Appeal dismissed; civil servant transfer order upheld under EU directive and equality principle.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by the Public Power Corporation (DEH) and its former CEO against a lower court order mandating the transfer of foreign-educated engineers to a specific technical category. The court held that the lower court correctly applied EU Directive 89/48/EEC and Greek regulations requiring immediate registration with the Engineers' Chamber upon recognition of professional equivalence. Consequently, the employer was legally bound to transfer the employees to the appropriate position category to ensure equal treatment with domestic hires.
Legislator headnote
AI generatedArticles 62, 64, 68, 1047 of the Code of Civil Procedure; Article 4 of the Constitution; Directive 89/48/EEC; Article 165/2000: The court order mandating transfer of foreign-educated professionals to a specific category is valid when professional equivalence is recognized and registration with the relevant professional organization is required, ensuring compliance with the principle of equality.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 55 / 2011 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:
Η αγωγή για απαγγελία προσωπικής κρατήσεως του εκπροσώπου νομικού προσώπου, ως μέσου αναγκαστικής εκτελέσεως, πρέπει να απευθύνεται ατομικώς κατά του εκπροσώπου αυτού.
Από τις διατάξεις της οδηγία 89/48/ΕΟΚ και του π.δ. 165/2000 ευθέως συνάγεται, ότι από την έκδοση απόφασης του Συμβουλίου αναγνώρισης επαγγελματικής ισοτιμίας τίτλων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, ο μεν ενδιαφερόμενος αποκτά το δικαίωμα να ασκεί το αντίστοιχο επάγγελμα στην Ελλάδα, το δε Τ.Ε.Ε. υποχρεούται, επί υποβολής σχετικού αιτήματος, να εγγράψει αμέσως τον ενδιαφερόμενο στα μητρώα του, έτσι ώστε ο τελευταίος να είναι σε θέση να ασκεί όλα τα δικαιώματα και να απολαύει όλων των ευεργητημάτων που απονέμει η ελληνική νομοθεσία στα μέλη του Τ.Ε.Ε. (ΣτΕ 369/2008, 3065/2007, 1331/2003).
Αριθμός 55/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Νικόλαο Πάσσο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Δεκεμβρίου 2010, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των καλούντων - αναιρεσειόντων: 1) Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΥ" (ΔΕΗ ΑΕ), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) Σ. Ν. του Γ., τέως Διευθύνοντος Συμβούλου της ΔΕΗ ΑΕ, Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ηλία Μανιάτη. Των καθ' ων η κλήση - αναιρεσιβλήτων: 1) Κ. Κ. του Α., 2) Ν. Τ. του Ι., 3) Α. Σ. του Σ., και 4) Π. Γ. του Γ.. Εκπροσωπήθηκαν όλοι από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Βασίλειο Χατζόπουλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-11-2003 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1795/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 7807/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 17-5-2006 αίτησή τους.
Εκδόθηκε η 2076/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου, που κήρυξε τη συζήτηση απαράδεκτη. Η υπόθεση επανέρχεται για συζήτηση με την από 7-4-2010 κλήση των καλούντων - αναιρεσειόντων. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 25-9-2008 έκθεση της κωλυομένης να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτου Βαρβάρας Κριτσωτάκη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 62, 64 παρ. 2 εδ. α', 68 και 1047 παρ. 1 και 3 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι η αγωγή για απαγγελία προσωπικής κρατήσεως του εκπροσώπου νοµικού προσώπου, ως µέσου αναγκαστικής εκτελέσεως, είτε ασκείται αυτοτελώς, είτε σωρεύεται στο δικόγραφο της αγωγής για επιδίκαση της απαιτήσεως, πρέπει να απευθύνεται ατοµικώς κατά του εκπροσώπου αυτού, ο οποίος είναι στη περίπτωση αυτή υποκείµενο της δίκης για την προσωπική κράτηση.
Στην προκείµενη περίπτωση όπως προκύπτει από το δικόγραφο της αγωγής, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόµενη απόφαση, οι αναιρεσίβλητοι ζητούσαν να υποχρεωθεί η πρώτη εναγόµενη να τους µετατάξει σύµφωνα µε τα τυπικά και ουσιαστικά τους προσόντα σε θέση της κατηγορίας ΤΙ και να διαταχθεί ως µέσον εκτελέσεως πλην άλλων και η προσωπική κράτηση του δευτέρου αναιρεσείοντος, νοµίµου εκπροσώπου της πρώτης Ανώνυµης Εταιρίας, σύµφωνα µε το άρθρο 946 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.
