Supreme Court quashes appeal judgment and remands case for new substantive hearing due to procedural irregularities.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece quashed the Court of Appeal's decision and remanded the case for a new substantive hearing. The appellant argued that the lower court failed to properly address the merits of the dispute during the appeal stage. The court ruled that because the appeal judgment was annulled, the case must be retried on its merits before the appellate chamber acting as a court of first instance.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1), 580(3), 581(1) of the Code of Civil Procedure; When an appeal judgment is annulled, the case must be remanded for a new substantive hearing before the appellate chamber.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 55 / 2015 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 55/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο, Μιχαήλ Αυγουλέα και Χρήστο Βρυνιώτη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Σεπτεμβρίου 2014, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΥΓΕΝΙΔΕΙΟ ΘΕΡΑΠΕΥΤΗΡΙΟ Η ΑΓΙΑ ΤΡΙΑΣ Α.Ε", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χαράλαμπο Πάλλα και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Β. Τ. του Π., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Ελευθέριου Σεραφείμ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την 16-2-2006 της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1185/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6025/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η ήδη αναιρεσείουσα με την από 11-1-2011 αίτησή της.
Εκδόθηκε η 65/2012 απόφαση του Αρείου Πάγου, όπως αυτή διορθώθηκε με την 1162/2012 απόφασή του, με την οποία αφού αναιρέθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, αλλά με άλλη σύνθεση.
Εκδόθηκε η 4748/2013 απόφαση του. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η ήδη αναιρεσείουσα με την από 23-12-2013 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Χρήστος Βρυνιώτης, ανέγνωσε την από 5-9-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.1, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, Ολ.ΑΠ 4/2005).
Εξάλλου, ο προβλεπόμενος από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν από το αιτιολογικό της απόφασης τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία, για να κριθεί στη συγκεκριμένη περίπτωση αν συντρέχουν οι όροι και οι προϋποθέσεις εφαρμογής της διάταξης που εφαρμόστηκε ή αν δεν συντρέχουν οι όροι και οι προϋποθέσεις, που αποκλείουν την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς τον νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ως αιτιολογία δε που συγκροτεί τη νόμιμη βάση της απόφασης, της οποίας η έλλειψη θεμελιώνει τον προαναφερόμενο αναιρετικό λόγο, νοείται η παραδοχή ή άρνηση των περιστατικών που θεμελιώνουν το πραγματικό μέρος της οικείας διάταξης ουσιαστικού δικαίου, και όχι οι σκέψεις, κρίσεις ή τα επιχειρήματα, με τα οποία το δικαστήριο αιτιολογεί γιατί πείθεται ή δεν πείθεται ως προς τη συνδρομή των εν λόγω περιστατικών.
Στοιχειοθετείται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν από τις ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, βάσει των οποίων και μόνο ελέγχεται η έλλειψη ή μη νόμιμης βάσης αυτής, δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη διάταξη ουσιαστικού νόμου. Αντίθετα, ο σχετικός λόγος αναίρεσης δεν στοιχειοθετείται όταν η προσβαλλόμενη απόφαση δεν περιέχει κρίση για την ουσία της υπόθεσης με διατύπωση σχετικού αποδεικτικού πορίσματος ή όταν πρόκειται για ασάφειες ή ελλείψεις που αφορούν απορριπτικό σκεπτικό αγωγής ή ένστασης ως μη νόμιμης ή ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, δηλαδή στην ανάλυση, αξιολόγηση και στάθμιση του αποδεικτικού υλικού, καθώς και στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, εφόσον αυτό διατυπώνεται με σαφήνεια και βεβαιότητα, ώστε να είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος.
Περαιτέρω, η καταγγελία της σύμβασης εργασίας, μπορεί να είναι τακτική η οποία σκοπεύει τη λύση της σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου και επιφέρει αυτήν, μετά την παρέλευση της νόμιμης ή συμβατικής προθεσμίας, ή άτακτη, η οποία γίνεται χωρίς την τήρηση, από το μέρος που καταγγέλλει της νόμιμης η συμβατικής προθεσμίας προειδοποίησης.
Η τακτική καταγγελία της εργασιακής σχέσης δεν επιφέρει την άμεση λύση της, αλλά η τελευταία εξακολουθεί να λειτουργεί μέχρι τη λήξη του χρόνου της προμήνυσης κατά τη διάρκεια του οποίου εξακολουθούν να υφίστανται αναλλοίωτα τα δικαιώματα και οι υποχρεώσει των μερών από τη σχέση. Σκοπός της προμήνυσης (προθεσμίας) είναι η έγκαιρη προειδοποίηση του εργαζομένου, αλλά και του εργοδότη (εάν ο καταγγέλλων συμβαίνει να είναι ο εργαζόμενος) για την επικείμενη λύση της εργασιακής σχέσης, ώστε να φροντίσουν ο μεν εργαζόμενος να αναζητήσει αλλού εργασία, ο δε εργοδότης να βρει αντικαταστάτη του εργαζομένου, ο οποίος αποχωρεί.
