Legislator Case Law & Legislation
559/2015 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against second instance judgment for lack of substantive legal grounds.

Case Number 559/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece dismissed the appeal filed by a company and an individual against the Athens Court of Appeal's decision. The appellants argued that the lower court's reasoning was insufficient and that certain claims were inadmissible due to lack of specificity. The court rejected these arguments, finding that the lower court's reasoning was complete and that the appellants failed to demonstrate any substantive legal error or procedural defect warranting reversal.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1) and 559(19) of the Code of Civil Procedure; An appeal is admissible only if the lower court misinterpreted substantive law, failed to apply relevant law, or provided insufficient reasoning that materially affects the outcome.

Keywords

AI generated
appeal admissibility insufficient reasoning substantive law error inadmissible claim costs allocation civil procedure code second instance judgment

Cited Legislation

AI generated
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 559(20) of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 495(4) of the Code of Civil Procedure
Article 690 of the Civil Code

Cited Case Law

AI generated
OLAP 4/2005
OLAP 7/2006
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 559 / 2015 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 559/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου και Βασίλειο Πέππα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Φεβρουαρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Ετερόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "Ζ. Τ. ΕΕ", που ... και εκπροσωπείται νόμιμα, και 2. Ζ. Τ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Μαρία Βλαδίκα, με δήλωση του αρθρ. 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Του αναιρεσιβλήτου: Δ. Ψ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Κατρά, με δήλωση του αρθρ. 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ..

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-2-2010 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 623/2012του ίδιου Δικαστηρίου και 5559/2013 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 11-1-2014 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Πέππας, ανέγνωσε την από 27-1-2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Φέρονται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου η από 11-1-2014 αίτηση αναιρέσεως και οι παραδεκτώς, ασκηθέντες με αυτοτελές δικόγραφο από 2-1-2015 πρόσθετος λόγος αυτής, που πρέπει να συνεκδικασθούν λόγω της μεταξύ τους συνάφειας. Κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ’ αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν (ΟλΑΠ 4/2005, 7/2006).

Κατά δε την διάταξη του αρ. 19 του ιδίου ως άνω άρθρου, αναίρεση επιτρέπεται και εάν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναιρέσεως του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων.

Εξάλλου, ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της απόδοσης από το δικαστήριο της ουσίας σε αποδεικτικό, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ έγγραφο, περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα.

Στην ένδικη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε τα ακόλουθα: "Ο ενάγων και ήδη εφεσίβλητος διατηρεί ατομική επιχείρηση επεξεργασίας κουφωμάτων αλουμινίου, συνεργαζόμενος με τον ήδη αποβιώσαντα πατέρα του, Ε. Ψ., έχοντας ο ενάγων αναλάβει την αγορά των υλικών (σίδερα και αλουμίνια) και την επεξεργασία τους, ενώ ο Ε.

Ψ. την ευθύνη της τοποθέτησης τους. Κατά το έτος 2005 και σε ημερομηνία που δεν διευκρινίστηκε ακριβώς από την συνολική αποδεικτική διαδικασία, η πρώτη εναγομένη και ήδη εκκαλούσα ετερόρρυθμη εταιρεία ανέθεσε, με προφορική συμφωνία, δια του δευτέρου εναγόμενου και ήδη εκκαλούντος, με την ιδιότητα του ως ομορρύθμου αυτής εταίρου και νομίμου εκπροσώπου της, στην ομόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία "Εργαστήριο Αρχιτεκτονικής Α.

Κ. - Α. Τ. και συνεργάτες ΟΕ" την ανακατασκευή ιδιόκτητου παλαιού τριώροφου κτιρίου με υπόγειο στη συμβολή των οδών ... και ..., στην περιοχή της ... Αττικής, προκειμένου να μετατραπεί σε βιοτεχνία τυποποίησης αυγοτάραχου και σε τρεις κατοικίες. Ειδικότερα, ανατέθηκε στον ενάγοντα και στον Ι. Φ., επίσης δραστηριοποιούμενο στις μεταλλικές κατασκευές, η προμήθεια, κατασκευή και τοποθέτηση μεταλλικών κατασκευών και κατασκευών από αλουμίνιο στο ως άνω κτίριο, η δε τοποθέτηση θα εκτελείτο από τον Ε.

