Supreme Court dismisses appeal on murder conviction, ruling motive and reasoning sufficient.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a murder conviction, upholding the lower court's finding of intentional homicide. The appellant argued for a lesser penalty based on a claim of emotional frenzy, but the court found the facts demonstrated a calm state of mind. Consequently, the court ruled that the original judgment's detailed reasoning regarding the defendant's mental state was legally sound and free from error.
Legislator headnote
AI generatedArticles 299(1) and 299(2) of the Penal Code; Article 510(1)(D) and (E) of the Code of Civil Procedure: The Supreme Court must reject an appeal if the lower court's judgment contains sufficient and detailed reasoning regarding the facts and the application of the substantive law, even when rejecting a claim of emotional frenzy.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 561 / 2006 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 561/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε΄ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ανδρέα Μοσχανδρέου, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Ναυπλιώτη, Δημήτριο Κιτρίδη-Εισηγητή, Αθανάσιο Μπρίλλη και Φώτιο Καϋμενάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Φεβρουαρίου 2006, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Χρήστου Σιδέρη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ1 και ήδη κρατουμένου στο Νοσοκομείο Κρατουμένων Κορυδαλλού, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Φραγκίσκο Ραγκούση, για αναίρεση της 248, 249, 253/2004 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών.
Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 4 Οκτωβρίου 2004 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1742/2004.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 299 παρ.1 του ΠΚ, όπως ισχύει μετά την κατάργηση της ποινής του θανάτου με το άρθρο 33 παρ.1 του ν.2172/1993, όποιος με πρόθεση σκότωσε άλλον τιμωρείται με ισόβια κάθειρξη. Κατά την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου, αν η πράξη αποφασίσθηκε και εκτελέσθηκε σε βρασμό ψυχικής ορμής επιβάλλεται η ποινή της πρόσκαιρης κάθειρξης.
Από τη διατύπωση της δεύτερης παραγράφου του άρθρου 299 ΠΚ προκύπτει, ότι για την ποινική μεταχείριση του δράστη της ανθρωποκτονίας από πρόθεση γίνεται διάκριση του δόλου σε προμελητημένο και απρομελέτητο. Και στην μεν πρώτη περίπτωση απαιτείται ψυχική ηρεμία του δράστη είτε κατά την απόφαση είτε κατά την εκτέλεση της πράξεως, στη δεύτερη δε περίπτωση απαιτείται ο δράστης να βρίσκεται σε βρασμό ψυχικής ορμής και κατά τη λήψη της αποφάσεως και κατά την εκτέλεση της ανθρωποκτονίας.
Αν λείπει ο βρασμός ψυχικής ορμής σε ένα από τα στάδια αυτά δεν υπάρχει δυνατότητα εφαρμογής της παραγράφου 2 του άρθρου 299 ΠΚ. Περαιτέρω η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν εκτίθετναι σ'αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία αυτά προέκυψαν και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε.
Εξάλλου εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Ε' του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως υπάρχει, όταν το δικαστήριο της ουσίας αποδίδει σ'αυτή έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη είναι η εφαρμογή της, όταν το δικαστήριο δεν υπάγει σωστά τα δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών, που την εξέδωσε, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη ουσιαστική του κρίση, ότι από τα αναφερόμενα κατ΄είδος αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Ο κατηγορούμενος Χ1 αλβανός υπήκοος είχε έλθει με την οικογένειά του στην Ελλάδα από το έτος 1990.
Εργαζόταν ως έμπορος ρούχων και συγκέντρωνε τις οικονομίες του, σκοπεύοντας να δημιουργήσει επιχείρηση εστιατορίου –ξενοδοχείου στα Τίρανα. Στις 8-8-1999 και ενώ οι εργασίες για την υλοποίηση των επαγγελματικών του σχεδίων προχωρούσαν, μετέβη με τον επτάχρονο τότε γιό του 'Άντζελο στα Τίρανα, με σκοπό να ξεκινήσει τη επιχειρηματική του δράση.
Το πρωί της ημέρας εκείνης, καθώς βρίσκονταν σ'ένα μαγαζί στην πλατεία Τιράνων όπου είχαν πάει για να προσφέρει στον εν λόγω γιό του ένα παγωτό, πραγματοποιήθηκε δολοφονική επίθεση κατά του .... , ατόμου, με το οποίο τυχαία είχαν καταλάβει το ίδιο τραπέζι. Από την επίθεση σκοτώθηκε επί τόπου ο παραπάνω, ενώ τραυματίστηκε και ο γιός του κατηγορουμένου και ένα ακόμη άτομο.
