Legislator Case Law & Legislation
560/2010 AI generated

Supreme Court allows partial appeal on lost profits but dismisses restitution request due to unclear amount calculation.

Case Number 560/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece partially allowed the appeal against a first-instance judgment regarding lost profits while dismissing a separate request for restitution of advance payments. The appellants argued for a specific sum of €24,969.70 paid in partial execution, but the court found the decision to annul only partially and the documents failed to specify which portion of the payment corresponded to the lost profits claim versus other damages. Consequently, the court could not determine the exact amount to be returned, leading to the rejection of the restitution request while ordering the appellant to pay court costs.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559(8) K.Pol.D.; Art. 579(2) K.Pol.D.; Art. 216, 217 K.Pol.D.: An appeal is admissible if the lower court ignored relevant facts, but a request for restitution of advance payments must clearly identify the specific amount attributable to the annulled claim; if the calculation is impossible from the case file, the request is inadmissible.

Keywords

AI generated
partial annulment of judgment restitution of advance payments unclear amount calculation court costs allocation K.Pol.D. appeal provisions

Cited Legislation

AI generated
Art. 559(8) K.Pol.D.
Art. 579(2) K.Pol.D.
Art. 216 K.Pol.D.
Art. 217 K.Pol.D.
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 560 / 2010 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 560/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση, Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη και Σοφία Καραχάλιου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Ιανουαρίου 2010, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαγδαληνή Καρανικόλα και κατέθεσε προτάσεις, 2) ..., 3) ..., οι οποίοι παραστάθηκαν μετά της πληρεξουσίας δικηγόρου τους Μαγδαληνής Καρανικόλα και κατέθεσαν προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Σωτηρίου Νοταρή και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2/4/2006 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκε η 3155/2007 οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 3/4/2008 αίτησή τους και τον από 10/11/2009 πρόσθετο λόγο αυτής.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Σοφία Καραχάλιου ανέγνωσε την από 12/1/2010 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του δευτέρου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως, από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. και την απόρριψη των λοιπών λόγων αυτής και του μόνου προσθέτου λόγου αυτής. Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Φέρονται προς συζήτηση η από 3-4-2008 αίτηση, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 3155/2007 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, και οι από 10-11-2009 πρόσθετοι λόγοι αυτής, που ασκήθηκαν παραδεκτώς, κατ' άρθρον 569§2 του Κ.Πολ.Δ. Επομένως, πρέπει να συνδεκδικασθούν, εν όψει του ότι οι πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως δεν έχουν αυθυπαρξία, αλλά συμπληρώνουν την αίτηση αναιρέσεως και αποτελούν ενιαίο σύνολο με αυτή, και να ερευνηθούν, περαιτέρω, ως προς την ουσιαστική βασιμότητά των.

Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 8 του Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και αν το δικαστήριο, παρά τον νόμο, έλαβε υπ' όψη πράγματα που δεν προτάθηκαν, ή δεν έλαβε υπ' όψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, οι οποίοι θεμελιώνουν, καταλύουν ή παρακωλύουν ουσιαστικό ή δικονομικό δικαίωμα, που έχει ασκηθεί με αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση.

Για να είναι παραδεκτός ο προκείμενος λόγος αναιρέσεως, πρέπει οι ισχυρισμοί αυτοί να είχαν προταθεί νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, το οποίο άλλως δεν μπορούσε να τους λάβει υπ' όψη, να αναφέρεται δε τούτο στο αναιρετήριο. Εξ άλλου, στην ειδική διαδικασία των άρθρων 648 επ. του Κ.Πολ.Δ., κατά την οποία εκδικάζονται διαφορές από μίσθωση πράγματος, οι διάδικοι δεν έχουν υποχρέωση να καταθέσουν προτάσεις, εκτός εάν το δικαστήριο διατάξεις τούτο, συμφώνως προς την διάταξη του άρθρου 649§1 του αυτού Κώδικος.

Από την διάταξη δε αυτή, σε συνδυασμό με την διάταξη του άρθρου 591 του Κ.Πολ.Δ., συνάγεται, ότι οι διάδικοι, σε περίπτωση που υποβάλουν προτάσεις, παρά το γεγονός ότι δεν έχουν υποχρέωση, δεν αποκλείεται μεν να προτείνουν με αυτές οποιοδήποτε καταλυτικό της αγωγής ισχυρισμό, τούτο, όμως, μπορούν να πράξουν μόνον όταν καταθέσουν τις προτάσεις κατά την συζήτηση στο ακροατήριο και γίνει μνεία στα πρακτικά, περί της καταθέσεώς των, καθώς και αναφορά του καταθέσαντος σ' αυτές.

Περαιτέρω, για να ιδρυθεί ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως, θα πρέπει ο ισχυρισμός, που δεν ελήφθη υπ' όψη από το δικαστήριο, να είναι νόμιμος και να ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την διάταξη δε του άρθρου 332§1 του ΑΚ "άκυρη είναι κάθε εκ των προτέρων συμφωνία, με την οποία αποκλείεται ή περιορίζεται η ευθύνη από δόλο ή βαριά αμέλεια".