Ψ.. Η ανωτέρω ομόρρυθμη εταιρεία ήταν υπεύθυνη για την επίβλεψη των εργασιών του ενάγοντος και την παραλαβή των δελτίων αποστολής και των αντίστοιχων τιμολογίων δια του υπευθύνου εργοταξίου συνεργάτη της, Β. Τ., αρχιτέκτονος - μηχανικού. Η αμοιβή του ανατεθέντος στον ενάγοντα έργου συμφωνήθηκε στο ποσό των 105.580,00 ευρώ, πλέον ΦΠΑ, καταβλητέο ως εξής :

ποσοστό 90% σταδιακά με την πρόοδο των εργασιών, το δε υπόλοιπο ποσοστό 10% μετά την παραλαβή του έργου, προκειμένου να εξασφαλιστεί η καλή εκτέλεση του, ενώ ως χρόνος παράδοσης αυτού συμφωνήθηκε η 15-1-2007- Την 14-2-2007 πραγματοποιήθηκε συνάντηση του δευτέρου εναγομένου υπό την ως άνω ιδιότητα του και του αρχιτέκτονα Α.

Κ. στα γραφεία της επιβλέπουσας το έργο εταιρείας "Εργαστήριο Αρχιτεκτονικής Α. Κ. - Α. Τ. και συνεργάτες Ο.Ε." και συντάχθηκε το αυθημερόν "memorandum", σύμφωνα με το οποίο έγιναν αμοιβαία αποδεκτά, εκτός των άλλων, ότι ο δεύτερος εναγόμενος θα προεξοφλούσε μέσω επιταγών εκ του συνολικά οφειλομένου ποσού των 150.000 ευρώ ποσό 50.000 ευρώ για την άμεση κάλυψη των αναγκών αποπεράτωσης του έργου, ειδικότερα δε θα παρέδιδε προς τον Ε.

Ψ. μεταχρονολογημένη επιταγή ποσού 7.000 ευρώ, διάρκειας τριών μηνών, η δε δαπάνη αποπεράτωσης σχετικά με σιδηρουργικές εργασίες και εργασίες κουφωμάτων αφορούσε καθαριότητα υαλοπινάκων γενικά, τάπες σε χειρολισθήρες κλιμακοστασίου βιοτεχνίας, τοποθέτηση αντικρύσματος σε γυάλινη είσοδο γραφείου διευθυντή, τοποθέτηση λοιπών υαλοπινάκων σε κουφώματα, αποκατάσταση λειτουργίας κουφωμάτων, αποπεράτωση τοποθέτησης χειρολισθήρων, αποπεράτωση τοποθέτησης παντζουριών, αποπεράτωση τοποθέτησης κουφωμάτων προσόψεων και αποπεράτωση τοποθέτησης κουφωμάτων χώρου Β.Β.Ο.

Ακολούθως, με το από 5-3-2007 "πρωτόκολλο προσωρινής παραλαβής σιδηρικών εργασιών και εργασιών κουφωμάτων", υπογεγραμμένο από τον αρχιτέκτονα Α. Κ. της εταιρείας "Εργαστήριο Αρχιτεκτονικής Α. Κ. - Α. Τ. και συνεργάτες Ο.Ε.", ο τελευταίος ενημέρωσε τους εναγομένους ότι : α) οι αναφερόμενες σ’ αυτό ενότητες σιδηρικών εργασιών και εργασιών κουφωμάτων (προμήθεια και τοποθέτηση υλικών, ήτοι προσθήκη ημιώροφου, μεταλλικές θύρες τύπου ΕΒΕΛ, κουφώματα αλουμινίου μετά των διπλών θερμομονωτικών υαλοπινάκων, χειρολισθήρες κλιμακοστασίων, ανοξείδωτα κιγκλιδώματα προσόψεων μετά των υαλοπινάκων αμμοβολής ΤΡΙΡΕΕΧ, παντζούρια και ρολά αλουμινίου, υάλινες θύρες SECURIT και διάφορες μεταλλικές κατασκευές) εκτελέσθηκαν από συνεργεία των εργολάβων Ι.

