Supreme Court annuls appeal judgment for violating civil procedure law regarding legal title definition in debt collection.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court annulled the Third Instance Court's judgment and remanded the case for retrial by a different panel. The Court found the lower court erred by narrowly defining the legal title for debt collection, limiting it only to cash certificates and financial lists while ignoring underlying loan documents and guarantees. Consequently, the Court ruled that the lower court violated civil procedure law and must retry the case with a broader understanding of the legal title.
Legislator headnote
AI generatedArticles 226(4)(b)-(c) and 575(b) of the Code of Civil Procedure; The lower court violated civil procedure law by restricting the definition of legal title in debt collection proceedings to cash certificates and financial lists, thereby excluding other essential documents that constitute the legal basis for the debt.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 559 / 2017 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 559/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Πέππα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεράσιμου Φουρλάνου), Γεώργιο Λέκκα, Πηνελόπη Ζωντανού, Αγγελική Τζαβάρα και Θωμά Γκατζογιάννη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 24 Οκτωβρίου 2016, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών και στην προκειμένη περίπτωση και από τον Προϊστάμενο της ... το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Εμμανουήλ Μουστάκη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Σ. Μ., κατοίκου ..., διορισθείσης οριστικής συνδίκου της πτωχευσάσης Εταιρείας Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία "... & ΣΙΑ ΕΠΕ" το διακριτικό τίτλο "..." και έδρα το ..., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 2) Α. Κ. του Π. ο οποίος απεβίωσε στις 30/6/2015, όπως προκύπτει από την προσκομισθείσα υπ’ αριθ. .../2016 ληξιαρχική πράξη θανάτου του Ληξιάρχου του ... και την από 19/10/2015 δήλωσης βιαίας διακοπής της δίκης ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, και την παρούσα δίκη συνεχίζουν οι μοναδικές εξ αδιαθέτου κληρονόμοι αυτού α) Β. χήρα Α. Κ. του Χ., β) Ζ. Κ. του Α., γ) Χ. Κ. του Α., κατοίκων ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Πάρι Αναστασάκο με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις, 3) Β. χήρας Α. Κ., το γένος Χ. Μ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Πάρι Αναστασάκο με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17/4/2008 ανακοπή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 171/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 111/2012 του Τριμελούς Εφετείου Ευβοίας.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 30/9/2014 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Θωμάς Γκατζογιάννης ανέγνωσε την από 9/10/2015 έκθεση της κωλυομένης να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος Δικαστηρίου Αρεοπαγίτη Αλτάνας Κοκκοβού, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ’ αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν ο απολειπόμενος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.
Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. β’ και γ’ ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη σύμφωνα με το άρθρο 575 εδ. β ίδιου Κώδικα, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας είναι υποχρεωμένος αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε.
Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή, δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης, η αναβολή της υπόθεσης και η εγγραφή αυτής στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ’ αναβολή δικάσιμο, ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και συνεπώς δεν χρειάζεται νέα κλήτευση τους.
Προϋπόθεση της εγκυρότητας της κλήτευσης, συνεπεία της αναβολής της υπόθεσης και της εγγραφής της στο πινάκιο, είναι ότι ο απολειπόμενος κατά τη μετ’ αναβολή δικάσιμο διάδικος, είτε είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση, είτε είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί στη δικάσιμο κατά την οποία, αναβλήθηκε η συζήτηση (ΑΠ 737/2012).
Στην προκείμενη περίπτωση, από την υπ’ αριθ. .../23.3.2015 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών Χ. Φ., την οποία προσκομίζει και επικαλείται το αναιρεσείον, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με την πράξη ορισμού ως δικασίμου της 19.10.2015 και με κλήση προς συζήτηση για την εν λόγω δικάσιμο, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, με επιμέλεια του αναιρεσείοντος, στην πρώτη των αναιρεσίβλητων.