Ο χρόνος της προμήνυσης (προειδοποίησης) έχει για συνέπεια να αναστέλλει την άμεση ενέργεια της καταγγελίας της σύμβασης για όσο χρονικό διάστημα διαρκεί. Κατά το χρονικό αυτό διάστημα η σύμβαση συνεχίζει την κανονική λειτουργία της, χωρίς να μετατρέπεται σε σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου. Η σύμβαση λύεται με την πάροδο του χρόνου προειδοποίησης, οπότε καταβάλλεται και η αποζημίωση.
Στην περίπτωση δηλαδή της καταγγελίας μετά από προμήνυση, δεν σημαίνει ότι στο χρόνο κατά τον οποίο γίνεται η προμήνυση, προειδοποιείται απλώς ο αντισυμβαλλόμενος του καταγγέλλοντος για την επικείμενη, μετά την πάροδο του χρόνου της προειδοποίησης, καταγγελία της εργασιακής σχέσης, αλλά ότι από του χρόνου της προειδοποίησης καταγγέλλεται η σχέση και επέρχεται, μέσω αυτής (καταγγελίας) η λύση της, εφόσον συντρέξουν και οι υπόλοιπες προϋποθέσεις τις οποίες τάσσει ο νόμος.
Η μόνη διαφορά είναι ότι το αποτέλεσμα της λύσης της εργασιακής σχέσης δεν επέρχεται με την πραγματοποίηση της καταγγελίας, δηλαδή με την περιέλευση της σχετικής δήλωσης του καταγγέλλοντος προς τον αντισυμβαλλόμενο του, αλλά μετά την πάροδο του χρονικού διαστήματος της προμήνυσης, το οποίο μεσολαβεί μεταξύ της καταγγελίας και της οριστικής λήξης της σχέσης.
Πρόκειται δηλαδή για καταγγελία υπό αναβλητική αίρεση. Εξ άλλου από τις διατάξεις των άρθρων 167,168, 648,669 ΑΚ, 1 και 3 του Ν. 2112/1920, 1,3 παρ. 1, 5 του β.δ. από 16/7/1920 και 5. του Ν. 3198/1955 συνάγεται ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής αναιτιώδης δικαιοπραξία που θεωρείται έγκυρη όταν γίνει εγγράφως και καταβληθεί η νόμιμη αποζημίωση.
Επομένως είναι άκυρη η καταγγελία αν δεν είναι έγγραφη και ο εργοδότης δεν καταβάλει στον απολυόμενο μισθωτό την αποζημίωση απόλυσης που σύμφωνα με τα προαναφερθέντα άρθρα 3 παρ. 2 του Ν. 2112/1920 και 5 παρ. 1 του Ν. 3198/55 υπολογίζεται βάσει των τακτικών αποδοχών του απολυομένου, κατά τον τελευταίο μήνα υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης ή όταν καταβάλει σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές μειωμένη αποζημίωση.
Η ανωτέρω ακυρότητα της καταγγελίας είναι σχετική υπέρ του εργαζομένου, ο οποίος έχει την ευχέρεια είτε να θεωρήσει άκυρη την καταγγελία και να αξιώσει την καταβολή των αποδοχών του από τον υπερήμερο πλέον εργοδότη, προσφέροντας σ' αυτόν προσηκόντως τις υπηρεσίες του, είτε παραιτούμενος ρητώς ή σιωπηρώς από το δικαίωμα του προσβολής του κύρους της καταγγελίας να θεωρήσει αυτή έγκυρη και να απαιτήσει τη νόμιμη αποζημίωση.
Επομένως οι ανωτέρω ελλείψεις, κατά την άσκηση του δικαιώματος της καταγγελίας δεν καθιστούν αυτή ανυπόστατη, αλλά αποτελούν (οι ελλείψεις) λόγους ακυρότητας της καταγγελίας, η επίκληση της οποίας (ακυρότητας), πρέπει να γίνει από τον εργαζόμενο με αγωγή. Ειδικότερα στην περίπτωση που ο μισθωτός θεωρήσει άκυρη την καταγγελία της εργασιακής σύμβασης και εμμείνει στην σύμβαση αυτή, η αξίωση του για μισθούς υπερημερίας, λόγω της άρνησης του εργοδότη ν' αποδέχεται τις υπηρεσίες του, δεν στηρίζεται στη ακυρότητα της καταγγελίας, αλλά στη σύμβαση εργασίας, η οποία αποτελεί και τη βάση της σχετικής αγωγής.
Έτσι ο εργαζόμενος πρέπει ν' αναφέρει στην αγωγή του την κατάρτιση της σύμβασης, το συμβατικό ή νόμιμο μισθό και την άρνηση του εργοδότη ν' αποδέχεται τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες του. Περαιτέρω η καταγγελία αναπτύσσει την άμεση διαπλαστική της ενέργεια, σε περίπτωση που ασκείται από τον εργοδότη από τη στιγμή που λαμβάνει γνώση ο παραλήπτης της-εργαζόμενος κατά το άρθρο 167 ΑΚ.