Φ. και Δ. Ψ., σύμφωνα με τις προδιαγραφές της μελέτης, τις υποδείξεις των μηχανικών επίβλεψης και τους κανόνες της επιστήμης και της τέχνης και β) για την πλήρη αποπεράτωση του έργου, όπως αυτό έχει αποσαφηνιστεί στο τεύχος απολογισμού έργου με ημερομηνία 9.2.2007 και που περιλαμβάνει το αντικείμενο του αρχικού προϋπολογισμού, όπως επίσης και τις εργασίες υπέρβασης, εκκρεμούσε η εκτέλεση των εργασιών τοποθέτησης κεντρικών θυρών επί της οδού ..., τοποθέτησης χειρολισθήρων σε κλιμακοστάσια, τοποθέτησης παντζουριών σε κουφώματα διαμερισμάτων και τοποθέτησης υαλοπινάκων σε κιγκλιδώματα προσόψεων, η αποπεράτωση των οποίων συνδεόταν και με τη χρηματοδότηση τους από τους εναγομένους.

Τέλος, διευκρίνιζαν ότι τμήμα του έργου και συγκεκριμένα οι χώροι της βιοτεχνίας παραγωγής αυγοτάραχου, καθώς και τα διαμερίσματα είχαν ήδη παραδοθεί έτοιμα προς χρήση στους εναγομένους την 15.1.2007. Στη συνέχεια, ο ενάγων εξέδωσε για το σύνολο του εκτελεσθέντος έργου τα υπ’ αριθμ. ...5-3-2007 και ...5-3-2007 δελτία αποστολής, τα οποία παραλήφθηκαν από τον Β.

Τ., υπεύθυνο της επιβλέπουσας εταιρείας, όπως τούτο εμφαίνεται από την υπογραφή του τελευταίου στο κάτω μέρος των δελτίων στη θέση "για την παραλαβή" και τα υπ’ αριθμ. ...3-4-2007 και ...3-4-2007 τιμολόγια, ποσού 68.195,33 ευρώ και 57.444,87 ευρώ αντιστοίχως, συμπεριλαμβανομένου του ΦΠΑ, συνολικά δε ποσού 125.640,20 ευρώ. Στα ως άνω τιμολόγια περιγράφονται αναλυτικά οι εκτελεσθείσες από τον ενάγοντα εργασίες και αφορούν σε παράθυρα δίφυλλα επάλληλα, παράθυρα τρίφυλλα επάλληλα, παράθυρα ανοιγόμενα, ρολά αλουμινίου, παντζούρια, πόρτες, κλοβό αλουμινίου, σταθερ.

Διαδρόμου, ροζέτες ΙΝΟΧ, καταπακτή, μεταλλικά στηρίγματα, κλειδαριά ασανσέρ, ηλεκτρικό κυπρί, μπουλ ασανσέρ, καθρέπτες μπάνιου, χωρίσματα triplex, τρίπλεξ διπλά, αλουμ. υαλοστ., κουπαστή ΙΝΟΧ, κάγκελο ΙΝΟΧ, χειρ. ΙΝΟΧ και τζάμια τρίπλεξ. Εξάλλου, ο Ι. Φ. υπεύθυνος συνεργείου προμήθειας και τοποθέτησης σιδηρικών στην ίδια οικοδομή και έχοντας υπογράψει ίδιον ιδιωτικό συμφωνητικό προς ανάληψη του έργου, εξέδωσε για το εκτελεσθέν από τον ίδιο έργο τα προσκομιζόμενα και επικαλούμενα υπ’ αριθμ. ...4.10.2006 και ...10.11.2006 τιμολόγια, ποσού 28.732,55 ευρώ και 12.940,06 ευρώ αντίστοιχα, συνολικά δε ποσού 41-672,61 ευρώ, τα οποία αφορούν σε άλλες εργασίες, διάφορες από εκείνες που εκτέλεσε ο ενάγων και περιγράφονται στα ένδικα τιμολόγια του, όπως σκελετό παταριού, πόρτες σιδήρου, πόρτες μηχανοστασίου, επάλληλο υπογείου, φεγγίτη κλπ.