Το αίτηµα αυτό ορθώς κρίθηκε νόµιµο µε την προσβαλλόµενη απόφαση µε την οποία επικυρώθηκε η πρωτόδικη απόφαση, η οποία είχε κρίνει οµοίως. Εποµένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, αληθώς από τον αριθµ. 14 και όχι και από τον αρ. 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. µε τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παρά το νόµο δεν κήρυξε ως απαράδεκτη την αγωγή ως προς το δεύτερο αναιρεσείοντα ως παθητικώς ανοµιµοποίητη πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιµος.
Κατά το άρθρο 4 του νέου κανονισµού Καταστάσεως Προσωπικού της Δ.Ε.Η., ο οποίος έχει ισχύ νόµου, γιατί κυρώθηκε αναδροµικά από τις 31 Δεκεµβρίου 1973 µε το άρθρο 2 του ν.δ. 210/1974, το τακτικό προσωπικό κατατάσσεται σε κλάδους, που υποδιαιρούνται σε κατηγορίες, οι οποίες μπορούν επίσης να υποδιαιρεθούν σε βαθµίδες, στις οποίες αντιστοιχούν µισθολογικά κλιµάκια και ορισµένος αριθµός οργανικών θέσεων, µεταξύ δε των κλάδων αυτών είναι και ο κλάδος του Τεχνικού προσωπικού (Τ), ο οποίος υποδιαιρείται σε έξι κατηγορίες, µεταξύ των οποίων η κατηγορία ΤΙ των Διπλωµατούχων Μηχανικών, οι οποίοι πρέπει να έχουν δίπλωµα Μηχανικού Ανώτατης Σχολής ηµεδαπής ή ισότιµο αλλοδαπής και ιδιότητα του µέλους του Τεχνικού Επιµελητηρίου Ελλάδας.
Το δε άρθρο 23 του ως άνω Κανονισµού ορίζει ότι " Μετατάξεις από κατηγορία σε κατηγορία του αυτού η ετέρου κλάδου δύνανται να ενεργούνται προς κάλυψη υπηρεσιακών αναγκών ή δια λόγους υγείας 2. Για την µετάταξη απαιτείται όπως ο µισθωτός κέκτηται τα κατά το άρθρο 4 του Κανονισµού απαιτούµενα προσόντα της προς µετάταξη κατηγορίας και του κλιµακίου στο οποίο εντάσσεται.
Η µετάταξη πραγµατοποιείται µε απόφαση του Διοικητή µετά από πρόταση της ιεραρχίας και γνωµάτευση των Πρωτοβαθµίων Συµβουλίων Κρίσεως, βάσει των περί µισθολογικών προαγωγών κριτηρίων της παρ. 6 του άρθρο 22 του ίδιου Κανονισµού. 3. Ο χρόνος ενάρξεως της µετατάξεως καθορίζεται στην περί αυτής απόφαση του Διοικητή. 4.
Η µετάταξη γίνεται στο εισαγωγικό κλιµάκιο της κατηγορίας, εφόσον ο µετατασσόµενος κέκτηται µισθολογικό κλιµάκιο κατώτερο τούτου, άλλως η µετάταξη γίνεται στο κατεχόµενο από τον µισθωτό µισθολογικό κλιµάκιο, οπότε ο διανυθείς σ' αυτό χρόνος προσµετράται για µισθολογική προαγωγή στο ανώτερο µισθολογικό κλιµάκιο στη νέα κατηγορία. 5.