Από την διάταξη αυτή, η οποία εφαρμόζεται και επί μισθώσεως πράγματος, μετά την κατάργηση του άρθρου 582 ΑΚ (από 21-8-2002), με το άρθρο 2§3 του Ν. 3043/2002, συνάγεται, ότι είναι άκυρη κάθε εκ των προτέρων συμφωνία (ήτοι πριν από την πρόκληση της ζημίας), με την οποία προβλέπεται πλήρης απαλλαγή ή περιορισμός της ευθύνης από δόλο ή βαριά αμέλεια.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., ότι το δικαστήριο δεν έλαβε υπ' όψη τον ισχυρισμό των αναιρεσειόντων-εναγομένων-εκμισθωτών, που προέβαλαν με τις προτάσεις τους, κατά τον οποίο ο ενάγων-μισθωτής δεν δικαιούται αποζημιώσεως, λόγω πραγματικών ελαττωμάτων του μισθίου, σύμφωνα με την απαλλακτική ρήτρα, που περιελήφθη στον υπ' αριθμ. 3 όρο της από 1-12-2004 συμβάσεως μισθώσεως, ότι "ο μισθωτής εξέτασε το μίσθιο και το βρήκε κατάλληλο για το σκοπό που το προορίζει και αναλαμβάνει κάθε ευθύνη για την τυχόν άδεια λειτουργίας που απαιτείται".

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί, ως απαράδεκτος, διότι δεν γίνεται αναφορά στο αναιρετήριο, ότι, για τις προτάσεις, με τις οποίες προεβλήθη ο προαναφερόμενος αυτοτελής ισχυρισμός των εναγομένων-εκμισθωτών, έγινε μνεία στα πρακτικά του δικάσαντος δικαστηρίου (Μονομελούς Πρωτοδικείου), περί της καταθέσεως αυτών, κατά την συζήτηση στο ακροατήριο, καθώς και αναφορά του καταθέσαντος σ' αυτές.

Άλλως, ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί, ως απαράδεκτος, διότι ο ανωτέρω ισχυρισμός, ο οποίος φέρεται, ότι δεν ελήφθη υπ' όψη από το δικαστήριο, δεν ήταν νόμιμος, εφ' όσον αφορούσε σε εκ των προτέρων συμφωνία για πλήρη απαλλαγή των εκμισθωτών-εναγομένων, για την ευθύνη των από δόλο και επομένως σε συμφωνία άκυρη.

Ειδικότερα, ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων, με την ένδικο αγωγή του, όπως προκύπτει από αυτή (άρθρ. 561§2 Κ.Πολ.Δ.), είχε επικαλεσθεί, ότι οι εκμισθωτές-εναγόμενοι εγνώριζαν, κατά την κατάρτιση της συμβάσεως μισθώσεως και την παράδοση του μισθίου σ' αυτόν, την ύπαρξη των πραγματικών ελαττωμάτων, που εκτίθενται σ' αυτήν, συνεπεία των οποίων δεν ήταν δυνατή η έκδοση αδείας λειτουργίας τούτου, ως καταστήματος ειδών εστιάσεως και δολίως τα απέκρυψαν, με αποτέλεσμα την ζημία του, ενώ με την προσβαλλομένη απόφαση έγινε κατά ένα μέρος δεκτή η αγωγή κατ' ουσίαν, ως προς τις αξιώσεις της περί διαφυγόντων κερδών και χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης του ενάγοντος.

Κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αριθμός 19, του Κ.Πολ.Δ. η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και έτσι ιδρύεται ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως και όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του, επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν, στην συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε.

Για το ορισμένο του λόγου αυτού, πρέπει να εκτίθενται στο αναιρετήριο: ο ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση κ.λ.π.) και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωση του, ως προς τον οποίο παρουσιάζεται η έλλειψη, ανεπάρκεια ή αντίφαση, οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως, ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και μάλιστα ενάριθμα, να γίνεται εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου ήτοι αν πρόκειται για ανεπάρκεια αιτιολογίας να καθορίζονται τα περιστατικά που έπρεπε επί πλέον να αναφέρονται, αν δε πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες να καθορίζονται αυτές και σε τι συνίσταται η αντίφαση, ενώ δεν αρκούν οι γενικές εκφράσεις "για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα της αιτιολογίας".

Στην παρούσα περίπτωση, με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια της ελλείψεως νομίμου βάσεως αυτής, "δοθέντος ότι περιέχει ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, επί ζητήματος που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης".

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί, ως αόριστος, διότι δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο ο προταθείς από τους εναγομένους-αναιρεσείοντες ισχυρισμός και τα περιστατικά που τον θεμελίωναν, ως προς τον οποίο υπάρχει ανεπάρκεια και αντίφαση της αιτιολογίας ούτε οι παραδοχές της αποφάσεως, εν σχέσει προς τον ισχυρισμό αυτόν, δεν αναφέρεται και μάλιστα ενάριθμα ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάσθηκε, ενώ δεν καθορίζονται τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία έπρεπε επί πλέον να αναφέρονται ούτε σε τι συνίσταται η αντίφαση.

Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 574-578 ΑΚ συνάγεται ότι, αν κατά την συνομολόγηση της συμβάσεως μισθώσεως πράγματος λείπει η συμφωνηθείσα ιδιότητα του μισθίου ή αν από υπαιτιότητα του εκμισθωτού εξέλιπε αυτή η εμφανίσθηκε ελάττωμα στο μίσθιο, μετά την συνομολόγηση της συμβάσεως ή αν ο εκμισθωτής κατέστη υπερήμερος, ως προς την άρση του πραγματικού ελαττώματος, ο μισθωτής έχει το δικαίωμα, αντί μειώσεως ή μη καταβολής του μισθώματος, να απαιτήσει αποζημίωση για την μη εκτέλεση της συμβάσεως.

