Legislator Case Law & Legislation
560/2023 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on joint account withdrawal where no specific denial of the spouse's consent occurred.

Case Number 560/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the lower court's decision regarding a joint bank account. The appellant argued that the second-instance court erred by accepting an unproven admission that withdrawals were made with the spouse's consent. However, the court found no specific denial of this claim by the appellant, meaning the lower court's evaluation of the evidence was not subject to appellate review.

Legislator headnote

AI generated

Articles 1 para. 1 and 2 of Law 5368/1932; Article 261 of the Code of Civil Procedure: In joint account cases, the appellate court cannot review the lower court's finding of implied consent unless there is a specific denial of that claim by the opposing party.

Keywords

AI generated
joint bank account implied consent appellate review specific denial evidence admissibility civil procedure joint liability

Cited Legislation

AI generated
Article 1 para. 1 and 2 of Law 5368/1932
Article 2 para. 1 of Law 17-7/13-8-1923
Articles 411, 489, 490, 491 and 493 of the Civil Code
Article 559 no. 11 para. b of the Code of Civil Procedure
Article 261 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 560 / 2023 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 560/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Γεώργιο Αυγέρη και Μαρί Δεργαζαριάν - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Απριλίου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ. Δ. του Θ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Κοντό.

Της αναιρεσιβλήτου: Α. Σ. του Γ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αλέξανδρο Φραίμη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-6-2015 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Μεσολογγίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 120/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 141/2020 του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 15-2-2021 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 1 παρ. 1 και 2 του Ν. 5368/1932, όπως αυτός αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 ν.δ. 751/1971 και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 124 περ. δ' στοιχ. α` του ν.δ. 118/1973 "χρηματική κατάθεσις παρά Τραπέζη εις ανοικτόν λογαριασμόν επ' ονόματι δύο ή πλειοτέρων από κοινού (compt joint, joint account) είναι εν τη εννοία του παρόντος νόμου η περιέχουσα τον όρον, ότι του εκ ταύτης λογαριασμού δύναται να κάμνει χρήσιν, εν όλω ή εν μέρει, άνευ συμπράξεως των λοιπών είτε εις τινές και πάντες κατ' ιδίαν οι δικαιούχοι" (άρθρο 1 παρ 1) και "Η χρηματική κατάθεσις, περί ης η προηγούμενη παράγραφος, επιτρέπεται να ενεργείται και εις κοινόν λογαριασμόν επί προθεσμία ή ταμιευτηρίου υπό προειδοποίησιν". (άρθρο 1 παρ. 2).

Από τις διατάξεις αυτές, συνδυαζόμενες και με εκείνες των άρθρων 2 παρ. 1 ΝΔ της 17-7/13-8-1923 "περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών", 411, 489, 490, 491 και 493 ΑΚ, προκύπτει ότι σε περίπτωση χρηματικής καταθέσεως επ' ονόματι του ιδίου του καταθέτη και τρίτου ή τρίτων σε κοινό λογαριασμό και ανεξαρτήτως του εάν τα κατατεθέντα χρήματα ανήκαν σε όλους, υπέρ των οποίων έγινε η κατάθεση ή σε μερικούς από αυτούς, παράγεται μεταξύ του καταθέτη και του τρίτου αφενός και του δέκτη της καταθέσεως (τράπεζας), αφετέρου, ενεργητική εις ολόκληρον ενοχή, με αποτέλεσμα η ανάληψη των χρημάτων της καταθέσεως (ολικώς ή μερικώς) από έναν από τους δικαιούχους να γίνεται εξ ίδιου δικαίου, αν δε αναληφθεί ολόκληρο το ποσό της χρηματικής καταθέσεως από έναν μόνο δικαιούχο, επέρχεται απόσβεση της απαίτησης καθ' ολοκληρίαν έναντι της τράπεζας και ως προς τον άλλον, ήτοι τον μη αναλαβόντα δικαιούχο, ο οποίος εκ του νόμου, αποκτά πλέον απαίτηση έναντι εκείνου που ανέλαβε ολόκληρη την κατάθεση, για την καταβολή ποσού ίσου προς το μισό της κατάθεσης, εκτός αν από τη μεταξύ τους εσωτερική σχέση προκύπτει άλλη αναλογία ή δικαίωμα επί ολόκληρου του ποσού.

Το βάρος δε της επικλήσεως και αποδείξεως του κατά το ανωτέρω εξαιρετικού δικαιώματος φέρει ο διάδικος που προβάλλει περιστατικά που το θεμελιώνουν (ΑΠ 1128/2017). Εκείνος πάντως από τους δικαιούχους που απέσυρε τα χρήματα μιας τέτοιας καταθέσεως καθίσταται κύριος αυτών και δεν διαπράττει υπεξαίρεση σε βάρος των λοιπών και κατ' επέκταση αδικοπραξία, γιατί τα χρήματα δεν είναι ξένα προς αυτόν που τα απέσυρε.

Είναι αδιάφορο αν τα κατατεθέντα χρήματα ανήκουν σε όλους ή σε μερικούς μόνο από τους δικαιούχους (ΑΠ 656/2019, ΑΠ 1128/2017, ΑΠ 529/2015). Η εσωτερική σχέση μεταξύ των περισσότερων συνδικαιούχων του κοινού λογαριασμού, αποτελεί τον λόγο για τον οποίο συνάπτεται η σύμβαση κατάθεσης σε κοινό λογαριασμό. Η σχέση μεταξύ των περισσότερων συνδικαιούχων του κοινού λογαριασμού μπορεί να είναι επαχθής ή χαριστική.

Η εσωτερική σχέση είναι επαχθής, όταν οι συνδικαιούχοι συνδέονται μεταξύ τους με εταιρεία ή με σύμβαση δανείου ή εντολής ή ακόμη όταν η κατάθεση γίνεται προς εξόφληση απαίτησης του ενός συνδικαιούχου προς τον άλλο. Ειδικότερα, η σχέση που συνδέει τους δικαιούχους μπορεί να είναι σύμβαση εντολής βάσει της οποίας ο εντολέας ορίζει άλλον ως συνδικαιούχο, αναθέτοντάς του, απλώς προς διευκόλυνσή του, να προβαίνει σε ορισμένες ενέργειες σχετικές με την κίνηση του λογαριασμού (ΑΠ 1001/2012).

