Supreme Court annuls lower court ruling on debt and detention order due to procedural errors and lack of evidence.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court annulled specific portions of the lower court's decision regarding a debt dispute and a detention order. The court found the lower court erred in accepting the defendant's defense regarding partial payment without sufficient evidence and improperly issued a detention order as a primary measure. Consequently, the case was remanded for retrial by a different judge to correct these legal and factual mistakes.
Legislator headnote
AI generatedArticles 914, 495, 580 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court annuls a lower court decision where the defense of partial payment is rejected without proof and where a detention order is issued without the prerequisite of a specific claim for its enforcement.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 559 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 559/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αλτάνα Κοκκοβού - Εισηγήτρια, Αγγελική Τζαβάρα, Θωμά Γκατζογιάννη και Χρήστο Τζανερρίκο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 18 Μαρτίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειουσών: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "….", όπως μετονομάστηκε η Εταιρεία με την επωνυμία "…." που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, τελούσας υπό εκκαθάριση, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αθηνά Καραφίνα και κατέθεσε προτάσεις, 2) Ε. Δ. Φ. συζύγου Μ. Σ., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε μετά της πληρεξουσίας δικηγόρου της Αθηνάς Καραφίνα και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ομόρρυθμης Εταιρείας με την επωνυμία "…", όπως μετονομάστηκε η αρχικά ενάγουσα Ομόρρυθμη Εταιρείας με την επωνυμία "…", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Μπουρμπόύλη και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/8/2011 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κεφαλληνίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 22/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 516/2017 του Μονομελούς Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 22/1/2018 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η κατ' αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθ. 516/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πατρών. Με την απόφαση αυτή έγινε δεκτή η από 10-4-2014 έφεση των αναιρεσειουσών, κατά της υπ' αριθ. 22/2014 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας, που είχε εκδοθεί ερήμην αυτών και είχε δεχθεί, με βάση το τεκμήριο ομολογίας, εν μέρει την από 10-8-2011 αγωγή της αναιρεσίβλητης κατ' αυτών, από αδικοπραξία, λόγω έκδοσης ακάλυπτης επιταγής. Στη συνέχεια το Εφετείο, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, κράτησε την υπόθεση, δίκασε την αγωγή, την έκανε εν μέρει δεκτή και υποχρέωσε τις αναιρεσείουσες να καταβάλουν στην αναιρεσίβλητη το ποσό των 30.000 ευρώ με το νόμιμο τόκο, απαγγέλοντας συγχρόνως σε βάρος της δεύτερης αναιρεσείουσας, ως μέσο αναγκαστικής εκτέλεσης της απόφασης, προσωπική κράτηση, διαρκείας 30 ημερών. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Από τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, κατά την οποία όποιος ζημιώνει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, προκύπτει ότι μεταξύ των προϋποθέσεων της αδικοπρακτικής ευθύνης είναι ο παράνομος χαρακτήρας της πράξης και ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ του ζημιογόνου γεγονότος και της ζημίας.
Παράνομη είναι και η έκδοση ακάλυπτης επιταγής, σύμφωνα με το άρθρο 79 παρ. 1 του ν. 5960/1933, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ν. 1325/1972, κατά το οποίο τιμωρείται, με τις προβλεπόμενες σε αυτό ποινές, εκείνος που εκδίδει επιταγή, χωρίς να έχει αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια στην πληρώτρια τράπεζα κατά το χρόνο της έκδοσης ή της πληρωμής της επιταγής.
Από την ποινική αυτή διάταξη, που θεσπίσθηκε για την προστασία όχι μόνο του δημοσίου, αλλά και του ιδιωτικού συμφέροντος, προκύπτει ότι η έκδοση ακάλυπτης τραπεζικής επιταγής, δηλαδή επιταγής, η οποία κατά την εμπρόθεσμη εμφάνισή της στην πληρώτρια τράπεζα δεν πληρώθηκε, λόγω έλλειψης αντίστοιχων κεφαλαίων του εκδότη, αποτελεί κατά τις διατάξεις του άρθρου 79 του ν. 5960/1933 αξιόποινη πράξη (πλημμέλημα), όταν ο εκδότης ενήργησε από δόλο (άρθρ. 26 ΠΚ), που μπορεί να είναι και ενδεχόμενος (άρθρ. 27 ΠΚ), αφού μετά την αντικατάσταση του αρχικού άρθρου 79 του ν. 5960/1933 με το άρθρο 1 του ν.δ. 1325/1972 δεν αποτελεί πλέον στοιχείο της ποινικής υπόστασης του οικείου εγκλήματος η έκδοση της επιταγής εν γνώσει του ότι δεν υπάρχουν ή δεν θα υπάρξουν κατά την εμφάνισή της προς πληρωμή αντίστοιχα κεφάλαια (ΑΠ (ποιν) 150/1992).
Έτσι δολίως ενεργεί ο εκδότης ακάλυπτης επιταγής όχι μόνο όταν γνωρίζει ότι δεν έχει κατά την έκδοση ή δεν θα έχει κατά την πληρωμή της επιταγής αντίστοιχα κεφάλαια, αλλά και όταν γνωρίζει ότι ο λογαριασμός του κατά τους χρόνους αυτούς ενδέχεται να είναι χωρίς διαθέσιμα κεφάλαια και αποδέχεται το ενδεχόμενο αυτό (ΑΠ 1051/2012).
