Legislator Case Law & Legislation
559/2025 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, ruling the lower court did not err by ignoring unproven fraud claims.

Case Number 559/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by Fenix Aero Services against a Third Instance Court decision. The appellants argued the lower court erred by failing to consider specific articles regarding fraud and perjury, claiming the defendant committed perjury and attempted fraud. The court rejected this, finding the original complaint did not contain the alleged fraud or perjury claims, rendering the appeal's third ground inadmissible.

Legislator headnote

AI generated

Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566 § 3 of the Code of Civil Procedure; Article 577 § 3 of the Code of Civil Procedure: An appeal is dismissed if the grounds raised are not supported by the facts and legal basis of the original complaint, as the court acts only upon the parties' requests.

Keywords

AI generated
appeal admissibility procedural error fraud in court perjury claim Code of Civil Procedure burden of proof dismissal of appeal

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566 § 3 of the Code of Civil Procedure
Article 577 § 3 of the Code of Civil Procedure
Article 495 § 1 of the Code of Civil Procedure
Article 914 of the Civil Code
Articles 297, 298, 330 of the Civil Code
Article 106 of the Code of Civil Procedure
Article 367 of the Penal Code
Articles 176, 183, 191 § 2 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 559 / 2025 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 559/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Κουφούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Βενιζελέα, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Κορνηλία Πανούτσου και Μιχαήλ Αποστολάκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Νοεμβρίου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Α. Α., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) εταιρείας με την επωνυμία "FENIX AERO SERVICES ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και τους διακριτικούς τίτλους "FENIX AERO", "FAS PILOT ACADEMY", "FAS MAINTENANCE" και"FAS AVIATOYRS", η οποία εδρεύει στην Παστίδα Ρόδου και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) Σ. Φ. του Γ., κατοίκου ... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Απόστολο Κοτζιά - Σοφατζή, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Του αναιρεσιβλήτου: Ν. Κ. του Γ., κατοίκου ... Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Δήμητρα Δασκαλάκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-12-2019 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ρόδου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 20/2022 του ίδιου Δικαστηρίου και 147/2023 του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 10-7-2023 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα κατ' άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 § 3 ΚΠολΔ, πρέπει επομένως να εξεταστεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της κατ' άρθρο 577 § 3 ΚΠολΔ. Το ακριβές αντίγραφο του δικογράφου της αίτησης, που επιδόθηκε από τους επισπεύδοντες τη συζήτηση αναιρεσείοντες στον αναιρεσίβλητο, δεν περιλαμβάνει τις σελίδες 4 και 5 του πρωτότυπου, από το γεγονός αυτό όμως δεν δημιουργείται, όπως ισχυρίζεται ο αναιρεσίβλητος με τις προτάσεις του, απαράδεκτο της αίτησης αναιρέσεως, η οποία ασκήθηκε παραδεκτώς κατ' άρθρο 495 § 1 ΚΠολΔ με την κατάθεσή της στη γραμματεία του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, χωρίς να απαιτείται για την ολοκλήρωση της άσκησης η επίδοση αυτής στον αναιρεσίβλητο, αλλά ούτε ακυρότητα της διαδικαστικής πράξης της επίσπευσης της συζήτησης, αφού το ελλείπον τμήμα του δικογράφου περιλαμβάνει μόνο σχολιασμό της διάταξης του άρθρου 367 Π.Κ., όπως προκύπτει από την επισκόπησή του, και συνεπώς η παράλειψή του δεν προξένησε δικονομική βλάβη στον αναιρεσίβλητο, ο οποίος άλλωστε υπέβαλε προτάσεις και για την ουσία της διαφοράς.

Από τη διάταξη του άρθρου 914 Α.Κ., που ορίζει ότι όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 297, 298 και 330 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι προϋποθέσεις της υποχρέωσης προς αποζημίωση είναι: 1) ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη), 2) παράνομος χαρακτήρας της πράξης ή παράλειψης, 3) υπαιτιότητα, 4) ζημία και 5) πρόσφορος αιτιώδης σύνδεσμος, μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς (νόμιμου λόγου ευθύνης) και αποτελέσματος (ζημίας).

Το παράνομο της συμπεριφοράς συνδέεται με αντίθεση προς διάταξη που απαγορεύει τη συγκεκριμένη πράξη, είναι δε αδιάφορο σε ποιο τμήμα του δικαίου βρίσκεται η διάταξη, που απαγορεύει την ένδικη συμπεριφορά (Α.Π. 167/2024, Α.Π. 1667/2022). Έτσι, παρανομία συνιστά και η παράβαση της γενικής υποχρέωσης πρόνοιας και ασφάλειας στο πλαίσιο της συναλλακτικής και γενικότερα της κοινωνικής δραστηριότητας, δηλαδή η παράβαση της κοινωνικώς επιβεβλημένης και εκ της θεμελιώδους δικαιικής αρχής της συνεπούς συμπεριφοράς απορρέουσας υποχρέωσης λήψεως ορισμένων μέτρων επιμέλειας για την αποφυγή προκλήσεως ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων (Α.Π. 167/2024, Α.Π. 10/2021, Α.Π. 1177/2018, Α.Π. 345/2017).

Ειδικότερα, παράνομη είναι η συμπεριφορά που προσβάλλει τα προστατευόμενα από το νόμο δικαιώματα ή συμφέροντα άλλου και μπορεί να συνίσταται σε θετική πράξη ή παράλειψη, εφόσον στην τελευταία περίπτωση υπήρξε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση προφύλαξης του προσβληθέντος δικαιώματος ή συμφέροντος και αποτροπής του ζημιογόνου αποτελέσματος.

Τούτο συμβαίνει, όταν υφίσταται από το νόμο ή από δικαιοπραξία ή από την καλή πίστη κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη και το γενικό πνεύμα του δικαίου υποχρέωση προστασίας και ειδικότερα όταν με προηγούμενη πράξη του δημιούργησε κάποιος κατάσταση επικινδυνότητας, χωρίς να έχει λάβει τα αναγκαία μέτρα για την αποτροπή του κινδύνου (Α.Π. 839/2022, Α.Π. 322/2018).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 386 § 1 εδ. α' Π.Κ., "1.Όποιος, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με σκοπό από τη βλάβη αυτής της περιουσίας να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, τιμωρείται με φυλάκιση και χρηματική ποινή." Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται:

α) ο σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, έστω και αν τελικώς δεν επιτευχθεί το όφελος αυτό, β) εν γνώσει, με την έννοια του άμεσου δόλου, παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη στην επιζήμια για τον ίδιο ή άλλον πράξη, παράλειψη ή ανοχή, η παράσταση δε ψευδών γεγονότων μπορεί να συνίσταται σε οποιαδήποτε ανακοίνωση, δήλωση ή ισχυρισμό, στον οποίο υπάρχει ανακριβής απεικόνιση της πραγματικότητας, ενώ μπορεί να είναι ρητή ή να συνάγεται και συμπερασματικά από τη συμπεριφορά του δράστη, και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την απατηλή συμπεριφορά (παραπλανητική ενέργεια ή παράλειψη του δράστη) και τη συνεπεία αυτής πλάνη εκείνου που προέβη στην περιουσιακή διάθεση, χωρίς να απαιτείται ταυτότητα παραπλανηθέντος και ζημιωθέντος.