Από τις ίδιες δε διατάξεις, σε συνδυασμό με την διάταξη του άρθρου 306 ΑΚ, συνάγεται, ότι ο μισθωτής, στις ανωτέρω περιπτώσεις, έχει, κατ' επιλογή, αγωγή για μείωση ή μη καταβολή του μισθώματος ή αγωγή για αποζημίωση, η οποία περιλαμβάνει κάθε ζημία που βρίσκεται σε πρόσφορο αιτιώδη σύνδεσμο με την ύπαρξη του ελαττώματος ή την έλλειψη της συμφωνημένης ιδιότητας του μισθίου ήτοι τόσον την θετική ζημία όσον και το διαφυγόν κέρδος, κατά τις διατάξεις των άρθρων 297-298 ΑΚ.

Κατά την διάταξη δε του άρθρου 298 ΑΚ, ως διαφυγόν κέρδος λογίζεται εκείνο που προσδοκάται μετά πιθανότητος, κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων ή κατά τις συντρέχουσες ειδικές περιστάσεις και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα που έχουν ληφθεί. Εκ τούτου συνάγεται, ότι περιστατικά τα οποία προσδιορίζουν την προσδοκία ορισμένου κέρδους, με βάση την, κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων, πιθανότητα, καθώς και οι ειδικές περιστάσεις και τα ληφθέντα προπαρασκευαστικά μέτρα πρέπει, κατ' άρθρο 216 Κ.Πολ.Δ., να εκτίθενται στην αγωγή.

Δεν αρκεί, δηλαδή, η αφηρημένη επανάληψη των, ως άνω, εκφράσεων του άρθρου 298 ΑΚ, ούτε η αναφορά του συνολικώς φερομένου ως διαφυγόντος κέρδους, αλλά απαιτείται εξειδικευμένη και λεπτομερής, κατά περίπτωση, μνεία των συγκεκριμένων περιστατικών και μέτρων, που καθιστούσαν πιθανό το κέρδος, ως προς τα επί μέρους κονδύλια αυτών, ώστε να μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο αποδείξεως (Ολ.

ΑΠ 20/1992). Εξ άλλου, από τον συνδυασμό των αυτών, ως άνω, διατάξεων και της διατάξεως του άρθρου 914 του ΑΚ, συνάγεται, ότι η έλλειψη της συμφωνηθείσας ιδιότητας, κατά την συνομολόγηση της συμβάσεως μισθώσεως, ή η ύπαρξη πραγματικού ελαττώματος δεν ιδρύει από μόνη της ευθύνη από αδικοπραξία, κατά την έννοια των διατάξεων του τελευταίου των ανωτέρω άρθρων, αφού χωρίς την συμβατική σχέση της μισθώσεως δεν αποτελεί πράξη παράνομη.

Όταν, όμως, ο εκμισθωτής, ενώ τελεί εν γνώσει της ελλείψεως της συμφωνηθείσας ιδιότητας ή της υπάρξεως του πραγματικού ελαττώματος, αποσιωπά τούτο δολίως, τότε συντρέχουν πρόσθετα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, μαζί με την συμβατική παράβαση, συνθέτουν το πραγματικό της αδικοπραξίας, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 914 ΑΚ, εφ' όσον συνιστούν συμπεριφορά, η οποία αντίκειται στο γενικό καθήκον που επιβάλλει η διάταξη αυτή να μη ζημιώνει κάποιος υπαιτίως άλλον αλλά και ενέχει προσβολή δικαιώματος που αντιτάσσεται κατά του ζημιώσαντος, κάτι το οποίο επομένως αυτός ώφειλε να σεβασθεί.

Στην περίπτωση αυτή πρόκειται για συρροή αξιώσεων από την σύμβαση και την αδικοπραξία. Επί συρροής δε των αξιώσεων, που αποβλέπουν στον ίδιο σκοπό, δηλαδή στην ίδια παροχή, είναι δυνατή η παράλληλη άσκηση όλων των αξιώσεων όχι όμως και η ικανοποίηση αυτών, αφού η ικανοποίηση της μιάς έχει ως αποτέλεσμα την απόσβεση της άλλης, εκτός αν με αυτή ζητείται κάτι περισσότερο, όπως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, από την αδικοπραξία, οπότε σώζεται, ως προς αυτό.

Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 14 του Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και αν το δικαστήριο παρά τον νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό δίκαιο. Μη κήρυξη δε απαραδέκτου, παρά τον νόμο, υπάρχει και όταν το δικαστήριο θεωρεί ορισμένη την ποιοτικώς ή ποσοτικώς αόριστη αγωγή, ήτοι την αγωγή στην οποία δεν εκτίθενται σαφώς τα πραγματικά περιστατικά, που θεμελιώνουν σύμφωνα με τον νόμο το αίτημά της.

