Supreme Court dismisses appeal against employer's termination of employee for joining union, citing abuse of right.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the employer's appeal against a lower court ruling that declared the termination of an employee's indefinite-term contract void. The employee, a high-ranking executive, had joined the company's workers' union, prompting the employer to terminate the contract out of spite. The court held that this action exceeded the limits of good faith and social purpose, constituting an abuse of the employer's right to terminate.
Legislator headnote
AI generatedArticles 669 para. 2 of the Civil Code; Article 281 of the Civil Code; Article 14 para. 3 of Law 1264/1982: Termination of an employment contract is a unilateral right, but its exercise is subject to the limits of good faith and social purpose; termination motivated by spite or revenge for an employee joining a union constitutes an abuse of right and is therefore void.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 561 / 2007 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 561/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Ανδρέα Μαρκάκη, Ηλία Γιαννακάκη, Αθανάσιο Θεμέλη, Μάριο-Φώτιο Χατζηπανταζή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Φεβρουαρίου 2007, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΑΓΕΤ ΗΡΑΚΛΗΣ", που εδρεύει στη Λυκόβρυση Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Ζερδελή.
Του αναιρεσίβλητου: .... , ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Ρήγο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18/12/2002 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1674/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2354/2006 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 25/7/2006 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ηλίας Γιαννακάκης, ανέγνωσε την από 20/1/2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τα άρθρα 669 παρ. 2 του ΑΚ, 1 του Ν. 2112/1920 και 1 και 5 του Ν. 3198/1955 προκύπτει ότι η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής αναιτιώδης δικαιοπραξία και συνεπώς το κύρος αυτής δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας για την οποία έγινε, αλλά αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη και του εργαζόμενου.
Η άσκηση όμως του δικαιώματος αυτού, όπως και κάθε δικαιώματος, υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 281 ΑΚ, δηλαδή της μη υπερβάσεως των ορίων που επιβάλλει η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, η υπέρβαση δε των ορίων αυτών καθιστά άκυρη την καταγγελία, σύμφωνα με τα άρθρα 174 και 180 του ΑΚ.
Εξάλλου, η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας από τον εργοδότη είναι άκυρη, ως καταχρηστική, όταν υπαγορεύεται από ταπεινά ελατήρια που δεν εξυπηρετούν τον σκοπό του δικαιώματος, όπως συμβαίνει στις περιπτώσεις που η καταγγελία οφείλεται σε εμπάθεια, μίσος ή έχθρα ή σε λόγους εκδικήσεως, συνεπεία προηγηθείσας νόμιμης, αλλά μη αρεστής στον εργοδότη, συμπεριφοράς του εργαζομένου, όπως είναι και η ανάπτυξη από τον εργαζόμενο νόμιμης συνδικαλιστικής δράσης, που είναι αντίθετη προς τα συμφέροντα της επιχείρησης του εργοδότη, και αν ακόμη η δράση αυτή εκδηλώνεται από διευθυντικό ή υψηλόβαθμο στέλεχος της επιχείρησης, που δεν απαγορεύεται από το άρθρο 14 παρ. 3 του ν. 1264/1982, ή όταν γίνεται για οικονομικοτεχνικούς λόγους, δηλαδή για την αναδιοργάνωση της επιχειρήσεως του εργοδότη που καθιστά αναγκαία τη μείωση του προσωπικού, εφόσον οι λόγοι αυτοί είναι προσχηματικοί και υποκρύπτουν πράγματι μίσος, εμπάθεια ή κακοβουλία ή όταν είναι πραγματικοί, αλλά δεν έγινε επιλογή των απολυομένων με αντικειμενικά κριτήρια (υπηρεσιακά ή κοινωνικά).