Μετά την περιέλευσή της στον εργαζόμενο δεν μπορεί να γίνει ούτε ανάκληση αυτής από τον εργοδότη, έστω και με τη συναίνεση του εργαζομένου, αφού η ανάκληση έχει νομική ενέργεια μόνο αν γίνει προηγουμένως ή ταυτοχρόνως με την αναγγελία (άρθρο 168 Α.Κ.) ούτε, περαιτέρω, να συμφωνηθεί μεταξύ εργοδότη και εργαζομένου ότι αυτή δεν θα αναπτύσσει τα έννομα αποτελέσματα της.
Αν η καταγγελία γίνει μετά προειδοποίηση η λύση της εργασιακής συμβάσεως επέρχεται αυτοδικαίως μετά την πάροδο της προθεσμίας προειδοποίησης. Η καταγγελία πρέπει να περιέχει σαφή και αναμφίβολη βούληση του καταγγέλλοντος να λύσει μονομερώς τη σύμβαση, έτσι ώστε να μη μένει στον αντισυμβαλλόμενο αμφιβολία ως προς τη λύση ή όχι της συμβάσεως και για το λόγο αυτό γίνεται δεκτό ότι δεν επιδέχεται κατ' αρχήν αίρεση, αφού η προσθήκη αιρέσεως δημιουργεί αβεβαιότητα στον αντισυμβαλλόμενο σχετικά με τη λήξη ή όχι της συμβάσεως, η οποία δεν συμβιβάζεται με το χαρακτήρα της καταγγελίας ως διαπλαστικής δικαιοπραξίας.
Οι διατάξεις όμως για την αίρεση δεν έχουν εφαρμογή στις αιρέσεις δικαίου, δηλαδή σ' αυτές που συνίστανται στο γεγονός που αποτελεί στοιχείο ή προϋπόθεση για την ενέργεια ή τελείωση της δικαιοπραξίας. Έτσι είναι έγκυρη η επικουρική καταγγελία, δηλαδή η δεύτερη καταγγελία στην οποία προβαίνει ο καταγγέλλων, για την περίπτωση που η προηγούμενη καταγγελία θα κρινόταν από το δικαστήριο ως άκυρη.
Η δεύτερη αυτή καταγγελία περιέχει αίρεση δικαίου, η οποία είναι επιτρεπτή και η οποία, ανάλογα με τη νομική κατάσταση, αν μεν η πρώτη καταγγελία είναι έγκυρη, δεν έχει καμιά αξία και έννομη επιρροή, αν δε είναι άκυρη, επιφέρει αυτή το πρώτον τη λύση της συμβάσεως (Α.Π. 624/2008, Α.Π. 1619/2006). Περαιτέρω η συνέχιση, μετά την καταγγελία της εργασιακής συμβάσεως, της προσφοράς της εργασίας από τον εργαζόμενο και η αποδοχή της από τον εργοδότη, μπορεί να οδηγήσει μόνο στη σύναψη νέας συμβάσεως εργασίας χωρίς να επιδρά στη λύση της συμβάσεως εργασίας που επέρχεται με την περιέλευση της καταγγελίας στον εργαζόμενο.
Εξ άλλου, κατά το άρθρο 6 παρ, 1 του ν. 3198/1955, κάθε αξίωση μισθωτού που πηγάζει από άκυρη καταγγελία της σχέσεως εργασίας, τυγχάνει απαράδεκτη, εφόσον η σχετική αγωγή δεν κοινοποιηθεί εντός τρίμηνης ανατρεπτικής προθεσμίας από τη λύση της σχέσεως εργασίας. Στην ως άνω τρίμηνη αποσβεστική προθεσμία (άρθρο 279 Α.Κ.) που λαμβάνεται αυτεπάγγελτα υπόψη από το Δικαστήριο (άρθρο 280 Α.Κ.) υπόκειται κάθε αξίωση του μισθωτού που πηγάζει από την για οποιοδήποτε λόγο ακυρότητα της καταγγελίας της αορίστου χρόνου εργασιακής σχέσεως (ΑΠ 404/2008).
Αφετηρία της ως άνω προθεσμίας αποτελεί ο χρόνος λύσης της εργασιακής σύμβασης που επέρχεται με την καταγγελία. Περαιτέρω από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 660, 661 ΑΚ, 5 παρ.3 και ν.2112/1920, 8 Β δ 16/18-7-1920, 3 ν.4558/1930 και 5 παρ.6 του αν 539/1945, προκύπτει ότι κατά τη διάρκεια της ασθένειας του μισθωτού, κατά την οποία ο εργοδότης υποχρεούται να καταβάλει στον μισθωτό τις αποδοχές του, δεν απαγορεύεται η επέλευση των αποτελεσμάτων της καταγγελίας μετά προειδοποίηση, η οποία έχει γίνει σε προγενέστερο της ασθένειας χρόνο, ενώ η απαγόρευση της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας, απαγορεύεται μόνον κατά τη διάρκεια της χορηγηθείσας στο μισθωτό κανονικής (ετήσιας) άδειας (ΑΠ 65/2012).