Κατά την διάταξη δε του άρθρου 559 αριθμός 1 του Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου εσωτερικού ή διεθνούς. Ο κανόνας παραβιάζεται, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, είτε με ψευδή ερμηνεία, η οποία υπάρχει όταν αποδίδεται στον κανόνα δικαίου έννοια διαφορετική από την αληθινή είτε με μη ορθή εφαρμογή, η οποία συντελείται, όταν εφαρμόζεται κανόνας, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή όταν δεν εφαρμόζεται, ενώ έπρεπε να εφαρμοσθεί, ή όταν εφαρμόσθηκε εσφαλμένως.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., ότι το δικάσαν δικαστήριο, παρά τον νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο, λόγω αοριστίας, την αγωγή, κατά το μέρος που με αυτή εδιώκετο η καταβολή αποζημιώσεως στον ενάγοντα-μισθωτή, για διαφυγόντα κέρδη, σύμφωνα με τον σχετικό ισχυρισμό, που προέβαλαν νομίμως οι εναγόμενοι-αναιρεσείοντες.

Από τα ταυτάριθμα προς την προσβαλλομένη απόφαση πρακτικά (του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών), που επιτρεπτώς επισκοπεί ο Άρειος Πάγος (άρ. 561§2 Κ.Πολ.Δ.), προκύπτει, ότι οι τελευταίοι, κατά την προφορική συζήτηση της υποθέσεως, με δήλωσή των, που καταχωρίσθηκε σ' αυτά, προέβαλαν τον ισχυρισμό, περί αοριστίας της αγωγής, ενώ με την προσθήκη των προτάσεων των, εν σχέσει προς τον ισχυρισμό αυτόν (ο οποίος, επειδή αφορά στην προδικασία, λαμβάνεται υπ' όψη αυτεπαγγέλτως και προτείνεται, επομένως, σε κάθε στάση της δίκης) αναφέρθηκαν ειδικώς στην αοριστία της αγωγής, ως προς την αξίωση του ενάγοντος, περί διαφυγόντων κερδών.

Από το δικόγραφο δε της ενδίκου αγωγής, προκύπτει, ότι, με αυτή, ο ενάγων-αναιρεσίβλητος, αφού επικαλέσθηκε ότι το μίσθιο κατάστημα, το οποίο οι εναγόμενοι εξεμίσθωσαν εις αυτόν, με το από 1-12-2004 ιδιωτικό συμφωνητικό μισθώσεως, προκειμένου να το χρησιμοποιήσει ως κατάστημα ειδών εστιάσεως μέχρι την 1-12-2012, είχε τα αναφερόμενα σ' αυτή πραγματικά ελαττώματα, συνεπεία των οποίων δεν ήταν δυνατή η έκδοση αδείας λειτουργίας αυτού, από την αρμόδια αρχή, και ότι κατόπιν τούτων αυτός κατήγγειλε την μίσθωση την 23-12-2005, ισχυρίσθηκε, ακολούθως, ότι, συνεπεία των ανωτέρω, αυτός για το χρονικό διάστημα μέχρι την 1-12-2012 απώλεσε τα κέρδη, τα οποία, μετά πιθανότητος, κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων, θα απεκόμιζε από την λειτουργία του καταστήματος, αν εξεδίδετο η σχετική άδεια λειτουργίας αυτού.

Τα κέρδη αυτά αποτελούν τον μέσο όρο των κερδών αυτού από την λειτουργία του καταστήματος, κατά τους μήνες Οκτώβριο και Νοέμβριο 2005 (εφ' όσον την 12-12-2005 σφραγίσθηκε), και ανέρχονται στο ποσό των 2014,81 Ευρώ κατά μήνα, εφ' όσον: α) κατά τον μήνα Οκτώβριο 2005, το σύνολο των εσόδων αυτού ανήλθαν σε 5.841,37 Ευρώ και το σύνολο των εξόδων λειτουργίας του καταστήματος (αγορές εμπορευμάτων και άϋλες 207,17 Ευρώ, εκπιπτόμενες δαπάνες και εργοδοτικές εισφορές 1.628,89 Ευρώ, Φ.Π.Α. 517,33 Ευρώ) σε 3.487 Ευρώ και επομένως το σύνολο των κερδών σε 2.353,39 Ευρώ.

β) Κατά τον μήνα Νοέμβριο 2005, το σύνολο των εσόδων αυτού ανήλθαν σε 2.276,72 Ευρώ και το σύνολο των εξόδων λειτουργίας του καταστήματος (αγορές εμπορευμάτων και άϋλες 219,63 Ευρώ, εκπιπτόμενες δαπάνες, μισθοδοσία και εργοδοτικές εισφορές 356,3, Φ.Π.Α. 24,55 Ευρώ) σε 600,48 Ευρώ και επομένως το σύνολο των κερδών σε 1.676,24 Ευρώ.

Επί τη βάσει δε τούτων, ζήτησε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να του καταβάλουν, εις ολόκληρον ο καθένας, το ποσό των 167.229,23 Ευρώ, για το χρονικό διάστημα των 83 μηνών μέχρι της λήξεως της μισθώσεως (2.353,39 €+1.676,24€):2Χ83 μήνες). Υπό τα περιστατικά αυτά, η αγωγή ήταν αόριστος, ως προς την προαναφερόμενη αξίωση, εφ' όσον δεν εξειδικεύονται σ' αυτή τα περιστατικά που καθιστούσαν πιθανό το κέρδος, ως προς τα επί μέρους κονδύλια, ούτε προσδιορίζονται ειδικώς τα τελευταία.