Κατά την ως άνω δικάσιμο η εκδίκαση της υπόθεσης αναβλήθηκε για τις 4.4.2016 και ακολούθως για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο. Η πρώτη αναιρεσίβλητη, όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδριάσεως του Δικαστηρίου, δεν παρέστη κατά την ως άνω νομίμως ορισθείσα μετά την τελευταία αναβολή δικάσιμο, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε για συζήτηση, κατά τη σειρά της από το οικείο πινάκιο.
Επομένως, και ενόψει του ότι δεν χρειαζόταν νέα κλήτευση της πρώτης αναιρεσίβλητης να εμφανιστεί κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, αφού η εγγραφή της υπόθεσης, μετά την αναβολή της, στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ’ αναβολή δικάσιμο, ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή, πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ, να ερευνηθεί η υπόθεση παρά την απουσία της ως άνω πρώτης αναιρεσίβλητης.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 286 εδ. α’ , 287 παρ. 1 και 290 ΚΠολΔ, τα οποία εφαρμόζονται και στην κατ’ αναίρεση δίκη (άρθρ. 573 παρ. 1 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι η βίαιη διακοπή της δίκης που επέρχεται από το θάνατο του διαδίκου, μπορεί να γνωστοποιηθεί, από πρόσωπο που έχει δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη, προς τον αντίδικο και με προφορική δήλωση στο ακροατήριο, ομοίως δε και η εκούσια επανάληψη αυτής από τους κληρονόμους του, οι οποίοι μπορούν να δηλώσουν αυτήν στο ακροατήριο, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως προς συζήτηση, οπότε ακολουθεί, αμέσως, συζήτηση της υποθέσεως.
Για το παραδεκτό της συζήτησης πρέπει να προσκομίζονται από εκείνον που δηλώνει τη συνέχιση της δίκης στο όνομά του, μετά τον θάνατο του αρχικού διαδίκου, ως κληρονόμου του αποβιώσαντος, αποδεικτικά έγγραφα, τόσο του θανάτου του πρώτου, όσο και της ιδιότητας των δηλούντων την συνέχιση ως μοναδικών εξ αδιαθέτου ή εκ διαθήκης κληρονόμων εκείνου, ώστε να βεβαιωθεί επισήμως ο θάνατος του αρχικού διαδίκου, και η ιδιότητα των δηλούντων ως κληρονόμων εκείνου (ΑΠ 295/2014).
Στην προκείμενη περίπτωση, από το προσκομιζόμενο απόσπασμα της υπ’ αριθ. .../2015 ληξιαρχικής πράξης θανάτου, που συντάχθηκε από τη Ληξίαρχο ..., προκύπτει ότι μετά την άσκηση, στις 2.10.2014, της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, αποβίωσε, στις 30.6.2015, ο δεύτερος αναιρεσίβλητος Κ. Α. του Π. και άφησε, σύμφωνα με το υπ’ αριθ. .../8.7.2015 οικείο πιστοποιητικό του Δήμου ..., πλησιέστερους συγγενείς κατά το χρόνο του θανάτου του, τη σύζυγό του Κ.
Β. του Χ. και τα τέκνα του Κ. Ζ., Κ. Χ. και Κ. Π.. Ο θάνατος του αναιρεσίβλητου αυτού, ως λόγος βίαιης ως προς αυτή διακοπής της δίκης (άρθρα 286 περ. α, 573 παρ. 1 ΚΠολΔ), γνωστοποιήθηκε στο ακροατήριο του Αρείου Πάγου από τον πληρεξούσιο δικηγόρο των ως άνω εξ αδιαθέτου κληρονόμων του, κατά τη συνεδρίαση της 19.10.2015, με την από 19.10.2015 δήλωση βιαίας διακοπής δίκης, όπως προκύπτει από τα αντίστοιχα πρακτικά συνεδριάσεως του Δικαστηρίου και ακολούθως η υπόθεση αναβλήθηκε για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο.
Μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του ως άνω αποβιώσαντος αναιρεσίβλητου, είναι, μετά τη δηλωθείσα από το γιο του Κ. Π. του Α. αποποίηση της κληρονομιάς αυτού στο Ειρηνοδικείο Χαλκίδος, για την οποία συντάχθηκε η ....9.2015 έκθεση αποποίησης, η σύζυγός του Κ. Β. του Χ. και τα τέκνα του Κ. Ζ. και Κ. Χ., οι οποίοι δεν αποποιήθηκαν την κληρονομία εκείνου (υπ’ αριθ. ....10.2016 πιστοποιητικό του Ειρηνοδικείου Χαλκίδας).
Κατά την παρούσα συνεδρίαση, όπως προκύπτει από τα αντίστοιχα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου, ο ίδιος πληρεξούσιος δικηγόρος δήλωσε ότι στη θέση του αποβιώσαντος επαναλαμβάνουν τη βιαίως διακοπείσα δίκη οι ανωτέρω μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του, τους οποίους και υπό την ιδιότητα αυτή επίσης εκπροσωπεί.
Η ιδιότητα τούτων ως μοναδικών κληρονόμων του αναιρεσίβλητου δεν αμφισβητείται αλλά αντίθετα αποδεικνύεται από το προσκομιζόμενο ως άνω πιστοποιητικό πλησιέστερων συγγενών και τα υπ’ αριθ. ...10.2016 και ...12.10.2016 πιστοποιητικά του Ειρηνοδικείου Χαλκίδας και Πρωτοδικείου Χαλκίδας, αντίστοιχα, περί μη δημοσιεύσεως διαθήκης του αποβιώσαντος.
Συνεπώς οι ανωτέρω κληρονόμοι, οι οποίοι αποδέχθηκαν σιωπηρά την κληρονομία του δικαιοπαρόχου τους (άρθρα 1710,1712,1846,1850 ΑΚ), παραδεκτά επαναλαμβάνουν τη βιαίως διακοπείσα δίκη, υπεισερχόμενοι στη δικονομική θέση του, σύμφωνα με τα άρθρα 287, 290 ΚΠολΔ (ΑΠ 1508/2014, ΑΠ 476/2012).
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία 111/2012 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Ευβοίας, η οποία απέρριψε την έφεση που είχε ασκήσει το αναιρεσείον κατά της 171/2010 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας, με την οποία είχε γίνει δεκτή κατ’ ουσία η από 17.7.2008 ανακοπή των αναιρεσίβλητων κατά των .../25.5.1999 ταμειακών βεβαιώσεων της ... Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495 και 564 παρ. 1 ΚΠολΔ και άρθρο 11 του Κώδικα Δικών Δημοσίου).
Στη δίκη που ανοίγεται με την ανακοπή του άρθρου 73 ΚΕΔΕ (ν.δ. 356/1974), σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 583-585 ΚΠολΔ, η οποία μπορεί να ασκείται και κατά του νόμιμου τίτλου, ο μεν ανακόπτων επέχει κατ’ αρχήν θέση εναγομένου, το δε καθ’ ου η ανακοπή (Δημόσιο) θέση ενάγοντος και έτσι το τελευταίο βαρύνεται με την επίκληση των γεγονότων, των οποίων το βάρος θα έφερε, αν ασκούσε το δικαίωμά του με αγωγή.
Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 2 παρ. 2 ΚΕΔΕ, όπως ίσχυε πριν την τροποποίησή του με το άρθρο 7 παρ. 2 του ν. 4224/2013, νόμιμο τίτλο αποτελούν: α) η βεβαίωση κατά το νόμο και ο προσδιορισμός από τις αρμόδιες διοικητικές ή άλλες αρχές του εισπρακτέου ποσού, του είδους του εσόδου και της αιτίας για την οποία αυτό οφείλεται, δηλαδή η πράξη καταλογισμού χρηματικού ποσού σε βάρος διοικουμένου με δημόσιο έγγραφο, το οποίο εκδίδεται από αρμόδια αρχή και ενσωματώνει την ατομική διοικητική πράξη, β) τα δημόσια ή ιδιωτικά έγγραφα που αποδεικνύουν οφειλή και γ) τα δημόσια ή ιδιωτικά έγγραφα από τα οποία μπορεί να πιθανολογηθεί η ύπαρξη και το ποσό οφειλής.
