Legislator Case Law & Legislation
55/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal and terminates proceedings due to withdrawal of appeal request without consent.

Case Number 55/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by two individuals against a labor dispute judgment, terminating the proceedings entirely. The appellant withdrew the appeal request without the counterparty's consent after the court had not yet held a substantive hearing. Consequently, the court ruled that the appeal was deemed never filed, voiding the entire litigation process without issuing a formal decision on the merits.

Legislator headnote

AI generated

Articles 94, 97, 98, 188, 190, 191, 192, 294, 295, 297, 299, 573 of the Code of Civil Procedure: Withdrawal of an appeal request without the counterparty's consent is admissible only if the court has not proceeded to the substantive hearing; a subsequent withdrawal is inadmissible if the counterparty objects and claims a legal interest in a final judgment.

Keywords

AI generated
withdrawal of appeal consent of counterparty substantive hearing termination of proceedings legal interest Code of Civil Procedure final judgment

Cited Legislation

AI generated
Articles 94, 97, 98, 188, 190, 191, 192, 294, 295, 297, 299, 573 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 180, paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191, paragraph 2 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Case 135/2019
Case 863/2010
Case 3/1997

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 55 / 2024 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 55/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Λουκά Μόρφη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη και Μαρία Χασιρτζόγλου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 1η Φεβρουαρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Π. Κ. του Κ., κατοίκου … και 2) Κ. Μ. του Ν., κατοίκου …, που παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Δημητρίου Ιωαννίδη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις και δήλωσε ότι ο 2ος των αναιρεσειόντων παραιτείται του από 14-4-2019 δικογράφου της αναίρεσης και των από 31-12-2021 πρόσθετων λόγων αυτής.

Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Α. Π. Β. Α." ως καθολικής διαδόχου της "Α. Α..Ξ..Ε.." όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην …, και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Νικόλαου Γαβαλά, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-10-2010 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 3003/2014 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 2842/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητά ο 1ος αναιρεσείων με την από 14-4-2019 αίτησή του και τους από 31-12-2021 πρόσθετους λόγους της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Μαρία Χασιρτζόγλου. Ο πληρεξούσιος του 1ου αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρ. 94 παρ. 1, 97, 98, 188 παρ. 1, 190, 191 παρ. 2, 192, 294, 295 παρ. 1, 297, 299, 573 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο αναιρεσείων μπορεί, με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά συνεδρίασης του δικαστηρίου ή με δικόγραφο που επιδίδεται στον αναιρεσίβλητο, να παραιτηθεί από το δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης χωρίς τη συναίνεση του αντιδίκου του, εφόσον το δικαστήριο δεν προχώρησε στην προφορική συζήτηση της ουσίας της υπόθεσης, ενώ η παραίτηση που γίνεται αργότερα είναι απαράδεκτη, εφόσον ο αναιρεσίβλητος προβάλλει αντίρρηση και πιθανολογεί ότι έχει έννομο συμφέρον η δίκη να περατωθεί με την έκδοση οριστικής απόφασης.

Η παραίτηση από το δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης, για την οποία αρκεί η ύπαρξη γενικής μόνο πληρεξουσιότητας στο πρόσωπο του δικηγόρου του παραιτουμένου, έχει ως αποτέλεσμα, ότι η αίτηση αναίρεσης θεωρείται ,πως δεν ασκήθηκε και η δίκη καταργείται χωρίς να είναι αναγκαία η έκδοση απόφασης που να κηρύσσει την κατάργησή της.

Σε περίπτωση έκδοσης σχετικής απόφασης επιβάλλονται και τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε ο αντίδικος μέχρι την παραίτηση, στα οποία περιλαμβάνεται και η αμοιβή του πληρεξουσίου του δικηγόρου για τη σύνταξη και κατάθεση προτάσεων (ΑΠ 374/2016). Στην προκείμενη περίπτωση, με την υπό κρίση από 14.4.2019 αίτηση των αναιρεσειόντων Π.

Κ. και Κ. Μ., δικάσιμος της οποίας ορίσθηκε η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας, καθώς και τους από 31.12.2021 πρόσθετους λόγους, προσβάλλεται η 2842/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από το οικείο πινάκιο, ο δεύτερος των αναιρεσειόντων παραστάθηκε δια του πληρεξούσιου δικηγόρου του Δημητρίου Ιωαννίδη, ο οποίος, πριν το Δικαστήριο προχωρήσει στην προφορική συζήτηση της ουσίας της υπόθεσης, δήλωσε, ότι ο αναιρεσείων παραιτείται του δικογράφου της αναίρεσης και των προσθέτων λόγων.