Ειδικότερα, το ποσό των εσόδων αναφέρεται στην αγωγή συνολικώς, για τους αποτελούντες την βάση του υπολογισμού μήνες (Οκτώβριο και Νοέμβριο 2005), χωρίς να προσδιορίζεται το είδος αυτών, οι εργασίες από τις οποίες προέκυπταν καθώς και ο τρόπος με τον οποίο προέκυπταν. Επίσης, το ποσό των εξόδων αναφέρεται συνολικώς, χωρίς να παρατίθενται τα περιστατικά και τα αριθμητικά δεδομένα τα οποία οδηγούν στην εξαγωγή αυτού, ήτοι δεν προσδιορίζονται τα είδη των εμπορευμάτων που ήσαν αναγκαία, οι ποσότητες αυτών και το επί μέρους τίμημα τούτων, σε τι συνίστανται "οι άϋλες αγορές" και οι "εκπιπτόμενες δαπάνες", ποιος ο αριθμός των εργαζομένων και η μισθοδοσία εκάστου τούτων, ώστε να μπορούν οι εναγόμενοι να αμυνθούν και το δικαστήριο να τάξει τις δέουσες αποδείξεις.

Η παραπομπή δε που γίνεται στα επίσημα λογιστικά βιβλία της επιχειρήσεως του ενάγοντος-μισθωτού (με τις ενδείξεις "Ζ" της ταμειακής μηχανής) δεν θεραπεύει την αοριστία και η αγωγή έπρεπε να απορριφθεί συνεπεία αυτής. Επομένως, το δικάσαν δικαστήριο, το οποίο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, θεώρησε ορισμένη την αγωγή, ως προς την ανωτέρω αξίωση, και δεν κήρυξε απαράδεκτο συνεπεία της αοριστίας της, υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ.

και πρέπει ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως να γίνει δεκτός, ως βάσιμος. Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., κατ' ορθή εκτίμηση αυτού, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια της ευθείας παραβιάσεως των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 914 και 932 ΑΚ, ως προς το ζήτημα της επικαλουμένης ηθικής βλάβης του ενάγοντος-μισθωτού.

Με την προσβαλλομένη απόφασή του, όπως προκύπτει από αυτή, το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε, ανελέγκτως, ως αποδειχθέντα, εν σχέσει προς το ανωτέρω ζήτημα, τα κατωτέρω πραγματικά περιστατικά: "...Με το από 1-12-2004 ιδιωτικό συμφωνητικό, εναγόμενοι εκμίσθωσαν στον ενάγοντα ένα ισόγειο κατάστημα, αποτελούμενο από μία αίθουσα επιφανείας 45 τ.μ., κείμενο στο ...

επί των οδών ... και ... προκειμένου να χρησιμοποιηθεί ως κατάστημα με είδη εστίασης. Η διάρκεια της μίσθωσης συμφωνήθηκε για διάρκεια 8 ετών από 1-12-2004 έως 1-12-2012 και το μίσθωμα συμφωνήθηκε στο ποσό των 400 ευρώ τον μήνα για το πρώτο έτος της μίσθωσης. Όπως αναφέρεται στο μισθωτήριο συμβόλαιο ο ενάγων - μισθωτής εξέτασε το μίσθιο και το βρήκε κατάλληλο για το σκοπό, που το προορίζει και ανέλαβε κάθε ευθύνη για την τυχόν άδεια λειτουργίας , που απαιτείται.

Για να επιτύχει την έκδοση άδειας λειτουργίας του μισθίου ως καφενείου ο ενάγων απευθύνθηκε προς την Διεύθυνση Πολεοδομίας του Δήμου Αθηναίων, η οποία με το υπ' αριθμ. πρωτ. 6/3449/16-2-2005 έγγραφο της τον διαβεβαίωσε ότι το μίσθιο, που έχει ανεγερθεί με την υπ' αριθμ. 298/2000 αλλαγή χρήσης οικοδομική άδεια, είναι κύριας χρήσης και μπορεί να χρησιμοποιηθεί για καφενείο.

Στη συνέχεια υπέβαλε αίτηση προς τον Δήμο Αθηναίων για την χορήγηση άδειας λειτουργίας και το Τμήμα Υγειονομικού Ελέγχου του Νομαρχιακού Διαμερίσματος Αθηνών με το υπ' αριθμ. πρωτ. 12928/63/17-6-2005 έγγραφό του έκρινε το μίσθιο κατάλληλο για καφενείο με ανάπτυξη 34 κινητών καθισμάτων στην ισόγεια αίθουσα. Η Διεύθυνση Πολεοδομίας του Δήμου Αθηναίων όμως, με το υπ' αριθμ.

πρωτ. 26384/22-9-2005 έγγραφο της, ανακάλεσε την υπ' αριθμ. 6/3449/2005 ως άνω βεβαίωση της κύριας χρήσης του μισθίου για τον λόγο ότι είχε ανακληθεί η υπ' αριθμ. 298/2000 οικοδομική άδεια αλλαγής χρήσης. Μετέπειτα η Διεύθυνση Αδειών Καταστημάτων του Δήμου Αθηναίων, με το υπ' αριθμ. πρωτ. 405/19-10-2005 έγγραφο της, ανακοίνωσε στον ενάγοντα ότι δεν μπορεί να εκδοθεί άδεια λειτουργίας του μισθίου ως καταστήματος, για τον λόγο ότι η Διεύθυνση Πολεοδομίας ανακάλεσε τη βεβαίωση κύριας χρήσης, που είχε εκδώσει για το μίσθιο.

