Supreme Court dismisses appeal against lower court's rejection of nuisance claim due to lack of legal basis in reasoning.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed the appeal by dismissing the appeal filed by the third appellant, A. S. of I., who withdrew her request before the oral hearing began. The court rejected the appeals filed by G. S. of I. and B. wife of G. S., finding the lower court's decision lacked legal basis because it failed to address specific evidentiary points regarding the alleged nuisance. Consequently, the court declared the proceedings void regarding the third appellant and dismissed the appeals against the other two appellants while ordering them to pay the legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 294, 295 para.1, 297, 299 of the Code of Civil Procedure; Article 559 no.19 of the Code of Civil Procedure; Article 561 para.1 of the Code of Civil Procedure: An appeal is deemed not filed if the appellant withdraws before the oral debate, rendering the proceedings void for that party; a judgment lacks legal basis if its reasoning omits essential arguments regarding evidence or facts, necessitating its rejection as inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 560 / 2012 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 560/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Ερωτόκριτο Καλούδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Δεκεμβρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Γ. Σ. του Ι., κατοίκου ..., 2. Β. συζ. Γ. Σ., το γένος Ι. Γ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παναγή Καππάτο.
Των αναιρεσίβλητων: 1. Ε. Σ. του Χ. και 2. Ο. Σ. του Σ.-Α., κατοίκων ..., οι οποίοι παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Λεκέα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-11-2005 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κεφαλληνίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 82/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 303/2010 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 28-6-2010 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ερωτόκριτος Καλούδης ανέγνωσε την από 28-11-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από τις διατάξεις των άρθρων 294, 295 παρ.1, 297, 299 ΚΠολΔ., που εφαρμόζονται, σύμφωνα με το άρθρο 573 παρ.1 του ίδιου Κώδικα, και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, προκύπτει ότι ο αναιρεσείων, μπορεί με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή με δικόγραφο που επιδίδεται στον αντίδικο του παραιτουμένου να παραιτηθεί από το δικόγραφο της αναίρεσης χωρίς τη συναίνεση του αναιρεσιβλήτου, πριν προχωρήσει η προφορική συζήτηση της ουσίας της υπόθεσης, η παραίτηση δε αυτή έχει ως αποτέλεσμα ότι η αναίρεση θεωρείται πως δεν ασκήθηκε και η δίκη κηρύσσεται καταργημένη ως προς το διάδικο για τον οποίο έγινε η παραίτηση. Στην προκείμενη περίπτωση, η τρίτη αναιρεσείουσα (Α. Σ. του Ι., χήρα Α. Λ.) με το από 2-12-2011 δικόγραφο που κατατέθηκε την ίδια ημέρα στο κατάστημα του Αρείου Πάγου και επιδόθηκε στους αναιρεσιβλήτους στις 5-12-2011 (εκθέσεις επίδοσης 8554 Β και 8555 Β/5-12-2011 του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ...), παραιτήθηκε νομότυπα, πριν από την έναρξη της συζήτησης, από το δικόγραφο της από 28-6-2010 αίτηση για αναίρεση της 303/2010 απόφασης του Εφετείου Πατρών.
Συνεπώς, ως προς αυτήν το άνω δικόγραφο θεωρείται πως δεν ασκήθηκε και ο Άρειος Πάγος αποφαίνεται καταργημένη τη δίκη.
ΙΙ. Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ.19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρεται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε τα εξής: "Το επίδικο ακίνητο είναι ένα αγροτεμάχιο, εκτάσεως 4.049,24 τ.μ., το οποίο βρίσκεται στη Θέση "Καμίνια" ή "Ποταμάκια" της κτηματικής περιφέρειας Σκάλας της Πρώην ομώνυμης Κοινότητας και ήδη του Δήμου Ελειού - Πρόννων του Νομού Κεφαλληνίας και εμφαίνεται στο από Μαρτίου 2005 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Ι.
Γ. με τα κεφαλαίο αλφαβητικό γράμματα Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τα Υ Φ Χ Ψ Ω Α1 Β1 Γ1 Δ1 Α και συνορεύει βορειοδυτικά με ιδιοκτησία του πρώτου και της δεύτερης των εναγομένων, βόρεια και βορειανατολικά με νεραύλακα, νοτιοανατολικά και βορειοανατολικά με ιδιοκτησία κληρονόμων Γ. Σ. και με ιδιοκτησία του πρώτου και της τρίτης των εναγομένων και νοτιοδυτικά με αγροτικό δρόμο.