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: Την εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΕΥΓΕΝΙΔΕΙΟ ΘΕΡΑΠΕΥΤΗΡΙΟ Η ΑΓΙΑ ΤΡΙΑΣ ΑΕ" που εδρεύει στην Αθήνα (επί της οδού Παπαδιαμαντοπούλου αρ. 20) κατέλιπε ο Α. Ε. με την από 9-4-1986 ιδιόγραφη διαθήκη του στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών και μάλιστα στην Ιατρική Σχολή που αποδέχθηκε την κληρονομιά και ήδη το Πανεπιστήμιο Αθηνών κατέχει ποσοστό 99,50% των μετοχών του.
Για τις ανάγκες της εταιρείας προσλήφθηκε η ενάγουσα δυνάμει της από 2-2-1978 συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου προκειμένου να απασχοληθεί σ' αυτήν αρχικά ως νοσηλεύτρια και κατά το έτος 1983, ως προϊσταμένη χειρουργείου. Έκτοτε απασχολήθηκε η ενάγουσα στην εναγομένη συνεχώς, προσφέροντας τις υπηρεσίες της επιμελώς και προσηκόντως υπό τις οδηγίες των αρμοδίων οργάνων της εργοδότριας της.
Με τα με αριθμ. 447/30-6-2004 πρακτικά συνεδρίασης του Διοικητικού Συμβουλίου της εναγομένης αποφασίστηκε σχετικά με το θέμα των υπαλλήλων που έχουν συμπληρώσει το όριο ηλικίας για τη συνταξιοδότηση ότι "από δω και πέρα οι εργαζόμενοι που έχουν συμπληρώσει τις προϋποθέσεις για συνταξιοδότηση, πρέπει να αποχωρούν από την εταιρεία λαμβάνοντας τη νόμιμη αποζημίωση τους".
Βάσει λοιπόν της παραπάνω απόφασης τους Δ.Σ. της εναγομένης και με το δεδομένο ότι η ενάγουσα τον Νοέμβριο του έτους 2005 συμπλήρωνε τις απαραίτητες προϋποθέσεις για πλήρη συνταξιοδότηση της από το ΙΚΑ δυνάμει του. άρθρου 28 παρ. 1, 2 και 3 του α.ν. 1846/1951, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 27 του Ν. 1902/1990 και άρθρο 8 εδ.
β' του Ν.• 3198755 ως γυναίκα στο 55° έτος της ηλικίας της, γεννηθείσα στις 2-4-11-1950 και με συνολικό χρόνο υπηρεσίας στην εταιρεία στις 24-11-2005, 27 έτη και 250 ημέρες εργασίας δηλαδή 27 χρόνια συν 12 μήνες συν 25 ημέρες = 8.100 ημέρες εργασίας συν 250 ημέρες εργασίας, σε ασφάλιση του κλάδου Βαρέων και ανθυγιεινών, της απέστειλε το με αριθμ. 537/29-9-2005 έγγραφο - επιστολή της με το παρακάτω περιεχόμενο: "Προς την κ.
Τ. Β., υπάλληλο μας. Ενταύθα. Το Δ.Σ. της εταιρείας στη συνεδρίαση της 30-6-04 αποφάσισε ότι οι εργαζόμενοι που έχουν συμπληρώσει τις προϋποθέσεις, με βάση την κείμενη νομοθεσία, για πλήρη συνταξιοδότηση θα πρέπει να αποχωρούν από την εταιρεία. Με βάση την παραπάνω απόφαση και με δεδομένο ότι συμπληρώνετε το Νοέμβριο τις απαραίτητες προϋποθέσεις για πλήρη συνταξιοδότηση, σας γνωρίζουμε ότι θα πρέπει να αποχωρήσετε από την εταιρεία στις 30-11-05 με την καταγγελία της σύμβασης εργασίας σας, λαμβάνοντας την νόμιμη αποζημίωση".
Στην προκειμένη περίπτωση έχουμε τακτική καταγγελία της επιδίκου εργασιακής σύμβασης που δεν επέφερε αμέσως τη λύση της, ήτοι με την περιέλευση στις 29-9-2005 της επιστολής στην ενάγουσα, αλλά ανεστάλη η άμεση ενέργεια της καταγγελίας, κατά τα αναφερόμενα στην μείζονα σκέψη, συνέχισε δε να λειτουργεί νόμιμα μέχρι τη λήξη του χρόνου της προμήνυσης, δηλαδή μέχρι τις 30-11-2005, μ' όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της εργαζομένης ενάγουσας.