Ειδικότερα η Διεύθυνση Πολεοδομίας, με την από 10-5-2002 απόφαση της, ανακάλεσε την υπ' αριθμ. 298/2000 οικοδομική άδεια, που αφορούσε αλλαγή χρήσης ισογείου καταστήματος σε καφενείο, για τον λόγο ότι η έκδοση της άδειας στηρίχθηκε σε βεβαίωση ότι επρόκειτο για κατάστημα, ενώ στην πραγματικότητα επρόκειτο για κατοικία (και μάλιστα εν μέρει ρυμοτομούμενη), η οποία είχε αυθαίρετα μετατραπεί σε κατάστημα.

Η αυθαίρετη αλλαγή είχε γίνει το 1996 και σχετικά είχε συνταχθεί η υπ' αριθμ. 18550/1996 έκθεση αυτοψίας της Πολεοδομίας του Δήμου Αθηναίων. Τα ανωτέρω εγνώριζαν οι εναγόμενοι καθόσον ο τρίτος, από αυτούς, με την υπ' αριθμ. πρωτ. 7927/1997 ένστασή του, πρόβαλε αντιρρήσεις κατά της προαναφερόμενης έκθεσης αυτοψίας ισχυριζόμενος ότι το οικόπεδο δεν είναι προσκυρωτέο αλλά οικοδομήσιμο, ότι οι αυθαίρετες εργασίες έγιναν από τον καιρό της διάνοιξης της οδού ..., ότι η αλλαγή χρήσης είχε γίνει προ του ΓΟΚ, οι οποίες όμως απερρίφθησαν.

Επίσης με την υπ' αριθμ. 3024/1998 απόφαση του Τμήματος Αυθαιρέτων - Επικινδύνων της Υπηρεσίας Πολεοδομίας του Δήμου Αθηναίων επιβλήθηκε στον τρίτο εναγόμενο για την αυθαίρετη κατασκευή της αλλαγής χρήσης από οικία σε κατάστημα πρόστιμο ανέγερσης 131.140 δραχμών και πρόστιμο διατήρησης 28.565 δραχμών ετησίως.

Κατά της απόφασης αυτής ο τρίτος εναγόμενος υπέβαλε την υπ' αριθμ. πρωτ. 2727/1998 ένσταση, η οποία απερρίφθη με την υπ' αριθμ. 118/1998 απόφαση του Συμβουλίου Χωροταξίας Οικισμού και Περιβάλλοντος της Νομαρχίας Αθηνών. Ανεξάρτητα όμως από την αυθαίρετη αλλαγή της χρήσης του μισθίου από κατοικία σε κατάστημα το οικόπεδο του μισθίου είχε προσκυρωθεί από το έτος 2003 σε όμορη ιδιοκτησία κυριότητας της εταιρείας με την επωνυμία "ΑΦΟΙ ΚΥΡΙΑΚΟΠΟΥΛΟΙ ΑΕΕΤΒΕ " με την υπ' αριθμ. 8/2003 πράξη προσκυρώσεως και αναλογισμού αποζημιώσεως λόγω ρυμοτομίας ιδιοκτησιών και η άνω εταιρεία κατέθεσε στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων την οφειλόμενη αποζημίωση υπέρ των δικαιούχων και στις 6-7-2005 μετέγραψε την ως άνω πράξη στο Υποθηκοφυλακείο Αθηνών και ούτως κατέστη κυρία της έκτασης επί της οποίας υπήρχε το μίσθιο.

Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι κατά την κατάρτιση της μίσθωσης το μίσθιο είχε πραγματικά ελαττώματα και ειδικότερα α) είχε μετατραπεί αυθαίρετα σε κατάστημα από κατοικία και γι' αυτό είχε ανακληθεί η οικοδομική του άδεια από το 2002 και β) η εδαφική έκταση επί της οποίας ευρίσκετο είχε προσκυρωθεί από το έτος 2003, ότι τα ανωτέρω ήταν γνωστά στους εναγομένους και τα απέκρυψαν από τον ενάγοντα και λόγω των άνω πραγματικών ελαττωμάτων ήταν αδύνατη η έκδοση άδειας λειτουργίας του ως καφενείου δηλαδή ήταν αδύνατη η χρησιμοποίηση του μισθίου σύμφωνα με τη σύμβαση μίσθωσης.

Για όλους αυτούς τους λόγους ο ενάγων με την από 22-12-2005 εξώδικη δήλωση του, που κοινοποιήθηκε στους εναγομένους στις 23-12-2005 κατήγγειλε τη μίσθωση, επιφυλασσόμενος των δικαιωμάτων του αποζημίωσης για την ζημία που έχει υποστεί... Εξάλλου ενόψει της αντισυμβατικής συμπεριφοράς των εναγομένων, οι οποίοι κατά τη σύναψη της μίσθωσης γνώριζαν τα προαναφερόμενα πραγματικά ελαττώματα του μισθίου και τα απέκρυψαν από τον ενάγοντα, και δεν τον ενημέρωσαν ότι ήταν αδύνατη η έκδοση άδειας λειτουργίας του, αφού είχε ανακληθεί η οικοδομική του άδεια, της ταλαιπωρίας στην οποία υπεβλήθη ο ενάγων προστρέχοντας στις δημόσιες υπηρεσίες για να επιτύχει την έκδοση της άδειας λειτουργίας του, της θλίψης, που του προκάλεσε η διακρίβωση της αλήθειας, το Δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να του επιδικασθεί ως χρηματική του ικανοποίηση για την ηθική βλάβη, που υπέστη το ποσό των 8.000 ευρώ)...".