Η δήλωση παραίτησης καταχωρήθηκε και στα πρακτικά συνεδρίασης αυτού του Δικαστηρίου. Η αναιρεσίβλητη εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της και κατέθεσε προτάσεις, με τις οποίες ζήτησε την καταδίκη των αναιρεσειόντων στα δικαστικά της έξοδα. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, η αίτηση αναίρεσης θεωρείται ως μη ασκηθείσα για τον δεύτερο των αναιρεσειόντων και πρέπει ως προς αυτόν να κηρυχθεί καταργημένη η δίκη και να καταδικασθεί αυτός στα δικαστικά έξοδα της παρισταμένης αναιρεσίβλητης, η οποία κατέθεσε προτάσεις (ΚΠολΔ 188 παρ. 1, 180).

Από τις διατάξεις των άρθρων 648, 649, 653 ΑΚ, 3 § 2 Ν. 2112/1920, 5 § 1 Ν. 3198/1955 και 1 της υπ' αριθμ. 95 Διεθνούς Συμβάσεως Εργασίας "περί προστασίας του ημερομισθίου", που κυρώθηκε με το Ν. 3248/1955, συνάγεται ότι ως μισθός στη σύμβαση εργασίας θεωρείται κάθε παροχή, την οποία με βάση το νόμο ή τη συμφωνία καταβάλλει ο εργοδότης στον εργαζόμενο ως αντάλλαγμα της παρεχόμενης εργασίας (ΑΠ 830/2019).

Στην περίπτωση ομαδικής ασφάλισης του προσωπικού μιας επιχείρησης από τον εργοδότη, ο οποίος, συνάπτοντας γνήσια σύμβαση υπέρ τρίτου, αναλαμβάνει να καλύπτει αυτός, ολικά ή μερικά, το ασφάλιστρο, η ασφάλιση αυτή, αν αποτελέσει όρο της μεταξύ αυτού και των μισθωτών του εργασιακής σύμβασης, έχει χαρακτήρα μισθολογικής παροχής, η οποία συνίσταται στο δικαίωμα προσδοκίας που αποκτά ο εργαζόμενος ωσότου πληρωθούν οι προϋποθέσεις της σύμβασης ασφαλίσεως για την είσπραξη ενός εφάπαξ χρηματικού ποσού (ΑΠ 1265/2021).

Στην περίπτωση ανώμαλης εξέλιξης της ενοχής, ως γνήσια σύμβαση υπέρ τρίτου (ΑΚ 410, 411), μπορεί ο τρίτος, κατά τους όρους της σύμβασης εργασίας, να στραφεί κατά του δέκτη της υποσχέσεως (εργοδότη), όταν με συμπεριφορά του ο τελευταίος ματαιώνει την καταβολή της παροχής από τον υποσχεθέντα, δηλαδή τον ασφαλιστή‚ και να αξιώσει αποζημίωση.

Τέτοια περίπτωση είναι και αυτή της μη εκπληρώσεως των υποχρεώσεων του εργοδότη έναντι της ασφαλιστικής εταιρείας και λήξεως εντεύθεν της ασφαλιστικής συμβάσεως, ή εκείνη κατά την οποία το εφάπαξ χρηματικό ποσό, που θα εισέπραττε ο τρίτος (εργαζόμενος) από τον ασφαλιστή, περιορίζεται εξαιτίας συμπεριφοράς του εργοδότη, ή ματαιώνεται λόγω της καταγγελίας της σύμβασης από τον εργοδότη, ο οποίος προβαίνει σε αυτήν χωρίς να έχει επιφυλάξει στον εαυτό του το σχετικό δικαίωμα, με συνέπεια να καθίσταται αδύνατη η καταβολή της πρόσθετης αυτής παροχής προς τον μισθωτό από υπαιτιότητα του οφειλέτη-εργοδότη, οπότε ο τρίτος (μισθωτός) δικαιούται να αξιώσει την καταβολή αντίστοιχης αποζημίωσης, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 382, 335, 336α και 338 ΑΚ.