Δεν συντρέχει, όμως, περίπτωση καταχρηστικής καταγγελίας όταν δεν υπάρχει γι' αυτή κάποια αιτία, αφού, ενόψει των όσων εκτέθηκαν για τον αναιτιώδη χαρακτήρα της καταγγελίας και την άσκηση αυτής καθ' υπέρβαση των ορίων του άρθρου 281 ΑΚ, για να θεωρηθεί η καταγγελία άκυρη ως καταχρηστική, δεν αρκεί ότι οι λόγοι που επικαλέστηκε γι' αυτή ο εργοδότης ήταν αναληθείς ή ότι δεν υπήρχε εμφανής αιτία, αλλά απαιτείται η καταγγελία να οφείλεται σε συγκεκριμένους λόγους - που πρέπει να επικαλεστεί και να αποδείξει ο εργαζόμενος - εξαιτίας των οποίων η άσκηση του σχετικού δικαιώματος του εργοδότη υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλει το άρθρο 281 ΑΚ.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση τα εξής: Ο αναιρεσίβλητος προσλήφθηκε από την ανώνυμη ετερεία με την επωνυμία "Τσιμέντα Χαλκίδας ΑΕ", στις 21-4-1977, προκειμένου να εργαστεί σ' αυτή ως υπάλληλος του τμήματος μισθοδοσίας. Τον Ιούνιο 1984 προήχθη σε αναπληρωτή προϊσταμένου του γραφείου προσωπικού.
Στις αρχές του έτους 2001, η ανωτέρω εταιρεία συγχωνεύθηκε με απορρόφηση από την αναιρεσείουσα και έτσι υπεισήλθε αυτή ως οιονεί καθολική διάδοχος σε όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που απέρρεαν από την προαναφερομένη σύμβαση εργασίας. Τον Μάρτιο 2001, ο όμιλος ΑΓΕΤ ΗΡΑΚΛΗΣ εξαγοράστηκε από την γαλλική εταιρεία με την επωνυμία "LAGARGE S.A.".
Τον μήνα Οκτώβριο του 2001, ο αναιρεσίβλητος προήχθη σε υπεύθυνο Οργανωτικής Μονάδας Ανθρωπίνων Πόρων ΗΡΑΚΛΗΣ
ΙΙΙ, έναντι μηνιαίων αποδοχών ποσού 4205,72 ευρώ. Καθ' όλο το ανωτέρω χρονικό διάστημα ο αναιρεσίβλητος ήταν πολύ συνεπής και αποτελεσματικός στην εργασία του, εκτελώντας τα καθήκοντά του με επιμέλεια και ευσυνειδησία, και είχε αρμονική συνεργασία με τη διοίκηση και τους λοιπούς υπευθύνους της εταιρείας.
Αναδείχθηκε σε έναν εξαίρετο υπάλληλο, που συνέβαλε αποφασιστικά στην εύρυθμη λειτουργία του εργοστασίου της αναιρεσείουσας στο .... Αυτός ήταν και ο λόγος που εργαζόταν συνεχώς στο ανωτέρω εργοστάσιο από της προσλήψεώς του το έτος 1977, προωθούμενος διαρκώς στην κλίμακα της ιεραρχίας της αναιρεσείουσας.
Η διοίκηση της αναιρεσείουσας είχε απόλυτη εμπιστοσύνη στις ικανότητες του αναιρεσιβλήτου και γι' αυτό του είχε αναθέσει καθήκοντα γενικότερης διεύθυνσης της επιχείρησης στον τομέα εποπτείας προσωπικού, ενώ στα καθήκοντά του περιλαμβάνονταν, μεταξύ άλλων και οι διαπραγματεύσεις με τους εκπροσώπους του έντονα δραστηριοποιούμενου επιχειρησιακού σωματείου των εργαζομένων στην επιχείρηση της αναιρεσείουσας, για την κατάρτιση συλλογικών συμβάσεων εργασίας, εκπροσωπώντας και δεσμεύοντας με την υπογραφή του, από κοινού με το διευθυντή του εργοστασίου, την αναιρεσείουσα.