Με την έννοια αυτή, το έγκλημα της απάτης τελείται και όταν ο δράστης προβαίνει σε ψευδείς δηλώσεις προς δημόσια αρχή, πείθοντας έτσι αυτήν να προβεί σε ενέργειες της αρμοδιότητάς της, από τις οποίες ζημιώνεται άλλος. Επομένως, απάτη μπορεί να διαπραχθεί και με την παραπλάνηση του δικαστή, που δικάζει σε πολιτική δίκη, με την υποβολή σε αυτόν ψευδών ισχυρισμών που υποστηρίζονται με την εν γνώσει προσκόμιση ψευδών ή πλαστών αποδεικτικών στοιχείων (Α.Π. 1224/2020, Α.Π. 848/2017, Α.Π. 70/2017, Α.Π. 1627/2011).

Η απάτη στο δικαστήριο είναι τετελεσμένη όταν με τους ψευδείς ισχυρισμούς και την προσκόμιση των ψευδών ή πλαστών αποδεικτικών στοιχείων παραπλανάται το δικαστήριο και εκδίδει οριστική απόφαση υπέρ των απόψεων του δράστη σε βάρος του αντιδίκου του ή άλλου (Α.Π. 1119/2021, Α.Π. 820/2020, Α.Π. 402/2018). Το έγκλημα της απάτης στο δικαστήριο μπορεί να τελεσθεί και σε απόπειρα, αν δεν παραπλανήθηκε το δικαστήριο, παρά την επιχειρηθείσα ως άνω απάτη από το διάδικο, και εξέδωσε απορριπτική απόφαση για τον προβληθέντα ισχυρισμό ή δεν εξέδωσε απόφαση υπέρ του δράστη (Α.Π. 1224/2020, Α.Π. 308/2018, 735/2017).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.Α.Π. 7/2006).

Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.Α.Π. 27/1998).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.

Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.Α.Π. 8/2018, Ολ.Α.Π. 7/2006).

Στην προκειμένη περίπτωση, η κρινόμενη από 10-7-2023 αίτηση αναιρέσεως στρέφεται κατά της 147/2023 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή κατ' άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων: Με την από 10-12-2019 αγωγή τους, οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες "Fenix Aero Services Α.Ε.", που έχει ως αντικείμενο τη διενέργεια αερομεταφορών με ιδιόκτητα αεροσκάφη στην περιοχή της Δωδεκανήσου, και Σ.

Φ., νόμιμος εκπρόσωπος αυτής, ανέφεραν ότι ο εναγόμενος-αναιρεσίβλητος α) κατέθεσε αγωγή καταδολίευσης δανειστών εις βάρος της πρώτης ενάγουσας και της εταιρίας "Fenix Aviation Services Ι.Κ.Ε." (μη διαδίκου στην παρούσα δίκη), ισχυριζόμενος ότι η εταιρία Fenix, κατά της οποίας ο ίδιος έχει χρηματική απαίτηση, ενεργώντας προς βλάβη του, πώλησε και μεταβίβασε το σύνολο της περιουσίας της στην τρίτη εταιρία, ζήτησε δε τη διάρρηξη της μεταβίβασης ενός από τα αεροσκάφη, που μεταβιβάστηκαν, και να υποχρεωθούν αυτοί να του καταβάλουν 50.000 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, και β) υπέβαλε έγκληση στον αρμόδιο εισαγγελέα για το αδίκημα της καταδολίευσης δανειστών εις βάρος του δεύτερου ενάγοντος, Σ.

Φ., και των νομίμων εκπροσώπων της τρίτης εταιρίας, ισχυριζόμενος ότι αυτοί με την ανωτέρω μεταβίβαση εν γνώσει τους ματαίωσαν ολικά την ικανοποίηση της απαίτησής του. Ότι το περιεχόμενο της αγωγής και της έγκλησης του εναγόμενου-αναιρεσίβλητου ήταν προσβλητικό και εν γνώσει του ψευδές, έγινε δε γνωστό στην τοπική κοινωνία, με αποτέλεσμα να θιγεί το εμπορικό μέλλον της πρώτης ενάγουσας και η τιμή και υπόληψη του δεύτερου ενάγοντος, και ότι με τους τρόπους αυτούς ο εναγόμενος-αναιρεσίβλητος τέλεσε εις βάρος τους τις αξιόποινες πράξεις της συκοφαντικής δυσφήμησης ανώνυμης εταιρίας και φυσικού προσώπου, ψευδορκίας μάρτυρος, ψευδούς καταμήνυσης και απόπειρας απάτης στο δικαστήριο.

Ζήτησαν δε να υποχρεωθεί αυτός να καταβάλει στην πρώτη ενάγουσα 300.000 ευρώ και στο δεύτερο ενάγοντα 150.000 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης, που υπέστησαν από τις παράνομες και υπαίτιες πράξεις του. Η αγωγή απορρίφθηκε με την 20/2022 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου. Κατά της απόφασης αυτής οι ενάγοντες άσκησαν έφεση, η οποία απορρίφθηκε με την αναιρεσιβαλλόμενη 147/2023 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου.

Ειδικότερα, το Εφετείο απέρριψε ως μη νόμιμη τη βάση της αγωγής, που στηρίζεται σε αδικοπραξία λόγω απόπειρας απάτης στο δικαστήριο, με την αιτιολογία ότι οι ενάγοντες δεν ισχυρίζονται ότι ο εναγόμενος προσκόμισε στο δικαστήριο ψευδή αποδεικτικά μέσα. Έτσι που έκρινε το Εφετείο και απέρριψε τη βάση αυτή ως μη νόμιμη, δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 297, 298, 299, 914 και 932 Α.Κ.

σε συνδυασμό με αυτήν του άρθρου 386 Π.Κ., τις οποίες ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε, καθόσον υπό τα εκτιθέμενα στην αγωγή πραγματικά περιστατικά δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους, αφού οι ενάγοντες δεν αναφέρουν ότι ο εναγόμενος υποστήριξε τους φερόμενους ως ψευδείς ισχυρισμούς της αγωγής του με την προσκόμιση στο δικαστήριο ψευδών ή πλαστών αποδεικτικών στοιχείων, χωρίς την οποία δεν τελείται, ούτε σε απόπειρα, το αδίκημα της απάτης στο δικαστήριο, κατά τα προαναφερθέντα στη μείζονα σκέψη.

Επομένως ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες προβάλλουν πλημμέλεια από τον αρ. 1 (αναφέρεται εσφαλμένα ως αρ. 19) του άρθρου 559 ΚΠολΔ με την ανωτέρω αιτίαση, είναι αβάσιμος.