Στην αντίθετη περίπτωση, ο δικαιούχος τρίτος όταν επέλθει η ασφαλιστική περίπτωση αποκτά άμεσο και αυτοτελές δικαίωμα να αξιώσει την υποσχεθείσα παροχή ή αποζημίωση, σε περίπτωση πλημμελούς εκπληρώσεως, απευθείας από τον υποσχεθέντα (ασφαλιστή), στρεφόμενος κατ' αυτού με αγωγή κατ' άρθρο 411 ΑΚ (ΑΠ 1265/2021, 74/2016, 13/2015).

Πριν από τη ματαίωση της παροχής και ωσότου επέλθει η ασφαλιστική περίπτωση, το δικαίωμα του ασφαλισμένου τελεί υπό αναβλητική αίρεση (ΑΚ 201) και ο δικαιούχος έχει το προαναφερθέν δικαίωμα προσδοκίας, το οποίο αποτελεί στοιχείο της περιουσίας του και είναι απαλλοτριωτό (ΑΠ 629/1978, 239/1962). Κατά το άρθρο 207 παρ.1 του ΑΚ η αίρεση θεωρείται ότι πληρώθηκε αν την πλήρωσή της εμπόδισε αντίθετα προς την καλή πίστη εκείνος που θα ζημιωνόταν από την πλήρωσή της.

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι α) με την πλήρωση της αναβλητικής αίρεσης που τέθηκε σε δικαιοπραξία καθίσταται οριστικά ενεργός η δικαιοπραξία αυτή και επέρχονται τα αποτελέσματά της, επομένως δε και ότι β) όποιος ασκεί δικαίωμα από δικαιοπραξία το οποίο εξαρτήθηκε με αυτήν (δικαιοπραξία) από αναβλητική αίρεση, που πληρώθηκε ή που την πλήρωσή της εμπόδισε αντίθετα προς την καλή πίστη εκείνος που θα ζημιωνόταν από την πλήρωση της αίρεσης (πλασματική πλήρωση), αυτός (που ασκεί το δικαίωμα) οφείλει να επικαλεσθεί στην αγωγή του και να αποδείξει τα ανωτέρω περιστατικά της πραγματικής ή πλασματικής πλήρωσης της αίρεσης, από την οποία και γεννάται (εξαρτάται) το δικαίωμά του, ως αποτέλεσμα της υπό αναβλητική αίρεση δικαιοπραξίας, κατά τα προεκτεθέντα.

Για την κατά τα ανωτέρω πλασματική πλήρωση της αίρεσης απαιτείται παρακωλυτική συμπεριφορά του ζημιουμένου από την πλήρωση, και δη πράξη ή παράλειψη, αντιτιθέμενη στην καλή πίστη βάσει των συνθηκών της συγκεκριμένης περίπτωσης, όπου συνεκτιμάται και το ενδεχόμενο πταίσμα, στην περίπτωση δε, ειδικότερα, της παράλειψης, κατά κανόνα δεν θα υφίσταται τέτοια αντίθεση (στην καλή πίστη) αν δεν υπάρχει υποχρέωση προς ενέργεια από το νόμο, τη σύμβαση ή τα συναλλακτικά ήθη (ΑΠ 178/2012), ως χρόνος δε πλασματικής πλήρωσης της αίρεσης θεωρείται αυτός που θα πληρωνόταν η αίρεση, αν δεν είχε μεσολαβήσει η παρακωλυτική συμπεριφορά του ωφελούμενου από τη ματαίωσή της (ΑΠ 122/2014, 1274/1993).

Εάν ο δικαιούχος αντιληφθεί τη ματαίωση της παροχής πριν από το χρόνο επελεύσεως του ασφαλιστικού κινδύνου, δύναται να ασκήσει αγωγή κατά του εργοδότη αιτούμενος να αναγνωρισθεί το δικαίωμά του να αποζημιωθεί, όταν πληρωθεί η αναβλητική αίρεση δηλαδή επέλθει ο ασφαλιστικός κίνδυνος, ή, εάν το ποσό του ασφαλίσματος είναι εκ των προτέρων προσδιορισμένο ή προσδιορίσιμο, να υποχρεωθεί βάσει του άρθρου 69 παρ. 1ε, 2 ΚΠολΔ ο εργοδότης να του καταβάλει ως αποζημίωση το συγκεκριμένο ποσόν μόλις πληρωθεί η αίρεση, ενώ δεν δικαιούται να ζητήσει την καταβολή αποζημιώσεως από τον εργοδότη προώρως προτού πληρωθεί η αίρεση.