Σε κάθε περίπτωση πρέπει από τον τίτλο, δηλαδή από το σύνολο των εγγράφων που τον συγκροτούν, να προκύπτει βεβαία και εκκαθαρισμένη απαίτηση, το είδος αυτής και η ακριβής αιτία της αντίστοιχης οφειλής, δηλαδή ανάλυση της κίνησης του λογαριασμού της, ώστε αν αμφισβητηθεί, να είναι δυνατός ο δικαστικός έλεγχος, αφού με βάση το νόμιμο τίτλο είναι δυνατόν να επισπευσθεί αναγκαστική εκτέλεση, χωρίς να έχει προηγηθεί διαγνωστική δίκη και έκδοση δικαστικής απόφασης, που θα καθιστούσε σαφή την αιτία του χρέους.
Η ανάγκη αυτή καθίσταται εντονότερη, όταν ο ουσιαστικός καθορισμός του χρέους δεν έγινε από το Δημόσιο, η δράση του οποίου διέπεται από την αρχή και το τεκμήριο της νομιμότητας, αλλά από τρίτο πρόσωπο, όπως είναι ο αρχικός δανειστής, προς τον οποίο το Δημόσιο είχε παράσχει εγγύηση και στη θέση του οποίου αυτό υποκαταστάθηκε, λόγω μη εξόφλησης του δανείου από τον οφειλέτη.
Από τη βεβαίωση, ως νόμιμο τίτλο ύπαρξης (βεβαίωση υπό ευρεία έννοια), διακρίνεται η ταμειακή βεβαίωση (βεβαίωση υπό στενή έννοια), που είναι αναγκαία για να μπορεί να επιδιωχθεί η είσπραξη της απαίτησης του Δημοσίου, δηλαδή συνιστά τίτλο εκτέλεσης. Στον ΚΕΔΕ δεν προβλέπεται κοινοποίηση της ταμειακής βεβαίωσης στον οφειλέτη, ούτε επιβάλλεται να συνοδεύεται από τα έγγραφα που συγκροτούν το νόμιμο τίτλο ή να παρατίθενται αναλυτικά σ’ αυτή τα μερικότερα ποσά της οφειλής ή η αιτιολογία τους, αλλά αρκεί με βάση τα έγγραφα του νόμιμου τίτλου, τα οποία το Δημόσιο υποχρεούται να προσκομίσει προς απόδειξη της απαίτησής του, να παρέχεται στον μεν οφειλέτη η δυνατότητα αμφισβήτησης της οφειλής του στη σχετική δίκη, στο δε δικαστήριο η δυνατότητα ελέγχου της βασιμότητάς της (ΑΠ 273/2016).
Ο νόμιμος τίτλος δεν συμπίπτει με την ταμειακή βεβαίωση, πλην μεταξύ τους υφίσταται στενή αιτιακή σχέση, ώστε σε περίπτωση που η ταμειακή βεβαίωση δεν στηρίζεται σε νόμιμο τίτλο, όπως σε τίτλο στον οποίο δεν προσδιορίζεται επαρκώς το χρέος, να είναι αυτή ακυρωτέα (ΑΠ 1898/2014). Το κύρος δε του νόμιμου τίτλου είναι ανεξάρτητο από το αν κοινοποιήθηκε ή όχι ο τίτλος αυτός στον οφειλέτη.
Εξάλλου, κατά την παράγραφο 7 του άρθρου μόνου του Α.Ν. 9/1967, όπως ίσχυε πριν την κατάργησή του με το άρθρο 15 του ν. 2322/1995: "Επιτρέπεται εις τον Υπουργόν των Οικονομικών όπως μετά σύμφωνον γνώμην του συμφώνως των παρόντι συνιστωμένου Εθνικού Συμβουλίου Οικονομικής Πολιτικής παρέχη την εγγύησιν του Ελληνικού Δημοσίου πέραν των εν τω Α.Ν. 747/1945 αναφερομένων περιπτώσεων και υπέρ ημεδαπών τραπεζών.