Την ίδια εμπιστοσύνη συνέχισε να απολαμβάνει, ασκώντας τα ίδια υπεύθυνα καθήκοντα και μετά τη συγχώνευση της αρχικής εργοδότριας εταιρείας αλλά και μετά την αλλαγή της διοίκησης, που επήλθε το έτος 2002, μετά την εξαγορά του ομίλου της ΑΓΕΤ ΗΡΑΚΛΗΣ. Έτσι το διοικητικό συμβούλιο της αναιρεσείουσας, με την 3054/3-7-2002 πράξη του ανακάλεσε το δικαίωμα δεύτερης υπογραφής, που είχε χορηγηθεί στον αναιρεσίβλητο με την 3045/14-12-2001 πράξη αυτού και χορήγησε σ' αυτόν δικαίωμα πρώτης υπογραφής για τις αναφερόμενες στην ανωτέρω πράξη ενέργειες (αναλήψεις από τηρούμενους στην Εθνική Τράπεζα λογαριασμούς της εταιρείας, είσπραξη εμβασμάτων, ενοικίαση και διαχείριση θυρίδων).
Επίσης, κατά τον μήνα Νοέμβριο 2002, διαπραγματεύτηκε με το σωματείο εργαζομένων στο εργοστάσιου και στη συνέχεια υπέγραψε, εκπροσωπώντας και δεσμεύοντας την αναιρεσείουσα, το από 11-11-2002 πρακτικό συμφωνίας. Επίσης, λίγο ενωρίτερα, η διοίκηση της αναιρεσείουσας είχε ζητήσει από τον αναιρεσίβλητο, να διερευνήσει την πρόθεση κάποιων εργαζομένων, προκειμένου αυτοί να αποχωρήσουν οικειοθελώς από την επιχείρηση, με την καταβολή κινήτρων.
Και την εντολή αυτή ο αναιρεσίβλητος τη διεκπεραίωσε με επιτυχία, εισηγούμενος στη διοίκηση 49 εργαζομένους, που είχαν εκδηλώσει ενδιαφέρον να αποχωρήσουν από την επιχείρηση, με τον παραπάνω τρόπο. Αποδεικνύεται έτσι ότι, καθ' όλο το ανωτέρω χρονικό διάστημα ο αναιρεσίβλητος εξεπλήρωνε με απόλυτη επιτυχία τις εντολές της διοίκησης της αναιρεσίβλητης, χωρίς ποτέ να υπάρξει οποιοδήποτε παράπονο σε βάρος του και χωρίς να κινηθεί ποτέ πειθαρχική διαδικασία σε βάρος του.
Επίσης και μετά την αλλαγή που επήλθε στη διοίκηση της αναιρεσείουσας, ουδέποτε έγινε η παραμικρή μνεία στον αναιρεσίβλητο ούτε και εκφράστηκε οποιοσδήποτε προβληματισμός ή σκέψη για τη μη συνέχιση της απασχόλησης αυτού, όπως και των άλλων υψηλόβαθμων στελεχών, στην επιχείρηση της αναιρεσείουσας. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι, στις 20-11-2002, ο αναιρεσίβλητος υπέβαλε σχετική αίτηση στο σωματείο εργαζομένων της αναιρεσείουσας με την επωνυμία "Ένωση εργαζομένων Τσιμέντων Χαλκίδας", προκειμένου να γίνει μέλος.
Η αίτηση αυτή έγινε δεκτή με την 470/9-12-2002 πράξη του ΔΣ του ανωτέρω συνδικαλιστικού σωματείου. Δύο ημέρες αργότερα, στις 11-12-2002, ο διευθυντής της αναιρεσείουσας και διευθυντής λειτουργιών τσιμέντου, κάλεσαν τον αναιρεσίβλητο στο γραφείο του τελευταίου, όπου του ανακοίνωσαν, ότι θα έπρεπε να διακοπεί η συνεργασία τους και γι' αυτό ζήτησαν από τον αναιρεσίβλητο, να αποχωρήσει οικειοθελώς από την εργασία του, λαμβάνοντας το ποσό των 186000 ευρώ, άλλως η αναιρεσείουσα θα προέβαινε στην καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του και θα του κατέβαλε τη νόμιμη αποζημίωση, που ήταν μικρότερη.