Με βάση τις παραδοχές του αυτές, το δικαστήριο (Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών) δέχθηκε κατά ένα μέρος την αγωγή, ως προς την αξίωση της χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης του ενάγοντος, και επιδίκασε σ' αυτόν το ποσό των 8.000 Ευρώ. Έτσι που έκρινε το δικάσαν δικαστήριο δεν παραβίασε με εσφαλμένη εφαρμογή τις προαναφερόμενες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, εφ' όσον δεν αρκέσθηκε σε στοιχεία λιγότερα των απαιτουμένων για την κατ' άρθρον 914 του ΑΚ έννοια της αδικοπραξίας, που αποτελεί προϋπόθεση της (κατ' άρθρον 932 ΑΚ) χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης.

Ειδικότερα, με την προσβαλλομένη απόφασή του, δέχεται, ότι οι εναγόμενοι ετέλουν εν γνώσει, κατά τον χρόνο της καταρτίσεως της συμβάσεως μισθώσεως, της υπάρξεως των πραγματικών ελαττωμάτων του μισθίου, συνεπεία των οποίων δεν ήταν δυνατή η έκδοση της απαιτουμένη αδείας, για την λειτουργία του ως καταστήματος εστιάσεως, ήτοι:

α) ότι αυτό είχε μετατραπεί αυθαίρετα σε κατάστημα από κατοικία και γι' αυτό είχε ανακληθεί η οικοδομική του άδεια από το έτος 2002 και β) ότι η εδαφική έκταση επί της οποίας ευρίσκετο είχε προσκυρωθεί από το έτος 2003 σε όμορη ιδιοκτησία, και τα απέκρυψαν από τον ενάγοντα μισθωτή, τον οποίον δεν ενημέρωσαν περί αυτών.

Τα πραγματικά δε αυτά περιστατικά (τα οποία εκτίθενται στην ένδικο αγωγή) συνιστούν συμπεριφορά η οποία πληροί το πραγματικό της αδικοπραξίας, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 914 ΑΚ, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στην μείζονα πρόταση και στηρίζουν την διαγνωσθείσα έννομο συνέπεια. Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340, 346 ΚΠολΔ, συνάγεται, ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για το αποδεικτικό πόρισμα, εν σχέσει με τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έχουν ανάγκη αποδείξεως, υποχρεούται να λάβει υπ' όψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν νομίμως οι διάδικοι, χωρίς πάντως να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση εκάστου τούτων.

Η παράβαση της διατάξεως αυτής ιδρύει τον προβλεπόμενο, από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, λόγο αναιρέσεως. Ο λόγος, όμως, αυτός δεν στοιχειοθετείται, όταν η παράλειψη του δικαστηρίου αφορά στη μη αξιολόγηση συγκεκριμένων αποδεικτικών μέσων, τα οποία έλαβε υπ' όψη, σε συνδυασμό με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, διότι με την αιτίαση αυτή πλήττεται η ανέλεγκτη αναιρετικώς εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Επίσης, ο λόγος αυτός απορρίπτεται, ως κατ' ουσίαν αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την απόφαση ότι ελήφθησαν υπ' όψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίσθηκαν από τους διαδίκους και έγινε επίκλησή των. Στην παρούσα περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως, από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια, ότι το δικάσαν δικαστήριο, για τον σχηματισμό της κρίσεώς του, δεν εκτίμησε την από 16-12-2005 απόφαση της Διεύθυνσης Πολεοδομίας του Τμήματος Έκδοσης Οικοδομικών Αδειών, την οποία οι εναγόμενοι είχαν επικαλεσθεί και προσκομίσει, προς απόδειξη του ισχυρισμού των ότι το μίσθιο δεν είχε μετατραπεί αυθαίρετα σε κατάστημα.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί, προεχόντως, ως απαράδεκτος, διότι υπό την επίφαση αυτού πλήττεται η ανέλεγκτη αναιρετικώς από το δικαστήριο της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων. Άλλως, πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος, διότι, με την προσβαλλομένη απόφασή του, όπως προκύπτει από αυτή, το δικαστήριο βεβαιώνει, ότι για την κατάρτιση του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη "όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν".

Από την βεβαίωση δε αυτή, τις αιτιολογίες και το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως, ουδεμία καταλείπεται αμφιβολία, ότι το δικαστήριο έλαβε υπ' όψη και συνεκτίμησε και το προαναφερόμενο έγγραφο.