Το αγροτεμάχιο αυτό ανήκε κατά κυριότητα στο Μ. Σ. του Σ., απώτερο δικαιοπάροχο των εναγόντων. Ειδικότερα δυνάμει του υπ' αριθμ. .../11-12-1957 διανεμητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αργοστολίου Χαραλάμπους Ταυλού, που μεταγράφηκε νόμιμα, τα τέκνο του αποβιώσαντος το έτος 1935 Σ. Σ. του Ν., Χ. Σ., πατέρας της πρώτης των εναγόντων και παππούς του δευτέρου εξ αυτών, Κ.
Σ., Γ. Σ. και ο ως άνω Μ. Σ. διένειμαν την πατρική τους περιουσία, εκ της εν λόγω δε διανομής στον τελευταίο περιήλθε "το χωράφι μαζί με δύο ημεροδούλεια αμπέλι στη θέση Ποταμάκια, δύο στρεμμάτων, οριοθετούμενο γύρωθεν με θάλασσα, Γ. Σ. και Π. Σ.". Το ακίνητο αυτό, το οποίο οριοθετήθηκε από το Μ. Σ. με πέτρες και ασκινοκάρες μετά την ως άνω διανομή, ταυτίζεται με το επίδικο και αποτελεί το μεσαίο τμήμα μεγαλύτερης έκτασης που ανήκε παλιά, πάντως πριν το έτος 1835, στο Σ.
Σ. του Ν., παππού εκ πατρός της πρώτης των εναγόντων και στα αδέλφια του Η. και Χ. Σ. του Ν.. Μέχρι το έτος 1953 το επίδικο ακίνητο νότια συνόρευε με θάλασσα. Το εν λόγω έτος στο νότιο Τμήμα αυτού, στο οποίο υπήρχε αμπέλι, διανοίχθηκε αγροτικός δρόμος, παράλληλα με τη θάλασσα, καλλιεργείτο δε το αμπέλι αυτό, καθώς και το υπόλοιπο επίδικο με σιτάρι και δημητριακά, ως το έτος 1950.
Έκτοτε το επίδικο ακίνητο παρέμεινε ακαλλιέργητο. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο Μ. Σ., ο οποίος ήταν άγαμος, δώρησε το έτος 1968 άτυπο το επίδικο ακίνητο στον αδελφό του Χ. Σ., πατέρα της πρώτης των εναγόντων και παππού του δευτέρου. Έκτοτε ο Χ. Σ. νεμήθηκε το επίδικο ακίνητο με διάνοια κυρίου συνεχώς και αδιαλείπτως, ασκώντος σ' αυτό όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση και τον προορισμό του διακατοχικές πράξεις αυτοπροσώπως ή δι' αντιπροσώπων, ιδίως της συζύγου του Ν.
Σ. και του μάρτυρος Γ. Γ., μέχρι τις 23-12-1973, που απεβίωσε. Ειδικότερα επισκέπτετο αυτό και επέβλεπε τα όριά του, όπως αυτά είχαν καθορισθεί από τον αδελφό του Μ. Σ., απογόρευε επεμβάσεις σ' αυτό και επέτρεπε στους συγχωριανούς του, όπως στο Χ. Μ. του Γ. να βόσκουν τα ζώα τους σ' αυτό. Ο Χ. Σ., ο οποίος απεβίωσε στις 23-12-1973, κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από την πρώτη των εναγόντων, θυγατέρα του, κατά ποσοστό 3/4 εξ αδιαιρέτου και από τη σύζυγό του Ν.
Σ., κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου, οι οποίες από την επαγωγή της κληρονομίας σ' αυτές, νεμήθηκαν το επίδικο με διάνοια συγκυρίου συνεχώς και αδιαλείπτως μέχρι το Δεκέμβριο 1998 η πρώτη και μέχρι 2-6-1999, που απεβίωσε η δεύτερη, ασκώντας σ' αυτό τις ίδιες ως άνω διακατοχικές πράξεις αυτοπροσώπως ή δι' αντιπροσώπων, ιδίως του μάρτυρος Γ.