Σύμφωνα με τα άρθρα 914 και 932 Α.Κ., αποκατάσταση της ηθικής βλάβης μπορούν να ζητήσουν, όχι μόνο τα φυσικά, αλλά και τα νομικά πρόσωπα και ειδικότερα οι ανώνυμες εταιρείες, αν με την σε βάρος τους αδικοπραξία προσβλήθηκε η εμπορική τους πίστη, το κύρος, η επαγγελματική τους υπόληψη και γενικά το εμπορικό τους μέλλον (Ολ.Α.Π. 2/2008).

Για να γεννηθεί η αξίωση από την προσβολή της προσωπικότητας κατά τις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 914, 920 και 932 Α.Κ. πρέπει η προσβολή να είναι παράνομη, να αντίκειται δηλαδή σε διάταξη, η οποία απαγορεύει συγκεκριμένη πράξη που προσβάλλει κάποια έκφανση της προσωπικότητας, είναι δε αδιάφορο, σε ποιο τμήμα του δικαίου βρίσκεται η διάταξη που απαγορεύει την προσβολή, αν δηλαδή βρίσκεται στο αστικό ή ποινικό δίκαιο ή σε άλλους κανόνες δημοσίου δικαίου ή και ειδικούς νόμους.

Έτσι, η προσβολή της προσωπικότητας προσώπου ή της φήμης και της επαγγελματικής πίστης ανωνύμου εταιρείας μπορεί να προέλθει και από κάποια από τις ποινικά κολάσιμες πράξεις που προβλέπονται και τιμωρούνται από τις διατάξεις των άρθρων 361, 362, 363 και 364 Π.Κ. (Α.Π. 766/2021). Για τη στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της δυσφήμησης απαιτείται γνώση του δράστη, ότι το ισχυριζόμενο ή διαδιδόμενο από αυτόν ενώπιον τρίτου γεγονός είναι κατάλληλο να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη άλλου, και θέληση του ίδιου να ισχυρισθεί ή να διαδώσει ενώπιον τρίτου το βλαπτικό για άλλον γεγονός, ενώ για τη στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης απαιτείται επιπλέον και γνώση του δράστη ότι το γεγονός είναι ψευδές.

Έτσι, σε περίπτωση που ο δράστης δεν γνώριζε το ψεύδος του γεγονότος που ισχυρίσθηκε ή διέδωσε ή είχε αμφιβολίες γι' αυτό, δεν στοιχειοθετείται μεν το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης, παραμένει όμως ως έγκλημα η απλή δυσφήμηση, που προσβάλλει επίσης την προσωπικότητα του άλλου σε βαθμό μη ανεκτό από την έννομη τάξη.

Ωστόσο, ως αστικό αδίκημα, η δυσφήμηση θεμελιώνεται υποκειμενικά και σε απλή αμέλεια του δράστη και συνεπώς όποιος από πρόθεση ή από αμέλεια ισχυρίζεται ή διαδίδει προς τρίτους γεγονότα αναληθή που βλάπτουν την επαγγελματική ή γενικότερα την οικονομική ελευθερία άλλου και κατ' αυτή την έννοια θίγουν την τιμή και την υπόληψή του, προσβάλλοντας παράνομα την προσωπικότητά του, έχει υποχρέωση, εφόσον γνωρίζει ή υπαίτια αγνοεί την αναλήθεια των γεγονότων αυτών, να αποζημιώσει τον άλλο και να ικανοποιήσει και την ηθική βλάβη του, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις προβλεπόμενες στο άρθρο 367 § 1 Π.Κ.

περιπτώσεις, που αίρουν τον άδικο χαρακτήρα της πράξης του, τόσο ως ποινικό, όσο και ως αστικό αδίκημα, αφού οι διατάξεις των άρθρων 361-367 Π.Κ. εφαρμόζονται αναλογικά για την ενότητα της έννομης τάξης και στο χώρο του ιδιωτικού δικαίου. Τέτοια είναι και η περίπτωση της προσβολής που γίνεται για τη διαφύλαξη δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον κατ' άρθρο 367 § 1 περ.

γ' Π.Κ., το οποίο ως νομική έννοια ελέγχεται αναιρετικά από τον Άρειο Πάγο. Όμως, ο άδικος χαρακτήρας της πράξης δεν αίρεται λόγω δικαιολογημένου ενδιαφέροντος, και συνεπώς παραμένει η υποχρέωση προς αποζημίωση κατά το αστικό δίκαιο, όταν συντρέχει κάποια από τις περιπτώσεις του άρθρου 367 § 2 Π.Κ., δηλαδή όταν οι επίμαχες κρίσεις περιέχουν τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης του άρθρου 363 Π.Κ., ή όταν από τον τρόπο εκδηλώσεως, ή από τις περιστάσεις, υπό τις οποίες τελέστηκε η πράξη της απλής δυσφήμησης, προκύπτει σκοπός εξύβρισης από μέρους του δράστη, είτε υπό την μορφή της εξύβρισης κατ' άρθρο 361 Π.Κ., είτε υπό την μορφή της δυσφήμησης κατ' άρθρο 362 Π.Κ., που υπάρχει όταν ο τρόπος εκδήλωσης της προσβλητικής συμπεριφοράς δεν ήταν κατ' αντικειμενική κρίση αναγκαίος για την προστασία δικαιώματος ή άλλου δικαιολογημένου ενδιαφέροντος, αλλά εν γνώσει του επιλέχθηκε και χρησιμοποιήθηκε για να προσβληθεί η τιμή και υπόληψη του άλλου, δηλαδή όταν υπάρχει υπέρβαση του αντικειμενικά αναγκαίου μέτρου για την προστασία του δικαιώματος ή του δικαιολογημένου ενδιαφέροντός του.

Ο ισχυρισμός του εναγόμενου ότι συντρέχει περίπτωση δικαιολογημένου ενδιαφέροντός του, που αίρει κατά το άρθρο 367 § 1 Π.Κ. τον άδικο χαρακτήρα δυσφημιστικού για τον ενάγοντα ισχυρισμού του, συνιστά ένσταση καταλυτική της εναντίον του αγωγής με αντικείμενο την ικανοποίηση της ηθικής βλάβης του αντιδίκου του από την επικαλούμενη παράνομη προσβολή της προσωπικότητάς του με το δυσφημιστικό σε βάρος του ισχυρισμό, ενώ αντένσταση συνιστά ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι δεν αίρεται τελικά ο άδικος χαρακτήρας της πράξης του εναγόμενου, επειδή αυτός ενήργησε με ειδικό σκοπό εξύβρισής του (Α.Π. 593/2023, Α.Π. 239/2023, Α.Π. 266/2023, Α.Π. 1487/2021, Α.Π. 129/2020).

Η διάταξη του άρθρου 367 § 1 εφαρμόζεται και στην περίπτωση της δυσφήμησης ανώνυμης εταιρίας (Α.Π. 1711/2003).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη δε νομίμου βάσεως της αποφάσεως συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (Ολ.Α.Π. 6/2006).

Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (Ολ.Α.Π. 18/08, Ολ.Α.Π. 15/2006).

Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (Α.Π. 50/2020, Α.Π. 1075/2019, Α.Π. 708/2017, Α.Π. 667/2016).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε την αγωγή, καθ' όσον αυτή στηρίζεται σε αδικοπραξία λόγω συκοφαντικής δυσφήμησης και ψευδούς καταμήνυσης (η βάση της αδικοπραξίας λόγω ψευδορκίας μάρτυρος είχε απορριφθεί ως αόριστη με την πρωτόδικη απόφαση και δεν επαναφέρθηκε με λόγο εφέσεως), ως ουσιαστικά αβάσιμη με την ακόλουθη αιτιολογία: "Δυνάμει της υπ’ αριθμ. 227/14 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, η οποία κατέστη τελεσίδικη με την 91/2018 απόφαση του παρόντος δικαστηρίου, η πρώτη ενάγουσα [πρώτη αναιρεσείουσα], η οποία κατά το συγκεκριμένο χρονικό σημείο έφερε την επωνυμία "Φ.

ΑΕΡΟΠΟΡΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ Α.Ε". και εκπροσωπείτο από τον Σ. Φ. του Ι. (δεύτερο ενάγοντα και ήδη δεύτερο εκκαλούντα) [δεύτερο αναιρεσείοντα], υποχρεώθηκε να καταβάλει στον εναγόμενο [αναιρεσίβλητο] το ποσό των 6.444,80 ευρώ, λόγω της άνευ σπουδαίου λόγου καταγγελίας της μεταξύ τους καταρτισθείσας σύμβασης ανεξάρτητων υπηρεσιών.

Μετά την έκδοση της δευτεροβάθμιας απόφασης, ο εναγόμενος επέδωσε στην προαναφερόμενη εταιρεία αντίγραφο από εκτελεστό απόγραφο της 227/2014 απόφασης με την από 18-10-2018 επιταγή προς εκούσια συμμόρφωση, με την οποία την επέτασσε να του καταβάλει το συνολικό ποσό των 10.369,62 ευρώ. Η εταιρεία "Φ. ΑΕΡΟΠΟΡΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ Α.Ε." δεν κατέβαλε κανένα ποσό στον ενάγοντα, ο οποίος στη συνέχεια προέβη σε κατάσχεση εις χείρας τραπεζικών ιδρυμάτων ως τρίτων, κάθε ποσού το οποίο όφειλαν ή έμελλαν να οφείλουν στην ως άνω εταιρεία δυνάμει συμβάσεων κατάθεσης.

Δυνάμει των ...-2018 εκθέσεων επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο παρόν δικαστήριο Κ. Π., επέδωσε στις ανώνυμες τραπεζικές εταιρείες με τις επωνυμίες "Τράπεζα Πειραιώς Α.Ε. και "Άλφα Τράπεζα Α.Ε" αντίστοιχα, το από 12-11-2018 κατασχετήριο, με το οποίο τις επέτασσε να μην καταβάλουν προς την παραπάνω εταιρεία το ποσό που διαθέτουν ως προϊόν κατάθεσης ή και κάθε μελλοντικής κατάθεσης μέχρι του ποσού των 10.369,62 ευρώ, εν συνεχεία δε, επέδωσε και προς την εταιρεία "Φ.

Αεροπορικές Επιχειρήσεις Α.Ε." το εν λόγω κατασχετήριο ... Εντός της νόμιμης προθεσμίας, τα ως άνω τραπεζικά ιδρύματα προέβησαν σε αρνητική δήλωση τρίτου και συγκεκριμένα: 1) η "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε." προέβη στην ... δήλωση ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, με την οποία δήλωσε ότι στα καταστήματά της στη Ρόδο τηρούνται στο όνομα της οφειλέτριας εταιρείας, (i) ατομικός λογαριασμός καταθέσεων με πιστωτικό υπόλοιπο 8.800,75 ευρώ το οποίο δεν δεσμεύτηκε, καθώς ήταν ήδη δεσμευμένο προς εξασφάλιση απαίτησης της πρώην Συνεταιριστικής Τράπεζας Δωδεκανήσου και (ii) ατομικός λογαριασμός καταθέσεων με πιστωτικό υπόλοιπο 21.010,20 ευρώ το οποίο επίσης δεν δεσμεύτηκε, καθώς προϋφίστατο δέσμευση λόγω αναγκαστικής κατάσχεσης υπέρ της Δ.Ο.Υ.

Ρόδου μέχρι του ποσού των 88.686,35 ευρώ, 2) η "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε" προέβη στην ... δήλωση ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών με την οποία δήλωσε ότι η εν λόγω οφειλέτρια εταιρεία τηρούσε ένα λογαριασμό όψεως με μηδενικό υπόλοιπο, ενώ ήδη υφίσταται προγενέστερη δέσμευση μέχρι το ποσό των 88.686,35 ευρώ υπέρ της Δ.Ο.Υ.

Ρόδου. Ο εναγόμενος, πληροφορηθείς την ίδρυση, στις 4-10-2017, της Ιδιωτικής Κεφαλαιουχικής Εταιρείας με την επωνυμία "FΕΝΙΧ AVIATION SERVICES Ι.Κ.Ε." από την E. O., σύζυγο του Σ. Φ., προς την οποία (Ι.Κ.Ε.) μεταβιβάστηκε στις 15-2-2018 ένα από τα αεροσκάφη που ανήκαν στην τελευταία και ενόσω δεν είχε ικανοποιηθεί η απαίτηση του, άσκησε σε βάρος των δύο εταιρειών (της εταιρείας "Φ.

ΑΕΡΟΠΟΡΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΑΕ" και της "FΕΝΙΧ ΑVΙΑΤΙΟΝ SERVICES I.K.E.") την από 25-2-2019 και με αριθμό κατάθεσης 44/2019 αγωγή, με την οποία ζήτησε τη διάρρηξη της μεταβίβασης του ως άνω αεροσκάφους ως καταδολιευτικής καθώς και να υποχρεωθούν οι εναγόμενες να του καταβάλουν το ποσό των 49.956 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη από την αδικοπρακτική και ενάντια στα χρηστά ήθη ενέργεια των εναγομένων.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, στις 16-1-2020, οι εναγόμενες με τις προτάσεις τους προσκόμισαν την από 16-4-2019 επιστολή της ALPHA ΒΑΝΚ με την οποία το εν λόγω τραπεζικό ίδρυμα πληροφορούσε τον Σ. Φ. ότι την 13-11-2018, σε εκτέλεση της κατάσχεσης που επιβλήθηκε από τον Ν. Κ. δέσμευσε το χρηματικό ποσό των 10.368,49 ευρώ υπέρ του κατασχόντος.

Ενόψει τούτου, ο Ν. Κ., προέβη, με την προσθήκη επί των προτάσεων που κατέθεσε, σε παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής, εκθέτοντας ότι μετά την πληροφορία την οποία έλαβε μέσω του συγκεκριμένου εγγράφου ο ίδιος δεν είχε κανένα συμφέρον στην εξακολούθηση της δίκης. Η παραίτηση αυτή δεν έγινε δεκτή από το δικαστήριο, το οποίο την απέρριψε τόσο διότι έγινε κατά παράβαση των οριζομένων στο άρθρο 294 ΚΠολΔ όσο και διότι πιθανολόγησε ότι οι εναγόμενοι είχαν συμφέρον να περατωθεί η δίκη με έκδοση οριστικής απόφασης, η οποία ωστόσο ουδέποτε εκδόθηκε επί της ουσίας της διαφοράς, καθώς η αγωγή απορρίφθηκε ως αόριστη.