Συνεπώς, η έκδοση ακάλυπτης τραπεζικής επιταγής αποτελεί για τον εκδότη της, που ενήργησε δολίως, κατά την ανωτέρω έννοια, αδικοπραξία, που τον υποχρεώνει κατά τα άρθρα 297, 298 και 914 ΑΚ σε ισόποση κατ' αρχήν με το ποσό της επιταγής αποζημίωση του νόμιμου κομιστή της, ο οποίος μάλιστα δεν είναι αναγκαίο να είναι αυτός που την εμφάνισε στην πληρώτρια τράπεζα, αλλά μπορεί να είναι και προηγούμενος οπισθογράφος, που πλήρωσε την επιταγή και έγινε κομιστής με δικαίωμα αναγωγής, αφού αυτός υφίσταται τελικά τη ζημία από τη μη πληρωμή της επιταγής, με την έννοια ότι η ζημία του είναι απότοκη της παράνομης συμπεριφοράς του εκδότη και τελεί σε πρόσφορη αιτιώδη συνάφεια μ' αυτή (ΟλΑΠ 29/2007, ΑΠ 1008/2010).
Ο εκδότης ακάλυπτης επιταγής είναι υποχρεωμένος να αποζημιώσει τον κομιστή της, ακόμη και αν αυτή είναι μεταχρονολογημένη, οπότε ευθύνεται κατά τα άρθρα 28, 29 παρ.1 και 4 και 56 του ν. 5960/1933, αν η επιταγή εμφανισθεί προς πληρωμή οποτεδήποτε εντός του χρονικού διαστήματος, που αρχίζει από την επομένη της ημέρας που πραγματικά εκδόθηκε και λήγει την όγδοη ημέρα μετά την αναγραφόμενη στο σώμα της επιταγής ημεροχρονολογία έκδοσης (ΑΠ 705/2007, ΑΠ 11/2007, ΑΠ 342/2005, ΑΠ 213/2003).
Δηλαδή, στην περίπτωση αυτή είναι ευρύτερα τα χρονικά όρια μέσα στα οποία η επιταγή μπορεί να υπάρξει ως ακάλυπτη, ενώ έχει τη μεταχείριση της επιταγής εν όψει (ΑΠ 263/2008). Εξάλλου, από το άρθρο 71 του ΑΚ προκύπτει ότι το νομικό πρόσωπο ευθύνεται για τις πράξεις ή τις παραλείψεις των οργάνων που κατά τα άρθρα 65, 67 και 68 ΑΚ το αντιπροσωπεύουν και εκφράζουν τη βούλησή του, εφόσον η πράξη ή η παράλειψη έλαβε χώρα κατά την ενάσκηση των καθηκόντων που τους είχαν ανατεθεί και παράγει υποχρέωση προς αποζημίωση.
Στην περίπτωση δε που η πράξη ή η παράλειψη του αρμοδίου οργάνου είναι υπαίτια και παράγει υποχρέωση αποζημίωσης, ευθύνεται και αυτός εις ολόκληρο με το νομικό πρόσωπο (ΑΠ 218/2003, ΑΠ 29/2006). Ειδικότερα, στην ανώνυμη εταιρεία οι διοικούντες αυτήν δεν έχουν μεν προσωπική υποχρέωση για τα χρέη της εταιρείας, είναι όμως δυνατή η ευθύνη τους προσωπικά από αδικοπραξία κατά το άρθρο 914 ΑΚ, αφού η αρχή της μη ευθύνης των διοικούντων ανώνυμη εταιρεία κάμπτεται και δεν ισχύει, όταν υπάρχει πταίσμα αυτών από αδικοπραξία, βάσει των γενικών αρχών (ΑΚ 914), οπότε υφίσταται ευθύνη τούτων.
Έτσι επί έκδοσης ακάλυπτης επιταγής από το νόμιμο εκπρόσωπο ανώνυμης εταιρείας στο όνομα και για λογαριασμό αυτής, η υποχρέωση προς αποζημίωση του κομιστή της επιταγής βαρύνει τόσο τον νόμιμο εκπρόσωπο, που υπέγραψε την επιταγή, όταν αυτός τελούσε σε δόλο υπό την προαναφερόμενη έννοια, ως προς τη μη ύπαρξη αντικρύσματος κατά τον χρόνο της έκδοσης ή της πληρωμής της επιταγής, όσο και το ίδιο το νομικό πρόσωπο (ΑΠ 1051/2012, AΠ 1083/2008, ΑΠ 29/2006).