Το παιδί μεταφέρθηκε σε νοσοκομείο των Ιωαννίνων, όπου και εξέπνευσε. Μετά το γεγονός αυτό ο κατηγορούμενος ύστερα από έρευνα που διεξήγαγε ατομικά και χωρίς να προσφύγει στις αστυνομικές Αρχές της Αλβανίας ή της Ελλάδας, πληροφορήθηκε από ομοεθνείς του ότι οι δράστες της δολοφονίας του γιού του ήσαν οι Αλβανοι....
και κάποιος με το όνομα Ψ1, οι οποίοι πιστεύοντας ότι αυτός σκόπευε να εκδικηθεί το θάνατο του γιου του σκοτώνοντάς τους, τον αναζητούσαν για να τον σκοτώσουν εκείνοι πρώτοι. Κατόπιν αυτών άρχισε πλέον η επισταμένη εκ μέρους του αναζήτηση των ως άνω ατόμων, για τα οποία πληροφορήθηκε ότι βρίσκονταν στην Ελλάδα.
Σκοπός του ήταν ο θάνατός τους αφού πράγματι τα αισθήματα εκδίκησης που έτρεφε εναντίον τους ήταν έντονα, παρά την πάροδο κάποιου χρόνου από το θάνατο του γιου του. 'Ετσι, αφού έκανε γνωστό ότι προσφέρει χρήματα σε όποιον του υποδείξει τους ανωτέρω, δέχτηκε τηλεφωνήματα από ένα ομοεθνή του με το όνομα Φ1, ο οποίος του ζήτησε να συναντηθούν.
Κατά τη συνάντησή τους στην οδό .... , ο ανωτέρω του ζήτησε 2.500 ευρώ για να του φέρει τον Ψ1, τα πλήρη στοιχεία του οποίου ήταν Ψ1 του .... Σύμφωνα με το εγκληματικό σχέδιο που κατέστρωσαν, ο Φ1 και τρία ακόμη άτομα, έναντι της άνω αμοιβής θα έφερναν με τη βία τον Ψ1 σ'αυτόν. Αφού λοιπόν ο κατηγορούμενος συγκέντρωνε τα χρήματα, τις απογευματινές ώρες της 18-7-2002 τηλεφώνησε στον Φ1 και συμφώνησαν να συναντηθούν το βράδυ της ημέρας αυτής, περί ώρα 22.00' στην οδό ... , κοντά ση συμβολή της με τη ... .
Στο σημείο συνάντησης επιβιβάστηκε στο αυτοκίνητο του Φ1, μάρκας .... , αγνώστου αριθμού κυκλοφορίας. Με το αυτοκίνητο κατευθύνθηκαν προς την οδό ... , όπου, όπως ο κατηγορούμενος γνώριζε, σύμφωνα με το σχέδιο που είχαν καταστρώσει, οι τρεις συνεργάτες, τους, τα στοιχεία των οποίων δεν αποκάλυψε, όπως έπραξε και για τον Φ1, θα μετέφεραν με τη βία τον παθόντα Ψ1, αφού προηγουμένως τον απήγαγαν χρησιμοποιώντας βία και απειλή βίας από το στην ως άνω οδό βρισκόμενο κατάστημα γρήγορου φαγητού με την επωνυμία KFC, όπου βρισκόταν με τη φίλη του .... .
Πράγματι εκείνη την ώρα περίπου οι ως άνω τρεις άγνωστοι συνεργάτες τους, είχαν εισέλθει στο ανωτέρω κατάστημα και αφού έπιασαν τον παθόντα από τα χέρια, καλώντας τον συγχρόνως να καθίσει ήρεμα, τον έψαξαν και του αφαίρεσαν την προσωπική του τσάντα και το κινητό του τηλέφωνο παρουσία της .... . Στη συνέχεια τους οδήγησαν με τη βία έξω από το κατάστημα, όπου ανέμενε το αυτοκίνητο με τον κατηγορούμενο και τον Φ1.
Εκεί, ο παθών συνέπεια της θέσεως στέρησης της ελευθερίας στην οποία είχε περιέλθει, εξαναγκάστηκε, χωρίς να υπάρχει υποχρέωσή του γι'αυτό, να επιβιβαστεί στο ως άνω όχημα, το οποίο αμέσως απομακρύνθηκε, με συνέπεια αυτός να αποστερηθεί πλέον πλήρως της προστασίας της πολιτείας και να δεχτεί, υποταγμένος στη φυσική εξουσία του κατηγορουμένου και του Φ1 οι οποίοι τον κρατούσαν με τη βία στο αυτοκίνητο, αλλεπάλληλα χτυπήματα που αυτοί του κατέφεραν με ανθρωποκτόνο σκοπό.