Γ.. Εξ άλλου η Ν. χήρα Χ. Σ. με την από 5-2-1994 ιδιόγραφη διαθήκη, που δημοσιεύθηκε νόμιμα με το υπ' αριθμ. 1899/8-4-2005 πρακτικό του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και κηρύχθηκε κυρία με το υπ' αριθμ. 722/8-4-2005 πρακτικό του ιδίου Δικαστηρίου, κατέλιπε το 1/4 εξ αδιαιρέτου του επίδικου ακινήτου στο δεύτερο των εναγόντων εγγονό της, ο οποίος αποδέχθηκε την κληρονομία με την υπ' αριθμ. .../3-11-2005 πράξη αποδοχής κληρονομίας του συμβολαιογράφου Αθηνών Γεωργίου Κονταρούδα, που μεταγράφηκε νόμιμα.
Για την άσκηση των ως άνω πράξεων νομής επί του επιδίκου από την πρώτη των εναγόντων, τη μητέρα της Ν. χήρα Χ. Σ. και τον άμεσο δικαιοπάροχό τους Χ. Σ. του Σ., βεβαιώνουν σι μάρτυρες αποδείξεως Γ. Γ. και Ι. Χ. στις προαναφερόμενες υπ' αριθμ. 11378/5-3-2007, 3879/5-3-2007 ένορκες βεβαιώσεις, αντιστοίχως, οι οποίοι έχουν ιδία αντίληψη των γεγονότων και οι καταθέσεις τους κρίνονται πειστικές, αφού ο πρώτος εξ αυτών είναι κάτοικος Σκάλας Κεφαλληνίας, ο δε δεύτερος εργάστηκε στην Κεφαλλονιά έως το έτος 1958 κα έκτοτε πήγαινε διακοπές σ' αυτή και επισκέπτετο το επίδικο μαζί με τη Ν.
Σ. κα την οικογένειά της, με την οποία τον συνέδεε μακροχρόνια φιλία. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι οι εναγόμενοι περί τα τέλη Δεκεμβρίου 1998 εντελώς αυθαίρετα περιέφραξαν το επίδικο καθ' όλο το μήκος της πλευράς του που συνορεύει με αγροτικό δρόμο και το ενσωμάτωσαν στα δικά τους όμορα ακίνητα. Επίσης φύτεψαν σ' αυτό ελαιόδενδρα και κλήματα και το καλλιεργούν με δημητριακά, προβάλλοντας ίδια δικαιώματα επ' αυτού.
Ο πρώτος και η δεύτερη των εναγομένων ισχυρίστηκαν με τις προτάσεις τους ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου ότι είναι συγκύριοι, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου έκαστος, του περιγραφόμενου τμήματος του επιδίκου, εμβαδού 3.457,54 τ.μ., το οποίο αποτελεί τμήμα μεγαλύτερου ακινήτου τους εμβαδού 4.285,04 τ.μ. και ότι τη συγκυριότητα απέκτησαν αφ' ενός παραγώγως δυνάμει του υπ' αριθμ. .../13-4-1996 πωλητηρίου συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αργοστολίου Νίκης Ρασσιά, που μεταγράφηκε νόμιμα, αφετέρου πρωτοτύπως με έκτακτη χρησικτησία, διότι το νεμήθηκαν με διάνοια κυρίου από το έτος 1996 μέχρι την άσκηση της αγωγής και πριν από αυτούς ο άμεσος δικαιοπάροχός τους Ι.
Σ., πατέρας του πρώτου και πεθερός της δεύτερης, ο οποίος απέκτησε την κυριότητα αυτού με έκτακτη χρησικτησία, αναδρομικά από το έτος 1960 με διάνοια κυρίου, συνεχώς και αδιαλείπτως, ασκώντας σ' αυτό τις προσιδιάζουσες στη φύση του πράξεις νομής. Ειδικότερα ο Ι. Σ. επιστατούσε σε αυτό, καλλιεργούσε έως το έτος 1970 σταφίδα, παραχωρούσε τη χρήση του στους αναφερόμενους βοσκούς για τη βόσκηση των ζώων τους, περιέφραξε το έτος 1973, που διανοίχθηκε ο παραλιακός δρόμος, τη νότια πλευρά αυτού με σιδερένιους πασάλους και σύρμα, από το έτος 1980 καλλιεργούσε το νότιο τμήμα αυτού με κηπευτικά και το υπόλοιπο τμήμα καθάριζε από τα άγρια χόρτα, το έτος 1993 αντικατέστησε την ως άνω περίφραξη και περιέφραξε αυτό από όλες τις πλευρές του, πλην των πλευρών που εφάπτοντο με το ρέμα και το Χ.