Για την πληρότητα δε, κατ' άρθρο 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, του δικογράφου της αγωγής, με την οποία διώκεται κατά τις περί αδικοπραξιών διατάξεις αποζημίωση του κομιστή ακάλυπτης τραπεζικής επιταγής για αποκατάσταση της ζημίας του από την μη πληρωμή της και στρέφεται και κατά του προσώπου, που ως νόμιμος εκπρόσωπος εταιρείας εξέδωσε την επιταγή, απαιτείται να διαλαμβάνονται σ' αυτό α) η έκδοση νόμιμης επιταγής από τον εναγόμενο, υπό την ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου της εταιρείας, κατά την ενάσκηση των ανατιθεμένων σ' αυτόν καθηκόντων, ο οποίος τελούσε σε δόλο (άμεσο ή ενδεχόμενο), ότι δεν υπάρχουν διαθέσιμα κεφάλαια στην πληρώτρια τράπεζα κατά τον χρόνο της έκδοσης ή της πληρωμής, β) η εμπρόθεσμη εμφάνιση αυτής προς πληρωμή από τον κομιστή, γ) τα στοιχεία της ουσιαστικής νομιμοποίησης αυτού, ήτοι ότι αυτός είναι ο τελευταίος κομιστής της επιταγής ή ότι είναι κομιστής εξ αναγωγής, δηλαδή προηγούμενος οπισθογράφος που μετά την εμφάνιση και μη πληρωμή της επιταγής την πλήρωσε και την ανέλαβε, διότι μόνο οι κομιστές αυτοί είναι αμέσως ζημιωθέντες από την μη πληρωμή της επιταγής (ΑΠ 1398/2010, ΑΠ 1008/2010), δ) η ύπαρξη ζημίας του ενάγοντος-κομιστή της επιταγής και δ) ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ζημίας του κομιστή και της παράνομης ως άνω συμπεριφοράς του εκδότη (ΑΠ 362/2014, ΑΠ 1841/2011, ΑΠ 571/2010, ΑΠ 25/2000).
Δεν απαιτείται όμως για το νόμιμο και ορισμένο αυτής (αγωγής), να αναγράφεται στο δικόγραφό της ο αριθμός του λογαριασμού σε χρέωση του οποίου εκδόθηκε η τραπεζική επιταγή, ούτε ότι πρόκειται περί μεταχρονολογημένης επιταγής, καθώς και ο χρόνος της πραγματικής έκδοσης της. Και τούτο, διότι, ναι μεν από τα άρθρα 1, 2 και 28 του ν. 5960/1933 συνάγεται ότι η σημείωση πάνω στην επιταγή του χρόνου της έκδοσής της είναι απαραίτητο στοιχείο του κύρους της, δεν θίγεται όμως το κύρος της επιταγής αν η σημειούμενη σε αυτήν ημερομηνία έκδοσής της δεν είναι αληθινή, καθόσον στην περίπτωση αυτή της μεταχρονολογημένης επιταγής, απλώς είναι ευρύτερα τα χρονικά όρια μέσα στα οποία η επιταγή μπορεί να υπάρξει ως ακάλυπτη και είναι πάντοτε πληρωτέα "εν όψει". (σχ.
ΑΠ 263/2008, ΑΠ 1512/2006, ΑΠ 193/1999). Εξάλλου, η ανεπάρκεια των εκτιθέμενων στην αγωγή ή στην ένσταση πραγματικών περιστατικών σε σχέση με αυτά που απαιτούνται από το νόμο για τη θεμελίωσή τους χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθ. 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή ή την ένσταση, αρκούμενο σε λιγότερα στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος.
Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή ή την ένσταση, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή τους περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του αντίστοιχου δικαιώματος. Πρόκειται και πάλι για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ως προς τη διαπίστωση νομικής δήθεν αοριστίας της αγωγής ή της ένστασης (ΟλΑΠ 18/1998, ΑΠ 1967/2006).
Επομένως, νομική είναι η αοριστία που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 1356/2010). Αντίθετα η έλλειψη εξειδίκευσης των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν κατ' αρχήν το ασκούμενο με την αγωγή ή την ένσταση ουσιαστικό δικαίωμα και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του αντίστοιχου κανόνα ουσιαστικού δικαίου χαρακτηρίζεται ως ποσοτική αοριστία της αγωγής ή της ένστασης, ενώ η επίκληση απλώς των στοιχείων του νόμου χωρίς αναφορά πραγματικών περιστατικών χαρακτηρίζεται ως ποιοτική αοριστία της αγωγής ή της ένστασης (ΑΠ 963/2006) και ελέγχονται και οι δύο αναιρετικά με τους λόγους από τους αριθ. 8 και 14 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ αντίστοιχα (ΟλΑΠ 1573/1981, ΑΠ 1692/2017, ΑΠ 192/2016, 192/2016, ΑΠ 1452/2007).
Για να ιδρύεται πάντως ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης πρέπει ο σχετικός με την ποσοτική ή ποιοτική αοριστία ισχυρισμός, ο οποίος δεν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρ. 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, να προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 571/2004) και να αναφέρεται αυτό στην αίτηση αναίρεσης, στην οποία πρέπει επίσης να παρατίθεται το περιεχόμενο της αγωγής ή της ένστασης, που κρίθηκαν με την προσβαλλόμενη απόφαση ως ορισμένες ή απορρίφθηκαν ως αόριστες, ώστε σε αντιπαραβολή με τις αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, που επίσης πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο, να μπορεί να διαπιστωθεί το τυχόν σφάλμα της απόφασης, που πρέπει και αυτό να προσδιορίζεται με την αίτηση αναίρεσης Στην προκειμένη περίπτωση με την από 10-8-2011 αγωγή της, η ενάγουσα ομόρρυθμη εταιρεία (ήδη αναιρεσίβλητη) εξέθετε ότι διατηρεί επιχείρηση εμπορίας οικοδομικών υλικών και φυσικών πετρωμάτων με έδρα την περιοχή Κ.