Τα ανωτέρω ισχύουν και στην περίπτωση που ο ασφαλιστικός κίνδυνος αφορά την αποχώρηση του δικαιούχου από την εργασία λόγω συνταξιοδοτήσεως και δεν διαφοροποιούνται έστω και εάν το αίτημα καταβολής αποζημιώσεως από τον εργοδότη πριν την αποχώρηση του δικαιούχου επιιχειρείται να θεμελιωθεί με την αγωγή επί ασφαλιστικής αναλογιστικής μελέτης.

Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσιβαλλομένη, δικάζοντας επί εφέσεως που ο αναιρεσείων είχε ασκήσει, από κοινού με άλλους μη διαδίκους στη δίκη αυτή, κατά της 3003/2014 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη.

Κατά την ενδιαφέρουσα τον αναιρετικό έλεγχο αιτιολογία της η αναιρεσιβαλλομένη διέλαβε ότι η αγωγή, με βάση το περιεχόμενό της, σύμφωνα με το οποίο ο αναιρεσείων απασχολείται στην εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας και συμμετείχε σε ομαδικό πρόγραμμα ασφάλισης, με σύμβαση που καταρτίστηκε μεταξύ της αναιρεσίβλητης και της ασφαλιστικής εταιρείας Ε.

Α..Ε..Ε..Γ..Α.., για την απόληψη επιπλέον ποσού, πέραν της προβλεπόμενης από την εργατική νομοθεσία αποζημίωσης, το οποίο θα ελάμβανε κατά τη λήξη της σύμβασης εργασίας του λόγω συνταξιοδότησης και συνιστούσε μισθολογική παροχή, θα καθοριζόταν δε ανάλογα με τα έτη υπηρεσίας και τον μέσο όρο των μηνιαίων μισθών των τελευταίων 24 μηνών προ της αποχωρήσεως, σύμβαση η οποία καταγγέλθηκε την 7.4.2008 από την ασφαλιστική εταιρεία λόγω της μη καταβολής των ασφαλίστρων, η καταβολή μέρους των οποίων βάρυνε την αναιρεσίβλητη, είχε δε ως αίτημα να αναγνωριστεί η υποχρέωση της αναιρεσίβλητης να τού καταβάλει ως αποζημίωση το ποσό του ασφαλίσματος με τους νόμιμους τόκους από 7.4.2008 και επικουρικά από την επίδοση της αγωγής, είναι νομικά αβάσιμη, αφού αναιρεσείων εκθέτει ότι εξακολουθεί να εργάζεται στην αναιρεσίβλητη και δεν επικαλείται ότι έχει αποχωρήσει από αυτήν με οποιονδήποτε τρόπο και για οποιονδήποτε λόγο (συνταξιοδότηση, απόλυση, μετάταξη ή παραίτηση - "οικειοθελή αποχώρηση"), προϋπόθεση που είναι απαραίτητη για την γέννηση της επικαλούμενης αξιώσεώς του αρχικώς για καταβολή της εφάπαξ παροχής από την ως άνω ασφαλιστική εταιρεία και δευτερογενώς για επιδίκαση αποζημιώσεως λόγω ανώμαλης εξελίξεως της συμβάσεως ομαδικής ασφαλίσεως και ματαιώσεως της καταβολής σε αυτόν της ως άνω παροχής με υπαιτιότητα της αναιρεσίβλητης.

Ότι ως εκ τούτου δεν είχε γεννηθεί, κατά τα άρθρα 382, 335, 336, 338 και 648 ΑΚ, η δευτερογενής υποχρέωση της εργοδότριας αναιρεσίβλητης να του καταβάλει το αιτούμενο ποσό ως αποζημίωση, ενώ δεν ήταν εφικτός και ο νόμιμος (σύμφωνα με την αναφερόμενη στην αγωγή ομαδική σύμβαση ασφαλίσεως) προσδιορισμός της εν λόγω παροχής που ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι δικαιούταν και της αντίστοιχης οφειλόμενης αποζημιώσεως, καθώς, εφόσον ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι εργάζεται ακόμη στην αναιρεσίβλητη, άρα δεν έχει αποχωρήσει από αυτή, δεν μπορεί να υπολογισθεί ο "τελικός μέσος μισθός" του, αφού αυτός είναι ο μέσος όρος των μισθών που λαμβάνει ο ασφαλισμένος εργαζόμενος κατά την διάρκεια των τελευταίων πριν από την αποχώρησή του 24 μηνών υπηρεσίας, ούτε μπορεί να υπολογισθεί ο συνολικός χρόνος υπηρεσίας του εφόσον συνεχίζει να εργάζεται στην αναιρεσίβλητη.