Κατά την διάταξη του άρθρου 47 του Κ.Πολ.Δ. "απόφαση Πολυμελούς ή Μονομελούς Πρωτοδικείου δεν προσβάλλεται με ένδικο μέσο για το λόγο ότι η υπόθεση ανήκει στην αρμοδιότητα του Ειρηνοδικείου. Το ίδιο εφαρμόζεται αναλόγως και για τις αποφάσεις του Πολυμελούς Πρωτοδικείου σχετικά με τις υποθέσεις που ανήκουν στην αρμοδιότητα του Μονομελούς.

Από την διάταξη αυτή συνάγεται, ότι δεν δημιουργείται λόγος αναιρέσεως, όταν το Μονομελές Πρωτοδικείο δίκασε υπόθεση η οποία ανήκει στην αρμοδιότητα του Ειρηνοδικείου. Επομένως, ο μόνος πρόσθετος λόγος αναιρέσεως, κατά το μέρος του από τον αριθμό 5 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών παρά τον νόμο δέχθηκε ότι είναι καθ' ύλην αρμόδιο και δίκασε την ένδικη διαφορά, η οποία υπήγετο, όπως διατείνονται οι αναιρεσείοντες, στην καθ' ύλην αρμοδιότητα του Ειρηνοδικείου, πρέπει να απορριφθεί, ως απαράδεκτος.

Συναφώς, πρέπει να απορριφθεί, ως απαράδεκτος ο αυτός πρόσθετος λόγος αναιρέσεως, κατά το μέρος του από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. ( πέραν του ανωτέρου απαραδέκτου), ενόψει του ότι η επικαλουμένη έλλειψη αιτιολογίας ανάγεται σε παραβίαση κανόνα δικονομικού δικαίου. Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το προαναφερόμενο κεφάλαιό της (που αφορά στα διαφυγόντα κέρδη του ενάγοντος) και να παραπεμφθεί η υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση (κατά το αυτό κεφάλαιο), στο ίδιο δικαστήριο, εφ' όσον είναι δυνατή η συγκρότηση αυτού, από δικαστές άλλους, εκτός εκείνων που δίκασαν, να καταδικασθεί δε ο αναιρεσίβλητος, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων ( άρ. 176, 183 Κ.Πολ.Δ.).

Κατά την διάταξη του άρθρου 579§2 του Κ.Πολ.Δ., "αν αποδεικνύεται προαποδεικτικώς εκούσια ή αναγκαστική εκτέλεση της απόφαση που αναιρέθηκε, ο Άρειος Πάγος, αν υποβληθεί αίτηση με το αναιρετήριο ή με τις προτάσεις ή με αυτοτελές δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου ως την παραμονή της συζήτησης, διατάζει με την αναιρετική απόφαση την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση".

Η αίτηση, όμως, αυτή είναι ανάγκη, κατά τις διατάξεις των άρθρων 216, 217 του Κ.Πολ.Δ., να προσδιορίζει τις αιτίες για τις οποίες καταβλήθηκαν τα επί μέρους ποσά, που συνθέτουν το συνολικό ποσό που επιδιώκεται, ώστε, στην περίπτωση κατά την οποία η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση αναιρείται κατά ένα μέρος, να είναι εφικτός ο προσδιορισμός του ποσού που θα αποδοθεί.

Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες, με αίτησή των, την οποία υπέβαλαν με τις προτάσεις των (που κατέθεσαν την 19-1-2010), ζητούν να υποχρεωθεί ο αναιρεσίβλητος, να καταβάλει εις έκαστον τούτων το ποσό των 8.323,23 Ευρώ (και συνολικώς το ποσό των 24.969,70 Ευρώ), το οποίο κατέβαλαν σ' αυτόν, σε μερική εκτέλεση της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως (επί τη βάσει της υπ' αριθμ. 2698/2009 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία διατάχθηκε η αναστολή του πλειστηριασμού του εις αυτή ακινήτου της πρώτης τούτων εντόκως νομίμως από της επιδόσεως της αποφάσεως που θα εκδοθεί).Όμως, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, η προσβαλλομένη απόφαση αναιρείται μόνον κατά ένα μέρος και ειδικότερα κατά το κεφάλαιό της που αφορά σε διαφυγόντα κέρδη του ενάγοντος-αναιρεσιβλήτου, ενώ στην αίτηση δεν προσδιορίζεται ποιο ποσό, από το, κατά τα ανωτέρω, καταβληθέν, αφορά στην αξίωση αυτή, για κεφάλαιο, τόκους και έξοδα (εφ' όσον η άλλη αξίωση του αναιρεσιβλήτου, που αφορά σε χρηματική ικανοποίηση αυτού, λόγω ηθικής βλάβης, διατηρείται).

Δεν είναι, δε, εφικτή, από τα στοιχεία της δικογραφίας, ο προσδιορισμός του ποσού που πρέπει να επιστραφεί στους αναιρεσείοντες. Κατόπιν τούτων, η αίτηση αυτή πρέπει να απορριφθεί.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Συνεκδικάζει την από 3-4-2008 αίτηση αναιρέσεως και τους από 10-11-2009 προσθέτους λόγους αυτής.

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 3155/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά το κεφάλαιό της, που αναφέρεται στο σκεπτικό της παρούσας.

Παραπέμπει την υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, κατά το αυτό κεφάλαιο, στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από δικαστή άλλον, εκτός εκείνου που δίκασε, προηγουμένως.

Απορρίπτει την αίτηση, περί επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) Ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Φεβρουαρίου 2010.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 26 Μαρτίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