Σ' αυτήν την περίπτωση εφαρμόζονται οι περί εντολής διατάξεις (άρθρο 713 επ. του ΑΚ), και ο εντολέας, εφόσον προβλέφθηκε ότι ο εντολοδόχος δεν θα προβαίνει σε αναλήψεις χωρίς προηγούμενη συγκεκριμένη εντολή του, έχει δικαίωμα να απαιτήσει από τον αναλαβόντα την κατάθεση συνδικαιούχο του λογαριασμού ολόκληρο το ποσό του (ΑΠ 2032/2017, ΑΠ 1128/2017, ΑΠ 1946/2014).

Εξάλλου, με την ανάληψη του ποσού από τον κοινό λογαριασμό των συνδικαιούχων ο εντολοδόχος με βάση τον μηχανισμό της προαντιφώνησης της νομής (άρθρα 713, 719, 977 εδ. α', 211 και 1034 του ΑΚ) γίνεται κύριος του ποσού αυτού για μία μόνο ιδεατή χρονική στιγμή και στη συνέχεια η νομή και η κυριότητα του ποσού αυτού πρέπει να μεταβιβασθεί στον εντολέα, η εντολή του οποίου προς εκείνον διατηρείται σε ισχύ και ο εντολοδόχος παραμένει απλός κάτοχος του ποσού (ΑΠ 1800/2012).

Κατ' αντιδιαστολή η εσωτερική σχέση είναι χαριστική όταν μεταξύ τους οι συνδικαιούχοι συνδέονται με σύμβαση δωρεάς εν ζωή ή αιτία θανάτου, με κληροδοσία ή άλλη χαριστική επίδοση εν ζωή ή αιτία θανάτου. Η εσωτερική σχέση μεταξύ των συνδικαιούχων καθορίζει και το μεταξύ τους δικαίωμα αναγωγής (ΑΠ 539/1992).

Δικαίωμα υπάρχει κατά συνδικαιούχου του κοινού λογαριασμού, ο οποίος έλαβε ολόκληρο ή μέρος του υπολοίπου της κατάθεσης μεγαλύτερο της αναλογίας που του αντιστοιχεί με βάση την εσωτερική σχέση. Στην περίπτωση, κατά την οποία, μεταξύ των συνδικαιούχων του κοινού λογαριασμού δεν μπορεί να στοιχειοθετηθεί ιδιαίτερη εσωτερική σχέση αναφορικά με το δικαίωμα αναγωγής, πρέπει να εφαρμοσθεί η διάταξη του άρθρου 493 ΑΚ, η οποία θεμελιώνει μία εκ του νόμου εσωτερική μεταξύ των συνδικαιούχων σχέση, ως εκ των έσω αντανάκλαση της ενεργητικής εις ολόκληρον ενοχής.

Το ίδιο ισχύει και στην περίπτωση που η εσωτερική σχέση δεν προβλέπει τα μερίδια μεταξύ των συνδικαιούχων. Στις περιπτώσεις αυτές οι συνδικαιούχοι έχουν δικαίωμα σε ίσα μέρη (ΑΠ 2032/2017, ΑΠ 1764/2017, ΑΠ 1129/2017, ΑΠ 1946/2104 ). Περαιτέρω, η νομική αοριστία της αγωγής, στηρίζει λόγο αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ), συντρέχει δε αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής στον συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζόμενη στον νόμο την αγωγή.

Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 ΚΠολΔ.

Εξάλλου, ο από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που δεν εκτίθενται σε αυτή ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σε αυτήν, ενώ ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη.

Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 στοιχ. α` και β` ΚΠολΔ προκύπτει, ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει, εκτός από τα στοιχεία που απαιτούνται για τη νομική θεμελίωση της αγωγής, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα. Η ακριβής περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς είναι συνυφασμένη με την υποβολή αιτήματος ορισμένου και όχι αορίστου.

Διαφορετικά το δικαστήριο βρίσκεται σε αδυναμία να εκδώσει απόφαση συγκεκριμένη και επιδεκτική εκτέλεσης. Όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχονται τα πιο πάνω στοιχεία ή όταν αυτά περιέχονται κατά τρόπο ελλιπή ή ασαφή, τότε η έλλειψη αυτή καθιστά μη νομότυπη την άσκησή της, επιφέρει δε την απόρριψή της ως απαράδεκτης λόγω αοριστίας, είτε κατόπιν προβολής της σχετικής ένστασης, είτε και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας. (ΑΠ 671/2022, ΑΠ 333/2021, 1001/2012).

Στην προκείμενη περίπτωση, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη, με την από 16-6-2015 αγωγή της, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου που επιτρεπτά, κατ` άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκοπείται, εξέθετε α) ότι με τον εναγόμενο - αναιρεσείοντα, με τον οποίο υπήρξαν σύζυγοι, αλλά ο γάμος τους λύθηκε με την υπ' αριθ. 11/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου που έχει καταστεί αμετάκλητη, διατηρούσαν τον αναφερόμενο κοινό λογαριασμό στην Τράπεζα Πειραιώς, β) ότι το αρχικό ποσό των 98.024,37 ευρώ του ανωτέρω κοινού λογαριασμού προήλθε κατόπιν μεταφοράς αυτού από κοινό λογαριασμό που διατηρούσαν οι γονείς της αναιρεσίβλητης στην ανωτέρω τράπεζα, στις 15-3-2010, οπότε η μητέρα της (ο πατέρας της είχε αποβιώσει στις 16-1-2009), προς εξασφάλισή της και κατόπιν δικής της επιθυμίας, μετέφερε το ποσό αυτό αρχικά στην Εθνική Τράπεζα και στη συνέχεια και πάλι στην Τράπεζα Κύπρου (και ήδη Πειραιώς), στο όνομα αμφοτέρων των διαδίκων, γ) ότι είχαν συμφωνήσει με τον αναιρεσείοντα να προβαίνει αυτός σε αναλήψεις μικρών ποσών, κατόπιν εντολής της και μόνο σε περίπτωση εκτάκτου ανάγκης και αδυναμίας αυτής λόγω ασθενείας της, γ) ότι ο αναιρεσείων, όμως, προέβη σε διαδοχικές αναλήψεις από τον ως άνω λογαριασμό, χωρίς την εντολή της, αναλαμβάνοντας ολόκληρο το ποσό του λογαριασμού.

Με βάση αυτό το ιστορικό, η ενάγουσα ζητούσε, μετά την εν μέρει παραδεκτή μετατροπή σε αναγνωριστικό του καταψηφιστικού αιτήματος, να αναγνωρισθεί, ότι ο εναγόμενος-αναιρεσείων της οφείλει (α) το ήμισυ του ως άνω αναληφθέντος ποσού, ήτοι 49.012,18 ευρώ και β) να υποχρεωθεί να της καταβάλει το έτερο ήμισυ του ως άνω αναληφθέντος ποσού, ήτοι 49.012,18 ευρώ με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.