Η διαδικασία της µετατάξεως καθορίζεται µε απόφαση του Διοικητή. Περαιτέρω, µε την οδηγία 89/48/ΕΟΚ του Συµβουλίου, µε τίτλο "σχετικά µε ένα γενικό σύστηµα αναγνώρισης των διπλωµάτων τριτοβάθµιας εκπαίδευσης που πιστοποιούν επαγγελµατική εκπαίδευση ελάχιστης διάρκειας τριών ετών" (L 19), θεσπίσθηκε ένα γενικής εφαρµογής σύστηµα αναγνώρισης διπλωµάτων τριτοβάθµιας εκπαίδευσης, το οποίο έχει τα εξής βασικά χαρακτηριστικά:
α) αφορά διπλώµατα, τα οποία έχουν χορηγηθεί σε κοινοτικούς πολίτες από αρµόδιες αρχές των κρατών µελών, πιστοποιούν επαγγελµατική εκπαίδευση ελάχιστης διάρκειας τριών ετών και επιτρέπουν στους κατόχους τους την άσκηση νοµοθετικά κατοχυρωµένου επαγγέλµατος στο συγκεκριµένο κράτος µέλος και β) αποβλέπει στην κτήση, από τους ανωτέρω κοινοτικούς υπηκόους, του δικαιώµατος να ασκήσουν, ως ελεύθεροι επαγγελµατίες ή ως µισθωτοί, το αντίστοιχο, νοµοθετικώς ρυθµιζόµενο, επάγγελµα σε άλλο κράτος µέλος, διάφορο εκείνου στο οποίο απέκτησαν τον τίτλο που κατέχουν (βλ.
ιδίως τα άρθρα 1 περίπτωση α' και β' και 2 περίπτωση α' της οδηγίας). Η οδηγία 89/48/ΕΟΚ µεταφέρθηκε στην ελληνική έννοµη τάξη µε το Π.δ. 165/2000 (Α' 149/28.6.2000). Με το διάταγµα αυτό, όπως τροποποιήθηκε µε το Π.δ. 373/2001 (Α' 251/ 22.10.2001), προβλέπεται ότι οι διατάξεις του εφαρµόζονται επί ελλήνων πολιτών και πολιτών των λοιπών κρατών µελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, κατόχων διπλώµατος κτηθέντος σε άλλο, πλην της Ελλάδας, κράτος - µέλος, οι οποίοι επιδιώκουν να ασκήσουν στην Ελλάδα, ως ελεύθεροι επαγγελµατίες ή µισθωτοί, επάγγελµα νοµοθετικώς ρυθµιζόµενο στην Ελλάδα (άρθρα 2 και 3), συνιστάται δε στο Υπουργείο Εθνικής Παιδείας και Θρησκευµάτων συλλογικό όργανο, µε την ονοµασία "Συµβούλιο αναγνώρισης επαγγελµατικής ισοτιµίας τίτλων τριτοβάθµιας εκπαίδευσης", µε αποφασιστική αρµοδιότητα την αναγνώριση του δικαιώµατος ασκήσεως στην Ελλάδα ορισµένου επαγγέλµατος από πρόσωπα που εµπίπτουν στο πεδίο εφαρµογής του εν λόγω διατάγµατος (άρθρο 10).
Εξάλλου, το άρθρο 11 του αυτού π.δ. 165/2000 προβλέπει ότι: "1. Η αναγνώριση του δικαιώµατος ασκήσεως ορισµένου επαγγέλµατος κατά τους όρους του παρόντος διατάγµατος γίνεται µε ειδικώς αιτιολογηµένη απόφαση του Συµβουλίου αναγνωρίσεως επαγγελµατικής ισοτιµίας τίτλων τριτοβάθµιας εκπαίδευσης ..... 6. Από την έκδοση της αναγνωριστικής αποφάσεως του Συµβουλίου, ο αιτών δικαιούται να ασκεί το οικείο επάγγελµα σύµφωνα µε τις διατάξεις της ισχύουσας νοµοθεσίας, η δε αρµόδια επαγγελµατική οργάνωση ή αρµόδια διοικητική αρχή υποχρεούνται να ενεργήσουν την εγγραφή του στα οικεία µητρώα".
Εξάλλου, το π.δ. της 27.11/14.12.1926 "Περί κωδικοποιήσεως των περί συστάσεως Τεχνικού Επιµελητηρίου κειµένων διατάξεων" (Α' 430) ορίζει στο άρθρο 1, όπως αντικαταστάθηκε µε το άρθρο 1 του ν. 1486/1984 (Α' 161), ότι "Συνιστάται νοµικό πρόσωπο δηµοσίου δικαίου, µε την επωνυµία "Τεχνικό Επιµελητήριο Ελλάδας" (ΤΕΕ) ( ... )", στο δε άρθρο 2, όπως αντικαταστάθηκε µε το άρθρο 2 του Ν. 1486/1984 και τροποποιήθηκε, στη συνέχεια, µε το άρθρο 2 του π.δ. 512/1991 (Α' 190), ορίζει τα εξής: "1.
