Appeal dismissed for one defendant due to procedural defect; appeal allowed against another for substantive error in debt judgment.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against the fifth defendant due to a procedural defect where the summons was not properly served. However, the court allowed the appeal against the other defendants, finding a substantive error in the lower court's debt judgment. Consequently, the case was remitted for retrial with the defendants ordered to pay the plaintiff's costs.
Legislator headnote
AI generatedArt. 576 § 2 of the Code of Civil Procedure; Art. 143 § 1 of the Code of Civil Procedure: If a summoned party fails to appear or participate in the hearing without valid cause, the Supreme Court examines the legality of the summons; if the summons was not served legally or in time, the hearing is declared inadmissible and the case is remitted for a new summons, whereas if the summons was valid, the court proceeds to the merits.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 560 / 2025 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 560/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Κουφούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Βενιζελέα, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Κορνηλία Πανούτσου και Μιχαήλ Αποστολάκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Δεκεμβρίου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Α. Π. του Β., κατοίκου ... και 2) Φ. συζύγου Β. Π., το γένος Γ. Μ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Πέρο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Σ. Σ. του Ι., κατοίκου ..., 2) Ά. συζύγου Ι. Τ., το γένος Ι. Σ., κατοίκου ..., 3) Α., συζύγου Μ. Κ., το γένος Α. Ο., κατοίκου ..., 4) Ε., συζύγου Β. Κ., το γένος Γ. Ο., κατοίκου Καλύμνου και 5) Α. Π. του Η., κατοίκου .... Ο πρώτος αναιρεσίβλητος παραστάθηκε για τον εαυτό του, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ., λόγω της ιδιότητάς του ως δικηγόρος, η δεύτερη αναιρεσίβλητη εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους της Σ. Σ., ήδη πρώτο αναιρεσίβλητο, και Κ. Τ., με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ενώ οι τρίτη, τέταρτη και πέμπτος αναιρεσίβλητοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-12-2015 και με αριθμό 711/2015 αγωγή, την από 7-1-2020 προσεπίκληση των ήδη αναιρεσειόντων και την από 2-9-2021 αγωγή (ανταγωγή) των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ρόδου και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 90/2022 του ίδιου Δικαστηρίου και 222/2023 του Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 18-10-2023 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν οι αναιρεσείοντες και οι πρώτος και δεύτερη αναιρεσίβλητοι, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 576 § 2 ΚΠολΔ, "αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος σε αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση.
Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί." Στην προκειμένη περίπτωση, από την ...2024 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Δωδεκανήσου Γ. Κ. προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναιρέσεως, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στον δικηγόρο Ρόδου Κ.
Τ., υπό την ιδιότητά του ως πληρεξούσιου και αντίκλητου κατ' άρθρο 143 § 1 ΚΠολΔ των τρίτης και τέταρτης αναιρεσίβλητων. Εφόσον, συνεπώς, οι ως άνω αναιρεσίβλητες δεν εμφανίστηκαν στη σημερινή δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά του πινακίου, η συζήτηση πρέπει να προχωρήσει παρά την απουσία τους, όπως ορίζει η διάταξη που αναφέρεται στη μείζονα σκέψη.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 558 ΚΠολΔ, η αναίρεση απευθύνεται κατά εκείνων οι οποίοι ήταν διάδικοι στη δίκη, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ή των καθολικών διαδόχων τους ή των κληροδόχων τους. Αν υπάρχει αναγκαστική ομοδικία, η αναίρεση πρέπει να απευθύνεται κατά όλων των ομοδίκων, αλλιώς απορρίπτεται ως απαράδεκτη.
Στην προκειμένη περίπτωση, από από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, που παραδεκτώς επισκοπούνται κατ' άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι οι τέσσερεις πρώτοι αναιρεσίβλητοι και ο Σ. Ο., μη διάδικος στην παρούσα δίκη, άσκησαν κατά των αναιρεσειόντων την από 16-12-2015 αγωγή τους, ζητώντας αποζημίωση για τα ωφελήματα από την αποκλειστική χρήση εκ μέρους αυτών (αναιρεσειόντων) επίκοινου εμπράγματου δικαιώματος σε ακίνητο, οι δε αναιρεσείοντες άσκησαν α) κατά του πέμπτου αναιρεσίβλητου, την από 7-1-2020 προσεπίκληση και την ενωμένη σε αυτήν παρεμπίπτουσα αγωγή, και β) κατά των τεσσάρων πρώτων αναιρεσίβλητων και του Σ.
Ο., την από 2-9-2021 ανταγωγή τους. Με την 90/2022 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή και απορρίφθηκε η προσεπίκληση και η ενωμένη σε αυτήν παρεμπίπτουσα αγωγή, καθώς και η ανταγωγή των αναιρεσειόντων. Κατά της απόφασης αυτής οι αναιρεσείοντες άσκησαν έφεση, στρεφόμενη κατά α) των τεσσάρων πρώτων αναιρεσίβλητων και του Σ.
Ο., παραπονούμενοι για την αποδοχή της αγωγής και την απόρριψη της ανταγωγής τους, και β) του πέμπτου αναιρεσίβλητου, παραπονούμενοι για την απόρριψη της προσεπίκλησης και της ενωμένης σε αυτήν παρεμπίπτουσας αγωγής. Η έφεση απορρίφθηκε κατ' ουσίαν με την αναιρεσιβαλλόμενη 222/2023 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου.
Ήδη οι αναιρεσείοντες με την κρινόμενη από 18-10-2023 αίτηση αναιρέσεως ζητούν την αναίρεση της εφετειακής απόφασης για τους διαλαμβανόμενους σε αυτή λόγους, που αφορούν αποκλειστικά το κεφάλαιο της προσβαλλόμενης απόφασης, που έκρινε επί της αγωγής, ενώ δεν περιέχονται σε αυτήν αιτιάσεις που να θίγουν τα κεφάλαια της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, με τα οποία απορρίφθηκε η προσεπίκληση με την ενωμένη σε αυτήν παρεμπίπτουσα αγωγή, και η ανταγωγή.
Κατά συνέπεια η αίτηση αναιρέσεως, η οποία επιδόθηκε νομότυπα στον απόντα πέμπτο αναιρεσίβλητο, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την ανωτέρω δικάσιμο, όπως προκύπτει από την 11029/17-9-2024 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή Γ. Κ., πρέπει να απορριφθεί, καθόσον στρέφεται εναντίον του, ως απαράδεκτη ελλείψει παθητικής νομιμοποίησης.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 785, 787, 787, 792 § 2, 961, 962 και 1113 Α.Κ. προκύπτει ότι, σε περίπτωση αποκλειστικής χρήσης του κοινού πράγματος από έναν από τους περισσότερους κοινωνούς, δικαιούνται οι υπόλοιποι, και αν δεν προέβαλαν αξίωση σύγχρησης, να απαιτήσουν από αυτόν, που έκανε αποκλειστική χρήση του κοινού, ανάλογη προς το ποσοστό του δικαιώματός τους μερίδα από το όφελος (καρπούς και γενικότερα ωφελήματα) που αυτός αποκόμισε ή εξοικονόμησε και το οποίο συνίσταται στην αξία της επιπλέον της ιδανικής του μερίδας χρήσης του κοινού.