Α.. Ότι η δεύτερη εναγομένη (ήδη δεύτερη αναιρεσείουσα) με την ιδιότητά της ως νόμιμη εκπρόσωπος της πρώτης εναγομένης ανώνυμης εταιρείας (ήδη πρώτης αναιρεσείουσας), η οποία έχει ως αντικείμενο την ανέγερση μεταλλικών και άλλων κτιρίων, το χονδρικό εμπόριο και τουριστικές δραστηριότητες και μέσα στα όρια της εξουσίας εκπροσώπησης και διοίκησης, που της είχε χορηγηθεί, εξέδωσε στο … στις 28-2-2011, εις διαταγήν της ενάγουσας, την υπ' αριθ.
…. τραπεζική επιταγή, ποσού 30.000 ευρώ, πληρωτέα στο κατάστημα της Τράπεζας "…" από τον τηρούμενο σ' αυτή λογαριασμό της πρώτης εναγομένης. Ότι την επιταγή αυτή μεταβίβασε νόμιμα με οπισθογράφηση στην εταιρεία με την επωνυμία "… Α.Ε.", η οποία με τη σειρά της την οπισθογράφησε και την παρέδωσε, λόγω πληρεξουσιότητας, στην εταιρεία με την επωνυμία "… Α.Ε.", η οποία και την εμφάνισε προς πληρωμή νόμιμα και εμπρόθεσμα στις 2-3-2011 στην ως άνω πληρώτρια τράπεζα, πλην όμως δεν πληρώθηκε, λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων στο λογαριασμό της πρώτης εναγομένης, γεγονός που βεβαιώθηκε στο σώμα της επίδικης επιταγής στις 4-3-2011 από την Τράπεζα με την επωνυμία "… Α.Ε.", στην οποία εμφανίσθηκε ύστερα από ρητή εξουσιοδότηση της πληρώτριας Τράπεζας.
Ότι στη συνέχεια η οπισθογράφος, λόγω πληρεξουσιότητας, εταιρεία με την επωνυμία "… Α.Ε." παρέδωσε την επιταγή στην εταιρεία με την επωνυμία "…" και ακολούθως η ίδια (ενάγουσα) στις 9-3-2011 κατέβαλε στην παραπάνω νόμιμη κομίστρια και δικαιούχο της επιταγής εταιρεία με την επωνυμία "…" το ποσό των 30.000 ευρώ, εξοφλώντας την και παρέλαβε την επιταγή, καθιστάμενη έτσι νόμιμη κομίστρια και δικαιούχος αυτής από αναγωγή.
Ότι η δεύτερη εναγομένη, ως νόμιμη εκπρόσωπος της πρώτης εναγομένης γνώριζε ότι τόσο κατά το χρόνο που εξέδωσε την επίδικη επιταγή όσο και κατά το χρόνο εμφάνισής της προς πληρωμή ότι η πρώτη εναγομένη δεν διέθετε αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια για την πληρωμή αυτής στο λογαριασμό, που τηρούσε στην πληρώτρια τράπεζα.
Ότι εξαιτίας της ανωτέρω υπαίτιας και παράνομης πράξης της δεύτερης εναγομένης, την οποία αυτή διέπραξε ως νόμιμη εκπρόσωπος της πρώτης εναγομένης και μέσα στα όρια της εξουσίας εκπροσώπησης και διοίκησης, που της είχε παρασχεθεί, αυτή (ενάγουσα) ζημιώθηκε κατά το ποσό της ονομαστικής αξίας της επίδικης επιταγής.
Με βάση το ιστορικό αυτό η ενάγουσα ζήτησε να υποχρεωθούν οι εναγόμενες, ευθυνόμενες η καθεμία εις ολόκληρον, να της καταβάλουν το ποσό των 30.000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής της αγωγής και μέχρι την πλήρη εξόφληση, να απαγγελθεί προσωπική κράτηση σε βάρος της δεύτερης εναγομένης ενός (1) έτους ως μέσο αναγκαστικής εκτέλεσης της απόφασης που θα εκδοθεί και να καταδικασθούν οι εναγόμενες στην καταβολή της εν γένει δικαστικής της δαπάνης.
Με το περιεχόμενο και το αίτημα αυτό η ένδικη αγωγή είναι ορισμένη, καθόσον περιέχει με πληρότητα όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, κατά το άρθρο 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, για το ορισμένο αυτής, όπως αναλυτικά αναφέρονται στην παραπάνω μείζονα σκέψη, μεταξύ των οποίων και η ευθύνη της δεύτερης εναγομένης και ήδη δεύτερης αναιρεσείουσας, για την υπαίτια και παράνομη πράξη της έκδοσης ακάλυπτης τραπεζικής επιταγής, την οποία αυτή διέπραξε ως νόμιμη εκπρόσωπος της πρώτης εναγομένης και ήδη πρώτης αναιρεσείουσας μέσα στα όρια της εξουσίας εκπροσώπησης και διοίκησης, που της είχε παρασχεθεί, δεν ήταν δε αναγκαία για το ορισμένο αυτής η αναφορά ότι ένδικη τραπεζική επιταγή ήταν μεταχρονολογημένη, ο χρόνος της πραγματικής έκδοσης αυτής, καθώς και ο αριθμός του τραπεζικού λογαριασμού σε χρέωση του οποίου εκδόθηκε αυτή (τραπεζική επιταγή).