Με την εκπνοή της προθεσμίας της προειδοποίησης (στις 30.11.2005) επήλθε έκτοτε αυτοδικαίως η λύση της επιδίκου εργασιακής σύμβασης. Πρέπει να αναφερθεί ότι η εναγομένη κατά το χρόνο της προμήνυσης, το μεν επέδωσε στην ενάγουσα το με αριθμό 682/28.11.2005 έγγραφο του Διευθυντή των Διοικητικών Υπηρεσιών της, με το οποίο την καλούσε να παραδώσει τα χειρουργικά εργαλεία, που λόγω της ιδιότητας της, ως προϊσταμένης χειρουργείου είχαν χρεωθεί σ' αυτήν και το δε την επομένη ημέρα της επίδοσης και παραλαβής του τελευταίου παραπάνω εγγράφου και συγκεκριμένα στις 29-11-2005 ισχυούσης, κατά τα προαναφερθέντα της επιδίκου σύμβασης εργασίας, η ενάγουσα ανέφερε τραυματισμό στο δεξί της πόδι, ο οποίος συνέβη κατά την ώρα της εργασίας της και ειδικότερα, λόγω ολισθήματος αυτής στη σκάλα του Θεραπευτηρίου, κατά την μετάβασή της στο ακτινολογικό τμήμα αυτού για την παραλαβή εξετάσεων, υπέστη, σύμφωνα με την από 29-11-2005 ιατρική βεβαίωση του ιατρού - ορθοπεδικού χειρουργού Μ.
Γ. λόγω ατροφικής κάκωσης του ΔΕ γόνατος, ρήξη του έσω πλαγίου συνδέσμου του δεξιού γόνατος και πιθανή ρήξη του έσω μηνίσκου, χωρίς εμφανή από την - ακτινογραφία οστική βλάβη. Κατόπιν τούτου η εναγομένη υπέβαλε νόμιμα και εμπρόθεσμα την από 29-11-2005 δήλωση εργατικού ατυχήματος στο ΙΚΑ και της χορήγησε έκτοτε διαδοχικά αναρρωτική άδεια, η οποία εγκρίθηκε από την αρμόδια Πρωτοβάθμια Υγειονομική Επιτροπή (Α.Υ.Ε.) του τοπικά αρμοδίου ΙΚΑ Ηλιουπόλεως, η οποία διήρκεσε από 29-11-2005 έως 7-1-2006, χρονικό διάστημα κατά το οποίο η ενάγουσα επιδοτήθηκε λόγω ανικανότητας για εργασία από το !ΚΑ.
Στη συνέχεια η τελευταία για την πλήρη αποκατάσταση της υγείας της, ζήτησε και έλαβε από την εναγομένη ολόκληρη την κανονική της άδεια του έτους 2006, η οποία διήρκεσε από 9-1-2006 μέχρι 10-2-2006, οπότε ζήτησε και έλαβε από την εργοδότρια της υπόλοιπο δυο (2) ημερών χειρουργικής άδειας, την οποία δικαιούταν ως προϊσταμένη χειρουργείου που διήρκεσε, από 13-2-2006 μέχρι και 14-2-2006.
Στο σημείο αυτό πρέπει να σημειωθούν τα ακόλουθα: Η γενομένη από 28-11-2005 πρόσκληση της ενάγουσας να παραδώσει στην εναγομένη τα χειρουργικά εργαλεία που λόγω της ιδιότητας της ως προϊσταμένης χειρουργείου, είχαν χρεωθεί σ' αυτήν και ότι την επομένη ημέρα, δηλαδή στις 29-11-2005 η ενάγουσα ανέφερε εργατικό ατύχημα (τραυματισμό στο δεξί της πόδι) εξαιτίας του οποίου έλαβε αναρρωτική άδεια που συνέχισε μετά την εκπνοή της προθεσμίας της προμήνυσης και την αυτοδίκαια λύση της σύμβασης, στις 30-11-2005 δεν αποτελούν οπωσδήποτε περιστατικά από τα οποία μπορεί να συναχθεί αφενός μεν ανάκληση της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας, από την καταγγέλλουσα - εναγομένη, αφού η χορήγηση αναρρωτικής άδειας δεν ανάγεται στην διακριτική ευχέρεια του εργοδότη και χορηγείται από τις αρμόδιες υγειονομικές υπηρεσίες του ασφαλιστικού οργανισμού, στο οποίο είναι ασφαλισμένος ο εργαζόμενος, η δε καταβολή των αποδοχών της αναρρωτικής άδειας αποτελεί υποχρέωση του εργοδότη και αφετέρου δε συμφωνία των διαδίκων μερών ότι η καταγγελία δεν θα αναπτύξει τα έννομα αυτής αποτελέσματα από 1ης-12-2005, αφού η λήψη της παραπάνω αναρρωτικής άδειας δεν εμποδίζει την επέλευση των αποτελεσμάτων της καταγγελίας, μετά από προειδοποίηση, η οποία είχε γίνει σε προγενέστερο της ασθένειας χρόνο.