Σ. και φύτεψε σ' αυτό δεκάδες οπωροφόρα δένδρο και ελαιόδενδρα, από τα οποία συνέλεγε τους καρπούς, ενώ οι ίδιοι καλλιεργούσαν τα οπωροφόρα δένδρα και ελαιόδενδρα που φύονται σ' αυτό και συνέλεγαν τους καρπούς τους. Επίσης ο πρώτος και τρίτη των εναγομένων ισχυρίσθηκαν ότι είναι συγκύριοι κατά ποσοστό 1/10 εξ αδιαιρέτου ο πρώτος και 9/10 εξ αδιαιρέτου η Τρίτη του περιγραφόμενου τμήματος του επιδίκου, εμβαδού 511,68 τ.μ., το οποίο αποτελεί τμήμα μεγαλύτερου ακινήτου τους, εμβαδού 1.800 τ.μ.
και ότι τη συγκυριότητα απέκτησαν αφ' ενός παραγώγως δυνάμει του υπ' αριθμ. .../8-6-1999 πωλητηρίου συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αργοστολίου Άννας Κεκάτου, που μεταγράφηκε νόμιμα, αφετέρου πρωτοτύπως με έκτακτη χρησικτησία, διότι το νεμήθηκαν με διάνοια κυρίου από το έτος 1999 μέχρι την άσκηση της αγωγής Και πριν από αυτούς ο άμεσος δικαιοπάροχός τους Χ.
Σ. αναδρομικά από το έτος 1972 με διάνοια κυρίου, συνεχώς και αδιαλείπτως, ασκώντας σ' αυτό τις προσιδιάζουσες στη φύση του πράξεις νομής. Ειδικότερα επιστατούσε σ' αυτόν και το παραχωρούσε στον αναφερόμενο βοσκό για βόσκηση των ζώων τους και το περιέφραξε το έτος 1993, όταν ο Ι. Σ. περιέφραξε το συνεχόμενο ακίνητό του, ενώ οι ίδιοι επιστατούσαν σ' αυτό, το καθάριζαν από τα άγρια χόρτα και το καλλιεργούσαν κηπευτικά, ότι ο πωλητής Χ.
Σ. απέκτησε την κυριότητα αυτού πρωτοτύπως δυνάμει της υπ' αριθμ. .../4-8-1995 πράξεως αποδοχής κληρονομίας του συμβολαιογράφου Πειραιώς Βασιλείου Πετράτου, που μεταγράφηκε νόμιμα, αλλά και με έκτακτη χρησικτησία. Οι ισχυρισμοί αυτοί, οι οποίοι αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, καθόσον ο χρόνος της νομής που περιέχεται στην αγωγή δεν είναι επαρκής για τη συμπλήρωση διπλής χρησικτησίας (Α.Π. 1589/2008 Ελλ.
Δνη 49.1455), δεν αποδείχθηκαν βάσιμοι από τα ως άνω αποδεικτικά στοιχεία. Οι καταθέσεις των μαρτύρων ανταποδείξεως, όσον αφορά την άσκηση των ως άνω πράξεων νομής επί του πρώτου τμήματος του επιδίκου, εμβαδού 3.457,54 τ.μ. εκ μέρους του άμεσου δικαιοπαρόχου του πρώτου και δεύτερης των εναγομένων Ι. Σ., δεν κρίνονται πειστικές, καθόσον έρχονται σε αντίθεση με το προαναφερθέν υπ' αριθμ. .../13-4-1996 πωλητήριο συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αργοστολίου Νίκης Ρασσιά, στο οποίο αναφέρεται ότι ο Ι.