Η σχετική αξίωση γεννάται από μόνο το γεγονός της αποκλειστικής χρήσης του κοινού πράγματος από έναν από τους κοινωνούς, δεν αποκλείεται όμως να ανακύπτει παράλληλα και ευθύνη αυτού ως κακόπιστου νομέα κατά το άρθρο 1198 Α.Κ., ή και αδικοπρακτική του ευθύνη κατά τα άρθρα 914 ή και 1099 Α.Κ., αν παράνομα και υπαίτια εμπόδισε τη σύγχρηση του κοινού πράγματος από τους λοιπούς κοινωνούς ή, πολύ περισσότερο, αν τους απέβαλε από τη συννομή του κοινού (Α.Π. 755/2024, Α.Π. 848/2022, Α.Π. 852/2019, Α.Π. 1121/2017).
Ειδικότερα, προκειμένου περί αστικού ακινήτου, το όφελος αυτό συνίσταται στην κατά το χρόνο της αποκλειστικής χρήσεως μισθωτική αξία της μερίδας των εκτός χρήσεως κοινωνών, η οποία δεν αποτελεί μίσθωμα, αφού δεν υπάρχει μισθωτική σχέση, αλλά ωφέλεια, αποδοτέα ως αποζημίωση κατά τις ανωτέρω διατάξεις (Α.Π. 755/2024, Α.Π. 848/2022, Α.Π. 852/2019, Α.Π. 802/2017).
Κατά τα λοιπά, ο τρόπος που ο κοινωνός χρησιμοποίησε αποκλειστικά για λογαριασμό του το κοινό πράγμα είναι κατ' αρχήν αδιάφορος και μπορεί αυτός να το έχει εκμισθώσει ή να το έχει χρησιδανείσει σε άλλον ή να το έχει ιδιοχρησιμοποιήσει με οποιονδήποτε τρόπο, δηλαδή έστω και διατηρώντας αυτό αδρανές ή, προκειμένου για αστικό ακίνητο, διατηρώντας αυτό κλειστό και ανεκμετάλλευτο, εφόσον έτσι αποκλείει στην πράξη τη σύγχρηση των λοιπών κοινωνών και ο ίδιος έχει οποτεδήποτε την ευχέρεια να το εκμεταλλευτεί κατά την κρίση και το συμφέρον του (Α.Π. 755/2024, Α.Π. 848/2022, Α.Π. 852/2019, Α.Π. 276/2016).
Περαιτέρω, με το άρθρο 2 § 1 στοιχείο α' ν. 510/1947 εισήχθησαν στα Δωδεκάνησα ο Αστικός Κώδικας, ο Εισαγωγικός αυτού Νόμος και το ν.δ. της 7/10 Μαΐου 1946 "περί αποκαταστάσεως του ΑΚ και του Εισαγωγικού αυτού Νόμου". Με το άρθρο 51 του ΕισΝΑΚ ορίζεται ότι η κτήση κυριότητας ή άλλου εμπράγματου δικαιώματος πριν από την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα κρίνεται κατά το δίκαιο που ίσχυε όταν έλαβαν χώρα τα προς κτήση αυτού πραγματικά γεγονότα.
Περαιτέρω, πριν από την εισαγωγή του Ιταλικού Α.Κ. του 1865 στα Δωδεκάνησα, η οποία έλαβε χώρα από 1-1-1932 με το άρθρο 7 του 200/1931 Διατάγματος του Ιταλού Κυβερνήτη, η ακίνητη περιουσία στα Δωδεκάνησα ρυθμιζόταν από το Οθωμανικό δίκαιο. Με το άρθρο 1 του οθωμανικού νόμου περί γαιών της 17ης Ραμαζάν 1274 (1856) η ακίνητη ιδιοκτησία διακρίνεται σε (α) ιδιόκτητες γαίες (μουλκ) στις οποίες έχουν πλήρες και απόλυτο δικαίωμα κυριότητας αυτοί που τις εξουσιάζουν, β) δημόσιες γαίες (εραζί-εμιριέ), γ) γαίες αφιερωμένες σε ευαγή σκοπό (μεβκουφέ), δ) γαίες προοριζόμενες για την κοινή και δημόσια χρήση (μετρουκέ), οι οποίες είναι δημόσιες, και ε) νεκρές γαίες (μεβάτ), οι οποίες δεν ανήκουν στην κυριότητα ιδιωτών, ούτε είναι δυνατή από τη φύση τους η καλλιέργεια τους και δεν κατέχονται ούτε εξουσιάζονται από κανένα, οι οποίες είναι επίσης δημόσιες.
Στην κατηγορία των δημοσίων γαιών (εραζί-εμιριέ) ανήκουν οι αγροτικές εκτάσεις και συγκριμένα οι καλλιεργήσιμοι αγροί, οι χειμερινές και θερινές βοσκές, οι λειμώνες, τα δάση. Οι ως άνω εκτάσεις μπορούσαν να παραχωρηθούν από το Οθωμανικό δημόσιο σε ιδιώτες με την καταβολή δικαιώματος (ταπού) και ετήσιας δόσης, οπότε εκδιδόταν σχετικός τίτλος (ταπίο).
Με την παραχώρηση όμως αυτή οι ιδιώτες δεν αποκτούσαν πλήρες δικαίωμα κυριότητας επί της παραχωρηθείσας δημόσιας έκτασης, αλλά δικαίωμα διηνεκούς εξουσίασης ή ωφέλιμης κυριότητας (τεσσαρούφ), το δε δικαίωμα ψιλής κυριότητας (ρεκαμπέ) διατηρούσε το Οθωμανικό Δημόσιο. Ανεξαρτήτως, όμως, της πιο πάνω παραχώρησης, ειδικά επί καλλιεργήσιμων αγρών, δικαίωμα διηνεκούς εξουσίασης (τεσσαρούφ) μπορούσε να αποκτήσει και ο σφετεριστής, ο οποίος καταλάμβανε, εξουσίαζε και καλλιεργούσε δημόσιες γαίες επί δεκαετία, χωρίς δικαστική αμφισβήτηση, σύμφωνα με το άρθρο 78 του ως άνω νόμου περί γαιών σε συνδυασμό προς το άρθρο 8 των οδηγιών περί εγγράφων ταπίων και χωρίς να απαιτείται η έκδοση τίτλου (ταπίου) στο όνομα του σφετεριστή, η έκδοση του οποίου άλλωστε ήταν αποδεικτική και όχι συστατική του ως άνω δικαιώματος διηνεκούς εξουσίασης (Α.Π. 1618/2023, Α.Π. 120/2018).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.Α.Π. 7/2006).
Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.Α.Π. 27/1998).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.
Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.Α.Π. 8/2018, Ολ.Α.Π. 7/2006).
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη δε νομίμου βάσεως της αποφάσεως συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (Ολ.Α.Π. 6/2006).
Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 § 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (Ολ.Α.Π. 18/08, Ολ.Α.Π. 15/2006).
Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (Α.Π. 50/2020, Α.Π. 1075/2019, Α.Π. 708/2017, Α.Π. 667/2016).
Στην προκειμένη περίπτωση, από τα παραδεκτώς κατ' άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ επισκοπούμενα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την από 16-12-2015 αγωγή τους οι ενάγοντες και ήδη τέσσερεις πρώτοι αναιρεσίβλητοι, και ο μη διάδικος Σ. Ο., ανέφεραν ότι είναι συνδικαιούχοι, σε συνολικά ποσοστά 28,61% εξ αδιαιρέτου, δικαιώματος τεσσαρούφ σε κατάστημα στην πόλη της Ρόδου, και ότι οι εναγόμενοι-αναιρεσείοντες, από τους οποίους ο πρώτος είναι ψιλός κύριος και η δεύτερη επικαρπώτρια δικαιώματος τεσσαρούφ σε ποσοστά 54,16% εξ αδιαιρέτου επί του ιδίου ακινήτου, κάνουν αποκλειστική χρήση αυτού εκμισθώνοντάς το σε τρίτο, ζήτησαν δε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να τους καταβάλουν, σε έκαστο κατά το λόγο των μερίδων τους, το ποσό των 5.000, άλλως 2.642,26, άλλως 2.093,90 ευρώ μηνιαίως για το χρονικό διάστημα από 1-1-2011 έως 31-12-2018, ως αποζημίωση για τα αναλογούντα στη μερίδα τους ωφελήματα του επικοίνου, που οι εναγόμενοι εισέπραξαν ως μισθώματα, άλλως όφειλαν να εισπράξουν κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα.
Με την 90/2022 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή και απορρίφθηκε η προσεπίκληση και η ενωμένη σε αυτήν παρεμπίπτουσα αγωγή, που άσκησαν οι εναγόμενοι κατά του Α. Π., καθώς και η ανταγωγή, που άσκησαν οι ίδιοι κατά των εναγόντων, ενώ κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της κύριας αγωγής και της ανταγωγής ως προς τον ενάγοντα Σ.
Ο.. Οι εναγόμενοι άσκησαν έφεση, η οποία απορρίφθηκε με την προσβαλλόμενη 222/25-7-2023 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου με την ακόλουθη, κρίσιμη για τον αναιρετικό έλεγχο, αιτιολογία: "Το επίδικο ακίνητο, ήτοι κατάστημα αποτελούμενο από ισόγειο, πρώτο όροφο και πατάρι, εμβαδού 46 τ.μ. το ισόγειο και 29 τ.μ.
ο πρώτος όροφος, βρίσκεται στη Μεσαιωνική πόλη της Ρόδου, επί της οδού ... ... και τυγχάνει νομικής φύσεως "βακούφ διτελές μετ' ευρείας επαγωγής". Ως εκ της νομικής φύσεώς του, δεν υφίσταται επ' αυτού δικαίωμα κυριότητας, αλλά μόνο διηνεκές δικαίωμα χρήσης και κάρπωσης με εμπράγματο χαρακτήρα, το οποίο συνήθως χαρακτηρίζεται ως ωφέλιμη κυριότητα (τεσσαρούφ), μεταβιβαστό και δεκτικό υποθήκης, αλλά και κληρονομητό. ... [σημ.:
ακολουθεί η λεπτομερής έκθεση του τρόπου κτήσεως των δικαιωμάτων των εναγόντων] Συνολικά, λοιπόν, οι ενάγοντες-αντεναγόμενοι [μεταξύ αυτών οι τέσσερεις πρώτοι αναιρεσίβλητοι] τυγχάνουν συνδικαιούχοι σε δικαίωμα οιονεί ωφέλιμης κυριότητας-τεσσαρούφ σε ποσοστό 24,87 εξ αδιαιρέτου (σημειώνεται ότι τα εν λόγω ποσοστά υπολογίσθηκαν μετά την αφαίρεση του ποσοστού του τετάρτου των εναγόντων [σημ.:
Σ. Ο.], για τον οποίο η συζήτηση της κύριας αγωγής και της ανταγωγής κηρύχθηκε ... απαράδεκτη). Περαιτέρω ... [σημ.: ακολουθεί η λεπτομερής έκθεση του τρόπου κτήσεως των δικαιωμάτων των εναγόμενων] όπως προκύπτει από το υπ' αριθ. ... συμβόλαιο της Συμβολαιογράφου Ρόδου, Χ. Μ., ... τα ... εξ αδιαιρέτου του ακινήτου, μετεβιβάσθησαν αφενός κατά την ψιλή κυριότητα λόγω γονικής παροχής στον πρώτο των εναγομένων-αντεναγόντων, Αντώνιο Παπαβασιλείου του Βασιλείου, και αφετέρου κατά την ισόβια επικαρπία δια δωρεάς εν ζωή στην δεύτερη των εναγομένων-αντεναγόντων, Φ., συζ.
Β. Π., το γένος Γ. Μ. [αναιρεσείοντες]. Όλοι οι ανωτέρω διάδικοι συγκροτούν, κατά τα ανωτέρω προαναφερθέντα εξ αδιαιρέτου ποσοστά, "κοινωνία" ετεροειδών δικαιωμάτων (δικαίωμα οιονεί ωφέλιμης κυριότητας τεσσαρούφ, επικαρπίας και ψιλής κυριότητας σε δικαίωμα ωφέλιμης κυριότητας τεσσαρούφ) ... Ακολούθως αποδείχθηκε ότι οι εναγόμενοι αντενάγοντες, οι οποίοι, όπως προαναφέρθηκε, τυγχάνουν συνδικαιούχοι ψιλής κυριότητας και επικαρπίας, αντίστοιχα, σε δικαίωμα οιονεί ωφελίμου κυριότητας επί του ακινήτου σε συνολικό ποσοστό ...
εξ αδιαιρέτου, ήτοι διαθέτουν την πλειοψηφία των ιδανικών μερίδων και της σχηματισθείσας κοινωνίας ετεροειδών δικαιωμάτων, και ως εκ τούτου ασκούν, κατ' άρθρο 789 ΑΚ την τακτική διοίκηση του επικοίνου, εκμίσθωσαν με το από 1-1-2001 μισθωτήριο το ως άνω ακίνητο στον Α. Π. του Η., προκειμένου αυτός να ασκήσει σε αυτό εμπορική δραστηριότητα και να το χρησιμοποιήσει ως κατάστημα πώλησης τουριστικών ειδών.
