεύτηκε να χρησιμοποιήσει τουλάχιστον δύο υπεργολάβους για την εκτέλεση του έργου που της ανατέθηκε, υποχρεούμενη να συμμορφώνεται στις υποδείξεις του επιβλέποντος μηχανικού και στη συμπλήρωση κάθε σημειούμενης έλλειψης ή ανεπάρκειας του εργατικού δυναμικού των εργαλείων, ικριωμάτων ή υλικών.
Επίσης με τον όγδοο όρο της σύμβασης ρητά συνομολογήθηκε ότι η εργολήπτρια (αναιρεσείουσα) έχει την αποκλειστική ευθύνη της τήρησης των νόμων, διαταγμάτων υπουργικών αποφάσεων και των αστυνομικών διατάξεων που ισχύουν για την υγεία και την ασφάλεια όλου του προσωπικού που απασχολεί κατά την εκτέλεση του έργου.
Στη συνέχεια η ως άνω εργολήπτρια εταιρεία (αναιρεσείουσα) ανέθεσε την κατασκευή των επιχρισμάτων στον υπεργολάβο Χ1 (αναιρεσίβλητο). Στο έργο που είχε αναλάβει ο τελευταίος εργαζόταν ως χειριστής της μηχανής επιχρισμάτων η οποία ονομάζεται "εκτοξευτής", ο Θ1 (ενάγων στην κύρια αγωγή), χωρίς όμως να έχει την ανάλογη εμπειρία χειρισμού του εν λόγω μηχανήματος, δεδομένου ότι δεν είχε εργαστεί στο παρελθόν σε τέτοιο μηχάνημα αλλά απλώς χρησιμοποιούσε κατά την εκτέλεση της εργασίας του το μυστρί και ορισμένες φορές τον πήχη, προκειμένου να απλώσει το επίχρισμα στον τοίχο και κατόπιν να το λειάνει.
Στις 27-7-2001 ο Θ1 χειριζόταν το εν λόγω μηχάνημα, του οποίου ο σωλήνας της μηχανής βούλωσε. Αυτός επιχείρησε να το αποφράξει, ανοίγοντας (ξεκουμπώνοντας) αυτό από ένα σημείο σύνδεσης, με αποτέλεσμα ο υπό πίεση ευρισκόμενος ασβέστης να εκτοξευτεί προς το πρόσωπο του και κυρίως στα μάτια του και να εισέλθει σε αυτά, δεδομένου ότι δεν φορούσε ομματοϋάλια.
Από την εισχώρηση του ασβέστη ο Θ1 έπαθε αμφοτερόπλευρο έγκαυμακερατοειδούς με οπτική δεξιότητα δεξιού ματιού 4/10 καιαριστερού 1/10. Επίσης παρουσιάζει θόλωση τουκερατοειδούς και νεοαγγείωση ΑΟ>ΔΟ. Δέχτηκε δε περαιτέρω το Εφετείο ότι και η αναιρεσείουσα και ο αναιρεσίβλητος (εργολήπτρια εταιρεία και υπεργολάβος του έργου, αντίστοιχα) είναι υπεύθυνοι για το ατύχημα, αφού επέτρεψαν στον παθόντα να χειρίζεται τη μηχανή επιχρισμάτων (εκτοξευτή) χωρίς να έχει την ανάλογη εμπειρία και δεν χορήγησαν σε αυτόν ομματοϋάλια κατά παράβαση των άρθρων 46 και 104 του π.δ. 1073/1981 (περί των μέτρων ασφαλείας κατά την εκτέλεση οικοδομικών εργασιών).
Πέραν όμως αυτού το Εφετείο δέχτηκε ότι αποδείχθηκε ότι μεταξύ της εργολήπτριας εταιρείας και του υπεργολάβου (αναιρεσείουσας και αναιρεσιβλήτου) υπήρχε σχέση προστήσεως, δεδομένου ότι η εργολήπτρια εταιρεία (αναιρεσείουσα), ως έχουσα την ευθύνη της τηρήσεως των απαραίτητων μέτρων ασφαλείας σύμφωνα με την ανωτέρω από 14-7-2000 σύμβαση εργολαβίας, διατηρούσε το δικαίωμα διεύθυνσης και επίβλεψης εκτέλεσης του έργου από τον αναιρεσίβλητο υπεργολάβο με παροχή δεσμευτικών γι' αυτόν εντολών και οδηγιών.