Με το ως άνω περιεχόμενο και αίτημα είναι νομικά πλήρης και επαρκής ως προς την αναφορά των παραπάνω περιστατικών, που αποτελούν τις προϋποθέσεις για την εφαρμογή των προδιαληφθεισών διατάξεων ουσιαστικού δικαίου, στις οποίες θεμελιώνεται το αίτημά της. Επομένως το Εφετείο, που έκρινε ορισμένη την ένδικη αγωγή, όχι παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο και συνεπώς οι πρώτος, εκ του άρθρου 559 αρ.14 του ΚΠολΔ και πέμπτος, κατά το οικείο σκέλος, από τον αρ. 1, λόγοι αναιρέσεως, είναι αβάσιμοι.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη δε νομίμου βάσεως της αποφάσεως συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 6/2006).

Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και τον νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/2008, ΟλΑΠ 15/2006).

Συνακόλουθα, τα επιχειρήματα ή οι κρίσεις του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 1266/2011).

Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ) προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή εφόσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει κάποια από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1010/2021).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Οι διάδικοι είχαν τελέσει νόμιμο γάμο στο Μεσολόγγι στις 12-7-2008, από τον οποίο δεν απέκτησαν τέκνα, η έγγαμη όμως συμβίωσή τους δεν εξελίχθηκε ομαλά και ο γάμος τους λύθηκε αμετάκλητα με την 11/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου.

Στις 17-3-2010 από τον ... λογαριασμό στην Τράπεζα Πειραιώς του Σ. Γ., πατέρα της ενάγουσας, μεταφέρθηκε στον ανοιγέντα κατά την ίδια ημερομηνία από τους διαδίκους συζύγους ... κοινό μεταξύ τους τραπεζικό λογαριασμό, στην ίδια ως άνω Τράπεζα, το ποσό των 98.024,37 ευρώ. Ο τελευταίος αυτός κοινός λογαριασμός στη συνέχεια μεταφέρθηκε στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, στο Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο και στις 8-12-2010 μεταφέρθηκε και πάλι στην Τράπεζα Πειραιώς με αριθμό ...

και ποσό 90.305,80 ευρώ (βλ. το σχετικό έγγραφο κίνησης λογαριασμού της εν λόγω Τράπεζας). Το κατατεθειμένο αρχικά στον εν λόγω κοινό λογαριασμό ποσό των 98.024,37 ευρώ ανήκε αποκλειστικά στην ενάγουσα, καθώς αυτό αποτελούσε δωρεά των γονέων της προς αυτή, ενόψει του γάμου της και προς οικονομική της ενίσχυση και εξασφάλιση.

Παράλληλα, από την αρχή του γάμου των διαδίκων ο εναγόμενος διατηρούσε στην ίδια παραπάνω Τράπεζα τον ... ατομικό λογαριασμό, ο οποίος τροφοδοτούνταν αφενός από τον μισθό του, ποσού 1.200 ευρώ μηνιαίως, από την εργασία του ως τεχνίτη της αρχαιολογικής Υπηρεσίας Μεσολογγίου και αφετέρου από εισοδήματα της ενάγουσας ποσού 1.000 ευρώ μηνιαίως, προερχόμενα από την εκμίσθωση δύο διαμερισμάτων και ενός καταστήματός της στην πόλη του Μεσολογγίου.Το γεγονός ότι ο ατομικός αυτός λογαριασμός του ενάγοντος τροφοδοτούνταν και με τα ως άνω χρήματα τη ενάγουσας, αποδείχθηκε τόσο από την κατάθεση της μάρτυρος της ενάγουσας - μητέρας της, όσο και από την κατάθεση του μάρτυρα του εναγομένου, ο οποίος κατέθεσε ότι η ενάγουσα είχε εισοδήματα από ενοίκια, τα οποία κατετίθεντο στον λογαριασμό του εναγομένου.

Περαιτέρω οι διάδικοι σύζυγοι είχαν συμφωνήσει να μην έχει δικαίωμα και να μην κάνει αναλήψεις ο εναγόμενος από τον παραπάνω κοινό λογαριασμό, παρά μόνο κατ' εντολή της ενάγουσας και κατόπιν ενημερώσεώς της, όπως ισχυρίζεται η ενάγουσα και συνομολογείται σιωπηρά από τον εναγόμενο, ο οποίος ισχυρίζεται ότι όλες οι αναλήψεις στις οποίες προέβη έγιναν με τη συγκατάθεση της ενάγουσας.

Περαιτέρω λόγω αδυναμίας τους προς τεκνοποίηση οι διάδικοι, ήδη από την αρχή του γάμου τους και δη εντός του έτους 2008, άρχισαν να επισκέπτονται διάφορους ιδιώτες ιατρούς στο Μεσολόγγι, στην Πάτρα και στην Αθήνα, οι οποίοι συνιστούσαν στην ενάγουσα φαρμακευτική αγωγή. Εξαιτίας της αγωγής αυτής από τις αρχές του 2011 η ενάγουσα εμφάνισε σοβαρά προβλήματα υγείας και συγκεκριμένα καρδιολογικά, ιδιοπαθή πνευμονική υπέρταση και καρκίνο του θυρεοειδούς αδένα, για την αντιμετώπιση των οποίων επισκεπτόταν διάφορους ιατρούς κυρίως σε Δημόσια Νοσοκομεία, και υποβαλλόταν σε φαρμακευτική αγωγή, ενώ υποβλήθηκε και σε χειρουργική επέμβαση στον θυρεοειδή στο Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο Ιωαννίνων.

Ένεκα δε των προβλημάτων αυτών, με σύσταση των ιατρών, εγκαταλείφθηκε κάθε σκέψη για τεκνοποίηση. Οι δαπάνες για τις ιατρικές επισκέψεις για την τεκνοποίηση στους ιδιώτες ιατρούς, που έλαβαν χώρα από το 2008 έως και το 2010, χωρίς να αποδειχθεί ο ακριβής αριθμός αυτών, καθώς και τα ποσά που δαπανήθηκαν για την αιτία αυτή, καλύφθηκαν αφενός από δωρεά της μητέρας της ενάγουσας, η οποία, όπως κατέθεσε η ίδια εξεταζόμενη ως μάρτυρας, ήταν ποσού 2.000 ευρώ το οποίο χορήγησε εφάπαξ και αφετέρου από τον παραπάνω ατομικό λογαριασμό του εναγομένου, που όπως προαναφέρθηκε, τροφοδοτείτο και με τα μηνιαία έσοδα της ενάγουσας ποσού 1.000 ευρώ, από τον οποίο, σύμφωνα με την κατάθεση του μάρτυρα ανταπόδειξης, "τραβούσαν" τα χρήματα τόσο για τις καθημερινές τους ανάγκες, όσο και για την κάλυψη της θεραπείας τεκνοποίησης.