Η διάρκεια της μισθώσεως ορίστηκε δωδεκαετής και το μηνιαίο μίσθωμα σε 500.000 (τότε) δραχμές (ήδη 1.467,35 ευρώ), με ετήσια αναπροσαρμογή ποσοστού 5% επί του εκάστοτε καταβαλλόμενου μισθώματος. ... η μίσθωση αυτή είναι έγκυρη, καθόσον οι δύο πρώτοι εναγόμενοι-αντενάγοντες, οι οποίοι διαθέτουν την πλειοψηφία των μερίδων του επικοίνου ακινήτου, είχαν δικαίωμα να εκμισθώσουν στο όνομά τους ολόκληρο το ακίνητο, δίχως για την εγκυρότητα της μίσθωσης να απαιτείται η γνώμη των λοιπών συγκυρίων, οι οποίοι έχουν τη μειοψηφία.
Περαιτέρω, αποδείχτηκε ότι στις 14-2-2007 οι εναγόμενοι-αντενάγοντες άσκησαν την με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως ...2007 αγωγή τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, με την οποία ζήτησαν την απόδοση του επικοίνου μισθίου λόγω λήξης της μίσθωσης με την πάροδο εξαετίας από την σύναψη της, επικαλούμενοι ότι για το πέραν της εξαετίας διάστημα αυτή ήταν άκυρη ως αντιβαίνουσα στην διάταξη του άρθρου 25 του Ν. 1822/1990.
Κατά τον χρόνο της ορισθείσας δικασίμου για την συζήτηση της ως άνω αγωγής, ήτοι την 3-12-2007, και πριν την συζήτηση αυτής, οι διάδικοι συνέταξαν και υπέγραψαν το με ίδια ημερομηνία πρακτικό εξώδικου συμβιβασμού, με το οποίο, αφού και οι δυο πλευρές αποδέχτηκαν την ακυρότητα της σύμβασης μίσθωσης για το πέραν της εξαετίας διάστημα, κατά το άρθρο 25 του Ν. 1822/1990, συμφώνησαν, να παραμείνει ο μισθωτής στο μίσθιο μέχρι τις 31-12-2009, με την καταβολή στους νυν εναγομένους-αντενάγοντες εκμισθωτές του ποσού των 22.500 ευρώ για το έτος 2008, και ποσού ομοίως 22.500 ευρώ για το έτος 2009, ως αποζημίωση χρήσης.
Παράλληλα, και για την περίπτωση παραμονής του μισθωτή στο μίσθιο πέραν της ανωτέρω καταληκτικής ημεροχρονολογίας της 31-12-2002, συμφωνήθηκε να καταβάλλεται από τον μισθωτή το ποσό των 5.000 ευρώ μηνιαίως ως αποζημίωση χρήσης για όσο διάστημα παραμένει αυτός εντός του επικοίνου ακινήτου και μέχρι την απόδοση ή αποβολή του από αυτό. ...
Παρά τις ως άνω συμφωνίες, όμως, η με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως ...2007 αγωγή συζητήθηκε στις 3-12-2007, επ' αυτής δε εξεδόθη η υπ' αριθμ. 22/2008 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, η οποία την έκανε δεκτή κατ' ουσίαν, διέταξε την απόδοση του μισθίου στους εναγομένους-αντενάγοντες και, κηρυχθείσης αυτής προσωρινά εκτελεστής, οι τελευταίοι απέβαλαν από το μίσθιο τον προαναφερόμενο μισθωτή με την υπ' αριθμ. ...2008 έκθεση βίαιης αποβολής του δικαστικού επιμελητού του Πρωτοδικείου Ρόδου, Γ.
Κ.. Εν συνεχεία, ο μισθωτής άσκησε κατά της παραπάνω αποφάσεως την με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 48/2008 έφεσή του, επί της οποίας εξεδόθη η υπ' αριθμ. 124/2009 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, που την έκανε δεκτή κατ' ουσίαν, εξαφάνισε την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 22/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου ...
δεχόμενη ότι μεταξύ των τότε διαδίκων, Α. Π. του Η. (μισθωτή) και των νυν εναγομένων-αντεναγόντων (εκμισθωτών) ίσχυαν τα συμφωνηθέντα με τα από 3-12-2007 πρακτικό εξώδικου συμβιβασμού και ιδιωτικό συμφωνητικό και ότι ο μισθωτής όφειλε, να αποδώσει το μίσθιο στις 31-12-2002. Ακολούθως, δυνάμει της υπ' αριθμ. ...2009 έκθεσης βίαιης αποβολής και εγκατάστασης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Ρόδου Ι.
Π., ο άνω μισθωτής εγκαταστάθηκε εκ νέου στο μίσθιο κατάστημα στις 19-10-2009, στην κατοχή του οποίου αυτό βρίσκεται μέχρι και σήμερα, χωρίς να καταβάλει την συμφωνηθείσα αποζημίωση χρήσης, ποσού 5.000 ευρώ μηνιαίως για κάθε μήνα περαιτέρω παραμονής του σε αυτό ... Έκτοτε έχει ξεκινήσει ένας πολυετής δικαστικός αγώνας μεταξύ των εναγομένων-αντεναγόντων και του πρώην μισθωτή τους, Α.
Π. του Η., με αντικείμενο την απόδοση του ακινήτου. Ο τελευταίος βρίσκεται μέχρι και σήμερα στην κατοχή του επικοίνου, επικαλούμενος ενοχικό του δικαίωμα, που προστατεύει την κατοχή του επ' αυτού και απορρέει από δικαίωμα επίσχεσης, που άσκησε κατά της ασκούσας την διοίκηση πλειοψηφίας του κοινού, ήτοι των εναγομένων-αντεναγόντων εκμισθωτών, για επιστροφή του καταβληθέντος από αυτόν, κατά την έναρξη της μισθωτικής σχέσης το έτος 2001, ποσού των 60.000.000 (τότε) δραχμών ως εφάπαξ πρόσθετου μισθωτικού ανταλλάγματος (αέρας) για την εκμετάλλευση του ακινήτου, αφού δεν τηρήθηκε από μέρους των εκμισθωτών του η εκπλήρωση της αντιπαροχής, δηλαδή δεν παραδόθηκε η κατοχή του μισθίου για δώδεκα (12) έτη, όπως είχε συμφωνηθεί.
Μάλιστα, με την υπ' αριθ. 32/2013 απόφαση του Εφετείου Δωδεκανήσου υποχρεώθηκαν οι εναγόμενοι-αντενάγοντες να καταβάλουν στους ενάγοντες-αντεναγόμενους το συνολικό ποσό των 40.722,18 ευρώ, ποσό που αντιστοιχούσε στα ωφελήματα τους επί του επίκοινου ακινήτου για το χρονικό διάστημα από 31-8-2000 έως 8-5-2008, ενώ με την υπ' αριθ. 143/2017 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου υποχρεώθηκαν, να καταβάλουν σε αυτούς ως αναλογούντα ωφελήματα για το χρονικό διάστημα από 9-5-2008 έως 31-12-2010 το συνολικό ποσό των 11.804,52 ευρώ. ...
