Supreme Court dismisses appeal on statute of limitations, ruling intervening suit did not interrupt five-year period.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a lower court decision rejecting a lawsuit based on the statute of limitations. The appellant argued that a previous suit filed in 2003 interrupted the five-year limitation period, but the lower court found this claim unfounded because the earlier suit was ultimately rejected as inadmissible. The court held that procedural acts following an inadmissible rejection do not constitute interrupting events, thereby upholding the original dismissal of the claim.
Legislator headnote
AI generatedArticles 263 of the Civil Code and Article 13 of Law 1418/1984; The exercise of a previous lawsuit does not interrupt the limitation period if that lawsuit was rejected as inadmissible, as such procedural acts do not constitute interrupting events.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 560 / 2021 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 560/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αγγελική Τζαβάρα, Θωμά Γκατζογιάννη, Χρήστο Τζανερρίκο - Εισηγητή και Γεώργιο Χριστοδούλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 17 Φεβρουαρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Κοινοπραξίας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στον Βόλο και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Γαλενιανό με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων:
1) Δήμου Βόλου που εδρεύει στον Βόλο και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικού διαδόχου του αρχικά εναγομένου Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "ΔΗΜΟΤΙΚΗ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΒΟΛΟΥ" και το διακριτικό τίτλο "ΔΗ.Τ.Ε.Β.", ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Σοφία Παπαγιαννίτση και κατέθεσε προτάσεις,
2) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΞΕΝΙΑ PALACE ΠΟΡΤΑΡΙΑΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στην Πορταριά Πηλίου και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της Εταιρείας Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία "ΣΥΝΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΗ ΞΕΝΙΑ ΠΟΡΤΑΡΙΑΣ Ε.Π.Ε.", η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρήστο Στρατηγόπουλο και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-05-2014 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας και την από 29-04-2015 ανακοίνωση δίκης - προσεπίκληση σε παρέμβαση - παρεμπίπτουσα αγωγή του αρχικά εναγομένου ΝΠΔΔ, που κατατέθηκαν στο Πενταμελές Εφετείο Λάρισας και συνεκδικάστηκαν.
Εκδόθηκε η 71/2017 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 21/12/2018 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων ζήτησαν την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
[I] Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 74, 80, 81 παρ. 3 και 558 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι η αναίρεση δεν απευθύνεται κατά του προσθέτως παρεμβάντος στη δίκη, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, γιατί αυτός δεν είναι κύριος διάδικος, εκτός αν κατά τη δίκη εκείνη ανέλαβε το δικαστικό αγώνα, οπότε κατέστη κύριος διάδικος ή η αναίρεση αφορά την πρόσθετη παρέμβαση, σε κάθε όμως περίπτωση ο προσθέτως παρεμβάς καλείται στη συζήτηση της αναίρεσης (ΑΠ 1236/2006). Επομένως, πρέπει να απορριφθεί, ως απαράδεκτη, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, κατά το μέρος της, που απευθύνεται κατά της δεύτερης αναιρεσίβλητης, η οποία, στη δίκη ενώπιον του Εφετείου, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, παρενέβη, προσθέτως, υπέρ της πρώτης (αναιρεσίβλητης), η οποία της ανακοίνωσε τη δίκη και την προσεπικάλεσε σε αναγκαστική παρέμβαση, με ενωμένη, παρεμπίπτουσα αγωγή αποζημιώσεως, ως δικονομική της εγγυήτρια, καθόσον η εν λόγω αναιρεσίβλητη δεν ανέλαβε το δικαστικό αγώνα και οι αναιρετικοί λόγοι δεν αφορούν την πρόσθετη παρέμβασή της.
[ΙΙ] Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται εν όψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση. Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).
Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 304 του ΓΤ.Δ 410/1995 στις διατάξεις του οποίου υπήγετο κατά το χρόνο γένεσης της επίδικης διαφοράς και η τότε αμιγής Δημοτική Επιχείρηση με την επωνυμία "ΔΗΜΟΤΙΚΗ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΔΗΜΟΥ ΒΟΛΟΥ", "ΔΗ.Τ.Ε.Β", που διαδέχθηκε καθολικά το πρώτο αναιρεσίβλητο ΝΠΔΔ "Δήμος Βόλου" δυνάμει της 773/2017 απόφασης του Δημοτικού του Συμβουλίου: "Οι δήμοι και οι κοινότητες, τα δημοτικά και κοινοτικά ιδρύματα και τα λοιπά δημοτικά και κοινοτικά πρόσωπα, οι σύνδεσμοι δήμων και κοινοτήτων, οι αποκλειστικά αμιγείς δημοτικές ή κοινοτικές επιχειρήσεις, άμεσο ή έμμεσο, δασμό τέλος, χαρτόσημο, δικαστικό ένσημο και εισφορά υπέρ οποιουδήποτε ταμείου, εισφορά υπέρ της ΕΡΤ -ΑΕ από κρατήσεις και από κάθε δικαστικό τέλος στις δίκες τους.
Επίσης έχουν όλες ανεξαιρέτως τις ατέλειες και τα δικαστικά διοικητικά και δικονομικά προνόμια που παρέχονται στο δημόσιο.". Η ίδια ρύθμιση, σημειωτέον, επαναλαμβάνεται στο άρθρο 276 του, μεταγενέστερου Ν. 3463/2006. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 90 του Ν. 2362/1995 (ΔΗΜΟΣΙΟ ΛΟΓΙΣΤΙΚΟ) με τίτλο "Παραγραφή απαιτήσεων κατά του Δημοσίου": "Οποιαδήποτε απαίτηση κατά του Δημοσίου παραγράφεται μετά πενταετία, εφόσον από άλλη γενική ή ειδική διάταξη δεν ορίζεται βραχύτερος χρόνος παραγραφής αυτής".
Στο δε άρθρο 91 του ιδίου νομοθετήματος με τίτλο "Έναρξη παραγραφής απαιτήσεων κατά του Δημοσίου" ορίζεται ότι: "Επιφυλασσόμενη κάθε άλλης ειδικής διατάξεως του παρόντος η παραγραφή οποιασδήποτε απαιτήσεως κατά του Δημοσίου αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη αυτής.
Προκειμένου όμως περί δασμών φόρων, τελών και λοιπών δικαιωμάτων που εισπράττονται στα Τελωνεία, η παραγραφή αρχίζει από της βεβαίωσης αυτών". Ο νόμος 2362/1995, του οποίου οι ρυθμίσεις, ως εκ του χρόνου ισχύος του, καταλαμβάνουν την ένδικη διαφορά, καταργήθηκε με το νόμο 4270/2014, που ισχύει από 01-01-2015 (άρθρο 183) και με την παρ. 1 του άρθρου 140 αυτού επαναλαμβάνονται οι ίδιες ρυθμίσεις, ήτοι: "Οποιαδήποτε απαίτηση κατά του Δημοσίου, πλην εκείνων για τις οποίες εφαρμόζονται οι διατάξεις του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (ν. 4174/2013, Α' 170), παραγράφεται μετά την παρέλευση πενταετίας, εφόσον από άλλη γενική ή ειδική διάταξη δεν ορίζεται βραχύτερος χρόνος παραγραφής αυτής" και στο άρθρο 141 του ίδιου νομοθετήματος ορίζεται ότι: "Η παραγραφή οποιασδήποτε απαίτησης κατά του Δημοσίου αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκε και είναι δυνατή η δικαστική της επιδίωξη, με την επιφύλαξη κάθε άλλης ειδικής διάταξης του νόμου".
Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 94 του Ν. 2362/1995 "Η παραγραφή λαμβάνεται υπόψη αυτεπάγγελτα από τα δικαστήρια." Η διάταξη αυτή επαναλαμβάνεται και στο άρθρο 144 του μεταγενέστερου Ν. 4270/2014, που κατήργησε τον προηγούμενο. Περαιτέρω, κατά την παρ. 4 του άρθρου 11 του ν. 1418/1984 προκειμένου για απαιτήσεις του αναδόχου δημοσίου έργου από την εργολαβική σύμβαση αφετηρία της παραγραφής τους αποτελεί η συντέλεση της οριστικής παραλαβής του έργου (ΑΠ 1272/2003).