Ο ισχυρισμός επομένως των εναγομένων ότι καταρτίσθηκε μία ενιαία σύμβαση εργολαβίας με τον πατέρα του ενάγοντος Ε. Ψ. δεν κρίνεται ως ουσιαστικά βάσιμος από την εν γένει διεξαχθείσα αποδεικτική διαδικασία. Αντιθέτως, από τη σύνολη αποδεικτική διαδικασία αποδείχθηκε ότι προμηθευτές των εναγομένων από τις εν λόγω συμβάσεις έργου ήταν ο ενάγων και ο Ι.

Φ., ο δε Ε. Ψ. ήταν τεχνίτης - τοποθετητής των σιδηροκατασκευών και αλουμινίων και πολλές φορές παραλάμβανε για λογαριασμό των τελευταίων επιταγές, υπογράφοντας τις σχετικές αποδείξεις, δεδομένου ότι βρισκόταν ως εργαζόμενος πολλές ώρες στην οικοδομή. Η αβασιμότητα του ισχυρισμού των εναγομένων, ότι είχαν δηλαδή συναλλαγή αποκλειστικά και μόνο με τον Ε.

Ψ. και ως εκ τούτου ουδέν ποσό οφείλουν στον ενάγοντα, ο οποίος συνακόλουθα δεν νομιμοποιείται ενεργητικά στην παρούσα δίκη, αποδεικνύεται από την κατάθεση του μάρτυρα αποδείξεως Ε. Ν., για την αξιοπιστία του οποίου το Δικαστήριο δεν έχει λόγους να αμφιβάλλει, ενισχύεται δε από τα κάτωθι στοιχεία, ήτοι α) το από 5-3-2007 "πρωτόκολλο προσωρινής παραλαβής σιδηρικών εργασιών", που έχει υπογράψει για λογαριασμό του επιβλέποντος το έργο ο αρχιτέκτων Α.

Κ., όπου ρητώς αναφέρονται ως εργολάβοι των σιδηρικών εργασιών ο ενάγων και ο Ι. Φ., β) την από 24-7-2007 εξώδικη διαμαρτυρία - πρόσκληση που απέστειλε ο ενάγων στην εναγομένη εταιρεία, με την οποία δήλωνε ότι τα φορολογικά του παραστατικά έχουν προσηκόντως παραδοθεί στην επιβλέπουσα το έργο εταιρεία, καλούσε δε την εναγομένη εταιρεία να προβεί σε εξόφληση των οφειλομένων.

Στην εν λόγω εξώδικη όχληση ουδεμία αμφισβήτηση προεβλήθη από την πλευρά των εναγομένων αναφορικά με το πρόσωπο του ενάγοντος ως συμβληθέντος εργολάβου και γ) τα ως άνω δελτία αποστολής των παραδοθέντων εμπορευμάτων, που εξέδωσε ο ίδιος ο ενάγων, παρελήφθησαν προσηκόντως από τον Β. Τ., ως υπεύθυνο της επιβλέπουσας εταιρείας, χωρίς οποιαδήποτε διαμαρτυρία ή επιφύλαξη ως προς το πρόσωπο του ενάγοντος.