Σ. κατέστη κύριος του μεγαλύτερου ακινήτου, το οποίο πώλησε στους ως άνω εναγομένους, "από άτυπη διανομή που έγινε περίπου το έτος 1933 και από χρησικτησία, δηλαδή με συνεχή νομή και κατοχή που ασκεί σε αυτό από το έτος 1933 περίπου", με τις προσκομιζόμενες από τους ενάγοντες φωτογραφίες του επιδίκου, έτους 1979, στις οποίες ουδεμία περίφραξη παρατηρείται στο νότιο τμήμα αυτού, καθώς και από τις προσκομιζόμενες από τους εναγομένους πρόσφατες φωτογραφίες του επιδίκου, στις οποίες δεν φαίνονται στο νότιο τμήμα του οπωροφόρα δένδρα και ελαιόδενδρα μεγάλης ηλικίας, αφού κατά τους ισχυρισμούς των τελευταίων αυτά φυτεύτηκαν το έτος 1993 και η αγωγή συζητήθηκε στις 27-3-2007.
Επίσης η κατάθεση του μάρτυρος ανταποδείξεως, που εξετάστηκε στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, όσον αφορά την άσκηση των ως άνω πράξεων νομής επί του δεύτερου τμήματος του επιδίκου, εμβαδού 511,68 τ.μ., το οποίο αποτελεί το βορειοανατολικό τμήμα αυτού, εκ μέρους του πρώτου και της τρίτης των εναγομένων, καθώς και από τον άμεσο δικαιοπάροχό τους Χ.
Σ. του Γ., ο οποίος πώλησε σ' αυτούς μεγαλύτερο ακίνητο, εμβαδού 1.800 τ.μ., δεν κρίνεται πειστική, καθόσον αναιρείται από τις καταθέσεις των μαρτύρων αποδείξεως, ενώ σι λοιποί μάρτυρες ανταποδείξεως ουδέν καταθέτουν περί της ασκήσεως των εν λόγω πράξεων νομής. Εξ άλλου εξ ουδενός αποδεικτικού στοιχείου προέκυψε ότι το ως άνω τμήμα του επίδικου ακινήτου περιλαμβάνεται στο ακίνητο, στη θέση "Ποταμάκια", εκτάσεως 3.500 τ.μ., που περιήλθε στο Χ.
Σ. του Γ. δυνάμει της προαναφερθείσας υπ' αριθμ. .../4-8-1995 πράξεως αποδοχής κληρονομίας. Τα ανωτέρω ενισχύονται και εκ του γεγονότος ότι στις 18-10-1999 και 27-11-2000 αγωγές των κληρονόμων του Γ. Σ. του Δ., ομόρων συνιδιοκτητών, προς τα νοτιοανατολικά και βορειοανατολικά, του προαναφερόμενου τμήματος του επιδίκου, που άσκησαν ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αργοστολίου κατά του πρώτου και τρίτης των εναγομένων και του άμεσου δικαιοπαρόχου τους Χ.
Σ. του Γ., αναφέρουν ότι το αγροτεμάχιό τους συνορεύει με ιδιοκτησία Χ. Σ.. Με βάση τα όσα εκτίθενται ανωτέρω σι εναγόμενοι δεν κατέστησαν συγκύριοι των προαναφερόμενων τμημάτων του επιδικου ακινήτου, αφού οι δικαιοπάροχοί τους δεν είχαν καταστεί κύριοι αυτών με έκτακτη χρησικτησία, ο δε Χ. Σ. του Γ., όσον αφορά το δεύτερο εξ αυτών, ούτε με παράγωγο τρόπο.
Τέλος ο επικουρικά προβαλλόμενος ισχυρισμός των εναγομένων ότι η άσκηση του ένδικου δικαιώματος των εναγόντων είναι καταχρηστική, διότι από την πραγματική κατάσταση που δημιουργήθηκε στο επίδικο ακίνητο με την άσκηση των προαναφερόμενων πράξεων νομής από τους ίδιους και τους δικαιοπαρόχους τους, όπως αυτές αναλύονται στους ως άνω ισχυρισμούς τους, χωρίς ποτέ να ενοχληθούν από κανένα, δημιουργήθηκε σ' αυτούς η πεποίθηση ότι σι ενάγοντες δεν θα ασκήσουν οποιοδήποτε αξίωση, η δε ικανοποίηση της ένδικης αξίωσής τους θα έχει επαχθείς οικονομικές και συναισθηματικές συνέπειες γι' αυτούς, ο οποίος συνιστά την ένσταση του άρθρου 281 Α.Κ., είναι με βάση τα ως άνω αποδειχθέντα πραγματικό περιστατικά απορριπτέος ως κατ' ουσίαν αβάσιμος.