Εν πάση όμως περιπτώσει στην προκειμένη περίπτωση δεν αποδεικνύεται, έστω με βάση το άρθρο 361 ΑΚ, μεταγενέστερη της τακτικής καταγγελίας της επιδίκου εργασιακής σύμβασης, συμφωνία των διαδίκων που να έλαβε χώρα κατά την προθεσμία της προμήνυσης ή μετά την λύση της συμβάσεως, σύμφωνα με την οποία να αίρονται οι συνέπειες της τακτικής καταγγελίας και συνεπώς μετά την επέλευση των αποτελεσμάτων αυτής δεν προκύπτει από κανένα αποδεικτικό στοιχείο άρση τους με κατάρτιση νέας σύμβασης εργασίας, στην οποία όμως δεν μπορεί να δοθεί αναδρομική ισχύς και η οποία όμως δεν θα επιδρούσε στη λύση της σύμβασης εργασίας που έχει γίνει σε προγενέστερο χρόνο, εφόσον αυτή ήταν έγκυρη.
Στην προκειμένη υπόθεση όμως η εν λόγω τακτική καταγγελία της επιδίκου εργασιακής σύμβασης, εφόσον δεν συνέτρεχε η απαραίτητη προϋπόθεση της καταβολής της νομίμου αποζημίωσης απολύσεως στην απολυόμενη εργαζόμενη κατά την εκπνοή της προθεσμίας της προμήνυσης, δηλαδή στις 30-11-2005, η οποία δεν προκύπτει ότι έλαβε χώρα, ήταν εκ του λόγου τούτου άκυρη.- Ακολούθως στις 15-2-2006 εμφανίστηκε η ενάγουσα στο Θεραπευτήριο και η εναγομένη της επέδωσε την ιδία ημέρα (15-2-2006) νέα (δεύτερη) έγγραφη καταγγελία της σύμβασης εργασίας της, αναγράφοντας σ' αυτήν (καταγγελία) ως μοναδικό λόγο τον ίδιο που ανέγραφε και στην πρώτη από 30-11-2005 έγγραφη καταγγελία, δηλαδή τη συμπλήρωση των προϋποθέσεων πλήρους συνταξιοδότησής της, κατ' άρθρο 8 εδ.
β' του Ν. 3198/55, ενώ της κατέβαλε και την οφειλομένη νόμιμη αποζημίωση απολύσεως που εφόσον ήταν επικουρικά ασφαλισμένη, ανερχόταν στο ποσό των 40.672,91 ευρώ (δηλαδή 40% της αποζημίωσης καταγγελίας του ν. 2112720 ύψους 24 μηνιαίων μισθών, ποσού 3.631,51 ευρώ, 14/12 Χ 40% και μετά την αφαίρεση του αναλογούντος φόρου εισοδήματος από 4.134,58 ευρώ προκύπτει το (καθαρό πληρωτέο ποσό από) 36.538,33 ευρώ.
Την εν λόγω δεύτερη (επικουρική) καταγγελία, καθώς και την αποζημίωση απόλυσης παρέλαβε και εισέπραξε η ενάγουσα "με ρητή επιφύλαξη παντός νομίμου δικαιώματος της για ακύρωση της καταγγελίας που έγινε διάκριση του φύλου". Η νέα από 15-2-2006 άτακτη καταγγελία έχει αξία και έννομη επιρροή, εφόσον η πρώτη παραπάνω τακτική καταγγελία είναι άκυρη και επιφέρει αυτή το πρώτον τη λύση της επιδίκου σύμβασης εργασίας.
Κατ' ακολουθίαν των παραπάνω η άσκηση από την ενάγουσα της από 16-2-2006 (με αρ. κατάθ. 797/27-2-2006) αγωγής της στις 8-3-2006 (βλ. την επ' αυτής σχετική επισημείωση του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Α. Γ. Τ.), με την οποία προσβάλλει το κύρος της από 15-2-2006 δεύτερης καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας της και ζητεί την αναγνώριση της υποχρέωσης της εναγομένης εργοδότριας της προς καταβολή μισθών υπερημερίας, έγινε πολύ πριν από τη συμπλήρωση της προβλεπόμενης από τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 του ν. 3198/1955, τρίμηνης αποσβεστικής προθεσμίας, δεδομένου ότι αυτή άρχισε την 16-2-2006 και συμπληρώθηκε την 17-5-2006, δηλαδή πολύ αργότερα από την άσκηση, την 8-3-2006, της ένδικης αγωγής.