Συνακόλουθα, η προβληθείσα εκ μέρους των εναγομένων ένσταση περί εικονικότητας των ενδίκων τιμολογίων κρίνεται απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμη. Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι έναντι του συνολικά οφειλομένου στον ενάγοντα ποσού των 125.640,20 ευρώ, οι εναγόμενοι κατέβαλαν τμηματικά προς εξόφληση το συνολικό ποσό των 47-266,54 ευρώ, όπως τούτο συνομολογεί ο ενάγων καθ’ υποφοράν με το δικόγραφο της αγωγής και παραμένει μέχρι σήμερα ανεξόφλητο υπόλοιπο ποσού (125.640,20 - 47.266,54 =) 78.373,66 ευρώ, το οποίο, παρά τις οχλήσεις του, αρνούνται να του καταβάλουν.

Αντιθέτως, από την εν γένει διεξαχθείσα αποδεικτική διαδικασία δεν αποδείχθηκε ότι οι εναγόμενοι κατέβαλαν προς εξόφληση του εν λόγω έργου το συνολικό ποσό των 76.446,54 ευρώ, όπως διατείνονται με τις προτάσεις τους και με την έφεση τους, επαναφέροντας και τον πρωτοδίκως υποβληθέντα ισχυρισμό περί εξοφλήσεως (αρθρ. 416 AK).

Πιο συγκεκριμένα, αναφορικά με τα προσκομισθέντα από τους εναγομένους μετ’ επικλήσεως έγγραφα προς απόδειξη του περί εξοφλήσεως ισχυρισμού τους, αποδεικνύεται ότι ο Ε. Ψ. έλαβε ποσό 2.084 ευρώ από τον υπεύθυνο του έργου Β. Τ. ως προκαταβολή για τις ανάγκες του έργου (βλ. την από 19.05.2006 απόδειξη είσπραξης).

Επίσης, έλαβε τα ποσά των 3.600 και 7.600 ευρώ δυνάμει των υπ’ αριθμ. ... και ... επιταγών της Τράπεζας Eurobank EFG, που έχουν εκδοθεί στην Αθήνα την 20.10.2006 και 3.11.2006 αντίστοιχα, εις διαταγήν του Ε. Ψ., χάριν καταβολής και έναντι της αμοιβής του ιδίου και του ενάγοντος από το ένδικο έργο. Τα εν λόγω ποσά περιλαμβάνονται στο ως άνω συνολικά καταβληθέν και συνομολογούμενο από τον ενάγοντα ποσό των 47-266,54 ευρώ.

Αντιθέτως, οι από 5-6-2006, 7.7.2006 και 21.07.2006 προσκομιζόμενες αποδείξεις είσπραξης ποσών 6.885 ευρώ, 5.211 ευρώ και 15000 ευρώ αντίστοιχα, που έχει εκδώσει ο Β. Τ. και η πρώτη εναγομένη και έλαβε ο Ε. Ψ., κατά την κρίση του Δικαστηρίου, δεν αφορούν τμηματική εξόφληση της αμοιβής του ενάγοντος για το ένδικο έργο, αλλά, σε συνδυασμό με τις υπ’ αριθμ. ...

και ... επιταγές της Τράπεζας EUROBANK EFG, με ημερομηνίες έκδοσης 7.6.2006, 7-7-2006 και 21.7.2006 και ποσών 6.885 ευρώ, 5.211 ευρώ και 15.000 ευρώ αντίστοιχα, που έχουν εκδοθεί στην Αθήνα εις διαταγήν του Ι. Φ., αφορούν τμηματική εξόφληση του οφειλόμενου από τους εναγομένους προς τον Ι. Φ. ποσού των 41.672,61 ευρώ. Περαιτέρω, δεν αποδεικνύεται ότι οι λοιπές επικαλούμενες και προσκομιζόμενες από τους εναγομένους επιταγές, ήτοι η υπ’ αριθμ. ...