Εν όψει των προεκτεθέντων οι ενάγοντες είναι συγκύριοι του επίδικου ακινήτου κατά ποσοστό 3/4 εξ αδιαιρέτου η πρώτη και 1/4 εξ αδιαιρέτου ο δεύτερος". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχτηκε την έφεση των ήδη αναιρεσιβλήτων εναγόντων κατά της εκκαλούμενης απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, το οποίο είχε απορρίψει την ένδικη διεκδικητική ακινήτου αγωγή των αναιρεσιβλήτων, και, αφού εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και κράτησε την υπόθεση και τη δίκασε κατ' ουσίαν, δέχτηκε ως βάσιμη και κατ' ουσίαν την εν λόγω αγωγή. 'Ετσι, που έκρινε το Εφετείο, διέλαβε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς την άσκηση νομής στο επίδικο από μέρους των αναιρεσιβλήτων και των δικαιοπαρόχων τους από το έτος 1957 και έκτοτε συνεχώς και μέχρι το Δεκέμβριο του έτους 1998, που οι εναγόμενοι και ήδη αναιρεσείοντες αυθαίρετα περιέφραξαν το επίδικο και το ενσωμάτωσαν στα δικά τους όμορα ακίνητα, δηλαδή συνεχώς για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των είκοσι ετών, και την απόκτηση, έτσι, από αυτούς -αναιρεσιβλήτους- συγκυριότητας στο επίδικο κατά το πιο πάνω ποσοστό εξ αδιαιρέτου 3/4 και 1/4, αντίστοιχα με έκτακτη χρησικτησία (ΑΚ 1045, 1051).
Επίσης, διέλαβε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς τη μη άσκηση νομής στα πιο πάνω τμήματα του επιδίκου-εμβαδού 3457,54 τ.μ. και 511,68 τ.μ., αντίστοιχα, -από μέρους των αναιρεσειόντων και των δικαιοπαρόχων τους και τη μη απόκτηση, έτσι, από αυτούς συγκυριότητας στα πιο πάνω τμήμα του επιδίκου με παράγωγο τρόπο- τα πωλητήρια πιο πάνω συμβόλαια, .../13-4-1996 και .../8-6-1999 - (άρθρα 1033, 1192 αριθ. 1, 1194 και 1198 ΑΚ) η με έκτακτη χρησικτησία (ΑΚ 1045 και 1051) κατά τα προεκτειθέμενα ποσοστά εξ αδιαιρέτου (1/2 και 1/10 και 9/10) που αυτοί επικαλέστηκαν, καθώς και ως προς την απόρριψη της ένστασής τους από την ΑΚ 281, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων του ΑΚ που αναφέρθηκαν.
Επομένως, ο μοναδικός λόγος της αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Οι περιλαμβανόμενες στον ίδιο αναιρετικό λόγο αιτιάσεις, επίσης, από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ., γιατί το Εφετείο, με το να δεχθεί την ένδικη διεκδικητική του επίδικου ακινήτου αγωγή των αναιρεσιβλήτων, έχοντας στηριχθεί "μονόπλευρα" στα αποδεικτικά μέσα που αυτοί-αναιρεσίβλητοι- επικαλέστηκαν, ενώ με βάση του ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων -εναγομένων και πρωτίστως τα αποδεικτικά μέσα που αυτοί - αναιρεσείοντες- προσκόμισαν με επίκληση, προέκυπτε- όπως άλλωστε και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δέχτηκε- ότι ο απώτερος δικαιοπάροχος των εναγόντων Μ.
Σ., καθώς και ο πατέρας της πρώτης και παππούς του δεύτερου των εναγόντων Χ. Σ., ως έχοντας εγκαταλείψει ο Μ. Σ. από το έτος 1953 το νησί της Κεφαλλονιάς, ταξιδεύοντας ως ναυτικός σε ποντοπόρα πλοία και ο Χ. Σ. μετακομίσει από το παραπάνω έτος στην Πάτρα και στη συνέχεια στην Αθήνα, δεν άσκησαν έκτοτε κάποιες συγκεκριμένες πράξεις νομής στο επίδικο ακίνητο, όπως επίσης και η δικαιοπάροχος του δεύτερου ενάγοντος και μητέρα της πρώτης ενάγουσας, Ν.