Επίσης καλύφθηκαν, κατά την κρίση του δικαστηρίου και με το ποσό των 7.718,57 ευρώ του κοινού λογαριασμού, με τη συναίνεση της ενάγουσας, η οποία συναίνεση συνάγεται από το γεγονός, ότι όταν ανοίχθηκε, εκ μεταφοράς από τα προαναφερόμενα πιστωτικά ιδρύματα, στην Τράπεζα Πειραιώς ο επίμαχος κοινός λογαριασμός, αυτός περιείχε το ποσό των 90.305,80 ευρώ, το ύψος του οποίου η ενάγουσα γνώριζε, αφού δεν ισχυρίζεται το αντίθετο.

Οι δαπάνες όμως τόσο για ιατρικές εξετάσεις και φαρμακευτική αγωγή για το πρόβλημα της τεκνοποίησης όσο και για την ιατροφαρμακευτική αγωγή για την αντιμετώπιση των παραπάνω επιγενόμενων προβλημάτων υγείας της ενάγουσας καλύπτονταν από το ΙΚΑ, ασφαλιστικό φορέα του εναγομένου, στο οποίο ήταν ασφαλισμένη και η ίδια η ενάγουσα ως προστατευόμενο μέλος.....

Να σημειωθεί ότι για τη φαρμακευτική αγωγή για την ιδιοπαθή πνευμονική υπέρταση η συμμετοχή της ενάγουσας ήταν μηδενική... Περαιτέρω ο εναγόμενος ήδη από 18-1-2011 προέβαινε σε συνεχείς αναλήψεις από τον επίμαχο κοινό λογαριασμό πολλών μικρών, αλλά και μεγάλων ποσών (π.χ.10.000, 2.000, 3.000, 15.000, 48.500, 12.000, 26.000 ευρώ), οι οποίες αναλήψεις δεν δικαιολογούνταν για την κάλυψη των προβλημάτων υγείας της ενάγουσας.

Μάλιστα εκ των ποσών αυτών αυτά των 48.500 και 26.000 ευρώ φαίνεται ότι μεταφέρθηκαν σε νέο λογαριασμό. Στις 12-4-2013 ο λογαριασμός είχε υπόλοιπο 21.111,83 ευρώ, το οποίο ο εναγόμενος ανέλαβε ολόκληρο κατά την ημερομηνία αυτή και έκλεισε το λογαριασμό, δύο ημέρες μετά τη διακοπή της έγγαμης συμβίωσής του με την ενάγουσα, που έλαβε χώρα στις 10-4-2013 με την αποχώρηση της τελευταίας, με τη σύμφωνη γνώμη του εναγομένου, από τη συζυγική οικία....

Το περιστατικό αυτό της αναλήψεως των ανωτέρω ποσών αποδεικνύεται από την προαναφερόμενη κίνηση του κοινού λογαριασμού και συνομολογείται ρητώς και από τον εναγόμενο, ο οποίος όμως ισχυρίζεται ότι τα ανωτέρω ποσά ανέλαβε προκειμένου να καλύψει τις ιατρικές δαπάνες για την αντιμετώπιση του προβλήματος τεκνοποίησης από το έτος ήδη 2008 και για την αντιμετώπιση των προκυψάντων στη συνέχεια προβλημάτων υγείας της ενάγουσας.

Ο ισχυρισμός αυτός, εκτός του ότι αορίστως προβάλλεται διότι δεν αναφέρεται πόσες ιατρικές επισκέψεις πραγματοποίησαν οι διάδικοι και ποιο ποσό κατέβαλαν σε κάθε ιατρό, πόσα και ποια φάρμακα χρειάστηκαν και ποιο το κόστος για την αγορά αυτών, είναι και ουσία αβάσιμος σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν ως προς την κάλυψη των εξόδων αυτών, αλλά και διότι καμία σχετική απόδειξη δεν προσκομίστηκε από τον εναγόμενο.

Να σημειωθεί ότι η κάλυψη των ιατροφαρμακευτικών δαπανών από το 2008 έως τις 17-3- 2010 δεν μπορούσαν να γίνουν από τον κοινό λογαριασμό, αφού αυτός ανοίχθηκε κατά την τελευταία αυτή ημερομηνία, παρά μόνο δαπανήθηκε, όπως προαναφέρθηκε, το ποσό των 7.718,57 ευρώ έως τις 8-12-2010, από το χρόνο δε αυτό, οπότε άρχισαν τα προβλήματα υγείας της ενάγουσας και εγκαταλείφθηκε η ιδέα της τεκνοποίησης και άρα και οι επισκέψεις στους ιδιώτες γυναικολόγους ιατρούς, δεν απαιτήθηκε να δαπανηθεί κανένα ποσό από τον κοινό λογαριασμό, αφού οι ιατρικές επισκέψεις γίνονταν σε δημόσια Νοσοκομεία, οι όποιες δε επισκέψεις σε ιδιώτες ιατρούς μπορούσαν να καλυφθούν από τα χρήματα των διαδίκων, που υπήρχαν στον παραπάνω ατομικό λογαριασμό του εναγομένου.

Αυτά προκύπτουν και από την κατάθεση της μάρτυρος απόδειξης της ενάγουσας, η οποία έχει ιδία αντίληψη, τα αντίθετα δε δεν μπορούν να συναχθούν από την κατάθεση του μάρτυρα του εναγομένου και αυτού, η κατάθεση του οποίου περιέχεται στην προαναφερόμενη ένορκη βεβαίωση, οι οποίοι μεταφέρουν όσα ο εναγόμενος τους μετέφερε, σε κάθε δε περίπτωση αυτοί κατέθεσαν αορίστως ότι δαπανήθηκαν μεγάλα ποσά, ότι δεν γνώριζαν τα ακριβή ποσά που απαιτήθηκαν για τις ιατρικές επισκέψεις, ούτε την κίνηση του κοινού λογαριασμού.