Περαιτέρω, αποδείχθηκε, ότι οι εναγόμενοι-αντενάγοντες, οι οποίοι ως πλειοψηφούντες κοινωνοί ήταν επιφορτισμένοι, κατ' άρθρο 785 Α.Κ., με την τακτική διοίκηση του κοινού, όλο αυτό το χρονικό διάστημα με πράξεις και παραλείψεις τους, αναγόμενες στην τακτική διοίκηση του ακινήτου, προκάλεσαν ζημία στους ενάγοντες-αντεναγομένους, η οποία τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με αυτές.
Συγκεκριμένα, προέβησαν στην κατάρτιση μισθωτικής σχέσης με τον μισθωτή, Α. Π. του Η., η οποία συμφωνήθηκε για χρονικό διάστημα δώδεκα ετών και συγκεκριμένα από 1-1-2001 έως 31-12-2012. Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 25 παρ. του Ν. 1892/1990 ... οριζόταν, μεταξύ άλλων, ότι στις παραμεθόριες περιοχές, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγεται και η νήσος της Ρόδου σύμφωνα με το άρθρο 24 του Ν. 1892/1990, είναι επιτρεπτή η κατάρτιση μισθωτικών συμβάσεων με χρονική διάρκεια το ανώτερο έξι (6) έτη.
Κατά την διάταξη, δε, του άρθρου 26 παρ. 1 για την άρση της εν λόγω απαγόρευσης έπρεπε να κατατεθεί αίτηση ενώπιον της αρμοδίας επιτροπής, στην οποία θα αναφερόταν και ο σκοπός για τον οποίο θα χρησιμοποιείται το ακίνητο. Οι εναγόμενοι-αντενάγοντες δεν ενήργησαν, από κοινού με τον μισθωτή, για την κατάθεση της εν λόγω αιτήσεως, με αποτέλεσμα η μεταξύ τους σύμβαση να λυθεί και να καταρτισθεί σχετικό πρακτικό συμβιβασμού, βάσει του οποίου για κάθε μήνα παραμονής του μισθωτή στο μίσθιο μετά την 1-1-2010 θα οφειλόταν αποζημίωση χρήσης ποσού 5.000 ευρώ.
Η πλειοψηφία, δηλαδή, των κοινωνών, που είχε και την σχετική ευθύνη, άλλωστε, ως ασκούσα την τακτική διοίκηση του κοινού, επέδειξε ... ελαφρά αμέλεια κατά την διοίκηση του επικοίνου, με αποτέλεσμα αφενός να μην μεριμνήσει και να μην προβεί στις δέουσες νομικές ενέργειες για την αποβολή του πρώην μισθωτή από το ακίνητο, ο οποίος επικαλούμενος διάφορες αξιώσεις του σε βάρος τους συνέχισε να παραμένει σε αυτό και μετά την 1-1-2010, αφετέρου δεν φρόντισαν για την δικαστική επιδίωξη και είσπραξη της συμφωνηθείσας αποζημίωσης χρήσης, ποσού 5.000 ευρώ, για όλους τους μήνες της περαιτέρω παραμονής του μισθωτή στο ακίνητο, αλλά και την απόδοση του αναλογούντος στους ενάγοντες-αντεναγομένους ποσοστού από την ανωτέρω αποζημίωση χρήσης, ενώ σε κάθε περίπτωση προέβησαν σε αποκλειστική διαχείριση και εκμετάλλευση του κοινού ακινήτου δια του μισθωτή Α.
Π. ... Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές, οι μειοψηφούντες κοινωνοί, ενάγοντες-αντεναγόμενοι, ζημιώθηκαν, διότι στερήθηκαν τα αναλογούντα σε αυτούς ποσά από την ανωτέρω αποζημίωση χρήσης, την οποία οι εναγόμενοι-αντενάγοντες συμφώνησαν με τον Α. Π. του Η. ως ασκούντες την τακτική διοίκηση του επικοίνου. Τυγχάνουν, συνεπώς, οι εναγόμενοι- αντενάγοντες υπόχρεοι αποζημίωσης έναντι των εναγόντων-μειοψηφούντων κοινωνών, τους οποίους, συνεπεία των αμελών πράξεων και παραλείψεων τους κατά την τακτική διοίκηση του κοινού (άρθρο 788 παρ. 1 ΑΚ), με την οποία ήταν επιφορτισμένοι, κατ' άρθρο 789 ΑΚ, ως πλειοψηφούντες κοινωνοί, ζημίωσαν, στερώντας τους από το αναλογούν σε αυτούς, κατά το τμήμα των ιδανικών τους μεριδίων, ποσοστό επί της αποζημίωσης χρήσης, που έπρεπε, να καταβάλει ο πρώην μισθωτής του ακινήτου για κάθε μήνα περαιτέρω παραμονής του σε αυτό κατά το χρονικό διάστημα από την 1-1-2011 έως την 31-12-2018.
Συνεπώς, πρέπει να γίνει δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη η ερειδόμενη στην διάταξη του άρθρου 788 παρ. 1 ΑΚ δεύτερη επικουρική αγωγική βάση της κύριας αγωγής, ως προς την οποία μεταβιβάζεται ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου με τους λόγους της κρινομένης εφέσεως, και να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, να καταβάλουν, ευθυνόμενοι ισομερώς έκαστος εξ αυτών, το αναλογούν σε κάθε ένα από τους ενάγοντες, κατά την αναλογία των ιδανικών τους μεριδίων ...".
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ότι δηλαδή οι εναγόμενοι οφείλουν να καταβάλουν στους ενάγοντες αποζημίωση για τα ωφελήματα, που αναλογούν στις μερίδες τους στο επίκοινο ακίνητο, με βάση τις διατάξεις περί κοινωνίας, επειδή επέδειξαν αμελή συμπεριφορά κατά τη διοίκηση αυτού (επικοίνου), και όχι αυτές περί αδικοπραξίας, ελλείψει αδικοπρακτικής τους ευθύνης, και απέρριψε την έφεση των αναιρεσειόντων, δεν παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 297, 298, 330 και 788 Α.Κ., τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, ούτε αυτήν του άρθρου 914 Α.Κ., την οποία ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε, και δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σε αυτήν σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, διατυπώνοντας με επάρκεια και σαφήνεια τις ουσιαστικές του παραδοχές και καθιστώντας εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή, των ανωτέρω διατάξεων, τις οποίες έτσι δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου, αφού τα δεκτά, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, και συγκεκριμένα ότι οι εναγόμενοι, έχοντας την πλειοψηφία των μερίδων, παρέδωσαν τη χρήση ολόκληρου του επίκοινου ακινήτου σε τρίτον βάσει μισθωτικής σύμβασης, που συνήφθη με το από 1-10-2001 έγγραφο ιδιωτικό συμφωνητικό, ότι ο μισθωτής εξακολουθεί να χρησιμοποιεί το μίσθιο βάσει νεότερης συμφωνίας τους, που έγινε με το από 3-12-2007 πρακτικό εξώδικου συμβιβασμού, χωρίς να καταβάλλει τη συμφωνημένη με τον συμβιβασμό αποζημίωση χρήσεως, ύψους 5.000 ευρώ μηνιαίως, και ότι οι εναγόμενοι ζημίωσαν τους ενάγοντες, επειδή κατά τα έτη 2011 έως 2018 αμέλησαν να φροντίσουν για τη δικαστική επιδίωξη και είσπραξη της αποζημίωσης χρήσεως, θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό του πόρισμα ότι οι εναγόμενοι έχουν υποχρέωση να αποζημιώσουν τους ενάγοντες, καταβάλλοντας σε καθένα από αυτούς την αναλογία του επί του ανωτέρω ποσού για το εν λόγω χρονικό διάστημα.