Ειδικότερα ο κατηγορούμενος ενεργώντας από κοινού με τον παραπάνω, ψύχραιμα και μεθοδικά, εκτελώντας το από μακρού χρόνου καταστρωμένο εγκληματικό σχέδιό του, κτύπησε κατ΄επανάληψη, δια θλώντος και τέμνοντος οργάνου (πιθανότατα κατσαβίδι, δεδομένου ότι δεν βρέθηκε το όπλο του εγκλήματος) σε καίρια σημεία του σώματος τον παθόντα, ήτοι στο κεφάλι και στο θώρακα, προκαλώντας του βαριές κακώσεις στο μέτωπο, στο τριχωρό της κεφαλής, στον αριστερό κανθό, στον πώγωνα και στην τραχηλική χώρα, εκ των οποίων, ως μόνης ενεργού αιτίας επήλθε ο θάνατός του.
Ακολούθως με την ίδια ψυχραιμία, αφού πραγμάτωσε το στόχο του δηλαδή τη θανάτωση του ανωτέρω, αποφάσισε να προβεί μαζί με τον Φ1 στην συγκάλυψη της πράξης τους με την εξαφάνιση οποιουδήποτε ίχνους της. 'Ετσι κατευθύνθηκαν προς την περιοχή .... με σκοπό να κάψουν το πτώμα εντός του εκεί ευρισκόμενου άλσους του Πανεπιστημίου Αθηνών.
Κατά τη διαδρομή ο κατηγορούμενος κατέβηκε από το αυτοκίνητο και προμηθεύτηκε από πρατήριο υγρών καυσίμων δοχείο με βενζίνη. Μόλις έφθασαν εκεί επιδόθηκαν στο έργο της συγκάλυψης του ως άνω εγκλήματος που είχαν διαπράξει. Αφού κατέβασαν το πτώμα από το αυτοκίνητο και το μετέφεραν εντός του .... σε απόσταση 50 μέτρων από τον εκεί ευρισκόμενο ναό του ... , εντός του πευκοδάσους, ο κατηγορούμενος αφαίρεσε τα ρούχα του παθόντα, ώστε η φωτιά να μη συναντήσει εμπόδια στο καταστροφικό της έργο και η εξαφάνιση των ιχνών του εγκλήματος να είναι τέλεια, και περιέβρεξε αυτό ως και το γύρω του χώρο με τη βενζίνη. 'Εθεσε δε, ένα σπίρτο το οποίο άναψε, φωτιά σ'αυτό και στην γύρω του έκταση, που ήταν πλέον απολύτως κατάλληλη για την πρόκληση πυρκαγιάς λόγω της κάλυψής της με πευκοβελόνες και ξερά χόρτα αλλά και λόγω της διαβροχής της με τη βενζίνη.
Αμέσως προκλήθηκε πυρκαγιά, η οποία επεκτάθηκε και έκαψε δένδρα και χόρτα σε έκταση 50 τετραγωνικών μέτρων, κατασβεσθείσα από την Πυροσβεστική Υπηρεσία, η οποία κατέφθασε. Από την ενέργεια του κατηγορουμένου και του άγνωστου Φ1 δημιουργήθηκε εν γνώσει τους κίνδυνος σε ξένα πράγματα, ήτοι για τις ιδιοκτησίες (σπίτια, καταστήματα της περιοχής) δεδομένου ότι επρόκειτο για περιοχή κατοικημένη.
Η Πυροσβεστική Υπηρεσία κατά το έργο της κατάσβεσης βρήκε το πτώμα του ανωτέρω μερικώς απανθρακωμένο, σε θέση ύπτια, ολόγυμνο. Ειδοποιήθηκε η Αστυνομία, άνδρες της οποίας ερεύνησαν την γύρω περιοχή. Περί την πρώτη μεταμεσονύκτια ώρα κατελήφθη ο κατηγορούμενος σε ανεγειρόμενη οικοδομή, πλησίον του τόπου του εγκλήματος, όπου είχε καταφύγει για να κρυφτεί, αφού τα χέρια του και τα ρούχα του έφεραν εμφανώς ίχνη της εγκληματικής πράξης του, δηλαδή ήταν καταματωμένα.