Πρέπει όμως να γίνει δεκτός ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι από το ποσό του κοινού λογαριασμού, με τη συναίνεση της ενάγουσας, έδωσε ως δάνειο σε συγγενή της τελευταίας ονόματι Τριάντη, το ποσό, όπως βεβαίωσε ο μάρτυρας του εναγομένου, των 2.000 ευρώ, το οποίο ποτέ δεν επεστράφη από τον δανειολήπτη, καθόσον το γεγονός αυτό (του δανείου όχι και του ακριβούς ποσού) βεβαίωσε και η μάρτυρας της ενάγουσας.

Οι αναλήψεις των ποσών του κοινού λογαριασμού έγιναν κατά παράβαση της παραπάνω συμφωνίας των διαδίκων συζύγων, σύμφωνα με την οποία ο εναγόμενος θα αναλάμβανε ποσά μόνο κατόπιν εντολής της ενάγουσας, η οποία και αποτελούσε την εσωτερική σχέση αυτών, αφού και ο εναγόμενος δεν επικαλείται κάποια άλλη σχέση μεταξύ τους που να του έδινε κάποιο δικαίωμα στο προϊόν του κοινού λογαριασμού, σε κάθε δε περίπτωση εν αγνοία της ενάγουσας και χωρίς τη συγκατάθεσή της, η έλλειψη της οποίας συνάγεται τόσο από την κατάθεση της μάρτυρός της, όσο και από το γεγονός αφενός ότι δεν υπήρχε ανάγκη ανάληψης του ποσού του κοινού λογαριασμού και αφετέρου ότι τα προαναφερόμενα μεγάλα ποσά κατατέθηκαν σε νέο λογαριασμό (προφανώς ατομικό του εναγομένου), ενώ το υπόλοιπο του λογαριασμού των 21.111,83 ευρώ ανέλαβε ο εναγόμενος δύο ημέρες μετά τη διακοπή της έγγαμης συμβίωσης, οπότε ουδεμία πλέον σχέση είχε με την την ενάγουσα και τα προβλήματα υγείας της.

Η τελευταία πληροφορήθηκε την ανάληψη των χρημάτων και το κλείσιμο του λογαριασμού μετά τη διακοπή της έγγαμης συμβίωσής τους (10-4-2013), αφού μέχρι τότε ο εναγόμενος τη διαβεβαίωνε όχι μόνο ότι το ποσό αυτό υπήρχε, αλλά και ότι είχε αυξηθεί σε 121.000 ευρώ. Ο εναγόμενος πρόβαλε πρωτοδίκως, αλλά και παραδεκτά ενώπιον του δικαστηρίου τούτου, την ένσταση για την εκ μέρους της ενάγουσας άφεση της ένδικης αξίωσης (άρθρο 454 ΑΚ), διά του προαναφερόμενου από 19-9-2014 ιδιωτικού συμφωνητικού.

Η ένσταση αυτή είναι απορριπτέα ως αβάσιμη, διότι με το εν λόγω συμφωνητικό, που οι διάδικοι συνέταξαν ενόψει της λύσης του γάμου τους, ρυθμίζεται μόνο η τύχη των κινητών πραγμάτων της οικοσκευής τους, ενώ η σιωπή περί της ένδικης αξίωσης δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι αποτελεί κατάρτιση σύμβασης για την άφεση, που οδηγεί σε απόσβεση αυτής, αφού με την αναφορά σ' αυτό (ιδιωτικό συμφωνητικό) ότι "ουδεμία άλλη απαίτηση υφίσταται εκατέρωθεν μεταξύ των συμβαλλομένων μερών για κινητά πράγματα - οικοσκευή" δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία ότι με το συμφωνητικό αυτό οι διάδικοι ήθελαν να ρυθμίσουν την τύχη των κινητών τους και μόνο πραγμάτων που αποτελούσαν την οικοσκευή τους και όχι και τις οποιεσδήποτε άλλες χρηματικές μεταξύ τους εκκρεμότητες και ειδικότερα την ένδικη, την οποία προφανώς δεν θα την συμπεριελάμβαναν στα "κινητά πράγματα", όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο εναγόμενος.

Ούτε άλλωστε η έγερση της ένδικης αγωγής ενάμισι έτη μετά την κατάρτιση του εν λόγω ιδιωτικού συμφωνητικού, που σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να θεωρηθεί μακρύς χρόνος, μπορεί να θεωρηθεί ως άφεση χρέους εκ μέρους της ενάγουσας. Σύμφωνα με όλα αυτά πρέπει να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να αποδώσει στην ενάγουσα το ποσό των 88.305,8 (98.024,37-7.718,57-2.000), που ανέλαβε και ιδιοποιήθηκε χωρίς δικαίωμα, εν μέρει δεκτής καθισταμένης της αγωγής (κατά το κύριο αίτημά της) ως ουσιαστικά βάσιμης".

Με αυτές τις παραδοχές το Εφετείο δέχθηκε την έφεση ως κατ' ουσία βάσιμη και αφού εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που είχε απορρίψει την αγωγή στο σύνολό της ως ουσία αβάσιμη, δέχθηκε αυτήν κατά ένα μέρος και αναγνώρισε ότι ο εναγόμενος οφείλει να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 49.012,18 ευρώ, υποχρέωσε αυτόν να της καταβάλει το ποσό των 39.293,62 ευρώ, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, εξαιτίας ελλείψεως αιτιολογίας ή ελαττώματος σε αυτήν, αφού από το αιτιολογικό της σαφώς προκύπτουν όλα τα περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα και είναι αναγκαία για την κρίση του Δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη υπόθεση, περί συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων, που δικαιολογούν την παραδοχή της ένδικης αγωγής και, αντίστοιχα, την απόρριψη των προβαλλόμενων περί του αντιθέτου ισχυρισμών του αναιρεσείοντος, σύμφωνα με τις εφαρμοσθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 και 2 του Ν. 5368/1932, όπως αυτός αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 ν.δ. 751/1971 και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 124 περ.