Εξάλλου, ο Ν. Κ. υπέβαλε σε βάρος της εταιρείας "Φ. ΑΕΡΟΠΟΡΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ Α.Ε", της E. O. και της θυγατέρας της (και θετής θυγατέρας του Σ. Φ.) Α. Ε. Σ. του Ε., την από 8-3-2019 έγκληση, στην οποία εξέθεσε ότι η πρώτη εγκαλούμενη εταιρεία, με τη συνέργεια των δύο εγκαλουμένων φυσικών προσώπων, επιχείρησαν με πρόθεση να ματαιώσουν την ικανοποίηση της αξίωσής του, η οποία απέρρεε από την ως άνω τελεσίδικη δικαστική απόφαση, καθώς η E. O.

προέβη στη σύσταση της εταιρείας FENIX ΑVΙΑΤΙΟΝ SERVICES ΙΚΕ (διαχειρίστρια της οποίας για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα ήταν η Α. Ε. Σ.), στην οποία μεταβιβάστηκε το σύνολο των αεροσκαφών της οφειλέτριας εταιρείας, ο δε συγγενικός δεσμός του προέδρου και νομίμου εκπροσώπου της τελευταίας, Σ. Φ. με τις δύο εγκαλούμενες, αποδεικνύει τη δόλια συμπεριφορά των εγκαλουμένων, με σκοπό την αποφυγή πιθανών κατασχέσεων.

Η σύζυγος του Σ. Φ., E. O., προέβη στη σύσταση της εταιρείας με την επωνυμία FΕΝΙΧ ΑVΙΑΤΙΟΝ SERVICES ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΙΚΕ ... με διαχειρίστρια την ίδια, δυνάμει του από 4-10-2017 ιδιωτικού συμφωνητικού... Αποδείχθηκε, ακόμη, ότι η οφειλέτρια εταιρεία με την επωνυμία "Φ. ΑΕΡΟΠΟΡΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ Α.Ε." ... [τ]ον Απρίλιο του 2018 προέβη στη μεταβίβαση των αεροσκαφών της στη νεοσυσταθείσα εταιρεία "FΕΝΙΧ ΑΝΙΑΤΙΟΝ SERVICES ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠH ΙΚΕ", εν συνεχεία δε, μετά την κατάθεση της 44/2019 αγωγής και συγκεκριμένα το Μάρτιο του 2012, τα αεροσκάφη επαναμεταβιβάστηκαν στην FENIX AERO SERVICES Α.Ε. ...

Κατά συνέπεια, υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις που συνοδεύουν την ερευνώμενη υπόθεση, ουδόλως αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος περιέλαβε στα επίμαχα δικόγραφα (της με αριθμό 44/2015 αγωγής και της από 8-3-2019 έγκλησης) εν γνώσει του ψευδείς ισχυρισμούς, καθώς είχε κάθε λόγο να πιστεύει ότι όσα διέλαβε στην αγωγή και στην έγκληση ήταν αληθή, διότι: 1) Η εναγομένη στην παραπάνω αγωγή εταιρεία, δεν συμμορφώθηκε με το διατακτικό της απόφασης που την υποχρέωνε να καταβάλει στον ενάγοντα το πιο πάνω αναφερόμενο ποσό. 2) Η απάντηση των τραπεζικών ιδρυμάτων στις οποίες ο τώρα εναγόμενος επέβαλε κατάσχεση εις χείρας τρίτου ήταν αρνητική, η δε προσκομιδή της από 16-4-2019 επιστολής της ΑLΡΗΑ ΒΑΝΚ προς τον δεύτερο ενάγοντα Σ.

Φ. δεν διαφοροποιεί την κατάσταση, αναφορικά με τη γνώση του εναγομένου ως προς τη δυνατότητα της οφειλέτριας εταιρείας να ικανοποιήσει την αξίωσή του, καθώς η επιστολή αυτή απευθύνθηκε μόνον στον παραλήπτη της, ο οποίος δεν γνωστοποίησε το περιεχόμενό της στον εναγόμενο, παρά μόνο κατά τη συζήτηση της 44/2019 αγωγής, οπότε και ο τελευταίος δήλωσε ότι παραιτείται από το δικόγραφό της. 3) Οι επιχειρηματικές ενέργειες των μετόχων της οφειλέτριας εταιρείας, Σ.

Φ. (πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος) και E. O. - Φ. (μέλους του Δ.Σ.), όπως αυτές περιγράφηκαν παραπάνω, μπορούσαν ευχερώς να εκληφθούν ως προσπάθεια ματαίωσης της ικανοποίησης της απαίτησης του εναγομένου κατά της εταιρείας, ιδίως αν ληφθεί υπόψη η στενότατη σχέση μεταξύ των παραπάνω μετόχων και η γνώση αμφοτέρων ως προς την ύπαρξη της απαίτησης, αλλά και της οικονομικής κατάστασης της εταιρείας.

Σε αντίκρουση των παραπάνω, οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι ο σκοπός των μεταβιβάσεων δεν ήταν καταδολιευτικός, αλλά αυτές κατέστησαν αναγκαίες λόγω των διαπραγματεύσεων που είχαν με τρίτη εταιρεία για την αγορά της πρώτης εξ αυτών, πλην όμως η εταιρεία αυτή δεν ενδιαφερόταν για τα περιουσιακά στοιχεία (αεροσκάφη) της "Φ.

ΑΕΡΟΠΟΡΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ Α.Ε." και για το σκοπό αυτό ιδρύθηκε η ως άνω Ι.Κ.Ε., ώστε να μεταβιβαστούν σε αυτήν τα αεροσκάφη, το εγχείρημα δε αυτό τελικώς δεν καρποφόρησε διότι ανεστάλη η άδεια αερομεταφορέα της, για την οποία πρωτίστως ενδιαφερόταν η αγοράστρια εταιρεία. Σε κάθε δε περίπτωση, η οφειλέτρια εταιρεία ήταν σε θέση να εξοφλήσει ευχερώς την απαίτηση του εναγομένου, κάτι που ο τελευταίος ασφαλώς γνώριζε ως εκ της προγενέστερης ενασχόλησής του με τα λογιστικά της εταιρείας.

Ο πρώτος από τους ανωτέρω ισχυρισμούς, αφενός δεν επιβεβαιώθηκε από κανένα αποδεικτικό στοιχείο, καθώς δεν προσκομίστηκε κανένα έγγραφο από αυτά που απαραιτήτως θα υπήρχαν στο στάδιο των διαπραγματεύσεων μεταξύ των δύο εταιρειών, αφετέρου σε κάθε περίπτωση η επικαλούμενη αυτή διαπραγμάτευση ουδόλως μπορούσε να είναι γνωστή στον εναγόμενο, ο οποίος είχε προσπαθήσει ανεπιτυχώς, κατά τα προαναφερόμενα, να εισπράξει τα οφειλόμενα.