Στους αστυνομικούς που τον εντόπισαν ανέφερε ότι κρύβεται γιατί πριν από λίγο είχε σκοτώσει κάποιον. Απολογούμενος στη συνέχεια ομολόγησε, ότι αυτός μαζί με τον Φ1 σκότωσε τον ανωτέρω Ψ1, ο οποίος ήταν ένας από τους δράστες που την 8-8-1999 στα Τίρανα Αλβανίας, στην επίθεση κατά του ως άνω ομοεθνούς τους, από λάθος είχαν δολοφονήσει τον επτάχρονο γιό του.
Ισχυρίσθηκε βεβαίως ο κατηγορούμενος ότι σκοπός του ήταν να συναντηθεί με τον παθόντα και να δοθούν εξηγήσεις, γι'αυτό και δεν είχε όπλο μαζί του, ότι τον κτύπησε τελικά με το κατσαβίδι που ο ίδιος είχε πάνω του, ότι δεν γνωρίζει με ποιο τρόπο έφερε ο Φ1 τον παθόντα στον τόπο συνάντησής τους, ότι, όταν συναντήθηκε με τον Φ1 αυτός τον μετέφερε με το αυτοκίνητο σ'ένα στενό, κάθετο της οδού ...
ότι κατέβηκε από το αυτοκίνητο, αφήνοντας αυτός εκεί να περιμένει και ότι μετά από πέντε λεπτά τον είδε να έρχεται παρέα με ένα άτομο, προς το μέρος του. 'Ότι το άτομο αυτό, το οποίο του ήταν άγνωστο, μόλις τον αντίκρισε έβγαλε από τη μέση του ένα κατσαβίδι με πλαστική λαβή και κινήθηκε εναντίον του για να τον χτυπήσει, όπως και έκανε, καταφέρνοντάς του μερικά κτυπήματα στο δεξί του χέρι. 'Ότι τότε ο Φ1 έπιασε τον παθόντα από πίσω ενώ εκείνος, για να μη συνεχίσει το θύμα να τον κτυπά, του πήρε το κατσαβίδι, και το χτύπησε μερικές φορές σε διάφορα μέρη του σώματός του μέχρι που έπεσε κάτω, οπότε το έβαλαν στο αυτοκίνητο όπου συνέχισαν να το κτυπούν μέχρι που εξέπνευσε.
Όμως οι ισχυρισμοί αυτοί του κατηγορουμένου δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Πράγματι, όπως προκύπτει από το σύνολο της αποδεικτικής διαδικασίας (καταθέσεις μαρτύρων, έγγραφα σε συνδυασμό με την απολογία του κατηγορουμένου), σκοπός του κατηγορουμένου κατά τη συνάντηση εκείνη, που ήταν αποτέλεσμα επιμελούς προετοιμασίας, δεν ήταν η συζήτηση με το θύμα και η παροχή εξηγήσεων, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο κατηγορούμενος, αλλά η προμελετημένη και καλά σχεδιασμένη θανάτωση (και εν συνεχεία εξαφάνιση ή αδυναμία αναγνώρισης του πτώματός του δια της ολοσχερούς καύσεώς του), όταν του τον προσκόμιζαν βίαια τα ως άνω αναφερόμενα τρία άτομα τα οποία είχε στρατολογήσει (δια πληρωμής) για το σκοπό αυτό, αφού προηγουμένως τον απήγαγαν από κατάστημα (fast food) της περιοχής, όπου τον είχαν εντοπίσει και (αφού) είχαν μεριμνήσει για την ασφαλή χωρίς κίνδυνο γι'αυτόν (κατηγορούμενο και τους συμμετόχους του) παράδοσή του σ'αυτόν.
Επομένως ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι ο παθών είχε μαζί του κατσαβίδι και άρχισε να τον κτυπά και μάλιστα πρώτος (ενώ στην πραμγατικότητα βρισκόταν σε κατάσταση πλήρους υποταγής, λόγω της αρπαγής του), είναι εντελώς ψευδής, πέρα από το ότι δεν προέκυψε από κάποιο στοιχείο ότι ο κατηγορούμενος έφερε στο σώμα του τραύματα, που όπως ισχυρίζεται του προκάλεσε το θύμα εξαιρέσει βεβαίως κάποιων επιπολαίων εκδορών και λοιπών ιχνών ενδεχομένης πάλης με το θύμα (στην απεγνωσμένη προσπάθεια του τελευταίου να αμυνθεί) που διαπιστώθηκαν σύμφωνα με την ιατροδικαστική έκθεση.