Ο αναιρεσίβλητος, ο οποίος είχε υπηρετήσει πιστά και με ευσυνειδησία την αναιρεσείουσα για 25 έτη, αιφνιδιάστηκε από την απρόσμενη αυτή ενέργεια της αναιρεσείουσας, που γινόταν παραμονές Χριστουγέννων, χωρίς να έχει υπάρξει άλλη διερευνητική συνομιλία μαζί του, και αμέσως αρνήθηκε να αποχωρήσει οικειοθελώς από την εργασία του.
Κατόπιν αυτού η αναιρεσείουσα προέβη την ίδια ημέρα (11-12-2002) σε έγγραφη καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του αναιρεσιβλήτου, η οποία επιδόθηκε στον τελευταίο την επόμενη ημέρα, ήτοι στις 12-12-2002, καταβάλοντας ταυτόχρονα σ' αυτόν τη νόμιμη αποζημίωσή του. Την ανωτέρω χρονική περίοδο είχαν υπάρξει έντονες διαφωνίες και επικρατούσε ένταση στις σχέσεις μεταξύ της διοίκησης της αναιρεσείουσας και του παραπάνω συνδικαλιστικού σωματείου των εργαζομένων σ' αυτή.
Ενδεικτικά είναι και τα δημοσιεύματα της εφημερίδας "Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ", με ημερομηνία 14-12-2002, 17-12-2002 και 10-1-2003, στα οποία, μεταξύ των άλλων, αναφέρεται ότι "αλυσιδωτές αντιδράσεις προκαλεί η αιφνίδια απόφαση της διοίκησης της ΑΓΕΤ ΗΡΑΣΚΛΗΣ να διακόψει τη λειτουργία του εργοστασίου στη Χαλκίδα", ότι "για τις 18 Δεκεμβρίου 2002 έχει προγραμματισθεί 24ωρη προειδοποιητική απεργία των εργαζομένων", ότι "η Ένωση Εργαζομένων βρίσκεται σε διαρκή αντιπαράθεση με τη διοίκηση.." και ότι "σε κορύφωση οδηγείται η κόντρα ανάμεσα στην Ένωση Εργαζομένων στα Τσιμέντα Χαλκίδας και τη διοίκηση της ΑΓΕΤ ΗΡΑΚΛΗΣ".
Από τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά αποδεικνύεται ότι, η ως άνω, από 11-12-2002, καταγγελία της συμβάσεως του αναιρεσιβλήτου συνδέεται αιτιωδώς με την παραπάνω ενέργεια αυτού, ήτοι με την εγγραφή του στο σωματείο εργαζομένων της αναιρεσείουσας, αφού, όπως προαναφέρθηκε, μέχρι το χρόνο της απόλυσης του δεν είχε συμβεί κανένα απολύτως πραγματικό γεγονός, που να δικαιολογεί την καταγγελία της συμβάσεως.
Η ενέργεια αυτή του αναιρεσιβλήτου περιήλθε σε γνώση και ενόχλησε έντονα τη διοίκηση της εταιρείας, αφού σε μία περίοδο έντασης των σχέσεων μεταξύ του σωματείου και της αναιρεσείουσας, -- εμφανιζόταν ένα σημαντικό στέλεχος της εταιρείας με μεγάλη εμπειρία και αναμφισβήτητο κύρος ανάμεσα στους εργαζομένους, να γίνεται μέλος του σωματείου και να ταυτίζεται με τις θέσεις αυτού. -- Ουδόλως αποδείχθηκε ότι, κατά το χρόνο της καταγγελίας βρισκόταν σε εφαρμογή κάποιο συγκεκριμένο πρόγραμμα αναδιοργάνωσης της ως άνω επιχείρησης της αναιρεσείουσας.
Επίσης, ουδόλως αποδείχθηκε ότι, η καταγγελία σχετίζεται με λάθη του αναιρεσιβλήτου, όσον αφορά στον υπολογισμό των ρεπό των εργαζομένων και τον τρόπο πληρωμής των επιδομάτων. Οι επικαλούμενοι από την αναιρεσείουσα για την απόλυση του αναιρεσιβλήτου οικονομοτεχνικοί λόγοι είναι προσχηματικοί και υποκρύπτουν, στην πραγματικότητα, έχθρα και εκδικητικότητα προς το πρόσωπο του αναιρεσιβλήτου, εξ αιτίας της εγγραφής του στο σωματείο εργαζομένων, η δε καταγγελία έγινε για το συγκεκριμένο αυτό λόγο και δεν επιβλήθηκε από τα καλώς νοούμενα συμφέροντα της αναιρεσείουσας.