Ότι η επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης (αποχώρηση των ασφαλισμένων εργαζομένων από την εργασία τους) είναι αναγκαίος όρος της γεννήσεως της αξιώσεως του αναιρεσείοντος προς είσπραξη της εφάπαξ παροχής όχι μόνον στην περίπτωση που ήταν σε ισχύ η σύμβαση ομαδικής ασφαλίσεως, όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο αναιρεσείων, αλλά και στην περίπτωση της καταγγελίας της ασφαλιστικής συμβάσεως, όπως εν προκειμένω, αφού, ελλείποντος του αναγκαίου αυτού όρου δεν έχει επέλθει ζημία και ως εκ τούτου δεν έχει γεννηθεί, η υποχρέωση της λήπτριας της ασφάλισης εργοδότριας - αναιρεσείουσας να του καταβάλει το αιτούμενο ποσό.

Με την κρίση της αυτή η αναιρεσιβαλλομένη δεν παραβίασε τις διατάξεις που αναφέρονται στη μείζονα σκέψη της παρούσας ούτε αυτές των άρθρων 204, 207, 178, 179 και 361 του ΑΚ, καθώς με την αγωγή, όπως περιορίστηκε, δεν ζητήθηκε η αναγνώριση της υποχρέωσης της αναιρεσίβλητης για καταβολή αποζημίωσης ίσης με την αξία της ασφαλιστικής παροχής ίσης προς το ποσό του ασφαλίσματος, καταβλητέας κατά το χρόνο της αποχώρησης του αναιρεσείοντος από την υπηρεσία του, δηλαδή το χρόνο κατά τον οποίον επρόκειτο να πληρωθεί η αίρεση, ο δε σχετικός λόγος αναίρεσης και ο πρόσθετος λόγος αναίρεσης κατά το σκέλος που στηρίζονται τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ είναι αβάσιμοι.

Ομοίως αβάσιμοι είναι κατά το σκέλος που στηρίζονται στον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αφού η αναιρεσιβαλλομένη δεν ερεύνησε την αγωγή στην ουσία της (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 135/2019), αλλά και κατά το σκέλος που στηρίζονται στον αριθμό 8, με την αιτίαση ότι η αναιρεσιβαλλομένη δεν έλαβε υπόψη της αναλογιστική μελέτη που προσκόμισε η αναιρεσίβλητη σχετικά με την οφειλόμενη αποζημίωση κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής, διότι α) η μελέτη δεν συνιστά πράγμα και β) το δικαστήριο δεν ερεύνησε την ουσία της υποθέσεως.

Τέλος, αόριστος είναι ο λόγος αναίρεσης κατά το μέρος που στηρίζεται στον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αφού δεν προσδιορίζεται σε αυτόν το δικονομικό απαράδεκτο το οποίο κήρυξε ή δεν κήρυξε το δικαστήριο (ΑΠ 863/2010). Συνακόλουθα και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα η αίτηση και οι πρόσθετοι λόγοι πρέπει να απορριφθούν και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (ΚΠολΔ 176, 180 παρ. 1, 183 και 191 παρ.2).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΘΕΩΡΕΙ ως μη ασκηθέντες εκ μέρους του δεύτερου αναιρεσείοντος την από 14.4.2019 αίτηση αναιρέσεως και τους από 31.12.2021 πρόσθετους λόγους αυτής.

ΚΑΤΑΡΓΕΙ τη δίκη μεταξύ του ανωτέρω αναιρεσείοντος και της αναιρεσίβλητης.

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την αίτηση για αναίρεση της 2842/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Ιουνίου 2023.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

και ταύτης αποχωρησάσης από την υπηρεσία η αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος Δήμητρα Ζώη ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Ιανουαρίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