Πρέπει στο σημείο αυτό να επισημανθεί ότι το όργανο τους εγκλήματος δεν βρέθηκε, παρά τις επισταμένες έρευνες της αστυνομίας από την περιοχή της ..., έως και το χώρο του .... , ο δε κατηγορούμενος ουδέν ανέφερε για την τύχη του. Αλλά και ο ισχυρισμός ότι ο παθών οδηγήθηκε στον τόπο της συνάντησης με τα πόδια, συνοδευόμενος από τον Φ1, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός, αφού από το σύνολο της διαδικασίας προκύτπει ότι οδηγήθηκε βίαια από τα άτομα που είχε στρατολογήσει ο κατηγορούμενος (μέσω του Φ1), στο αυτοκίνητο που είχαν οδηγήσει εκεί για το σκοπό αυτό.
Είναι δε βέβαιο ότι κατόπιν αυτών ο παθών δεν θα ακολουθούσε ήρεμα, βαδίζοντας δίπλα στον Φ1 για να μεταβεί στη συνάντηση με τον κατηγορούμενο, ο οποίος τον γνώριζε άριστα, αφού τον είχε δει κατά τη στιγμή της δολοφονίας του παιδιού του και έκτοτε τον αναζητούσε για να τον εκδικηθεί, παρά τα αντιθέτως υποστηριζόμενα εκ μέρους του.
Με βάση τις παραδοχές αυτές το δικαστήριο της ουσίας, αφού απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμο τον αυτοτελή ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, ότι τέλεσε την ανθρωποκτονία σε κατάσταση βρασμού ψυχικής ορμής, έκρινε αυτόν ένοχο ανθρωποκτονίας από πρόθεση και τον καταδίκασε για την πράξη αυτή στην ποινή της ισόβιας καθείρξεως. 'Ετσι κρίνοντας το Μικτό Ορκωτό Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την κατά τα άνω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει στο σκεπτικό της με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της ανωτέρω αξιόποινης πράξεως, για την οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγτε αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους υπήγαγε τα προαναφερθέντα πραγματικά περιστατικά στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 299 παρ.1 του ΠΚ την οποία ορθώς ερμήνευσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου.
Ακόμη αναφέρει στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεώς του τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη για την εξενεχθείσα κρίση του, χωρίς να παρίσταται ανάγκη να αναφέρεται στο καθένα απ'αυτά και στο τι προέκυψε ξεχωρισά από το καθένα, αρκεί ότι τα εξετίμησε όλα και όχι μόνο μερικά απ'αυτά. Περαιτέρω την απαιτούμενη αιτιολογία περιέχει η προσβαλλόμενη απόφαση και κατά το μέρος με το οποίο απέρριψε τον αυτοτελή ισχυρισμό του αναιρεσείοντος για τη συνδρομή του βρασμού ψυχικής ορμής, αφού με πληροτητα και σαφήνεια δέχεται, ότι η πράξη της ανθρωποκτονίας αποφασίσθηκε και εκτελέσθηκε σε ήρεμη ψυχική κατάσταση και δεν συνέτρεξε περίπτωση βρασμού ψυχικής ορμής, για την επιεική μεταχείριση του δράστη σύμφωνα με το άρθρο 299 παρ.2 του ΠΚ.
Ειδικότερα το Δικαστήριο με τις παραπάνω παραδοχές του, ως προς τις συνθήκες τελέσεως της πράξεως αυτής, αιτιολογημένα απέκλεισε την ύπαρξη βρασμού ψυχικής ορμής, δεχόμενο ότι ο αναιρεσείων έλαβε ανθρωποκτόνο απόφαση και στη συνέχεια εκτέλεσε την ανθρωποκτονία, ευρισκόμενος σε ήρεμη ψυχική κατάσταση.
Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' και Ε του ΚΠΔ πρώτος και δεύτερος λόγοι με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα των όσων προαναφέρθηκαν, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι, ενώ οι λοιπές αιτιάσεις, που υπό την επίκληση της ελλείψεως αιτιολογίας πλήττουν την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας είναι απαράδεκτες και απορριπτέες.
Κατόπιν αυτού η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ).
Για τους λόγους αυτούς
Απορρίπτει την από 4-10-2004 αίτηση του Χ1 για αναίρεση της υπ'αριθμ. 248, 249 και 253/2004 αποφάσεως του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια δέκα (210) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Μαρτίου 2006.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 10 Μαρτίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