Επομένως, το Εφετείο που έκρινε ορισμένη την ένδικη αγωγή και απέρριψε τον περί αοριστίας αυτής ισχυρισμό, που προβλήθηκε από τις αναιρεσείουσες ενώπιον του, δεν παρέλειψε παρά το νόμο να κηρύξει απαράδεκτη, λόγω αοριστίας, την αγωγή αυτή και ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας αποδίδει σε αποδεικτικό, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 επ. του ίδιου Κώδικα, έγγραφο περιεχόμενο προφανώς διαφορετικό, από εκείνο που αναφέρεται στο έγγραφο αυτό, όχι δε και όταν το δικαστήριο, εκτιμώντας το περιεχόμενο του εγγράφου, όπως πράγματι έχει, άγεται σε κρίση διαφορετική από εκείνη, την οποία θεωρεί ως ορθή ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση, η οποία ανάγεται σε εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων. Πάντως, για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης, θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό πόρισμά του αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε και όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα, στο οποίο κατέληξε ως προς το αποδεικτικό γεγονός (ΑΠ 1416/2017, ΑΠ 640/2011). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο υπό στοιχ.
ΙΙ λόγο της αίτησης αναίρεσης, οι αναιρεσείουσες προβάλλουν την αιτίαση, ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του υπέπεσε στην από τον αριθ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ προβλεπόμενη πλημμέλεια, γιατί παραμόρφωσε το περιεχόμενο της από 10-5-2014 ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών αγωγής της πρώτης από αυτές κατά της Σ.
Μ., με την οποία ζητούσε να της καταβάλει το συνολικό ποσό των 54.400 ευρώ και συγκεκριμένα ποσό 30.000 ευρώ, ως υπόλοιπο εργολαβικού ανταλλάγματος, ποσό 4.400 ευρώ, ως αμοιβή για πρόσθετες εργασίες και το υπόλοιπο ποσό για χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, με το να δεχτεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από όσα διαλαμβάνονται στην άνω αγωγή και να καταλήξει σε επιζήμιο γι' αυτές αποτέλεσμα, καθόσον δέχτηκε, ότι "...
η πεποίθηση αυτής (σημ. δεύτερης εναγομένης ήδη αναιρεσείουσας), ότι θα υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια, κατά το χρόνο πληρωμής της, δεν αποδείχθηκε, ότι στηριζόταν επί βάσιμων πραγματικών δεδομένων, αφού η επικαλούμενη από αυτήν χρηματική απαίτηση έναντι της Σ. Μ. για την κατασκευή οικίας σε οικόπεδο αυτής ήταν σε αμφισβήτηση, δεδομένου, ότι η τελευταία με το από 26-5-2011 εξώδικό της, το οποίο είναι ενσωματωμένο στην προσκομιζόμενη από τις εναγόμενες από 10-5-2014 αγωγή τους...αρνούνταν οποιαδήποτε οφειλή της..." και κατέληξε, ότι η δεύτερη από αυτές, με την ιδιότητα της νομίμου εκπροσώπου της πρώτης εξέδωσε για λογαριασμό αυτής την ένδικη επιταγή, εν γνώσει της ανυπαρξίας διαθεσίμων κεφαλαίων, διαπράττοντας το αδίκημα της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής και ευθύνεται προς αποζημίωση της ενάγουσας, σύμφωνα με τις διατάξεις περί αδικοπραξιών.
Όπως όμως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο, για να καταλήξει στο άνω αποδεικτικό πόρισμά του, σε σχέση με το δόλο της δεύτερης αναιρεσείουσας για την έκδοση της ένδικης επιταγής, δεν απέδωσε στην άνω αγωγή προφανώς διαφορετικό περιεχόμενο από εκείνο που αναφέρεται σ' αυτή, αλλά συνεκτιμώντας όλα τα αναφερόμενα στην απόφαση αποδεικτικά μέσα, καθώς και την αγωγή σε σχέση με τα αναφερόμενα σ' αυτή για την απαίτηση της πρώτης αναιρεσείουσας κατά της Σ.
Μ., ήχθη σε κρίση διαφορετική από εκείνη, την οποία θεωρούν ορθή οι αναιρεσείουσες. Επομένως, ο ανωτέρω τέταρτος λόγος της αίτησης αναίρεσης υπό στοιχ.
ΙΙ από το άρθρο 559 αριθμ. 20 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
Από τις διατάξεις των άρθρων 416 και 422 ΑΚ, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 361 του ίδιου κώδικα, προκύπτει ότι, αν ο οφειλέτης έχει περισσότερα χρέη προς τον δανειστή και η καταβαλλόμενη παροχή δεν επαρκεί για την εξόφληση όλων, τότε ο προσδιορισμός του εξοφλούμενου χρέους θα γίνει με βάση την τυχόν συμφωνία των μερών, ελλείψει δε τέτοιας συμφωνίας, ο προσδιορισμός αυτός θα γίνει μονομερώς από τον οφειλέτη, κατά την καταβολή, ενώ, σε περίπτωση που ούτε ο οφειλέτης άσκησε το εν λόγω δικαίωμα επιλογής, η παροχή θα καταλογισθεί με τη σειρά που ορίζει το εδάφιο β' του άρθρου 422 ΑΚ.
Έτσι, ενόψει και της ρύθμισης του άρθρου 338 παρ. 1 ΚΠολΔ, εάν ο εναγόμενος οφειλέτης, για την πληρωμή ορισμένου χρέους, ισχυρισθεί, κατ' ένσταση, ότι αυτό έχει αποσβεσθεί με καταβολή, αρκεί να αποδείξει αυτήν την καταβολή, χωρίς να είναι ανάγκη να αποδείξει και ότι η καταβολή αφορά το επίδικο χρέος, γιατί τούτο εξυπακούεται, αφού σ` αυτό αναφέρεται η δίκη.