Κατόπιν των ανωτέρω η άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος της αναιρεσείουσας να καταγγείλει την ένδικη σύμβαση εργασίας του αναιρεσιβλήτου υπερβαίνει προφανώς τα όρια, που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος και συνεπώς είναι καταχρηστική.
Με βάση τις παραδοχές αυτές του Εφετείου έγινε δεκτή με την προσβαλλόμενη απόφαση η αγωγή του αναιρεσιβλήτου, αναγνωρίσθηκε η ακυρότητα της καταγγελίας της ένδικης σύμβασης εργασίας και υποχρεώθηκε η αναιρεσείουσα να πληρώσει στον αναιρεσίβλητο μισθούς υπερημερίας. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 14 παρ. 3 του ν. 1264/1982, 281 και 669 παρ. 2 ΑΚ και 2 εδ.
α΄ της Διεθνούς Συμβάσεως Εργασίας της Ουάσιγκτων, που κυρώθηκε με το ν. 2269/1920, αφού διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες για ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο. Ειδικότερα, δεν ήταν απαγορευμένη η συμμετοχή του αναιρεσιβλήτου στο σωματείο εργαζομένων στην επιχείρηση της αναιρεσείουσας, και αν ακόμη αυτός ήταν διευθυντικό στέλεχός της, γιατί η διάταξη του άρθρου 14 παρ. 3 του ν. 1264/1982 απαγορεύει τη συμμετοχή σε συνδικαλιστική οργάνωση μόνο των εργοδοτών και όχι των διευθυντικών στελεχών.
Έτσι, δεν ήταν απαραίτητο να αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, αν πράγματι ο αναιρεσίβλητος είχε, με βάση τις αρμοδιότητες και τα καθήκοντά του, που δέχθηκε το Εφετείο, την ιδιότητα του διευθύνοντος υπαλλήλου, αφού και αν ακόμη είχε την ιδιότητα αυτή, τούτο δεν θα δικαιολογούσε την υπό τις παραπάνω περιστάσεις γενόμενη καταγγελία της συμβάσεως εργασίας.
Εξάλλου, η απλή εγγραφή του αναιρεσιβλήτου στο σωματείο εργαζομένων στην επιχείρηση της αναιρεσείουσας και χωρίς αυτός να αναπτύξει οποιαδήποτε άλλη συνδικαλιστική δράση δεν αποτελεί γεγονός, που αντικειμενικά εκτιμώμενο, μπορεί να κλονίσει την εμπιστοσύνη του εργοδότη στο πρόσωπό του, αλλά αντίθετα, η καταγγελία που έγινε από λόγους εκδίκησης προς το πρόσωπο του αναιρεσιβλήτου, επειδή αυτός απλώς γράφτηκε ως μέλος στο πιο πάνω σωματείο, έστω και αν ήταν υψηλόβαθμο στέλεχος της επιχείρησης της αναιρεσείουσας, υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.
Επίσης δεν είναι απαραίτητο να προσδιορίζονται στην απόφαση τα πρόσωπα, που έλαβαν γνώση της εγγραφής του αναιρεσιβλήτου στο επιχειρησιακό σωματείο και των οποίων η εμπάθεια και εκδικητική συμπεριφορά αποτέλεσε την αιτία της καταγγελίας. Επομένως, οι τρεις λόγοι αναιρέσεως, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.ΣΔ., με τους οποίους προβάλλεται ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των παραπάνω διατάξεων, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι, όπως απορριπτέα είναι και η αίτηση για αναίρεση στο σύνολό της.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 1128/28-7-2006 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με τη επωνυμία "ΑΓΕΤ ΗΡΑΚΛΗΣ" για αναίρεση της 2354/2006 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε επτακόσια εβδομήντα (770) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 6 Μαρτίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 13 Μαρτίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