χήρα Χ. Σ., αλλά και η ίδια η πρώτη ενάγουσα δεν άσκησαν, όπως αποδείχθηκε, από το έτος 1973 και εφεξής στο επίδικο κάποιες συγκεκριμένες πράξεις νομής, ενώ αντίθετα προέκυψε ότι σε τμήμα του παραπάνω επίδικου ακινήτου, εμβαδού 3457,54 τ.μ. ασκούσε πράξεις νομής με διάνοια αποκλειστικού κυρίου ο πατέρας του πρώτου εναγομένου Ι.
Σ., ο οποίος ήταν μόνιμος κάτοικος της περιοχής όπου βρίσκεται το επίδικο, μέχρι το έτος 1996, οπότε και μεταβίβασε αυτό στον πρώτο και στη δεύτερη των εναγομένων με το .../13-4-1996 συμβόλαιο πώλησης της συμβολαιογράφου Αργοστολίου Νίκης Κυριακάτου-Ρασσιά, το οποίο έχει νόμιμα μεταγραφεί, στο δε υπόλοιπο τμήμα του επίδικου ακινήτου, εμβαδού 511, 68 τ.μ., το οποίο, όπως προέκυψε, αποτελεί τμήμα ευρύτερου ακινήτου, ασκούσε πράξεις νομής ο Γ.
Σ. έως τις 7-3-1972 που αποβίωσε και αμέσως μετά και έως το έτος 1999, ο γιός του Χ. Σ., ο οποίος αποδέχτηκε την επαχθείσα σ' αυτόν κληρονομία του πατέρα του δυνάμει της .../4-8-1995 πράξης αποδοχής κληρονομιάς του συμβολαιογράφου Πειραιά Βασιλείου Πετράτου, που έχει νόμιμα μεταγραφεί, και, επομένως, η ένδικη αγωγή έπρεπε, με βάση τα προεκτιθέμενα, να απορριφθεί, αλλά και με το να μην περιλάβει -το Εφετείο- στην απόφασή του αιτιολογία για την "απόρριψη" των αποδεικτικών μέσων που προσκομίσθηκαν με επίκληση από τους αναιρεσείοντες, καθώς επίσης και για τις μη αμφισβητούμενες φωτογραφίες, τις οποίες οι ίδιοι οι αναιρεσίβλητοι-ενάγοντες προσκόμισαν, που είχαν ληφτεί κατά το μήνα Αύγουστο του έτους 1979, στις οποίες απεικονίζεται το επίδικο με εμφανή τα σημεία προγενέστερης καλλιέργειας, πράγμα που σημαίνει ότι η καλλιέργεια δεν μπορεί να έπαυσε σε χρόνο πριν το έτος 1970, καθώς και για την παραδοχή του Εφετείου, ότι το επίδικο ταυτίζεται με το ακίνητο που αναφέρεται στο διανεμητήριο πιο πάνω- .../11-12-1957- συμβόλαιο εμβαδού δύο στρεμμάτων, το οποίο οι ενάγοντες δεν επικαλούνται ως τίτλο κτήσης κυριότητας στην αγωγή τους, ενώ το ακίνητο αυτό δεν έχει καμία σχέση με το επίδικο, διέλαβε αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα της άσκησης νομής από τους ενάγοντες και τους δικαιοπαρόχους τους, τα όρια του επιδίκου και την ταυτότητά τους, και στέρησε, έτσι, την απόφασή του από τη νόμιμη βάση της, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες, διότι, υπό την επίκληση της παραπάνω πλημμέλειας, πλήττεται αποκλειστικά η αναιρετικά ανέλεγκτη από το δικαστήριο της ουσίας εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αποφαίνεται καταργημένη τη δίκη ως προς την τρίτη αναιρεσείουσα (Α. Σ. του Ι., χήρα Α. Λ.).
Απορρίπτει την από 28-6-2010 αίτηση των 1) Γ. Σ. του Ι. και 2) Β. συζ. Γ. Σ., για αναίρεση της 303/2010 απόφασης του Εφετείου Πατρών.
Καταδικάζει τους ως άνω αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Φεβρουαρίου 2012.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 3 Απριλίου 2012.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