Ως τακτικά µέλη του ΤΕΕ εγγράφονται υποχρεωτικά όλοι οι Ελληνικής ιθαγένειας ή οι έχοντες την ιθαγένεια κράτους-µέλους των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, διπλωµατούχοι του Εθνικού Μετσοβίου Πολυτεχνείου, των Πολυτεχνικών Σχολών της Χώρας και των ισοτίµων σχολών του εξωτερικού µετά τη λήψη της άδειας άσκησης του επαγγέλµατος.( ... ) .... 5.
Τα µέλη του Τ.Ε.Ε. εντάσσονται στις βασικές ειδικότητες: α) πολιτικών µηχανικών β) αρχιτεκτόνων µηχανικών γ) µηχανολόγων µηχανικών δ) ηλεκτρολόγων µηχανικών κ.λ.π.". Περαιτέρω, στην παράγραφο 3 του άρθρου 4 του αυτού π.δ. της 27.11/14.12.1926, όπως η διάταξη αυτή αντικαταστάθηκε µε το άρθρο 4 του ν. 1486/1984, ορίζονται τα εξής: "Το Τ.Ε.Ε., σε σχέση µε τα µέλη του, διενεργεί τις εξετάσεις και χορηγεί τις άδειες άσκησης επαγγέλµατος των µηχανικών".
Από τις ανωτέρω διατάξεις της οδηγίας 89/48/ΕΟΚ και του π.δ. 165/2000 ευθέως συνάγεται, σε συνδυασµό προς τις παρατεθείσες στην προηγουµένη σκέψη διατάξεις της νοµοθεσίας περί Τ.Ε.Ε, ότι από την έκδοση απόφασης του Συµβουλίου αναγνώρισης επαγγελµατικής ισοτιµίας τίτλων τριτοβάθµιας εκπαίδευσης, µε την οποία αναγνωρίζεται ότι ο κάτοχος τίτλου, κτηθέντος σε άλλο κράτος µέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, έχει το δικαίωµα να ασκεί στην Ελλάδα επάγγελµα εξ εκείνων που απαριθµούνται στο άρθρο 2 παράγραφος 5 του π.δ.
της 27.11/14.12.1926 "περί κωδικοποιήσεως των περί συστάσεως Τεχνικού Επιµελητηρίου κειµένων διατάξεων", ο µεν ενδιαφερόµενος αποκτά το δικαίωµα να ασκεί το αντίστοιχο επάγγελµα στην Ελλάδα, το δε Τ.Ε.Ε. υποχρεούται, επί υποβολής σχετικού αιτήµατος, να εγγράψει αµέσως τον ενδιαφερόµενο στα µητρώα του, έτσι ώστε ο τελευταίος να είναι σε θέση να ασκεί όλα τα δικαιώµατα και να απολαύει όλων των ευεργετηµάτων που απονέµει η ελληνική νοµοθεσία στα µέλη του Τ .Ε.Ε. (ΣτΕ 369/2008, 3065/2007, 1331/2003).
Στην προκείµενη περίπτωση το Εφετείο µε την προσβαλλόµενη απόφαση δέχτηκε τα εξής : Οι τέσσερις αναιρεσίβλητοι, Έλληνες υπήκοοι, είναι κάτοχοι τίτλου διπλωµατούχου µηχανικού, κατόπιν σπουδών τεσσάρων ετών σε πανεπιστήµια της Γερµανίας, τους οποίους απέκτησαν αντιστοίχως τα έτη 1985, 1981, 1986 και 1987. Στη συνέχεια προσλήφθηκαν από την αναιρεσείουσα ως υπάλληλοι, εντάχθηκαν στο τακτικό προσωπικό της στην κατηγορία Τ3, στην οποία εντάσσονταν οι πτυχιούχοι τεχνολογικής εκπαίδευσης, παρείχαν δε τις υπηρεσίες τους στην αναιρεσείουσα µε βάση τις πανεπιστηµιακές τους γνώσεις.