Επομένως, όπως προκύπτει από τις προεκτεθείσες διατάξεις, οι αξιώσεις του αναδόχου δημοσίου έργου, η εκτέλεση του οποίου του ανατέθηκε από Δημοτική Επιχείρηση, με σχετική εργολαβική σύμβαση, παραγράφονται μετά πάροδο πενταετίας, που αφετηριάζεται από τη συντέλεση της οριστικής παραλαβής του.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 261 παρ. 1 εδ. α ΑΚ, την παραγραφή διακόπτει η άσκηση της αγωγής. Ενώ, κατά το άρθρο 263 ΑΚ, κάθε παραγραφή, που διακόπηκε με την έγερση της αγωγής θεωρείται σαν να μη διακόπηκε, αν ο ενάγων παραιτηθεί από την αγωγή ή η αγωγή απορριφθεί τελεσίδικα για λόγους μη ουσιαστικούς. Αν ο δικαιούχος εγείρει και πάλι την αγωγή μέσα σε έξι μήνες, η παραγραφή θεωρείται ότι έχει διακοπεί με την προηγούμενη αγωγή.
Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 9 παρ. 4 του Ν. 1649/1986 "Τροποποιήσεις διατάξεων του Κώδικα των δικηγόρων και άλλες διατάξεις", που αποτελεί παγία ρύθμιση και δεν καταλαμβάνει μόνο τις περιπτώσεις, που κατά την θέση της σε ισχύ, είχε ασκηθεί ένδικο βοήθημα, ορίζεται ότι, αν ένδικο βοήθημα απορριφθεί τελεσιδίκως για έλλειψη δικαιοδοσίας του δικαστηρίου, κατ' εφαρμογή των ρυθμίσεων του Ν. 1406/1983 (περί δικαιοδοσίας των Διοικητικών Δικαστηρίων), το αντίστοιχο ένδικο βοήθημα που προβλέπει ο νόμος, εφόσον ασκηθεί ενώπιον του κατά δικαιοδοσία αρμοδίου δικαστηρίου μέσα σε ανατρεπτική προθεσμία δύο μηνών από την επίδοση της τελεσίδικης απορριπτικής αποφάσεως στον ενδιαφερόμενο, λογίζεται ως προς όλες τις έννομες συνέπειες ότι ασκήθηκε κατά τον χρόνο της ασκήσεως εκείνου που απορρίφθηκε.
Από τις προαναφερθείσες διατάξεις, των άρθρων 261 παρ. 1 εδ. α, 263, εδ. α, του ΑΚ και 9 παρ. 4 του Ν. 1649/1986, συνάγεται ότι η παραγραφή, που διακόπτεται με την άσκηση της αγωγής θεωρείται σαν να μη διακόπηκε, αν ο ενάγων παραιτηθεί από την αγωγή ή η αγωγή απορριφθεί τελεσίδικα για λόγους μη ουσιαστικούς, εκτός και αν επανεγείρει την αγωγή μέσα σε έξι μήνες από την τελεσιδικία της απορριπτικής αποφάσεως, που συμπίπτει με το χρόνο της δημοσίευσης αυτής ή όταν η υπόθεση εισάγεται σε αναρμόδιο δικαστήριο, όχι όμως όταν τούτο στερείται δικαιοδοσίας, που στην περίπτωση αυτή, για να θεωρηθεί ότι δεν διακόπηκε η παραγραφή πρέπει η αγωγή να ασκηθεί εκ νέου, στο δικαστήριο, που έχει δικαιοδοσία, εντός διμήνου από την επίδοση της απορριπτικής απόφασης (ΑΠ 1655/2010, ΑΠ 2098/2009).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του ενδιαφέροντος την αναιρετική διαδικασία μέρους της αναιρεσιβαλλομένης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα:
«| […] στις 12.6.2000 συντελέσθηκε η αυτοδίκαιη οριστική παραλαβή του έργου. Η συντέλεση της οριστικής παραλαβής σημαίνει και την έναρξη της πενταετούς προθεσμίας παραγραφής των αξιώσεων του αναδόχου, κατά του κυρίου του έργου, κατά την γενική διάταξη του Κώδικα Δημοσίου Λογιστικού (ΔΕΑ 1458/1990, ΔιΔ -1990,1391) και όπως πλέον προβλέπεται και στην παρ. β του άρθρου 75 του Κ.Δ.Ε. (Ν. 3669/2008).