Ειδικότερα το Εφετείο, δεχόμενο ανέλεγκτα ότι οι εναγόμενοι παραχώρησαν τη χρήση του κοινού ακινήτου σε τρίτον, αρχικά με σύμβαση μίσθωσης, και εν συνεχεία με εξώδικο συμβιβασμό, και ότι επέδειξαν αμελή συμπεριφορά σχετικά με τη δικαστική διεκδίκηση και είσπραξη των οφειλομένων από τον μισθωτή ποσών για αποζημίωση χρήσεως των ετών 2011 έως 2018, ορθώς εξήγαγε το συμπέρασμα ότι οι ενάγοντες ζημιώθηκαν κατά τα ανωτέρω ποσά, αφού για τη γέννηση της αξίωσης των εναγόντων για αποζημίωση αρκεί από μόνο του το γεγονός ότι οι εναγόμενοι έκαναν αποκλειστική χρήση του κοινού πράγματος με την εκμίσθωσή του σε τρίτον, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα στη μείζονα σκέψη, χωρίς να απαιτείται επιπλέον η παράθεση περιστατικών, από τα οποία να προκύπτει η απόσβεση, με παραγραφή ή παραίτηση, και οριστική απώλεια του δικαιώματος των κοινωνών να αξιώσουν από τον τρίτο τα ανωτέρω ποσά.
Σημειωτέον, ότι οι παραδοχές του Εφετείου, αφενός ότι μετά την επανεγκατάσταση του μισθωτή στο επίκοινο κατάστημα το έτος 2009 έχει ξεκινήσει πολυετής δικαστικός αγώνας μεταξύ των εναγόμενων και αυτού με αντικείμενο την απόδοση του ακινήτου, και αφετέρου ότι η ένδικη αξίωση αποζημίωσης των εναγόντων στηρίζεται (επίσης) στην αμέλεια των εναγόμενων να προβούν στις δέουσες νομικές ενέργειες για την αποβολή αυτού (μισθωτή), είναι αντιφατικές, όμως η αιτιολογία αυτή της προσβαλλόμενης απόφασης είναι πλεοναστική και δεν θίγει το αποδεικτικό πόρισμα του δικαστηρίου, το οποίο στηρίζεται επαρκώς στην παραδοχή ότι οι εναγόμενοι επέδειξαν αμέλεια σχετικά με τη δικαστική επιδίωξη της συμφωνημένης αποζημίωσης χρήσεως.
Επομένως είναι αβάσιμος ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες προβάλλουν πλημμέλεια της προσβαλλόμενης απόφασης από τους αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ για παραβίαση των προδιαληφθεισών ουσιαστικού δικαίου διατάξεων.
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 106, 237 § 1 στοιχ. β' , 453 και 524 § 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψη τα νομίμως προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση αυτών από το διάδικο. Είναι δε σαφής και ορισμένη η επίκληση εγγράφου, όταν είναι ειδική και από αυτή προκύπτει η ταυτότητά του. Η εν λόγω επίκληση μπορεί να γίνει είτε με τις προτάσεις της συζήτησης, μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση, είτε και με αναφορά σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομιζόμενων προτάσεων προηγούμενης συζήτησης, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση του εγγράφου (Ολ.Α.Π. 14/2005). Για την ίδρυση του ανωτέρω λόγου αναιρέσεως αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ (Ολ.Α.Π. 2/2008, Α.Π. 173/2015).
Συνεπώς, ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος κατ' ουσίαν, όταν το δικαστήριο βεβαιώνει με την απόφασή του ότι έλαβε υπόψη τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα, για τα οποία προτείνεται ο αναιρετικός λόγος ή έλαβε υπόψη όλα τα προσκομιζόμενα με επίκληση έγγραφα, έστω και χωρίς να γίνεται μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά στην απόφαση, εκτός αν, παρά τη βεβαίωση αυτή, από το περιεχόμενο της απόφασης και ιδίως από τις αιτιολογίες, καταλείπονται αμφιβολίες για τη συνεκτίμηση όλων ή ορισμένων εγγράφων (Α.Π. 492/2015).
Επίσης, ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, αφού η σχετική εκτίμηση δεν υπόκειται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (Α.Π. 1075/2019, Α.Π. 1761/2017, Α.Π. 1741/2017), και επίσης αν το δικαστήριο δεν εισήλθε στην αποδεικτική διαδικασία, ώστε να επιβάλλεται η λήψη υπόψη των άνω αποδεικτικών μέσων, αλλά απέρριψε την αγωγή ή την ένσταση ως απαράδεκτη ή νόμω αβάσιμη, αφού στις περιπτώσεις αυτές το δικαστήριο δεν προβαίνει σε έρευνα των πραγματικών περιστατικών (Ολ.Α.Π. 3/1997, Α.Π. 615/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο βεβαιώνει στην προσβαλλόμενη απόφασή του ότι για το σχηματισμό της κρίσης του ως προς την ουσιαστική βασιμότητα της ένδικης αγωγής έλαβε υπόψη όλα τα έγγραφα, που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, όμως από μόνη τη βεβαίωση αυτή του Εφετείου, το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης και το σύνολο των ως άνω αιτιολογιών αυτής δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε, μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις, και την 33/2020 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, που απέρριψε την από 20-3-2018 αγωγή των εναγόμενων κατά του μισθωτή, με την οποία αυτοί ζητούσαν να τους καταβάλει το ποσό των 485.000 ευρώ ως αποζημίωση χρήσεως για το χρονικό διάστημα από 1-3-2010 έως τον μήνα Μάρτιο 2018.
Το έγγραφο αυτό, το οποίο προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι εναγόμενοι στη δίκη ενώπιον του Εφετείου, όπως προκύπτει από το παραδεκτώς επισκοπούμενο δικόγραφο των από 17-3-2023 προτάσεών τους, έχει ουσιώδη σημασία για την έκβαση της δίκης και ιδιαίτερη αποδεικτική βαρύτητα, ενόψει του ότι το περιεχόμενό του είναι αντίθετο με την παραδοχή του δικαστηρίου περί αμέλειας των εναγόμενων να επιδιώξουν δικαστικά την οφειλόμενη από τον μισθωτή αποζημίωση χρήσεως για τα έτη 2011 έως 2018, η οποία στηρίζει μόνη της το αποδεικτικό του πόρισμα, εφόσον η παραδοχή του Εφετείου περί αμέλειας των εναγόμενων να προβούν στις απαραίτητες ενέργειες για την αποβολή του μισθωτή από το ακίνητο, δεν επαρκεί προς τούτο, επειδή αντιφάσκει, όπως προαναφέρθηκε, με την παραδοχή ότι οι εναγόμενοι έχουν αρχίσει πολυετή δικαστικό αγώνα κατά του μισθωτή για την απόδοση του μισθίου.