επιταγή της Λαϊκής Τράπεζας, ποσού 1.304,73 ευρώ, που εξέδωσε την 24.2.2007 η Κ... Catering AE την 5-1-2007 εις διαταγήν της πρώτης εναγομένης, η υπ’ αριθμ. ... επιταγή της Probank AE, ποσού 922,74 ευρώ, που εξέδωσε την 17.2.2007 η εταιρεία Atenko Αγροτικά Προϊόντα Είδη Διατροφής ΑΕ εις διαταγήν της πρώτης εναγομένης, η υπ’ αριθμ. ... επιταγή της Τράπεζας Citibank, ποσού 4.039,02 ευρώ, που εξέδωσε την 24-1-2007 η Αμφιτρύων ΕΠΕ εις διαταγήν της πρώτης εναγομένης, η υπ’ αριθμ. ...

επιταγή της Τράπεζας Πειραιώς, ποσού 1.962 ευρώ, που εξέδωσε την 6.1.2007 η εταιρεία Μ. ΑΕ εις διαταγήν της πρώτης εναγομένης, η υπ’ αριθμ. ... επιταγή της Τράπεζας Eurobank EFG, ποσού 8.565 ευρώ, που εξέδωσε την 29.11.2006 η πρώτη εναγομένη εις διαταγήν του δευτέρου εναγομένου, η υπ’ αριθμ. ... επιταγή της Alpha Bank, ποσού 10.000 ευρώ, που εξέδωσε την 10.1.2007 ο Κ.

Π. εις διαταγήν της πρώτης εναγομένης και η υπ’ αριθμ. ... επιταγή της Λαϊκής Τράπεζας, ποσού 9.000 ευρώ, που εξέδωσε την 25.12.2006 ο Κ. Π. εις διαταγήν της πρώτης εναγομένης, έχουν μεταβιβασθεί με οπισθογράφηση προς τον Ε. Ψ., όπως οι εναγόμενοι διατείνονται, ενώ περαιτέρω δεν αποδείχθηκε ότι αφορούν την ένδικη ή οποιαδήποτε άλλη συναλλαγή τους με τον ενάγοντα ή τον Ε.

Ψ.. Ισχυρίζονται ακολούθως οι εναγόμενοι, επικουρικώς, ότι, επειδή το έργο παρουσιάζει ελλείψεις από υπαιτιότητα του εργολάβου, το κόστος για την αποκατάσταση, αποπεράτωση και αντικατάσταση των οποίων ανέρχεται στο ποσό των 64.569,6ο ευρώ, το ποσό αυτό προτείνουν σε συμψηφισμό με την ένδικη απαίτηση του ενάγοντος και τέλος ότι, επειδή η συνολική αξία του έργου είναι στην πραγματικότητα 80.οοο ευρώ, κατόπιν αφαίρεσης του ποσού της κοστολόγησης των ελλείψεων και των κακοτεχνιών, ο αναλογών ΦΠΑ δεν θα έπρεπε να ανέρχεται στο ποσό των 26.000 ευρώ, όπως ζητεί ο ενάγων και το οποίο αφορά στην αξία του έργου χωρίς να αφαιρεθεί το ως άνω ποσό της κοστολόγησης των ελλείψεων, αλλά στο ποσό των 15.200 ευρώ, ήτοι ο ενάγων καταλόγισε σ’ αυτούς από δικό του πταίσμα επιπλέον ποσό 10.800 ευρώ.

Ο ισχυρισμός αυτός κρίνεται αόριστος και ανεπίδεκτος δικαστικής εκτιμήσεως και πρέπει να απορριφθεί, διότι, σύμφωνα με τα ως άνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, τμήμα των εργασιών σιδηροκατασκευών και αλουμινίων είχε αναλάβει στην εν λόγω οικοδομή, εκτός από τον Ψ. και ο Ι. Φ., με τον οποίο άλλωστε οι εναγόμενοι έχουν συνάψει σχετικό ιδιωτικό συμφωνητικό, ωστόσο, ούτε στην τεχνική έκθεση του τεχνικού τους συμβούλου, ούτε στις προτάσεις τους και στο δικόγραφο της εφέσεως τους εξειδικεύουν και διαχωρίζουν ποιες εργασίες έχουν γίνει από τον καθένα, ώστε να είναι δυνατός ο καθορισμός από το Δικαστήριο των κακοτεχνιών και ελλείψεων που αντιστοιχούν σε έκαστο αυτών και ως εκ τούτου να προσδιορισθεί η αξία των ως άνω κακοτεχνιών και να είναι εφικτός ο τυχόν συμψηφισμός τους με τα οφειλόμενα από τους εναγομένους.