Συνεπώς η αγωγική αξίωση της ενάγουσας που στηρίζεται στις διατάξεις "περί Δημοσίων έργων" έχει υποπέσει στην πενταετή παραγραφή. Και τούτο διότι η αυτοδίκαια οριστική παραλαβή του έργου έχει συντελεσθεί το αργότερο στις 11-06-2000. Η ενάγουσα με την από 10-07-2003 (αριθμός εκθ. κατάθεσης 806/167.2003) αγωγή της που η Κοινοπραξία "..." και τα δύο μέλη της χαρακτήρισαν κατά το άρθρο 118 εδ. ΚΠολΔ, ως αίτηση και απηύθυναν ενώπιον του Εφετείου (Λάρισας κατά του Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "Δημοτική Τουριστική Επιχείρηση Δήμου Βόλου", επικαλούμενοι σύναψη εργολαβίας του αναφερομένου έργου και ζήτησαν να αναγνωρισθεί, ότι η καθ' ης οφείλει να τους καταβάλει το συνολικό ποσό των 326.409,21 ευρώ, για την πληρωμή του 6ου και 7ου λογαριασμών - πιστοποιήσεων ως εργολαβικό αντάλλαγμα για τις αναφερόμενες εργασίες, που εκτέλεσε, πέραν των συμφωνημένων με την ανωτέρω σύμβαση εργολαβίας.
Το Εφετείο Λάρισας (σε πενταμελή σύνθεση) με την αριθμ. 721/2006 απόφασή του, απέρριψε την άνω "αίτηση" (την οποία χαρακτήρισε ως προσφυγή) ως απαράδεκτη με την αιτιολογία, ότι οι προσφεύγοντες είχαν ασκήσει προηγουμένως τις από 08-02-2000 και 11-07-2000 (δύο) προσφυγές τους ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Λάρισας με το ίδιο περιεχόμενο, ήτοι για την πληρωμή των ανωτέρω λογαριασμών- πιστοποιήσεων, επί των οποίων εκδόθηκαν οι αριθμ. 467/2002 και 468/2002 αντιστοίχως αποφάσεις του ως άνω Διοικητικού Δικαστηρίου απερρίφθησαν λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας αυτού, από του χρόνου δε δημοσίευσης αυτών, ήτοι την 28-08-2002 μέχρι την άσκηση της ένδικης προσφυγής με την κατάθεση αυτής στις 10-07-2003 και την επίδοσή της στις 23-7-2003, παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της οριζόμενης δίμηνης αποσβεστικής προθεσμίας για την άσκησή της, σύμφωνα με τη γενική διάταξη του άρθρου 263 ΑΚ, σε συνδυασμό με τις ειδικές διατάξεις των άρθρων 12 και 13 του Ν. 1418/1984 περί Δημοσίων Έργων, όπως τροποποιήθηκαν με το άρθρο 3 του Ν. 2229/1994 και αντικαταστάθηκαν με το άρθρο 2940/2001, που ορίζουν δίμηνη ανατρεπτική προθεσμία προς άσκηση προσφυγής, η οποία αρχίζει από τη δημοσίευση της απόφασης του Δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε για μη ουσιαστικούς λόγους η προηγούμενη προσφυγή.
Κατά της πιο πάνω με αριθμό 721/2006 τελεσίδικης απόφασης η αντίδικος Κοινοπραξία και τα δύο μέλη της άσκησαν στον Άρειο Πάγο την από 10-07-2007 αίτηση αναίρεσης. Επί της αιτήσεως αυτής εκδόθηκε η με αριθμό 2098/2009 απόφαση του Α1 Πολιτικού Τμήματος του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου με την οποία και για τους διαλαμβανόμενους σ' αυτή λόγους αναιρέθηκε η με αριθμό 721/21-7-2006 απόφαση του Εφετείου Λάρισας. Το Εφετείο Λάρισας με την με αριθμό 436/2012 απόφασή του, που εκδόθηκε επί της με αριθμό κατ. 806/16.7.2003 αίτησης των αντιδίκων μετά την αναίρεση της με αριθμό 721/21-7-2006, απέρριψε αυτή ως απαράδεκτη, διότι ασκήθηκε μετά την παρέλευση δύο μηνών από την επίδοση των ανωτέρω 467/2002 και 468/2002 απορριπτικών αποφάσεων.