Αι αποφάσεις του Υπουργού των Οικονομικών περί παροχής της εγγυήσεως δημοσιεύονται εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως". Σε εκτέλεση και κατ’ εξουσιοδότηση από τη διάταξη αυτή του άρθρου 2 παρ. 1 του Ν.Δ. 1/1968 εκδόθηκε η 67651/2142/1078 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 681Β και έτσι απέκτησε ισχύ νόμου.
Με την απόφαση αυτή ορίστηκαν οι προϋποθέσεις της διαδικασίας παροχής και καταπτώσεως της εγγυήσεως του Ελληνικού Δημοσίου προς τις εμπορικές Τράπεζες για τα παρεχόμενα από 1,5,1978 δάνεια προς χρηματοδότηση της βιοτεχνίας, με τους όρους και προϋποθέσεις της 197/1978 απόφασης της Νομισματικής Επιτροπής που εκδόθηκε σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν.Δ. 588/1948 και του Ν. 400/1976 (άρθρο 6 αυτού) και έχει ισχύ νόμου.
Στο κεφάλαιο
ΙΙΙ αρ. 2 της Υπουργικής απόφασης ορίζεται ότι "Η δανείστρια Τράπεζα, σε περίπτωση καταπτώσεως της εγγυήσεως του Δημοσίου, δικαιούται να ζητήσει, με έγγραφό της, που θα απευθύνονται στο Υπουργείο Οικονομικών - Γενικό Λογιστήριο του Κράτους - Δ/νση 8η εγγυήσεων δανείων και αξιών - Τμήμα Β (ήδη Δ/νση 25η) την εξόφληση του κατά τα ανωτέρω οφειλόμενου...". Στο ίδιο κεφάλαιο
ΙΙΙ αρ. 3 της ίδιας Υπουργικής απόφασης διαλαμβάνονται τα στοιχεία που πρέπει να αναφέρονται στο πιο πάνω έγγραφο το οποίο, όπως ορίζεται στην τελευταία παράγραφο του ίδιου αριθμού, "θα κοινοποιηθεί στο αρμόδιο Δημόσιο Ταμείο μετά βεβαιωτικής, σε τρία αντίτυπα, καταστάσεως και θα αποτελεί τίτλο για τη βεβαίωση της εγγυημένης και μη εγγυημένης απαιτήσεως της δανείστριας Τράπεζας", ενώ στον αριθμό 4 ορίζονται τα συναποστελλόμενα με το έγγραφο αυτό λοιπά έγγραφα τόσο στο Γενικό Λογιστήριο του Κράτους όσο και στο αρμόδιο Δημόσιο Ταμείο.
Έτσι, στο αρμόδιο Δημόσιο Ταμείο συναποστέλλονται, μεταξύ άλλων, "Βεβαιωτική κατάσταση σε τρία αντίτυπα, καθώς και πλήρης ο φάκελος του δανείου σύμφωνα με την ανωτέρω απόφαση της Νομισματικής Επιτροπής, για τη συνέχιση κάθε νόμιμης ενέργειας κατά της οφειλέτιδας βιοτεχνικής επιχειρήσεως και των λοιπών ενδεχομένως συνυποχρέων προς είσπραξη του ανεξόφλητου υπολοίπου του δανείου (εγγυημένου και μη).
Τα Δημόσια Ταμεία στα οποία κοινοποιείται η απόφαση αυτή, μόλις λάβουν, από τις τράπεζες, την ανωτέρω κατάσταση θα προβαίνουν αμέσως στη βεβαίωση, σε βάρος της οφειλέτιδας βιοτεχνίας, του συνόλου της οφειλής κατά τον εν συνεχεία λεπτομερώς αναφερόμενο τρόπο. Περαιτέρω, με την 69836/Β1461/30.9.1993 ΚΥΑ Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών (ΦΕΚ 770/τ.