Μετά την ψήφιση του Π.Δ. 165/2000, που µετέφερε στην εθνική έννοµη τάξη την οδηγία 89/481Ε0Κ, το Συµβούλιο Αναγνώρισης Ισοτιµίας Τίτλων Τριτοβάθµιας Εκπαίδευσης, το οποίο συστάθηκε στο Υπουργείο Παιδείας, λαµβάνοντας υπόψη το είδος και τη διάρκεια σπουδών των αναιρεσιβλήτων καθώς και την επαγγελµατική τους εµπειρία, µε τις υπ' αριθµ. 58/2001, 8/2001, 9/2001 και 29/2001 αποφάσεις του, αναγνώρισε αντιστοίχως στους ενάγοντες το δικαίωµα να ασκούν το αντίστοιχο επάγγελµα του Διπλωµατούχου Μηχανικού ΑΕΙ στην Ελλάδα και να φέρουν τον αντίστοιχο επαγγελµατικό τίτλο.
Με βάση την αναγνώριση αυτή ο δεύτερος, τρίτος και τέταρτος από τους αναιρεσιβλήτους υπέβαλαν στην αναιρεσείουσα εγγράφως αιτήµατα για τη µετάταξη τους, τα οποία δεν έγιναν δεκτά. Με το ΑΡ/ΗΜ/ΔΑΝΠ/Φ, 826/50588/28-103 έγγραφο της διεύθυνσης ανθρωπίνων πόρων της αναιρεσείουσας κινήθηκε η διαδικασία για την πλήρωση θέσεων του κλάδου ΤΙ "διπλωµατούχων µηχανικών" µε µεταθέσεις, αλλαγές ειδικότητας και µετατάξεις.
Η εσωτερική αυτή προκήρυξη της αναιρεσείουσας διενεργείται βάσει του Κανονισµού Καταστάσεως Προσωπικού, κατά το άρθρο 4 του οποίου, για την κάλυψη των πιο πάνω θέσεων, απαιτείται: α) δίπλωµα µηχανικού ανωτάτης σχολής ηµεδαπής ή ισοτίµου αλλοδαπής και β) ιδιότητα µέλους του Τ.Ε.Ε. Οι αναιρεσίβλητοι υπέβαλαν αντιστοίχως στις 18-2-2003, 21-2- 2003, 20-2-2003 και 3-2-2003 εµπρόθεσµες αιτήσεις µετάταξης, επιπλέον δε στις 23-5-2003 επέδωσαν "εξώδικη δήλωση- πρόσκληση και αίτηση µε επιφύλαξη δικαιωµάτων" µε την οποία, αφού εξέθεταν το υφιστάµενο νοµικό καθεστώς, ζήτησαν τη θετική αντιµετώπιση του αιτήµατος µετάταξης τους.
Επί της άνω δήλωσης η αναιρεσείουσα µε την από 21-7-2003 απάντηση της καθιστούσε σαφές ότι δεν θα προέβαινε στη µετάταξη τους επειδή δεν πληρούν σωρευτικά και τις δύο προϋποθέσεις που αναφέρονται στον κανονισµό. Στη συνέχεια οι αναιρεσίβλητοι µε τις από 28-1-2002, 22-10-2003, 14-10-2003 και 8-7- 2002 αιτήσεις τους προς το Τ.Ε.Ε.
ζήτησαν την εγγραφή τους ως µελών πλην όµως δεν έλαβαν απάντηση µε συνέπεια να τεκµαίρεται η σιωπηρή απόρριψη των αιτήσεων τους λόγω παρόδου τριµήνου από της υποβολής τους ..... Τέλος, η αναιρεσείουσα µε τα 2/2002 και 3/2002 έγγραφα της προκήρυξε διαγωνισµό, εποπτευόµενο από τον Α.Σ.Ε.Π. για πλήρωση θέσεων προσωπικού πανεπιστηµιακής εκπαίδευσης.
Στα άνω έγγραφα ρητά ορίζεται για τους υποψηφίους διπλωµατούχους µηχανικούς (ΤΙ) ότι αν ο τίτλος σπουδών τους έχει αποκτηθεί στην αλλοδαπή απαιτείται πράξη αναγνώρισης από το ΔΙΚΑΤΣΑ ή από το Συµβούλιο Αναγνώρισης Επαγγελµατικής ισοτιµίας Τίτλων Τριτοβάθµιας Εκπαίδευσης και άδεια ασκήσεως επαγγέλµατος ή βεβαίωση του Τ.Ε.Ε.