Ο δανειστής, αποδεχόμενος την καταβολή, αμυνόμενος, μπορεί, κατ' αντένσταση, να ισχυριστεί ότι η προβαλλόμενη από τον οφειλέτη καταβολή δεν αφορά στο επίδικο, αλλά σε άλλο χρέος του οφειλέτη προς αυτόν. Στην τελευταία περίπτωση, ο δανειστής, εφόσον ο οφειλέτης αρνείται, είναι υποχρεωμένος ν' αποδείξει τα παραγωγικά του χρέους αυτού γεγονότα (ΑΠ 1221/2017, ΑΠ 1977/2009).
Ειδικότερα, όπως σε κάθε ένσταση, πρέπει, κατ' άρθρο 262 ΚΠολΔ, ν' αναφέρονται από το δανειστή, που προβάλλει την ανωτέρω αντένσταση για ύπαρξη άλλου χρέους, τα γεγονότα που, κατά νόμο, την θεμελιώνουν και μάλιστα, κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο, ώστε να μπορεί να εκτιμηθεί από το δικαστήριο και να έχει ο οφειλέτης τη δυνατότητα ν' αμυνθεί, δηλαδή πλήρη τα παραγωγικά γεγονότα του άλλου χρέους ή των τυχόν επικαλουμένων περισσοτέρων χρεών και το ύψος αυτών, γιατί αλλιώς η αντένσταση αυτή είναι απορριπτέα (ΑΠ 1221/2017, ΑΠ 1093/2017, ΑΠ 575/2015).
Αν αποδειχθεί η ύπαρξη του άλλου χρέους, ο εναγόμενος οφείλει, προτείνων σχετική επαντένσταση, να αποδείξει ότι ο καταλογισμός της παροχής στο επίδικο χρέος έγινε είτε βάσει συμφωνίας των μερών, είτε κατόπιν άσκησης από αυτόν του σχετικού δικαιώματος επιλογής, είτε σύμφωνα με την προβλεπόμενη στο άρθρο 422 εδ.
β' ΑΚ σειρά (ΑΠ 575/2015, ΑΠ 1977/2009). Αν δε ο δανειστής δεν μπορέσει ν' αποδείξει ότι η καταβολή αφορούσε άλλο χρέος του οφειλέτη προς αυτόν, τότε το καταβληθέν ποσό καταλογίζεται στο μοναδικό πλέον χρέος που οφείλει ο τελευταίος (ΑΠ 1221/2017). Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείουσες με τον δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, προβάλλουν, κατ' εκτίμηση, την από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (και όχι από τον αριθ. 1), πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι η προσβαλλομένη απόφαση παρά το νόμο δεν απέρριψε ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας την προταθείσα από την αναιρεσίβλητη (ενάγουσα) αντένσταση, ότι η καταβολή ποσού 15.000 ευρώ, την οποία οι αναιρεσείουσες (εναγόμενες) προέβαλαν, κατ' ένσταση μερικής εξόφλησης, κατ' άρθρο 416 ΑΚ, της αγωγικής απαίτησης της αναιρεσίβλητης, δεν αφορούσε το επίδικο χρέος, αλλά άλλα διαφορετικά χρέη, καθόσον δεν επικαλέστηκε τα θεμελιωτικά - παραγωγικά των χρεών αυτών πραγματικά περιστατικά, καθώς και το ύψος αυτών, ισχυρισμό, τον οποίον (περί αοριστίας της αντένστασης), προέβαλαν αυτές (αναιρεσείουσες) με την από 25-9-2017 προσθήκη στις από 21-9-2017 έγγραφες ενώπιόν του προτάσεις τους.
Από την παραδεκτή επισκόπηση, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, προκύπτουν τα ακόλουθα: Η αναιρεσίβλητη (ενάγουσα), με την από 10-8-2011 αγωγή της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας, το περιεχόμενο της οποίας αναλυτικά εκτίθεται παραπάνω, κατά την εξέταση του πρώτου λόγου της αίτησης αναίρεσης, ζήτησε να υποχρεωθούν οι αναιρεσείουσες (εναγόμενες), ευθυνόμενες εις ολόκληρον η καθεμία, να της καταβάλουν το ποσό των 30.000 ευρώ, ως αποζημίωση, από αδικοπραξία, λόγω έκδοσης της αναφερόμενης ακάλυπτης τραπεζικής επιταγής.
Οι αναιρεσείουσες, προς απόκρουση της αγωγής, με τον τρίτο λόγο της έφεσής τους ενώπιον του Εφετείου, προέβαλαν την ένσταση μερικής εξόφλησης του χρέους, κατ' άρθρο 416 ΑΚ, ισχυριζόμενες, ότι στις 21-3-2011 έναντι της αγωγικής αξίωσης των 30.000 ευρώ, κατέβαλαν το ποσό των 15.000 ευρώ, όπως προκύπτει από την υπ' αριθ.