Συμφωνία μεταξύ αυτών για αποκλειστική ευθύνη του αναιρεσιβλήτου για οποιοδήποτε ατύχημα εργαζομένου στο έργο δεν αποδείχθηκε. Δέχτηκε δε περαιτέρω το Εφετείο ότι πράγματι έπρεπε να επιδικαστεί στον ως άνω παθόντα το ποσό των 80.000 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης εξαιτίας της προαναφερόμενης εις βάρος του τελεσθείσας αδικοπραξίας.
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε ως αβάσιμους τους λόγους της εφέσεως της αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθ. 21/2006 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, με τους οποίους αυτή παραπονούνταν για εσφαλμένη απόρριψη ως ουσιαστική αβάσιμης της εκ μέρους αυτής ασκηθείσας ένδικης από 1.9.2004 προσεπικλήσεως του αναιρεσιβλήτου και την ενωμένη σ'αυτήν αγωγή αποζημιώσεως (από αναγωγή).
Κρίνοντας όμως έτσι το Εφετείο παραβίασε (με το να μην την εφαρμόσει) την ως άνω ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 927 του Α.Κ. Και αυτό γιατί, ανεξάρτητα από το ότι δεν είχε αποδειχθεί, κατά τις παραδοχές του, η προαναφερόμενη και από την αναιρεσείουσα επικληθείσα ειδική συμφωνία μεταξύ των εδω διαδίκων για αποκλειστική ευθύνη του αναιρεσιβλήτου, τούτο δεν καθιστούσε μη εφαρμόσιμη την πράγματι εφαρμοστέα, με βάση τις παραδοχές του, διάταξη του άρθρου 927 του ΑΚ, κατά την οποία η αναιρεσείουσα είχε δικαίωμα αναγωγής κατά του αναιρεσιβλήτου ως συνυποχρέου από την ως άνω αδικοπραξία για την περίπτωση κατά την οποία ήθελε υποχρεωθεί να καταβάλει στον παθόντα αποζημίωση και ως εκ τούτου θα έπρεπε να προσδιοριστεί από το Εφετείο το μέτρο της μεταξύ τους ευθύνης με βάση τα κριτήρια της εν λόγω διατάξεως, κατά το σχετικό επίσης εμπεριεχόμενο στην προαναφερόμενη ένδικη προσεπίκληση και ενωμένη σ'αυτήν αγωγή αποζημιώσεως από αναγωγή αίτημα.
Επομένως ο μοναδικός από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, με τον οποίον προβάλλεται η ως άνω πλημμέλεια της προσβαλλόμενης αποφάσεως, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος και να αναιρεθεί μερικώς η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το λόγο αυτόν αναιρέσεως και δή μόνο κατά το μέρος της με το οποίο απορρίφθηκαν κατ' ουσίαν η ένδικη από 20.3.2006 έφεση της αναιρεσείουσας, καθώς και οι πρόσθετοι λόγοι εφέσεως που ασκήθηκαν από την ίδια με τις κατ' έφεση υποβληθείσες προτάσεις της καθόσον αυτοί (έφεση και πρόσθετοι λόγοι εφέσεως) απευθύνονταν κατά του δεύτερου σ' αυτές εφεσιβλήτου και ήδη αναιρεσιβλήτου Χ1 και αφορούσαν την ως άνω εκ μέρους της αναιρεσείουσας ασκηθείσα ένδικη από 1.9.2004 προσεπίκληση του αναιρεσιβλήτου και την ενωμένη σ' αυτήν αγωγή αποζημιώσεως (από αναγωγή).
Σύμφωνα δε με το άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ πρέπει η υπόθεση να παραπεμφθεί για περαιτέρω εκδίκαση στο δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την εν λόγω απόφαση, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από αυτούς που εξέδωσαν την απόφαση αυτή.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί μερικώς και δή μόνο κατά το στο αιτιολογικό αναφερόμενο μέρος της την υπ'αριθ. 37/2007 απόφαση του Εφετείου Κρήτης.
Παραπέμπει την υπόθεση κατά το μέρος της ως προς το οποίο χώρησε η αναίρεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από αυτούς που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, την οποία ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1.500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Φεβρουαρίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 10 Μαρτίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