ότι υπέβαλαν αίτηση εγγραφής. Την ίδια άλλωστε λύση έχει υιοθετήσει το ΑΣΕΠ, το οποίο µε την υπ' αριθµ. 5012001 απόφαση της ολοµέλειας του θεωρεί ότι είναι ικανοί για την κάλυψη µε πρόσληψη από διαγωνισµό θέσεων κλάδου πανεπιστηµιακής εκπαίδευσης και οι υποψήφιοι κάτοχοι τίτλων πανεπιστηµίων της αλλοδαπής, εφόσον επικαλεστούν και προσκοµίσουν α) θετική απόφαση του άνω συµβουλίου περί αναγνωρίσεως επαγγελµατικής ισοτιµίας και β) εγγραφή στην οικεία επαγγελµατική οργάνωση ή απόδειξη υποβολής προς αυτήν σχετικής αιτήσεως.
Μετά ταύτα, κατέληξε το Εφετείο ότι αφού οι ενάγοντες είναι κάτοχοι αποφάσεων του ως άνω Συµβουλίου που τους αναγνωρίζει το δικαίωµα να ασκούν το επάγγελµα του διπλωµατούχου µηχανικού ΑΕΙ στην Ελλάδα και έχουν υποβάλει αιτήσεις εγγραφής στο Τ.Ε.Ε., το οποίο (Τ.Ε.Ε.) είναι υποχρεωµένο να τους εγγράψει ως µέλη του, η εναγοµένη είναι υποχρεωµένη να τους µετατάξει σε θέση της κατηγορίας ΤΙ µόλις ολοκληρωθούν οι διαδικασίες µετάταξης που προβλέπονται στο ως άνω αναφερόµενο έγγραφο από το χρόνο που θα ισχύσει και για τους λοιπούς υπαλλήλους της, των οποίων έχει δεχτεί τις αιτήσεις µετάταξης, καθόσον οι προαναφερόµενες διατάξεις του Κανονισµού Κατάστασης Προσωπικού πρέπει να ερµηνευθούν και να εφαρµοστούν υπό το φως των µεταγενεστέρων και αυξηµένης ισχύος διατάξεων της 89/48 Οδηγίας και του Π.Δ.165/2000 και να θεωρηθεί ότι δεν απαιτείται επιπλέον αναγνώριση του τίτλου σπουδών από το ΔΙΚΑΤΣΑ, ούτε ολοκλήρωση της διαδικασίας εγγραφής από το Τ.Ε.Ε ....
Επιπλέον η άρνηση της εναγοµένης να µετατάξει τους αναιρεσιβλήτους στην κατηγορία ΤΙ συνιστά παράβαση της συνταγµατικά κατοχυρωµένης αρχής της ισότητας (άρθρο 4 του Συντάγματος), αφού οι υπάλληλοι που προσέλαβε η αναιρεσείουσα στην κατηγορία ΤΙ μέσω των ως άνω διαγωνισμών έχουν τα ίδια προσόντα με τους αναιρεσείοντες και σε περίπτωση που δεν καταταγούν θα ανήκουν σε κατώτερη κατηγορία τεχνολογικής εκπαίδευσης.
Με βάση δε τις παραδοχές αυτές, επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση με την οποία είχε γίνει δεκτή η αγωγή ως νόμιμη και κατ' ουσίαν βάσιμη και απέρριψε την έφεση που είχαν ασκήσει κατ' αυτής οι αναιρεσείοντες. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, όπως αβάσιμα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ ο οποίος πρέπει να απορριφθεί ως εκ τούτου ως αβάσιμος.
Ο ίδιος λόγος κατά το μέρος που μ' αυτόν προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 281 και 288 του Α.Κ. πρέπει να απορριφθεί, ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού η αγωγή δεν στηριζόταν στις ως άνω διατάξεις και το Εφετείο ορθώς δεν τις εφήρμοσε.Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων (176,183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Απορριπτει την από 17-5-2006 αίτηση των αναιρεσειόντων, για αναίρεση της με αριθμό 7807/2005 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Δεκεμβρίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 11 Ιανουαρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