… απόδειξη πληρωμής, με τη ρητή δήλωση της δεύτερης από αυτές και αποδοχή της αναιρεσίβλητης, ότι η καταβολή αυτή έγινε έναντι της επιδίκου επιταγής. Η αναιρεσίβλητη με τις από 6-11-2015 έγγραφες προτάσεις της στο Εφετείο, αποδέχθηκε την ως άνω καταβολή, προέβαλε όμως, κατ' αντένσταση, ότι με το ποσό αυτό, το οποίο δεν καταβλήθηκε σε μετρητά, αλλά με την παράδοση σ' αυτή στις 21-3-2011 της με αριθμό … μεταχρονολογημένης επιταγής της Τράπεζας…, με ημερομηνία έκδοσης …, δεν εξοφλήθηκε η επίδικη επιταγή, αλλά εξοφλήθηκε άλλο χρέος, "έναντι υφισταμένου λογαριασμού τους, ήτοι οφειλών από αγοραπωλησίες εμπορευμάτων, που είχαν λάβει χώρα μέχρι την 21-3-2011".
Με αυτό το περιεχόμενο η ως άνω αντένσταση της αναιρεσίβλητης περί ύπαρξης άλλου χρέους προς αυτή των αναιρεσειουσών, δεν είναι ορισμένη, δεδομένου ότι η αναιρεσίβλητη δεν προέβαλε σαφώς τα γεγονότα που, κατά νόμο, θεμελιώνουν το χρέος αυτό και μάλιστα, κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο, ώστε να μπορεί να εκτιμηθεί από το δικαστήριο και να έχουν οι αναιρεσείουσες τη δυνατότητα ν' αμυνθούν, δηλαδή δεν προέβαλε πλήρη τα παραγωγικά γεγονότα του άλλου χρέους ή των τυχόν περισσοτέρων χρεών και το ύψος αυτών, αφού δεν ανέφερε το αντίστοιχο τιμολόγιο, που είχε εκδοθεί για κάθε πώληση, καθώς και τα πωλούμενα εμπορεύματα, κατ' είδος και αξία, γεγονός, που προέβαλαν και οι αναιρεσείουσες με την από 25-9-2017 προσθήκη στις από 21-9-2017 έγγραφες ενώπιον του Εφετείου προτάσεις τους.
Ούτε, εξάλλου, συμπληρώθηκε η αντένσταση αυτή με την από 25-9-2017 προσθήκη στις άνω έγγραφες προτάσεις της αναιρεσίβλητης, αφού σ' αυτή περιορίσθηκε απλώς στην αξιολόγηση των αποδεικτικών στοιχείων σε σχέση με αυτή. Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε την αντένσταση της αναιρεσίβλητης, απέρριψε την επαντένσταση των αναιρεσειουσών, ότι με ρητή συμφωνία η καταβολή έγινε για την εξόφληση του επιδίκου χρέους και εντεύθεν και την προβληθείσα από αυτές ένσταση μερικής εξόφλησης ως ουσιαστικά αβάσιμη και ακολούθως έκανε δεκτή την αγωγή και υποχρέωσε τις αναιρεσείουσες να καταβάλουν στην αναιρεσίβλητη, εις ολόκληρον η καθεμία, το αιτηθέν με αυτή ποσό των 30.000 ευρώ, απαγγέλοντας ως μέσο αναγκαστικής εκτέλεσης της απόφασης την προσωπική κράτηση της δεύτερης αναιρεσείουσας, διαρκείας 30 ημερών.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, το οποίο δέχτηκε ως ορισμένη την πιο πάνω αντένσταση της αναιρεσίβλητης, καίτοι αυτή ήταν αόριστη, παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο, υποπίπτοντας ως εκ τούτου στην από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ πλημμέλεια και, επομένως, ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.
Περαιτέρω, α) ο τρίτος από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείουσες ψέγονται την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι έλαβε υπόψη, έχοντα ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, πράγματα, που προτάθηκαν απαραδέκτως, σχετικά με την άνω αντένσταση της αναιρεσίβλητης, β) ο τετάρτος από τον αριθ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος της αίτησης αναίρεσης υπό στοιχ. Ι και
ΙΙΙ, με τον οποίο οι αναιρεσείουσες ψέγονται την προσβαλλόμενη απόφαση για παραμόρφωση του περιεχομένου των αναφερομένων εγγράφων, ήτοι της από 29-6-2011 έγγραφης δήλωσης της δεύτερης αναιρεσείουσας και του δοσοληπτικού λογαριασμού μεταξύ αυτών και της αναιρεσίβλητης, που είχαν ουσιώδη επίδραση στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, σε σχέση με την παραδοχή από το Εφετείο της αντένστασης της αναιρεσίβλητης και την απόρριψη της ένστασης τους περί μερικής εξόφλησης του επιδίκου χρέους, και γ) ο έκτος από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (και όχι και από τον αριθ. 1) λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείουσες παραπονούνται για αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα σε σχέση με τον καταλογισμό από το Εφετείο του καταβληθέντος από αυτές ποσού των 15.000 ευρώ στο άλλο χρέος, είναι απορριπτέοι προεχόντως ως αλυσιτελείς, μετά την παραδοχή του παραπάνω δευτέρου λόγου της αίτησης αναίρεσης και της αναιρετικής εμβέλειάς του, καθόσον οι αναφερόμενες σ' αυτούς αιτιάσεις προϋποθέτουν το παραδεκτό και βάσιμο της αντένστασης της αναιρεσίβλητης, ότι η προβαλλόμενη από τις αναιρεσείουσες μερική καταβολή του ποσού των 15.000 ευρώ, δεν αφορά στο επίδικο χρέος, αλλά σε άλλο χρέος προς αυτήν.
Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 11γ ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 346 του ίδιου Κώδικα, τα αποδεικτικά μέσα που έχει προσκομίσει ένας διάδικος καθίστανται κοινά αποδεικτικά μέσα και λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας για την απόδειξη ισχυρισμών άλλου διαδίκου, ακόμη και του αντιδίκου εκείνου που τα προσκόμισε.
Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 106 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός ιδρύεται και όταν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που είχε προσκομίσει ένας διάδικος, ομόδικος ή αντίδικος του αναιρεσείοντος, εφόσον όμως αυτός (αναιρεσείων) είχε επικαλεστεί νόμιμα τα αποδεικτικά μέσα που προσκόμισε ο άλλος διάδικος και αναφέρθηκε στο περιεχόμενό τους προς απόδειξη δικού του ισχυρισμού ή ανταπόδειξη ισχυρισμού του αντιδίκου του.
Αν ο διάδικος δεν είχε επικαλεστεί νόμιμα τα αποδεικτικά μέσα που προσκόμισε άλλος διάδικος (ομόδικος ή αντίδικος) δεν ιδρύεται υπέρ αυτού λόγος αναίρεσης από την παράλειψη του δικαστηρίου να τα λάβει υπόψη του (ΑΠ 845/2018, ΑΠ 70/2008). Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείουσες, με τον πέμπτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, προσάπτουν στο Εφετείο την αιτίαση ότι με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του υπέπεσε στην πλημμέλεια του αριθ. 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι δεν έλαβε υπόψη την από 10-8-2011 και με αριθ.
κατ. 72/22-8-2011 αγωγή της αναιρεσίβλητης εναντίον της πρώτης από αυτές, με την οποία ζητούσε να υποχρεωθεί αυτή να της καταβάλει το συνολικό ποσό των 9.925,12 ευρώ για πωληθέντα εμπορεύματα, μεταξύ των οποίων και εμπορεύματα για τα οποία εκδόθηκε το υπ' αριθ. … δελτίο αποστολής-τιμολόγιο πώλησης, ποσού 2.348,75 ευρώ και την οποία αυτή (αναιρεσίβλητη) είχε επικαλεσθεί και προσκομίσει ενώπιον του και έτσι μέρος του ποσού αυτού το καταλόγισε στο ποσό των 15.000 ευρώ, που είχε καταβληθεί στην αναιρεσίβλητη στις 21-3-2011, δεχόμενο, ότι το ποσό αυτό αποτελούσε προκαταβολή για αγορές, που έγιναν με το άνω τιμολόγιο την επόμενη ημέρα και απέρριψε την ένστασή τους περί μερικής καταβολής, ενώ από την αγωγή αυτή με την οποία η αναιρεσίβλητη ζητούσε ολόκληρο το ποσό του τιμολογίου, προέκυπτε, ότι ουδεμία προκαταβολή είχε δοθεί έναντι του ποσού αυτού στις 21-3-2011.
Ο λόγος αυτός, πέραν του ότι είναι αλυσιτελής, μετά την παραδοχή του δεύτερου λόγου της αίτησης αναίρεσης, κατά τα αμέσως παραπάνω αναφερόμενα, είναι σε κάθε περίπτωση αβάσιμος, διότι από το γεγονός, ότι η αναιρεσίβλητη είχε επικαλεσθεί και προσκομίσει την άνω αγωγή στο Εφετείο, δεν ιδρύεται υπέρ των αναιρεσειουσών ο ως άνω λόγος αναίρεσης, αφού οι ίδιοι δεν επικαλέστηκαν τα έγγραφα αυτά προς απόδειξη των ισχυρισμών τους, παρότι είχαν καταστεί κοινά μέσα απόδειξης.
Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος που δέχθηκε ότι η ως άνω αντένσταση της αναιρεσίβλητης ήταν ορισμένη, νόμιμη και βάσιμη και εντεύθεν απέρριψε την προβληθείσα από τις αναιρεσείουσες ένσταση μερικής εξόφλησης ως ουσιαστικά αβάσιμη, καθώς και κατά την περί απαγγελίας προσωπικής κράτησης διάταξή της, δεδομένου, ότι η προσωπική κράτηση, έχει επικουρικό χαρακτήρα ως προς την απαίτηση, αφού η απαγγελία αυτής εξαρτάται από την επιδίκαση αυτής και από το ύψος της (σχ. ΑΠ 995/1987). Περαιτέρω, πρέπει να παραπεμφθεί, κατά τα παραπάνω μέρη, προς εκδίκαση η υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον, που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση, κατά την παρ. 3 του άρθρου 580 ΚΠολΔ. Περαιτέρω, πρέπει να διαταχθεί, κατά το άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ, η επιστροφή του παραβόλου στις αναιρεσείουσες. Τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειουσών, που κατέθεσαν προτάσεις, πρέπει, κατά τα σχετικό αίτημά τους, να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσίβλητης, λόγω της ήττας της, όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό (άρθ. 176, 183, 191 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 516/2017 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, κατά τα μέρη που αναφέρονται στο αιτιολογικό.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο παραπάνω Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνο, που εξέδωσε την αναιρουμένη απόφαση.
Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου που καταβλήθηκε στις αναιρεσείουσες.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειουσών, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Ιανουαρίου 2020.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
(Και τούτου αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία, ο νεότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου)
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Απριλίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