δ' στοιχ. α` του ν.δ. 118/1973 και 713 επ. ΑΚ. Ειδικότερα, το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω διατάξεων που εφαρμόστηκαν, χωρίς να απαιτείται η παράθεση επί πλέον αιτιολογιών και δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, κατέληξε δε σε ορθό και σαφές πόρισμα με τις υποστηρίζουσες αυτό παραδοχές ότι:

α) Στις 17-3-2010 από τον υπ' αριθ. ... κοινό καταθετικό λογαριασμό στην Τράπεζα Πειραιώς των Ν. Σ. και του αποβιώσαντος το έτος 2009, γονέων της αναιρεσίβλητης, μεταφέρθηκε (από την πρώτη) στον ανοιγέντα κατά την ίδια ημερομηνία από τους διαδίκους συζύγους στον υπ' αριθ. ... κοινό μεταξύ τους τραπεζικό λογαριασμό, στην ίδια ως άνω Τράπεζα, το ποσό των 98.024,37 ευρώ, β) η κατάθεση στον επίδικο κοινό λογαριασμό αποτελούσε δωρεά προς την αναιρεσίβλητη από τους γονείς της (στον κοινό λογαριασμό των οποίων στην Τράπεζα Πειραιώς ήταν κατατεθειμένο το εν λόγω ποσό) γ) ο αναιρεσείων από 18-1-2011 προέβαινε σε συνεχείς αναλήψεις από τον επίμαχο κοινό λογαριασμό πολλών μικρών, αλλά και μεγάλων ποσών (π.χ.10.000, 2.000, 3.000, 15.000, 48.500, 12.000, 26.000 ευρώ), χωρίς τη σχετική εντολή της αναιρεσίβλητης (όπως είχε συμφωνηθεί μεταξύ τους), οι οποίες αναλήψεις δεν δικαιολογούνταν για την κάλυψη των προβλημάτων υγείας της ενάγουσας, γ) εκ των ποσών αυτών αυτά των 48.500 και 26.000 ευρώ ότι μεταφέρθηκαν σε νέο λογαριασμό (ήτοι δεν δαπανήθηκαν για την αντιμετώπιση δαπανών σχετικά με την υγεία της αναιρεσίβλητης).

δ) Στις 12-4-2013 ο λογαριασμός είχε υπόλοιπο 21.111,83 ευρώ, το οποίο ο εναγόμενος ανέλαβε ολόκληρο κατά την ημερομηνία αυτή και έκλεισε τον λογαριασμό, δύο ημέρες μετά τη διακοπή της έγγαμης συμβίωσής του με την ενάγουσα, που έλαβε χώρα στις 10-4-2013. Επομένως, ο πέμπτος λόγος της αίτησης, με τον οποίο ο αναιρεσείων, αποδίδοντας στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ. 19 (μόνον, όχι και από τον αρ. 1) ΚΠολΔ, υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

Με τις λοιπές αιτιάσεις του ίδιου ως άνω λόγου, υπό την επίκληση πλημμελειών από τους αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλήττεται η εκτίμηση από το Εφετείο πραγματικών γεγονότων και συνεπώς, κατά το μέρος αυτό, ο ως άνω λόγος είναι απαράδεκτος (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ). Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του αρθρ. 559 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά τον νόμο, έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ως "πράγματα", κατά την έννοια της ως άνω διάταξης (νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 1225/2004), δηλαδή οι ισχυρισμοί που κατά τον νόμο διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήταν - ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλομένης απόφασης (ΟλΑΠ 2/1989, ΑΠ 1072/2005), θα πρέπει δε οι ισχυρισμοί αυτοί να προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας και μάλιστα από τον ήδη αναιρεσείοντα (ΑΠ 354/2011) γιατί διαφορετικά το Δικαστήριο της ουσίας δεν επιτρεπόταν να τους λάβει υπόψη (ΟλΑΠ 2/2001).

Συνεπώς, για να ιδρύεται ο παραπάνω λόγος αναίρεσης, πρέπει, σε κάθε περίπτωση, ο κρίσιμος ισχυρισμός, που δεν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, να προτάθηκε εκεί ευθέως ως ισχυρισμός ή λόγος έφεσης του ίδιου του αναιρεσείοντα και δεν αρκεί να συνάγεται έμμεσα από τα προσκομιζόμενα απ` αυτόν με επίκληση έγγραφα (ΑΠ 354/2011).

Αντίθετα, δεν είναι πράγματα με την έννοια αυτή, η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης, το περιεχόμενο των αποδεικτικών μέσων και τα επιχειρήματα των διαδίκων ή τα συμπεράσματα αυτών από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε οι αόριστοι, απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί (ΑΠ 2166/2009).

Συνακόλουθα, δεν ιδρύει τον παραπάνω λόγο αναίρεσης η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να απαντήσει σε ισχυρισμό εκπρόθεσμο, αόριστο και γενικώς απαράδεκτο, μη νόμιμο ή αλυσιτελή (Ολ ΑΠ 2/1989, 14/2004), ή σε απλώς αρνητικό ή διευκρινιστικό ισχυρισμό, δηλαδή σε ισχυρισμό που δεν καταλήγει στην επίκληση έννομης συνέπειας και βέβαια το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει ούτε στα πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων που αντλούν αυτοί από τα προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα, έστω και αν διατυπώνονται υπό τη μορφή λόγου έφεσης (ΑΠ 857/2007), ούτε στα νομικά επιχειρήματα τους, που σε αντίθεση με τους αυτοτελείς ισχυρισμούς τους, δεν περιέχουν κρίση ως προς την επέλευση ή όχι μιας έννομης συνέπειας, αλλά προβάλλονται με σκοπό να συμβάλλουν στον καθορισμό του αληθινού νοήματος του επικαλούμενου ή αποκρουσθέντος στη συγκεκριμένη περίπτωση κανόνα δικαίου.

Επιπλέον, ο από το ανωτέρω άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης δεν στοιχειοθετείται, αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη του προταθέντα ισχυρισμό ή λόγο εφέσεως και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 12/1997, 25/2003), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή, ως αποδειχθέντων γεγονότων, αντίθετων προς εκείνα που τον συγκροτούν (Ολ.

ΑΠ 11/1996, ΑΠ 1363/2008). Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον δεύτερο λόγο της αναίρεσης αιτιάται την προσβαλλομένη για την εκ του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι έλαβε υπόψη της ισχυρισμούς που δεν προτάθηκαν και ειδικότερα: α) ότι υπήρξε μεταφορά του ποσού των 98.024,37 από λογαριασμό του πατέρα της Σ.