Συνεπώς με την κρινόμενη αγωγή που ασκήθηκε μετά το πέρας της πενταετίας δεν υπήρξε με αυτήν διακοπή της παραγραφής και ως εκ τούτου η αξίωση της ενάγουσας έχει παραγραφεί. Σύμφωνα λοιπόν με τα ανωτέρω πρέπει να γίνει δεκτή η ένσταση παραγραφής που πρότεινε το εναγόμενο, που λαμβάνεται άλλωστε υπόψη και αυτεπαγγέλτως, ως ουσιαστικά βάσιμη |».
Συνακόλουθα, το Εφετείο, απέρριψε την ένδικη αγωγή, κατά την κύρια βάση της, ως ουσιαστικά αβάσιμη. Έτσι, που έκρινε το Εφετείο και δέχθηκε ότι η παραγραφή των ενδίκων αξιώσεων της ήδη αναιρεσείουσας, ενάγουσας, η οποία αφετηριάσθηκε στις 11-06-2000, με την, αυτοδίκαιη, οριστική παραλαβή του ενδίκου έργου, δεν διεκόπη με την άσκηση της από 10-07-2003 αγωγής της, που επιδόθηκε στις αντιδίκους της στις 23-07-2003, γιατί απορρίφθηκε, τελεσίδικα, ως απαράδεκτη, με την, προηγούμενη, με αριθμό 436/2012, απόφασή του, που δημοσιεύθηκε στις 10-10-2012, με την αιτιολογία ότι ασκήθηκε μετά την παρέλευση δύο μηνών από την επίδοση των 467/2002 και 468/2002 απορριπτικών αποφάσεων του Διοικητικού Εφετείου Λάρισας και η ένδικη, από 28-05-2014 αγωγή της, ασκήθηκε μετά τη συμπλήρωση της προβλεπόμενης, από τις αναφερόμενες στη νομική σκέψη της παρούσας διατάξεις, πενταετούς παραγραφής, η οποία αφετηριάσθηκε, σύμφωνα και με τα αναφερόμενα στο αναιρετήριο δικόγραφο, στις 11-06-2000, χωρίς μέχρι τότε (άσκηση ένδικης αγωγής) να μεσολαβήσει διακοπτικό γεγονός αυτής και τέτοιο δεν συνιστά η άσκηση της προηγούμενης αγωγής της, καθώς και οι διαδικαστικές πράξεις, που επακολούθησαν αυτής, μέχρι την τελεσίδικη απόρριψή της, ως απαράδεκτης, δεν παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, τις προαναφερθείσες ουσιαστικές διατάξεις και ιδίως αυτές των άρθρων 263 ΑΚ, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 13 Ν. 1418/1984.
Συνακόλουθα, το Εφετείο, δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, που του αποδίδει με το μοναδικό λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, η αναιρεσείουσα, με τον οποίον υποστηρίζει ότι η υπόψη παραγραφή, διακόπηκε με την άσκηση της προηγούμενης, από 10-07-2003, αγωγής της και τις διαδικαστικές πράξεις των διαδίκων και του δικαστηρίου, που επακολούθησαν αυτής μέχρι τη δημοσίευση της τελεσίδικης 436/2012 απόφασης του ίδιου (δευτεροβάθμιου) Δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε αυτή ως απαράδεκτη, γιατί μεταξύ όλων αυτών των διαδικαστικών πράξεων, μέχρι και την άσκηση της ένδικης αγωγής, δεν παρεμβάλλονται χρονικά διαστήματα που υπερβαίνουν την πενταετία, είναι αβάσιμος.
[III] Επομένως, αφού δεν υπάρχει, προς έρευνα, άλλος αναιρετικός λόγος, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και, να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, που ηττήθηκε, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που υπέβαλαν χωριστές προτάσεις, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματος αυτών (άρθρα 106, 176, 183 και, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται, ειδικότερα, στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 21-12-2018 αίτηση αναίρεσης της 71/2017 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Λάρισας.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ για κάθε μία.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 21 Ιανουαρίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 6 Μαΐου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