Όσον αφορά στον δεύτερο ισχυρισμό, ... η οικονομική κατάσταση της εταιρείας "Φ. Αεροπορικές Επιχειρήσεις Α.Ε." κάθε άλλο παρά ανθηρή ήταν ... Σε κάθε δε περίπτωση, εάν πράγματι η εταιρεία ήταν σε θέση να ικανοποιήσει την απαίτηση του εναγομένου, ασφαλώς και θα το έπραττε μετά την κοινοποίηση σε αυτήν εκτελεστού απογράφου της προαναφερόμενης απόφασης, ώστε να αποφύγει την περαιτέρω επιβάρυνση του οφειλομένου ποσού με τόκους, έξοδα πράξεων εκτέλεσης κλπ.

Με βάση όλα τα παραπάνω, δεν αποδείχθηκε ούτε ότι τα περιστατικά που περιέχονταν στην αγωγή και στην έγκληση ήταν αντικειμενικώς ψευδή, ούτε ότι ο εναγόμενος τελούσε σε γνώση του ψεύδους αυτών και, κατά συνέπεια δεν στοιχειοθετούνται ... τα αδικήματα της ψευδούς καταμηνύσεως και της συκοφαντικής δυσφήμησης, το πρώτο δε από αυτά και για τον πρόσθετο λόγο ότι δεν αποδείχθηκε πως σκοπός του εναγομένου ήταν η ποινική καταδίωξη των εναγόντων, αλλά πρωτίστως η ικανοποίηση της οικονομικής του απαίτησης ...

Τούτο άλλωστε επιβεβαιώνεται και από το γεγονός ότι, ευθύς αμέσως μόλις ο εναγόμενος πληροφορήθηκε ότι τελικώς το ποσό που του οφειλόταν είχε δεσμευθεί, έσπευσε να παραιτηθεί από την αγωγή του, έστω και κατά απρόσφορο τρόπο. Με βάση αυτή την παραδοχή, παρά το γεγονός ότι η αναφορά στην αγωγή και στην έγκληση ότι η πρώτη ενάγουσα ενήργησε καταδολιευτικά, αποτελούσε γεγονός το οποίο αντικειμενικά ήταν πρόσφορο να βλάψει την εμπορική φήμη της πρώτης ενάγουσας και την τιμή και την υπόληψη του δευτέρου ενάγοντος, υφίσταται εν προκειμένω δικαιολογημένο ενδιαφέρον του εναγομένου, συνιστάμενο στην προσπάθεια να εισπράξει διά της δικαστικής οδού το οφειλόμενο στον ίδιο χρηματικό ποσό, το οποίο αίρει σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, τον άδικο χαρακτήρα της πράξης.

Εξάλλου, από το ύφος των αναφερομένων στα επίμαχα δικόγραφα, δεν προκύπτει σκοπός εξύβρισης των εναγόντων, ήτοι πρόθεση του εναγομένου να προσβάλει την τιμή τους." Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ότι δηλαδή δεν στοιχειοθετείται αδικοπραξία λόγω ψευδούς καταμήνυσης και συκοφαντικής ή απλής δυσφήμησης ανώνυμης εταιρίας και φυσικού προσώπου ή εξύβρισης, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σε αυτήν σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή, ή μη εφαρμογή, των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 57, 59, 297, 298, 299, 914, 920 και 932 Α.Κ.

σε συνδυασμό με αυτές των άρθρων 229, 361, 362, 363 και 364 Π.Κ., όπως τα άρθρα 362 και 364 ίσχυαν πριν από την κατάργησή τους με το ν. 4619/2019 και εφαρμόζονται λόγω του χρόνου τέλεσης των επίδικων πράξεων, τις οποίες έτσι δεν παραβίασε εκ πλαγίου, αφού τα δεκτά, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό του πόρισμα περί μη συνδρομής στο πρόσωπο του εναγόμενου των προϋποθέσεων της αδικοπρακτικής ευθύνης.

Ειδικότερα το Εφετείο, δεχόμενο ανέλεγκτα 1) ότι ο εναγόμενος δεν είχε δόλο τέλεσης των αδικημάτων της συκοφαντικής δυσφήμησης και της ψευδούς καταμήνυσης, επειδή α) δεν γνώριζε ότι η Άλφα Τράπεζα, παρά την αρνητική της δήλωση στη γραμματεία του αρμόδιου ειρηνοδικείου, είχε δεσμεύσει υπέρ αυτού το ποσό των 10.368,49 ευρώ και ότι κατά συνέπεια επίκειτο η άμεση ικανοποίηση της απαίτησής του, μόλις δε πληροφορήθηκε το γεγονός αυτό, παραιτήθηκε από την αγωγή του, β) δικαιολογημένα θεώρησε ότι η μεταβίβαση των αεροσκαφών της πρώτης ενάγουσας εταιρίας "Fenix Aero Services Α.Ε." στην εταιρία "Fenix Aviation Services Ι.Κ.Ε.", που είχε συστήσει η σύζυγος του δεύτερου ενάγοντος, νόμιμου εκπρόσωπου της πρώτης, έγινε με καταδολιευτικό σκοπό, ενόψει της συζυγικής σχέσης των ανωτέρω και της γνώσης εκ μέρους αυτών της ύπαρξης της απαίτησης του εναγόμενου και της κακής οικονομικής κατάστασης της πρώτης ενάγουσας, 2) ότι, σε κάθε περίπτωση, δεν αποδεικνύεται ότι τα περιστατικά, που αναφέρονται στην αγωγή και την έγκληση του εναγόμενου, είναι ψευδή, αφού δεν αποδεικνύεται ότι η πρώτη ενάγουσα προέβη στη μεταβίβαση των αεροσκαφών της στην εταιρία "Fenix Aviation Services Ι.Κ.Ε." επειδή διαπραγματευόταν την πώληση αυτής (ενάγουσας) σε τρίτη εταιρία, που ενδιαφερόταν να αποκτήσει την άδεια αερομεταφορέα της ενάγουσας και όχι τα αεροσκάφη της, ούτε ότι ήταν σε οικονομική κατάσταση που της επέτρεπε να ικανοποιήσει την απαίτηση του εναγόμενου, και σε κάθε περίπτωση δεν αποδεικνύεται γνώση της τυχόν αναλήθειας των ανωτέρω περιστατικών εκ μέρους του, και 3) ο εναγόμενος προέβη στην άσκηση της αγωγής καταδολίευσης δανειστών και την υποβολή της έγκλησης από δικαιολογημένο ενδιαφέρον, συνιστάμενο στην προσπάθειά του να εισπράξει το οφειλόμενο ποσό, επομένως δεν στοιχειοθετείται το αδίκημα της απλής δυσφήμησης, ούτε αυτό της εξύβρισης ελλείψει πρόθεσης, και ότι ενόψει όλων των ανωτέρω ο εναγόμενος δεν ευθύνεται για καταβολή χρηματικής ικανοποίησης στους ενάγοντες, ορθώς και με πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες συνήγαγε από τις ανωτέρω ανέλεγκτες παραδοχές του το συμπέρασμα ότι δεν στοιχειοθετείται εν προκειμένω αδικοπραξία ελλείψει της αποδιδόμενης στον εναγόμενο με την αγωγή παράνομης συμπεριφοράς της ψευδούς καταμήνυσης και συκοφαντικής δυσφήμησης, ούτε της απλής δυσφήμησης ή εξύβρισης.