Β/1.10.1993), όπως τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με την 2035824/5887/1.6.1994 (ΦΕΚ 428/7.6.1004) ΚΥΑ των ίδιων Υπουργών, παρασχέθηκε, ανεπιφύλακτα, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 1266/1982, η εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, παραιτουμένου του δικαιώματος προβολής της ένστασης διήζησης, για την ενίσχυση των βιομηχανικών και βιοτεχνικών επιχειρήσεων των νομών Καστοριάς και Εύβοιας που ορίστηκε ότι οι τράπεζες σε περίπτωση καθυστέρησης της καταβολής δύο συνεχόμενων ληξιπρόθεσμων δόσεων πρέπει να κηρύσσουν αμέσως ληξιπρόθεσμο και απαιτητό ολόκληρο το ποσό των ρυθμιζόμενων οφειλών και εφόσον θέλουν να εξοφληθούν από τον εγγυητή Ελληνικό Δημόσιο θα πρέπει να απευθύνονται σ’ αυτό (ΓΛΚ Δ25-Δ) μετά από προηγούμενη βεβαίωση στην αρμόδια Δ.Ο.Υ., σε βάρος της κάθε οφειλέτριας επιχείρησης, του συνολικού ποσού των ανεξόφλητων απαιτήσεών τους, στον ειδικό λογαριασμό αυτού "ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΣ ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΗΣΕΩΝ ΕΚ ΚΕΦΑΛΑΙΩΝ Η ΕΓΓΥΗΣΕΙ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ (ΚΑΧΚΕΕΔ).
Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Οι ανακόπτοντες είχαν λάβει από την "... της Ελλάδος Α.Ε." 17 (μεσοπρόθεσμα και βραχυπρόθεσμα) δάνεια. Στη συνέχεια, με την υπογραφή της υπ’ αριθ. ...29.12.1995 πρόσθετης δανειστικής σύμβασης με την ως άνω τράπεζα, έγινε ρύθμιση των οφειλών τους σύμφωνα με τις υπ’ αριθ. 69836/Β 1461/30.9.93 και 2035824/5887/1.6.94 κοινές αποφάσεις των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, με την παροχή εγγύησης εκ μέρους του Ελληνικού Δημοσίου.
Όμως, οι ανακόπτοντες δεν φάνηκαν συνεπείς προς τις υποχρεώσεις τους, με αποτέλεσμα κατά τα προβλεπόμενα από τις ως άνω κ.υ.α., αλλά και τη σύμβαση ρύθμισης, αφενός μεν να καταστεί ληξιπρόθεσμο το σύνολο της οφειλής τους, αφετέρου δε να υποκατασταθεί στα δικαιώματα της Τράπεζας το καθ’ ου Ελληνικό Δημόσιο.
Κατόπιν αυτού βάσει καταστάσεων των ληξιπρόθεσμων οφειλών τους, που απέστειλε η Α.Τ.Ε. προς την ..., ο προϊστάμενος της τελευταίας εξέδωσε τις επίδικες με αριθμό .../9.3.2000, .../25.5.1999 ταμειακές βεβαιώσεις της ... για τα ποσά των 14913,33 ευρώ η πρώτη, 90249,07 η δεύτερη, 601666,47 η τρίτη και η τέταρτη, και 14913,33 ευρώ η πέμπτη.
Με τις υπ’ αριθ. .../2.6.1999 ατομικές ειδοποιήσεις χρεών του Προϊσταμένου της ..., που κοινοποιήθηκαν στους ανακόπτοντες, κλήθηκαν αυτοί να καταβάλουν στο καθ’ ου Ελληνικό Δημόσιο τα ποσά των 14913,33 και 601666,47 ευρώ. Οι ανωτέρω ατομικές ειδοποιήσεις εκδόθηκαν με βάση τις υπ’ αριθ. .../25.5.1999 ταμειακές βεβαιώσεις και τους αντίστοιχους χρηματικούς καταλόγους.