Συνακόλουθα αυτή ασκήθηκε εμπρόθεσμα και είναι παραδεκτή, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην αντίστοιχη νομική σκέψη της παρούσας. Τέλος το εφετείο δέχθηκε ότι με βάση τις παραδοχές αυτές, δεν έσφαλε το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, απορρίπτοντας σιωπηρά, με την εκκαλούμενη απόφασή του, την ένσταση την οποία η εναγομένη παραδεκτά προέβαλε ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και την οποία επαναφέρει προς κρίση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, ως αυτοτελή (πρώτο) λόγο της κρινόμενης έφεσής της, περί απαραδέκτου της ένδικης αγωγής, λόγω ασκήσεως αυτής μετά την πάροδο της ως άνω τρίμηνης αποσβεστικής προθεσμίας, επικαλούμενη ότι αφετηρία της προθεσμίας αυτής, είναι η 12-12-2005, δηλαδή η επόμενη ημέρα της συμπλήρωσης του χρόνου της προειδοποίησης της καταγγελίας.
Με την ως άνω κρίση της, η αναιρεσιβαλλομένη παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 167, 180, 280, 669 ΑΚ αρθρ.1 ΒΔ 16/18-7-1920, αρθρ.1 και 3 του ν.3198/1955 τις οποίες δεν εφάρμοσε ενώ τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε η προσβαλλομένη απόφαση αρκούσαν για την εφαρμογή των ως άνω διατάξεων.
Η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση δέχθηκε την ύπαρξη της από 29-9-2005 τακτικής καταγγελίας και εν συνεχεία την ακυρότητα αυτής ελλείψει καταβολής, εκ μέρους της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας, στην ενάγουσα (αναιρεσίβλητη) της νόμιμης αποζημίωσης. Εφόσον η ενάγουσα δεν προσέβαλε με την ένδικη αγωγή της το κύρος της εν λόγω καταγγελίας εντός της ανατρεπτικής τρίμηνης αποσβεστικής προθεσμίας η πρώτη καταγγελία, κατέστη έγκυρη, μη δυναμένη να προσβληθεί πλέον από την ενάγουσα.
Περαιτέρω, η ως άνω από 29-9-2005 εκ μέρους της εναγομένης καταγγελία, με προειδοποίηση για την 30η -11-2005 ανέπτυξε την διαπλαστική της ενέργεια μετά την πάροδο της εν λόγω προθεσμίας και επέφερε τη λύση της σύμβασης καθόσον ανεξαρτήτως των λόγων ακυρότητας αυτής, δεν προσβλήθηκε το κύρος της εντός της τρίμηνης αποσβεστικής προθεσμίας και συνεπώς κατέστη έγκυρη και ως εκ τούτου είναι άνευ αντικειμένου η δεύτερη, από 15-2-2006 επικουρική καταγγελία, κατά τις όμοιες κατ' αποτέλεσμα αιτιολογίες της 65/2012 αποφάσεως του Αρείου Πάγου, με την οποία αναφέρθηκε η προηγούμενη 6025/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία είχε δεχθεί ανάκληση της από 29-9-2005 καταγγελίας.
Περαιτέρω, το Εφετείο ουδόλως εξέτασε την εμπρόθεσμη προσβολή του κύρους της πρώτης καταγγελίας εκ μέρους της ενάγουσας, ώστε να προβεί συνακόλουθα στην κρίση, περί μη εγκυρότητας της πρώτης καταγγελίας και στη συνέχεια να προβεί στην εξέταση της βασιμότητας της τελούσας υπό αίρεση δικαίου δεύτερης καταγγελίας.
Συνεπώς, ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως με τον οποίο προσάπτεται από την αναιρεσείουσα πλημμέλεια της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, για παραβίαση ευθέως και εκ πλαγίου των διατάξεων με προσήκουσα αναιρετική αιτίαση εκείνη από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, η οποία και αιτιολογείται ως βάσιμη. Πρέπει λοιπόν, κατά παραδοχή του άνω λόγου, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση.
Από τις συνδυασμένες διατάξεις του τελευταίου εδαφίου της παρ. 3 του άρθρου 580 ΚΠολΔ το οποίο προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 4 του ν.4055/2012 και ορίζει ότι, αν αναιρεθεί η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας, στο οποίο παραπέμφθηκε η υπόθεση για παραπέρα εκδίκαση μετά από πρώτη αναίρεση, δεν γίνεται δεύτερη παραπομπή, αλλά ο Άρειος Πάγος δικάζει την ουσία της υπόθεσης, της παραγράφου 2 του άρθρου 570 ΚΠολΔ, κατά την οποία νέοι ισχυρισμοί, των διαδίκων και νέα αποδεικτικά μέσα για την ουσιαστική εκδίκαση της υπόθεσης από τον Άρειο Πάγο μετά την αναίρεση υποβάλλονται, σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για τα δικαστήρια της ουσίας και της παρ. 2 του άρθρου 581 του ίδιου Κώδικα, σύμφωνα με την οποία η υπόθεση συζητείται, στο δικαστήριο της παραπομπής μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση και αφού κατατεθούν προτάσεις, κατά το άρθρο 237, προκύπτουν τα εξής:
Σε περίπτωση δεύτερης αναιρετικής απόφασης, για την ίδια υπόθεση, ο Άρειος Πάγος δεν έχει την δυνατότητα εκ νέου παραπομπής στο δικαστήριο της ουσίας, αλλά οφείλει να κρατήσει και να δικάσει ο ίδιος την υπόθεση κατ' ουσία, λειτουργώντας ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο. Δεν προχωρεί όμως αμέσως μετά την αναίρεση της απόφασης στην ουσιαστική εκδίκαση της υπόθεσης έστω και αν οι διάδικοι, ενόψει της συζήτησης της αίτησης αναίρεσης και υπό την προϋπόθεση παραδοχής αυτής, έχουν καταθέσει προτάσεις και για την ουσία της υπόθεσης, αφού δεν υφίσταται και δεν νοείται, υπό την ισχύ των προαναφερομένων διατάξεων ενοποιημένο στάδιο συζήτησης της αίτησης αναίρεσης και της ουσίας της υπόθεσης.