Δεν απαιτείται δε ειδικότερη αιτιολογία, όπως ισχυρίζονται οι αναιρεσείοντες, α) για τη δήθεν παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης ότι η πρώτη ενάγουσα δεν είχε δικαίωμα να μεταβιβάσει τα αεροσκάφη της στην "Fenix Aviation Services Ι.Κ.Ε.", αφού το Εφετείο δέχεται μόνο ότι δεν αποδεικνύεται ο μη καταδολιευτικός χαρακτήρας της μεταβίβασης και συνεπώς ο ψευδής χαρακτήρας των ισχυρισμών του εναγόμενου, στηρίζει δε επαρκώς το συμπέρασμά του περί μη στοιχειοθέτησης συκοφαντικής δυσφήμησης και ψευδούς καταμήνυσης και στην επιπλέον παραδοχή ότι ο εναγόμενος δεν γνώριζε την τυχόν αναλήθεια των ισχυρισμών του και δεν είχε δόλο διάπραξης των ανωτέρω αδικημάτων, β) για την αναγκαιότητα της άσκησης αγωγής καταδολίευσης δανειστών για την προστασία των συμφερόντων του εναγόμενου, η οποία αιτιολογείται επαρκώς ενόψει των παραδοχών του Εφετείου περί κακής οικονομικής κατάστασης της πρώτης ενάγουσας και δικαιολογημένης υπόνοιας ότι έγινε καταδολιευτική μεταβίβαση της περιουσίας της, γ) για το ότι οι αρνητικές δηλώσεις των τραπεζών ενίσχυαν τις υποψίες του εναγόμενου περί καταδολίευσης, αφού από τις δηλώσεις αυτές προέκυπτε ότι δεν υπήρχαν διαθέσιμες χρηματικές καταθέσεις για την ικανοποίηση της απαίτησής του, και δ) για το ότι οι υποψίες του εναγόμενου ενισχύονταν και από τη μη εκούσια συμμόρφωση της πρώτης ενάγουσας και την καταβολή του ποσού της οφειλής της, εφόσον η αδυναμία καταβολής του ποσού των 10.369,62 ευρώ δικαιολογημένα μπορούσε να προκαλέσει υπόνοιες αφερεγγυότητας.

Επίσης, δεν καθιστά ενδοιαστική την αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης η παραδοχή ότι η μεταβίβαση των αεροσκαφών της πρώτης ενάγουσας μπορούσε να κινήσει τις υποψίες ότι γίνεται με καταδολιευτικό σκοπό, αφού γίνεται προς ενίσχυση της παραδοχής ότι ο εναγόμενος δεν είχε δόλο ψευδούς καταμήνυσης και συκοφαντικής δυσφήμησης.

Επομένως είναι αβάσιμος ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες προβάλλουν πλημμέλεια της προσβαλλόμενης απόφασης από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με τις ανωτέρω αιτιάσεις. Ο ίδιος λόγος, καθόσον πλήττει την αιτιολογία της απόφασης ως προς την παραδοχή της περί μη στοιχειοθέτησης ούτε του αδικήματος της εξύβρισης, είναι αλυσιτελής και επομένως απαράδεκτος, επειδή η ανωτέρω αιτιολογία είναι πλεοναστική, ως προς μεν την πρώτη αναιρεσείουσα, επειδή είναι νοητή η εξύβριση μόνο φυσικού, και όχι νομικού προσώπου (Α.Π. 29/2022), επομένως αρκεί για την απόρριψη της αγωγής ως προς αυτήν η παραδοχή του Εφετείου ότι ο εναγόμενος δεν τέλεσε τα αδικήματα της ψευδούς καταμήνυσης και της ψευδούς και απλής δυσφήμησης, και ως προς το δεύτερο αναιρεσείοντα, επειδή αυτός δεν ισχυρίζεται, ούτε προκύπτει από τα παραδεκτώς επισκοπούμενα δικόγραφα των από 20-7-2020 προτάσεων των αναιρεσειόντων ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και της από 20-7-2022 έφεσής τους, ότι προέβαλε με αντένσταση, όπως απαιτείται κατά τα προαναφερθέντα στη μείζονα σκέψη, τον ισχυρισμό ότι δεν αίρεται ο άδικος χαρακτήρας της πράξης του εναγόμενου επειδή αυτός ενήργησε με σκοπό εξύβρισης.

Όσον αφορά δε την αιτίαση ότι το Εφετείο, δεχόμενο έλλειψη δόλου του εναγόμενου, δεν αξιολόγησε την αναφορά, στο δικόγραφο της αγωγής του περί καταδολίευσης, ότι και μετά τη μεταβίβαση ενός αεροσκάφους, η πρώτη ενάγουσα κατείχε σημαντική υπολειπόμενη περιουσία, ο λόγος είναι απαράδεκτος, αφού η αιτίαση αυτή αναφέρεται στην εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων, η οποία δεν ελέγχεται αναιρετικά κατ' άρθρο 561 § 1 ΚΠολΔ.

Ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά τον νόμο, έλαβε υπ' όψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου εφέσεως (Ολ.Α.Π. 25/2003, Α.Π. 1001/2020), όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι (που εξομοιώνονται με τους μη προταθέντες, A.Π. 899/2019), αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει (Ολ.Α.Π. 2/1989, Α.Π. 1121/2022, Α.Π. 512/2022), ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων (Ολ.Α.Π. 3/1997) ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι εφέσεως (Ολ.Α.Π. 14/2004, Α.Π. 87/2013), καθώς και περιστατικά επουσιώδη ή που εκ περισσού εκτίθενται, ούτε η λήψη υπ' όψη από το δικαστήριο διευκρινιστικών απλώς περιστατικών που προέκυψαν από τις αποδείξεις, μολονότι δεν είχαν περιληφθεί στο δικόγραφο της αγωγής, εφόσον δεν επέρχεται μεταβολή της ιστορικής της βάσης (Α.Π. 862/2020), ή τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και τα πραγματικά περιστατικά που προκύπτουν από αυτά.