Το Εφετείο μπορούσε, εκτιμώντας το ανωτέρω έγγραφο, να καταλήξει και πάλι στο συμπέρασμα, στο οποίο κατέληξε, όφειλε όμως, ενόψει της σοβαρότητας του εν λόγω αποδεικτικού στοιχείου, να το σχολιάσει, να το αξιολογήσει και να το αντικρούσει ειδικότερα. Επομένως είναι βάσιμος ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες προβάλλουν πλημμέλεια της προσβαλλόμενης απόφασης από τον αρ. 11 περ.
γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ με την ανωτέρω αιτίαση.
Κατόπιν αυτού, παρέλκει η έρευνα του δεύτερου και τελευταίου λόγου αναιρέσεως, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες προβάλλουν πλημμέλεια της απόφασης από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με την αιτίαση ότι το Εφετείο παρά τον νόμο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό τους ότι έχουν ασκήσει αγωγή κατά του μισθωτή διεκδικώντας την οφειλόμενη αποζημίωση χρήσεως, αφού η αναιρετική εμβέλεια του τρίτου λόγου, που έγινε δεκτός, καθιστά αλυσιτελή την έρευνα του δεύτερου, και πρέπει να αναιρεθεί η εφετειακή απόφαση κατά το προσβαλλόμενο με αναίρεση κεφάλαιό της, δηλαδή αυτό που έκρινε επί της από 16-12-2015 αγωγής των τεσσάρων πρώτων αναιρεσίβλητων (και όχι κατά τα κεφάλαιά της που αφορούν την προσεπίκληση με την ενωμένη σε αυτήν παρεμπίπτουσα αγωγή, και την ανταγωγή), και να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το μέρος της αυτό, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλο δικαστή, όπως ορίζει η διάταξη του άρθρου 580 § 3 ΚΠολΔ. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί κατ' άρθρο 495 § 3 ΚΠολΔ η επιστροφή του παραβόλου στους αναιρεσείοντες και να καταδικαστούν οι τέσσερεις πρώτοι αναιρεσίβλητοι, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, που κατέθεσαν προτάσεις, όπως ορίζουν οι διατάξεις των άρθρων 176 § 1, 183 και 191 § 2 ΚΠολΔ.
Κατά το άρθρο 579 § 2 ΚΠολΔ, "αν αποδεικνύεται προαποδεικτικώς εκούσια ή αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης που αναιρέθηκε, ο Άρειος Πάγος, αν υποβληθεί αίτηση με το αναιρετήριο ή με τις προτάσεις ή με αυτοτελές δικόγραφο, που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου ως την παραμονή της συζήτησης, διατάζει με την αναιρετική απόφαση την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση".
Η επαναφορά ζητείται και όταν η εκτέλεση έγινε με βάση την πρωτόδικη απόφαση, που επικυρώθηκε από την αναιρεθείσα απόφαση του Εφετείου (Α.Π. 845/2019, Α.Π. 1654/2018). Με την αίτηση επαναφοράς μπορεί να ζητηθεί η απόδοση των καταβληθέντων από τον αναιρεσείοντα στον αναιρεσίβλητο χρηματικών ποσών του κεφαλαίου, των τόκων και των δικαστικών εξόδων, καθώς και η επί του αθροίσματος αυτών καταβολή νομίμων τόκων οφειλομένων, όμως, μόνο από την επίδοση της διατάσσουσας την επαναφορά των πραγμάτων αναιρετικής απόφασης, γιατί από το χρόνο αυτό ο αναιρεσίβλητος καθίσταται υπερήμερος κατ' άρθρο 340 Α.Κ. (Ολ.Α.Π. 11/2007, Α.Π. 845/2019, Α.Π. 146/2018, Α.Π. 980/2015).
Όμως, ο αναιρεσείων δεν έχει το δικαίωμα να αξιώσει με την αίτηση αυτή τα καταβληθέντα έξοδα, που αφορούν την εκτέλεση της απόφασης, διότι η διάταξη του άρθρου 579 § 2 ΚΠολΔ, κατά την αληθινή της έννοια, επιτρέπει την απόδοση μόνο των ποσών, των οποίων η παροχή διατάχθηκε από την ίδια την αναιρεθείσα απόφαση, επομένως όχι των εξόδων της μετέπειτα επιχειρηθείσας αναγκαστικής ή εκούσιας εκτέλεσής της, όπως είναι τα έξοδα έκδοσης απογράφου και αντιγράφου προς εκτέλεση, της σύνταξης επιταγής προς εκτέλεση, της εντολής για τη διενέργεια αυτής και της διενεργηθείσας κατάσχεσης, τα οποία βαρύνουν τον καθ' ου η εκτέλεση όχι βάσει της αναιρεθείσας απόφασης, αλλά βάσει του νόμου, ήτοι του άρθρου 932 ΚΠολΔ (Α.Π. 17/2021, Α.Π. 1075/2020, Α.Π. 1453/2019, Α.Π. 177/2019, Α.Π. 666/2017).
Στην προκείμενη περίπτωση, η δεύτερη αναιρεσείουσα με τις προτάσεις, που κατέθεσε την 6-12-2024, δηλαδή πριν από τη συζήτηση της αίτησης αναιρέσεως, αναφέρει ότι, μετά την έκδοση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, κατέβαλε στους τέσσερεις πρώτους αναιρεσίβλητους, σε εκούσια συμμόρφωση, το συνολικό ποσό των 125.593,70 ευρώ για α) το κεφάλαιο, τους τόκους και τα δικαστικά έξοδα, που επιδικάστηκαν σε αυτούς με την πρωτόδικη 90/2022 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, και για έξοδα και τέλη λήψης απογράφου, επικύρωσης, σύνταξης επιταγής προς εκτέλεση της εν λόγω απόφασης και επίδοσης αυτής, β) τα δικαστικά έξοδα, που επιδικάστηκαν σε αυτούς με την αναιρεσιβαλλόμενη 222/2023 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου, και για έξοδα λήψης απογράφου, επικύρωσης αντιγράφου, σύνταξης επιταγής προς εκτέλεση και επίδοσης της απόφασης αυτής, γ) τα δικαστικά έξοδα, που επιδικάστηκαν σε αυτούς με την 253/2024 απόφαση ασφαλιστικών μέτρων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, και για έξοδα λήψης απογράφου, επικύρωσης αντιγράφου, σύνταξης επιταγής προς εκτέλεση και επίδοσης αυτής, και δ) έξοδα και αμοιβές δικαστικού επιμελητή για τις ενέργειές του στα πλαίσια της εκτέλεσης των ανωτέρω αποφάσεων, όπως όλα τα ανωτέρω κονδύλια εξειδικεύονται επαρκώς στο δικόγραφο των προτάσεων.