Το αναιρετικό τμήμα, το οποίο, όταν δικάζει κατ' ουσία την υπόθεση οφείλει να τηρεί και τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 581 παρ. 2 και 570 παρ. 2 του ΚΠολΔ, συζητεί την υπόθεση μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση, αφού όμως κατατεθούν προτάσεις σύμφωνα με τις προβλέψεις του άρθρου 237 ΚΠολΔ και αφού μετά την αναίρεση παρασχεθεί η δυνατότητα στους διαδίκους να υποβάλουν νέους ισχυρισμούς και νέα αποδεικτικά μέσα για την ουσιαστική εκδίκαση της υπόθεσης σύμφωνα με τις ισχύουσες για τα δικαστήρια της ουσίας διατάξεις.
Μπορεί δηλαδή, να προβληθούν από τους διαδίκους στον Άρειο Πάγο, με κρίσιμη χρονική αφετηρία τη μετά την αναίρεση συζήτηση της υπόθεσης, κατ' ουσία νέοι ισχυρισμοί, υπό τους περιορισμούς των άρθρων 527 και 269 παρ. 2 ΚΠολΔ, ή και να ασκηθούν από τον εκκαλούντα πρόσθετοι λόγοι έφεσης υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 520 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ενδεχόμενη ταυτόχρονη εξέταση, ύστερα από μία ενιαία συζήτηση, τόσο της αίτησης αναίρεσης, όσο και της ουσίας της υπόθεσης, στην περίπτωση βέβαια που η πρώτη γίνει δεκτή συνεπάγεται τη δυσχέρανση ή και τη ματαίωση ουσιαστικά της άσκησης εκ μέρους των διαδίκων των πιο πάνω ευχερειών και παράλληλα επιβάλλει σ' αυτούς, κατά παραγνώριση της αρχής της οικονομίας της δίκης, το υπέρμετρο και συχνά περιττό δικονομικό βάρος της κατάθεσης προτάσεων για την ουσία της υπόθεσης σε όλη την δυνατή έκταση, αφού αυτοί δεν είναι σε θέση να γνωρίζουν εκ των προτέρων, αν θα αναιρεθεί και σε ποία έκταση η προσβαλλόμενη απόφαση και συνακόλουθα ποια είναι τα όρια της εκδίκασης της υπόθεσης στην ουσία. 'Ετσι για την εκπλήρωση της επιβαλλόμενης στον Άρειο Πάγο, από τη διάταξη του τελευταίου εδαφίου της παρ. 3 του άρθρου 580 ΚΠολΔ υποχρέωσης για εκδίκαση, μετά από δεύτερη αναίρεση, της υπόθεσης κατ' ουσία, θα πρέπει να λάβει χώρα νέα συζήτηση της υπόθεσης, μετά την έκδοση της αναιρετικής απόφασης, ενώπιον του αναιρετικού τμήματος, το οποίο δικάζει πλέον ως δικαστήριο ουσίας, ύστερα από κλήση του επιμελεστέρου από τους διαδίκους, σύμφωνα με τις προβλέψεις της διάταξης του άρθρου 581 παρ. 1 του ΚΠολΔ, η οποία εφαρμόζεται και στην περίπτωση αυτή.
Εφόσον λοιπόν, στην κρινόμενη υπόθεση αναιρείται, η απόφαση του δικαστηρίου, που δίκασε μετά από αναίρεση προηγούμενης απόφασής του, πρέπει η υπόθεση να διακρατηθεί και να δικασθεί, από το τμήμα τούτο σε νέα συζήτηση, που θα λάβει χώρα μετά από κλήση του επιμελεστέρου των διαδίκων. Τέλος η αναιρεσίβλητη πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας κατά τα εις το διατακτικό ειδικότερον οριζόμενα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 4748/2013 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Κρατεί την υπόθεση, προς ουσιαστική εκδίκαση σε νέα συζήτηση, μετά από επίσπευση του επιμελεστέρου των διαδίκων. Και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Οκτωβρίου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Ιανουαρίου 2015.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