Αντίθετα ατομικές ειδοποιήσεις για τις υπ’ αριθ. .../9.3.2000 ταμειακές βεβαιώσεις δεν εστάλησαν στους ανακόπτοντες, επειδή διεγράφησαν στις 10.3.2000, λόγω διπλής βεβαίωσης σύμφωνα με την από 18.9.2000 βεβαίωση του προϊσταμένου της .... Ωστόσο στις ανωτέρω προσβαλλόμενες ταμειακές βεβαιώσεις, αλλά και στους αντίστοιχους χρηματικούς καταλόγους, αναφέρεται ως είδος φόρου ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΧΚΕΕΔ και αναγράφονται μόνο τα ανωτέρω συνολικά ποσά της οφειλής, χωρίς ουδεμία περαιτέρω εξειδίκευση, ώστε να είναι εφικτός ο έλεγχος της ύπαρξης και του ύψους της οφειλής.
Επομένως με την ανωτέρω εγγραφή ως είδος φόρου δεν προσδιορίζεται η αιτία της οφειλής, ενώ με την αναγραφή του συνολικά οφειλόμενου ποσού δεν εξειδικεύεται ο τρόπος υπολογισμού της. Από την έλλειψη των παραπάνω στοιχείων στις βεβαιώσεις αυτές, οι ανακόπτοντες, οι οποίοι αρνούνται το ύψος της οφειλής, δεν μπορούν να ελέγξουν αυτήν, υφιστάμενοι βλάβη η οποία δεν μπορεί να καλυφθεί με άλλο τρόπο παρά με την ακύρωση των αορίστων αυτών ταμειακών βεβαιώσεων.
Το καθ’ ου η ανακοπή ισχυρίζεται ότι το ύψος της οφειλής που βεβαιώθηκε σε βάρος των ανακοπτόντων με τις εν λόγω ταμειακές βεβαιώσεις προσδιορίζεται αναλυτικά κατά κεφάλαιο, τόκους και έξοδα στις καταστάσεις ληξιπρόθεσμων οφειλών της ΑΤΕ, που μετ’ επικλήσεως προσκομίζει, στις οποίες αναγράφεται το συνολικό ποσό του δανείου, ο χρόνος λήξης της δόσης, το χρεολύσιο, οι τόκοι της δόσης, το σύνολο της δόσης, οι τόκοι υπερημερίας και οι λοιπές επιβαρύνσεις και το σύνολο της βεβαιωμένης σε κάθε μία από τις επίδικες ταμειακές βεβαιώσεις οφειλής.
Οι καταστάσεις δε αυτές, κατά τους ισχυρισμούς του, μαζί με τις ταμειακές βεβαιώσεις συγκροτούν τον τίτλο, βάση του οποίου το καθ’ ου η ανακοπή επέσπευσε την επίδικη διοικητική εκτέλεση σε βάρος των ανακοπτόντων, και ως εκ τούτου ο τίτλος είναι πλήρως ορισμένος και νόμιμος. Ωστόσο, όπως το ίδιο το καθ’ ου η ανακοπή ισχυρίζεται στις προτάσεις του, τις ως άνω καταστάσεις ληξιπρόθεσμων οφειλών με αντίγραφα της σχετικής καρτέλας του δανείου, απέστειλε η ΑΤΕ, με περιληπτική κατάσταση βεβαίωσης της οφειλής προς τη ..., προκειμένου να πληρωθεί το ποσόν αυτής από το καθ’ ου η ανακοπή, Ελληνικό Δημόσιο, λόγω κατάπτωσης της εγγύησης που είχε παράσχει.
Το καθ’ ου η ανακοπή δε, δεν επικαλέστηκε ούτε προσκόμισε αποδεικτικά στοιχεία, από τα οποία να προκύπτει ότι είχε κοινοποιήσει ή γνωστοποιήσει με άλλο νόμιμο τρόπο στους ανακόπτοντες τα ως άνω έγγραφα που επικαλέστηκε". Με τις άνω παραδοχές το Εφετείο απέρριψε κατ’ ουσίαν την έφεση ως προς τις επίδικες .../25.5.1999 ταμειακές βεβαιώσεις κατά της πρωτόδικης 171/2010 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας, που είχε κρίνει ομοίως.