Η αίτηση υποβάλλεται παραδεκτώς, είναι νόμιμη μόνο για τα ποσά, που αναζητούνται ως καταβληθέντα για κεφάλαιο, τόκους και δικαστικά έξοδα, που επιδικάστηκαν με την 90/2022 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου και την 222/2023 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου, και απορριπτέα ως μη νόμιμη για τα υπόλοιπα κονδύλια, που δεν έχουν επιδικαστεί με τις ανωτέρω αποφάσεις και δεν μπορούν να αναζητηθούν με την κρινόμενη αίτηση επαναφοράς, κατά τα προαναφερθέντα στη μείζονα σκέψη, και πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω.
Από την επικαλούμενη και νομίμως προσκομιζόμενη από 21-6-2024 εξοφλητική απόδειξη, αποδεικνύεται προαποδεικτικώς ότι η δεύτερη αναιρεσείουσα κατέβαλε, σε εκούσια συμμόρφωση με την 90/2022 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου και την 222/2023 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου, 1) στον πρώτο αναιρεσίβλητο Σ.
Σ., 20.616 ευρώ για το κεφάλαιο, που επιδικάστηκε εις βάρος της και υπέρ αυτού με την 90/2022 απόφαση, 15.308,08 ευρώ για τόκους επιδικίας του κεφαλαίου έως την 5-9-2023, 2.401,80 ευρώ για τόκους από 5-9-2023 έως 20-6-2024, 87,50 ευρώ για δικαστικά έξοδα, που επιδικάστηκαν εις βάρος της με την 90/2022 απόφαση, 225 ευρώ για δικαστικά έξοδα, που επιδικάστηκαν εις βάρος της με την 222/2023 απόφαση, και 96,44 ευρώ για τόκους επί των τελευταίων αυτών εξόδων από 4-10-2023 έως 20-6-2024, συνολικά 38.734,82 ευρώ, 2) στη δεύτερη αναιρεσίβλητη Ά.
Τ., 20.616 ευρώ για το κεφάλαιο, που επιδικάστηκε εις βάρος της και υπέρ της ανωτέρω με την 90/2022 απόφαση, 15.308,08 ευρώ για τόκους επιδικίας του κεφαλαίου έως την 5-9-2023, 2.401,80 ευρώ για τόκους από 5-9-2023 έως 20-6-2024, 87,50 ευρώ για δικαστικά έξοδα, που επιδικάστηκαν εις βάρος της με την 90/2022 απόφαση, 225 ευρώ για δικαστικά έξοδα, που επιδικάστηκαν εις βάρος της με την 222/2023 απόφαση, και 96,44 ευρώ για τόκους επί των τελευταίων αυτών εξόδων από 4-10-2023 έως 20-6-2024, συνολικά 38.734,82 ευρώ, 3) στην τρίτη αναιρεσίβλητη Α.
Κ., 9.144 ευρώ για το κεφάλαιο, που επιδικάστηκε εις βάρος της και υπέρ της ανωτέρω με την 90/2022 απόφαση, 6.789,73 ευρώ για τόκους επιδικίας του κεφαλαίου έως την 5-9-2023, 2.401,80 ευρώ για τόκους από 5-9-2023 έως 20-6-2024, 87,50 ευρώ για δικαστικά έξοδα, που επιδικάστηκαν εις βάρος της με την 90/2022 απόφαση, 225 ευρώ για δικαστικά έξοδα, που επιδικάστηκαν εις βάρος της με την 222/2023 απόφαση, και 96,44 ευρώ για τόκους επί των τελευταίων αυτών εξόδων από 4-10-2023 έως 20-6-2024, συνολικά 18.744,47 ευρώ, και 4) στην τέταρτη αναιρεσίβλητη Ε.
Κ., 9.144 ευρώ για το κεφάλαιο, που επιδικάστηκε εις βάρος της και υπέρ της ανωτέρω με την 90/2022 απόφαση, 6.789,73 ευρώ για τόκους επιδικίας του κεφαλαίου έως την 5-9-2023, 2.401,80 ευρώ για τόκους από 5-9-2023 έως 20-6-2024, 87,50 ευρώ για δικαστικά έξοδα, που επιδικάστηκαν εις βάρος της με την 90/2022 απόφαση, 225 ευρώ για δικαστικά έξοδα, που επιδικάστηκαν εις βάρος της με την 222/2023 απόφαση, και 96,44 ευρώ για τόκους επί των τελευταίων αυτών εξόδων από 4-10-2023 έως 20-6-2024, συνολικά 18.744,47 ευρώ.
Τα ποσά αυτά πρέπει να υποχρεωθούν να επιστρέψουν οι ανωτέρω αναιρεσίβλητοι στη δεύτερη αναιρεσείουσα μετά την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά μερική παραδοχή της κρινόμενης αίτησης επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση. Με την παρούσα απόφαση δεν επιδικάζονται τόκοι επί των ανωτέρω ποσών, ελλείψει σχετικού αιτήματος της δεύτερης αναιρεσείουσας.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει ως απαράδεκτη, ως προς τον πέμπτο αναιρεσίβλητο, την από 18-10-2023 αίτηση των Α. και Φ. Π. για την αναίρεση της 222/2023 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου.
Αναιρεί την 222/2023 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου κατά το κεφάλαιό της, που αναφέρεται στο σκεπτικό.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλον δικαστή.
Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στους αναιρεσείοντες.
Υποχρεώνει α) τον πρώτο αναιρεσίβλητο να καταβάλει στη δεύτερη αναιρεσείουσα το ποσό των τριάντα οκτώ χιλιάδων επτακοσίων τριάντα τεσσάρων (38.734) ευρώ και ογδόντα δύο (82) λεπτών, β) τη δεύτερη αναιρεσίβλητη να καταβάλει στη δεύτερη αναιρεσείουσα το ποσό των τριάντα οκτώ χιλιάδων επτακοσίων τριάντα τεσσάρων (38.734) ευρώ και ογδόντα δύο (82) λεπτών, γ) την τρίτη αναιρεσίβλητη να καταβάλει στη δεύτερη αναιρεσείουσα το ποσό των δεκαοκτώ χιλιάδων επτακοσίων σαράντα τεσσάρων (18.744) ευρώ και σαράντα επτά (47) λεπτών, και δ) την τέταρτη αναιρεσίβλητη να καταβάλει στη δεύτερη αναιρεσείουσα το ποσό των δεκαοκτώ χιλιάδων επτακοσίων σαράντα τεσσάρων (18.744) ευρώ και σαράντα επτά (47) λεπτών.
Καταδικάζει τους τέσσερεις πρώτους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Ιανουαρίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 28 Μαρτίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