Γ. στις 17-3-2010, ο οποίος είχε αποβιώσει το έτος 2009, β) ότι το ποσό των 98.024,37 ευρώ αποτελούσε δωρεά των γονέων της προς την ενάγουσα, ενώ αυτή ήταν συνδικαιούχος με τη μητέρα της, τον οποίο μετέφερε με συναίνεση της συνδικαιούχου μητέρας της, με άνοιγμα νέου κοινού λογαριασμού, γ) ότι ο αναιρεσείων προέβαινε σε αναλήψεις μικρών και μεγάλων ποσών που δεν δικαιολογούνται για την κάλυψη των προβλημάτων υγείας της ενάγουσας, δ) ότι από 18-1-2011 έγιναν αναλήψεις μικρών και μεγάλων ποσών, οι οποίες δεν προσδιορίζονται χρονικά και δεν προτάθηκαν από την αναιρεσίβλητη.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι προεχόντως απαράδεκτος, καθόσον οι φερόμενοι ως ληφθέντες υπόψη ισχυρισμοί που δεν προτάθηκαν, δεν αποτελούν "πράγματα", κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, που προαναφέρθηκε στη μείζονα σκέψη της παρούσας, αλλά περιστατικά που έγιναν δεκτά ως προκύψαντα από τις αποδείξεις, καθώς και πραγματικά επιχειρήματα τα οποία προβλήθηκαν από την αναιρεσίβλητη προς στήριξη των λόγων έφεσης κατά της απόφασης του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή ως κατ' ουσία αβάσιμη.

Περαιτέρω, ο ίδιος λόγος είναι απαράδεκτος και διότι με την κατ` επίφαση επίκλησή του ο αναιρεσείων (που στο πλαίσιο αυτού αναλύει και σχολιάζει το αποδεικτικό υλικό, εκθέτοντας ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου όλα τα συνιστώντα αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής της αναιρεσίβλητης περιστατικά, αλλά και αυτά στα οποία στήριξε την απορριφθείσα ως απαράδεκτη ένστασή του επιχειρώντας την επανάκριση της υπόθεσης), πλήττει την εκτίμηση από το Εφετείο των συνιστώντων την ουσία αυτής πραγματικών περιστατικών, η οποία δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ.

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. α' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει. Ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται, όταν το δικαστήριο λάβει υπόψη αποδεικτικό μέσο που δεν περιλαμβάνεται στα περιοριστικώς καθοριζόμενα από το άρθρο 339 ΚΠολΔ αποδεικτικά μέσα ή όταν περιλαμβάνεται σε αυτά, αλλά δεν επιτρέπεται η χρήση του στη συγκεκριμένη περίπτωση.

Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 393 παρ. 1 και 394 παρ. 1 περ. β' του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι επιτρέπεται το εμμάρτυρο μέσο προς απόδειξη σύμβασης δανείου, η αξία του αντικειμένου της οποίας υπερβαίνει το από το ως άνω άρθρο 393 παρ. 1 οριζόμενο ποσό, σε κάθε περίπτωση που υπάρχει ηθική αδυναμία για την απόκτηση αποδεικτικού εγγράφου.

Ηθική αδυναμία κτήσεως εγγράφου υπάρχει, αν τα μέρη είχαν κατά τον χρόνο καταρτίσεως της συμβάσεως τόσο στενό δεσμό, ώστε σύμφωνα με τις κρατούσες στις συναλλαγές αντιλήψεις η αξίωση συντάξεως εγγράφου για την συγκεκριμένη σύμβαση θα παρίστατο αδικαιολόγητη ή θα ενείχε μη ανεκτή δυσπιστία. Ο δεσμός αυτός μπορεί να είναι στενή συγγένεια, συναδελφική συνεργασία, στενή μακροχρόνια φιλία, μνηστεία, ερωτικός ή στενός φιλικός δεσμός κλπ.

Εφόσον δε οι διάδικοι δεν αμφισβήτησαν το γεγονός από το οποίο είναι δυνατόν να προκύψει ηθική αδυναμία, η ύπαρξή της απόκειται στην ελεύθερη και εκ των ενόντων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, η οποία ως αναγόμενη σε πράγματα, είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη. Η κρίση δε του δικαστηρίου της ουσίας, εφόσον βεβαιώνει την ύπαρξη ηθικής αδυναμίας για την απόκτηση έγγραφης απόδειξης, δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο για ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των άνω δικονομικών διατάξεων (ΑΠ 953/2022, ΑΠ 1054/2021, ΑΠ 1033/2019, ΑΠ 866/2019, ΑΠ 2/2015).

Εξάλλου για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει να προσδιορίζεται στο αναιρετήριο το αποδεικτικό αυτό μέσο, που παρανόμως λήφθηκε υπόψη και ο λόγος για τον οποίο δεν έπρεπε να ληφθεί, να προβάλλεται δε ισχυρισμός ότι το απαράδεκτο αυτό προτάθηκε από τον αναιρεσείοντα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται για κάποια από τις αναφερόμενες στο άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ εξαιρετικές περιπτώσεις, ήτοι αφορά α) παράβαση που δεν μπορούσε να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Και στις περιπτώσεις όμως αυτές, για να είναι παραδεκτός ο σχετικός ισχυρισμός, ο οποίος προτείνεται για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου, όταν αφορά τη δημόσια τάξη ή όταν το σφάλμα προκύπτει από την ίδια την απόφαση, πρέπει τα πραγματικά γεγονότα, στα οποία στηρίζεται να είχαν υποβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας και να γίνεται στο αναιρετήριο επίκληση της υποβολής αυτής.

Συνεπώς, αν προσβάλλεται απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου και αναιρεσείων είναι ο εφεσίβλητος, που έχει ηττηθεί, για την πληρότητα του σχετικού λόγου αναίρεσης πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρεται ότι ο ισχυρισμός στον οποίο αυτός στηρίζεται είχε προταθεί από αυτόν στο Εφετείο με τις προτάσεις του ως εφεσιβλήτου ή ότι συντρέχει κάποια εξαιρετική περίπτωση από τις προβλεπόμενες στην παραπάνω διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ (ΑΠ 257/2021, ΑΠ 1165/2015, ΑΠ 323/2012).

Ειδικότερα, στην περίπτωση του αριθ. 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επί παραπόνου για λήψη υπόψη αποδεικτικών μέσων, που δεν προσκομίσθηκαν ή δεν επιτρέπονται από τον νόμο, πρέπει να μνημονεύονται στο αναιρετήριο, οι αποδείξεις, ο ισχυρισμός για την απόδειξη του οποίου λήφθηκαν υπόψη, ο λόγος για τον οποίο δεν έπρεπε να εκτιμηθούν και η επίδραση του ισχυρισμού αυτού στο διατακτικό της αποφάσεως, καθώς, επίσης, και ότι ο ισχυρισμός περί τυχόν απαραδέκτου προβλήθηκε στο δικαστήριο της ουσίας κατά τρόπο νόμιμο και ορισμένο (ΑΠ 1248/2020, ΑΠ 1126/2019, ΑΠ 1646/2018, ΑΠ 598/2007).

Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης αιτιάται την προσβαλλομένη ότι κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 393 παρ. 1 και 394 ΚΠολΔ έλαβε υπόψη μαρτυρικές καταθέσεις, ενώ πρόκειται για σύμβαση (ανοίγματος κοινού λογαριασμού και κατάρτισης πρόσθετης-εσωτερικής- σύμβασης εντολής), η αξία του αντικειμένου της οποίας υπερβαίνει το ποσό των 30.000 ευρώ.

Ο λόγος αυτός είναι προεχόντως απαράδεκτος, καθόσον δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός αυτός περί απαραδέκτου προβλήθηκε από τον αναιρεσείοντα στα δικαστήρια της ουσίας, ήτοι αφενός μεν ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, πριν από την εξέταση σ' αυτό των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης, αφετέρου δε στο Εφετείο με τις προτάσεις του ως εφεσιβλήτου.

Σε κάθε περίπτωση, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, ως στηριζόμενος επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, αφού, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, το δικαστήριο έλαβε υπόψη τις μαρτυρικές καταθέσεις όχι προς απόδειξη της έγγραφης σύμβασης ανοίγματος του επίμαχου κοινού λογαριασμού ούτε προς απόδειξη κατά του περιεχομένου του, αφού ως προς αυτόν το εφετείο δέχθηκε ότι αποδείχθηκε από τα σχετικά έγγραφα των τραπεζών, αλλά προς απόδειξη της ξεχωριστής, σε σχέση με τις πιο πάνω συμβάσεις, συμφωνίας των συνδικαιούχων από την υπάρχουσα μεταξύ τους εσωτερική σχέση, πέραν του ότι στην παραδοχή ότι οι διάδικοι κατά τον κρίσιμο χρόνο ήταν σύζυγοι, εμπεριέχεται αυτονοήτως και η παραδοχή περί ύπαρξης ηθικής αδυναμίας να αποκτηθεί έγγραφο, το οποίο θα απεδείκνυε την σύμβαση (εσωτερική σχέση) περί εντολής, η κρίση δε του δικαστηρίου της ουσίας για την ύπαρξη ηθικής αδυναμίας δεν ελέγχεται αναιρετικώς.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. β' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν. Εξάλλου, κατά το άρθρο 261 εδ. β` του ΚΠολΔ, εφόσον δεν αμφισβητήθηκε η αλήθεια κάποιου πραγματικού ισχυρισμού, απόκειται στο δικαστήριο να κρίνει, σε συνδυασμό με τη γενική άρνηση και το σύνολο των ισχυρισμών των διαδίκων, αν συνάγεται ομολογία ή άρνηση.

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι προϋπόθεση για να συναγάγει το δικαστήριο της ουσίας από τη γενική άρνηση του διαδίκου και το σύνολο των ισχυρισμών του ομολογία για κάποιο πραγματικό ισχυρισμό, που αποτελεί στοιχείο της αγωγής ή της ένστασης, είναι η μη αμφισβήτηση του πραγματικού αυτού ισχυρισμού.

Επομένως, αν δεν υπάρχει η ειδική αυτή αμφισβήτηση, η ύπαρξη της οποίας και μόνο ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, ο τρόπος άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου, δηλαδή η ευχέρεια να συναγάγει ομολογία ή άρνηση του συγκεκριμένου ισχυρισμού δεν υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο, διότι αποτελεί εκτίμηση πραγμάτων.

Μόνο δε εάν υπάρχει τέτοια ειδική αμφισβήτηση του κρίσιμου ισχυρισμού, η ύπαρξη της οποίας επίσης ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, και παρά ταύτα το δικαστήριο της ουσίας συνήγαγε ομολογία αυτού, υποπίπτει τούτο στην πλημμέλεια που προβλέπεται από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. β` του ΚΠολΔ, δηλαδή εκείνη της παρά το νόμο λήψης υπόψη απόδειξης που δεν προσκομίστηκε (ΑΠ 376/2019, ΑΠ 176/2018, ΑΠ 115/2008, ΑΠ 1573/2007).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.11 περ. β' ΚΠολΔ πλημμέλεια, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο, κατά την διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη του αποδεικτικό στοιχείο που δεν προσκομίσθηκε στο Δικαστήριο, και συγκεκριμένα, δεχόμενο ότι "οι διάδικοι σύζυγοι είχαν συμφωνήσει να μην έχει δικαίωμα και να μην κάνει αναλήψεις ο εναγόμενος από τον παραπάνω κοινό λογαριασμό, παρά μόνο κατ' εντολή της ενάγουσας και κατόπιν ενημερώσεώς της, όπως ισχυρίζεται η ενάγουσα και συνομολογείται σιωπηρά από τον εναγόμενο, έλαβε υπόψη ανύπαρκτη ομολογία του.

Ωστόσο, το Εφετείο, εφόσον δέχθηκε ότι ο αναιρεσείων ισχυρίστηκε "ότι όλες οι αναλήψεις στις οποίες προέβη έγιναν με τη συγκατάθεση της ενάγουσας", όπως άλλωστε τούτο προκύπτει και από την επισκόπηση του δικογράφου της έφεσης και των προτάσεων του αναιρεσείοντος στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια της λήψεως υπόψη αποδεικτικών μέσων που δεν προσκομίσθηκαν, αφού, κατά τα ανωτέρω, δεν υπήρξε εκ μέρους του αναιρεσείοντος ειδική άρνηση του ανωτέρω αγωγικού ισχυρισμού (άρθρο 261 Κ.Πολ.Δ.) και, ως εκ τούτου, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί συναγωγής ή μη ομολογίας είναι ανέλεγκτη, διότι ανάγεται στην ουσιαστική περί πραγμάτων κρίση του.

Συνεπώς ο παραπάνω λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος, Κατόπιν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί, κατά το άρθρο 495 ΚΠολΔ, η εισαγωγή του παράβολου, που καταβλήθηκε από τον αναιρεσείοντα, στο Δημόσιο Ταμείο. Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει, κατά το σχετικό αίτημά της, να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος, λόγω της ήττας του, όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό (άρθ. 176, 183, 191 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 15-2-2021 αίτηση του Χ. Δ. για αναίρεση της υπ` αριθ. 141/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παράβολου που καταβλήθηκε από τον αναιρεσείοντα στο Δημόσιο Ταμείο.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Μαρτίου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 11 Απριλίου 2023.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