Έτσι, όμως, το Εφετείο παραβίασε τις διατάξεις του άρθρου 2 παρ. 2 του Κώδικα Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων (ΚΕΔΕ), αναφορικά με την έννοια του νομίμου τίτλου, την οποία περιόρισε, αποκλειστικά, στην ταμειακή βεβαίωση και το χρηματικό κατάλογο, στα οποία και μόνον αναζήτησε, για το ορισμένο του νόμιμου τίτλου, τα προσδιοριστικά της επίδικης οφειλής στοιχεία.
Ειδικότερα, με βάση τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη και προκειμένης οφειλής από κατάπτωση εγγυήσεως του Ελληνικού Δημοσίου από δάνειο που έλαβαν η πτωχεύσασα εταιρία με την επωνυμία "... & ΣΙΑ ΕΠΕ", με το διακριτικό τίτλο "..." και οι δεύτερος και τρίτος αναιρεσίβλητοι, από την ΑΤΕ, το νόμιμο τίτλο συγκροτούσαν τα αποσταλέντα στην αρμόδια Δ.Ο.Υ.
από την ΑΤΕ έγγραφα από το φάκελο δανείων της ως άνω Τράπεζας (συμβάσεις δανείου, πρόσθετες δανειστικές συμβάσεις ρύθμισης οφειλών, πρόσθετες πράξεις, αναλυτικές καταστάσεις οφειλών εγγυημένων από το Ελληνικό Δημόσιο, ανάλυση της κίνησης των λογαριασμών που τηρήθηκαν για κάθε σύμβαση χωριστά, από την υπογραφή της μέχρι την ημερομηνία αποστολής των δικαιολογητικών, με τον οικείο χρηματικό κατάλογο και τις τριπλότυπες περιληπτικές καταστάσεις βεβαίωσης), με βάση τα οποία ζητήθηκε η βεβαίωση του εισπρακτέου ποσού.
Ούτε ήταν αναγκαίο για να μπορεί να στηριχθεί η επίσπευση της διοικητικής εκτέλεσης να έχουν κοινοποιηθεί στους οφειλέτες αναιρεσίβλητους τα έγγραφα που συγκροτούν το νόμιμο τίτλο πριν από την άσκηση της ένδικης ανακοπής, αλλά αρκεί να προσκομίστηκαν από το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο με επίκληση στην κατ’ έφεση δίκη και τέθηκαν υπόψη των αναιρεσίβλητων, οπότε θα μπορούσαν αυτοί να αμφισβητήσουν την ύπαρξη και το ύψος της οφειλής τους, το δε Δικαστήριο να ελέγξει τη βασιμότητά της, παρόλο που δεν γίνεται ανάλυση αυτής στις ταμειακές βεβαιώσεις και τους χρηματικούς καταλόγους που τις συνοδεύουν.
Συνεπώς, βασίμως μέμφεται την αναιρεσιβαλλόμενη το αναιρεσείον για την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης. Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω και κατά παραδοχή του πρώτου λόγου της αιτήσεως, ενώ παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων αυτής, πρέπει, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση, στο ίδιο Εφετείο, εφόσον είναι δυνατή η συγκρότησή του από δικαστές άλλους, εκτός εκείνων που δίκασαν. Τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος θα επιβληθούν, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματός του, σε βάρος των αναιρεσίβλητων, λόγω της ήττας των (άρθρα 176, 183 και 191 ΚΠολΔ), μειωμένα, όμως, σύμφωνα με το άρθρο 22 ν. 3693/1957, κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 111/2012 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Εύβοιας.
Παραπέμπει την υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους, εκτός εκείνων που δίκασαν.
Επιβάλλει σε βάρος των αναιρεσίβλητων τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Δεκεμβρίου 2016.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 6 Απριλίου 2017.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