Πράγμα, κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης αποτελεί και ο λόγος εφέσεως, με τον οποίο εκφέρεται παράπονο σχετικό με αυτοτελή ισχυρισμό και όχι με ισχυρισμό αρνητικό της αγωγής (Ολ.Α.Π. 3/2008, Α.Π. 674/2020, Α.Π. 1431/2017). Δεν αποτελούν πράγματα, όμως, υπό την ως άνω έννοια, τα νομικά επιχειρήματα που προβάλλουν οι διάδικοι για την υποστήριξη των απόψεών τους σε σχέση με νομικά ζητήματα ή οι ισχυρισμοί τους, που αναφέρονται στην ορθή ερμηνεία του νόμου, ακόμη και αν προτείνονται ως λόγοι εφέσεως (Ολ.Α.Π. 3/1997, ΑΠ 189/2023, ΑΠ 2070/2022, Α.Π. 1692/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο νομίμως έλαβε υπόψη τον αυτοτελή ισχυρισμό του εναγόμενου ότι δεν στοιχειοθετείται εις βάρος του το αδίκημα της απλής δυσφήμησης, επειδή οι ενέργειές του έγιναν από δικαιολογημένο ενδιαφέρον, αφού ο ισχυρισμός αυτός προτάθηκε με τις παραδεκτώς επισκοπούμενες προτάσεις του ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, στις οποίες αναφέρεται ότι μοναδικός σκοπός του ήταν να πετύχει την αποζημίωσή του με την καταβολή του ποσού, που του είχε επιδικαστεί, βελτιώθηκε δε και συμπληρώθηκε παραδεκτώς κατ' άρθρο 527 § 1 ΚΠολΔ με τις προτάσεις του ενώπιον του Εφετείου, στις οποίες αναφέρεται ότι σκοπός του δεν ήταν η καταδίωξη των εναγόντων και η προσβολή της εμπορικής φήμης και πίστης της πρώτης ενάγουσας, καθώς και της τιμής και υπόληψης του δεύτερου, αλλά αποκλειστικά η είσπραξη της επιδικασθείσας απαίτησής του, για την οποία η άσκηση της αγωγής περί καταδολίευσης και η υποβολή της έγκλησης αποτελούσαν το έσχατο μέσο μετά την άκαρπη επιβολή κατάσχεσης εις χείρας των Τραπεζών Άλφα και Πειραιώς και τη μεταβίβαση της περιουσίας της πρώτης ενάγουσας στην εταιρία που σύστησε η σύζυγος του δεύτερου ενάγοντος.

Επομένως ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες προβάλλουν πλημμέλεια της προσβαλλόμενης απόφασης από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με την ανωτέρω αιτίαση, είναι αβάσιμος. Επίσης, είναι αβάσιμο το σκέλος του δεύτερου λόγου αναιρέσεως, με το οποίο προβάλλεται πλημμέλεια από τον αρ. 8 με την αιτίαση ότι το Εφετείο παρά τον νόμο α) δέχτηκε ότι η πρώτη ενάγουσα μεταβίβασε στην "Fenix Aviation Services Ι.Κ.Ε." το σύνολο των αεροσκαφών της, επειδή τέτοιος ισχυρισμός δεν είχε προταθεί από τον εναγόμενο με την αγωγή του περί καταδολίευσης, με την οποία είχε ισχυριστεί ότι μεταβιβάστηκε μόνο ένα αεροσκάφος, και β) δεν έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς περί εικονικότητας και καταδολιευτικού χαρακτήρα της μεταβίβασης, που είχε προβάλει ο εναγόμενος με την ανωτέρω αγωγή του, προεχόντως επειδή τα ανωτέρω αποτελούν περιστατικά και ισχυρισμούς που προτάθηκαν στα πλαίσια της δίκης περί καταδολίευσης δανειστών, και όχι στα πλαίσια της παρούσας δίκης για τη θεμελίωση, ή την κατάλυση ή παρακώλυση με ένσταση του δικαιώματος που ασκείται με την ένδικη αγωγή, και συνεπώς δεν συνιστούν πράγματα με την έννοια του αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 106 του ΚΠολΔ "το δικαστήριο ενεργεί μόνο ύστερα από αίτηση διαδίκου και αποφασίζει με βάση τους πραγματικούς ισχυρισμούς που προτείνουν και αποδεικνύουν οι διάδικοι και τις αιτήσεις που υποβάλλουν, εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά." Με τη διάταξη αυτή καθιερώνεται, μεταξύ άλλων, και η θεμελιώδης δικονομική αρχή της ελεύθερης διάθεσης του αντικειμένου της δίκης, σύμφωνα με την οποία η ένδικη προστασία παρέχεται μόνο ύστερα από αίτηση των διαδίκων και μόνο κατά την έκταση που αυτή ζητείται, δηλαδή, το δικαστήριο δεν έχει την εξουσία να επιληφθεί αυτεπαγγέλτως κάποιας διαφοράς, παρά μόνο ύστερα από αίτηση διαδίκου, αν δε παρά ταύτα προβεί σε εκδίκαση και έκδοση απόφασης, τότε η απόφαση είναι ελαττωματική, διότι αντίκειται στην εν λόγω διαθετική αρχή. Διασφαλίζεται όμως από την ως άνω διάταξη και η αρχή της συζήτησης, αλλά και η αρχή της εκατέρωθεν ακρόασης, υπό την έννοια ότι το Δικαστήριο δεν πρέπει να λάβει υπόψη του ισχυρισμούς που δεν έχουν προταθεί ή δεν έχουν προταθεί παραδεκτώς (Α.Π. 71/2023).

Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με σκέλος του τρίτου λόγου αναιρέσεως προβάλλουν πλημμέλεια από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με την αιτίαση ότι το Εφετείο παρά τον νόμο δεν έλαβε υπόψη βάση της αγωγής τους από τα άρθρα 116 ΚΠολΔ, 924 και 919 Α.Κ., στηριζόμενη σε παραβίαση του καθήκοντος αληθείας εκ μέρους του εναγόμενου, η οποία περιλαμβανόταν στον ισχυρισμό τους περί διάπραξης εκ μέρους αυτού του αδικήματος της απάτης στο δικαστήριο με την υποβολή της αγωγής περί καταδολίευσης δανειστών. Ο λόγος είναι αβάσιμος, επειδή, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης αγωγής, σε αυτήν δεν περιέχεται βάση από τις ανωτέρω διατάξεις, με ισχυρισμό περί αντιδικονομικής συμπεριφοράς και κακόπιστης διεξαγωγής της δίκης και επίκληση της παράβασης των κανόνων των χρηστών ηθών και της καλής πίστης εκ μέρους του εναγόμενου, αλλά μόνο οι προαναφερθείσες βάσεις της αδικοπραξίας λόγω συκοφαντικής δυσφήμησης, ψευδορκίας μάρτυρος, ψευδούς καταμήνυσης και απόπειρας απάτης στο δικαστήριο.

Κατ' ακολουθίαν τούτων, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς εξέταση, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως, να απορριφθεί ως άνευ αντικειμένου το παρεμπίπτον αίτημα περί επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, που υποβάλλουν οι αναιρεσείοντες με τις προτάσεις τους, να διαταχθεί κατ' άρθρο 495 § 3 ΚΠολΔ η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο και να καταδικαστούν οι ηττώμενοι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή του σχετικού νόμιμου αιτήματός του, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό, σύμφωνα με τα άρθρα 176, 183 και 191 § 2 ΚΠολΔ.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 10-7-2023 αίτηση της εταιρίας "Fenix Aero Services Α.Ε." και Σ. Φ. για αναίρεση της 147/2023 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

Και Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Ιανουαρίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 28 Μαρτίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