Συνακόλουθα, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που απέρριψε τους εν λόγω ισχυρισμούς των εναγομένων και έκανε δεκτή την αγωγή του ενάγοντος ως ουσιαστικά βάσιμη, υποχρεώνοντας τους εναγομένους να καταβάλουν σ’ αυτόν, εις ολόκληρον ο καθένας, το συνολικό ποσό των 78.373,66 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την εξόφληση, σωστά τον νόμο εφάρμοσε και τις αποδείξεις εκτίμησε και δεν έσφαλε, όσο δε περί του αντιθέτου διατείνονται οι εναγόμενοι με τους αντίστοιχους (πρώτο έως και ένατο) λόγους εφέσεως κρίνονται απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμα".

Με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως αποδίδονται στην αναιρεσιβαλλομένη οι πλημμέλειες: α) από τον αρ. ι του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι κατά κακή ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου απέρριψε την ένσταση των αναιρεσειόντων περί ελλείψεως ενεργητικής νομιμοποίησης του αναιρεσιβλήτου, στον οποίο ουδέποτε ανέθεσαν να εκτελέσει οποιοδήποτε έργο, 2) από τον αρ. 19 του ίδιου άρθρου, με την αιτίαση ότι διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες για το ζήτημα της ενεργητικής νομιμοποίησης του αναιρεσιβλήτου και γ) από τον αρ. 20 του ίδιου άρθρου, με την αιτίαση ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο των επικαλούμενων εγγράφων (αποδείξεων είσπραξης, επιταγών κλπ), δεχόμενη πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται σ’ αυτά, στα οποία ως εργολάβος του έργου μνημονεύεται ο Ε.

Ψ. και όχι ο αναιρεσίβλητος. Ο λόγος αυτός, κατά το πρώτο μέρος του είναι απαράδεκτος, διότι υπό την αόριστη επίκληση εσφαλμένης εφαρμογής του νόμου, πλήττεται η επί της ουσίας αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ). Κατά το δεύτερο μέρος του είναι αβάσιμος, διότι στην αναιρεσιβαλλομένη με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις διατυπώνεται το αποδεικτικό της πόρισμα, σύμφωνα με το οποίο ο αναιρεσίβλητος ήταν εκείνος που συμβλήθηκε με τους αναιρεσείοντες για την εκτέλεση του έργου που αυτός πράγματι εκτέλεσε, ενώ ο Ε.

Ψ. ήταν τεχνίτης-τοποθετητής των σιδηροκατασκευών και αλουμινίων και πολλές φορές παραλάμβανε για λογαριασμό του αναιρεσιβλήτου και του Ι. Φ. επιταγές, υπογράφοντας τις σχετικές αποδείξεις, δεδομένου ότι βρισκόταν ως εργαζόμενος πολλές ώρε στην οικοδομή. Κατά δε το τρίτο μέρος του είναι αβάσιμος, προέχοντως διότι δεν προσκομίζονται από τους αναιρεσείοντες τα φερόμενα ως παραμορφωθέντα έγγραφα, ώστε να διαπιστωθεί η επικαλούμενη αναιρετική πλημμέλεια.

Με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεως αποδίδονται στην αναιρεσιβαλλομένη οι πλημμέλειες: α) από τον αρ. ίο του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι χωρίς απόδειξη δέχτηκε ότι η επίδικη σύμβαση συνήφθη το 2005 χωρίς προσδιορισμό ημερομηνίας, β) από τον αρ. 19 του ίδιου άρθρου για ανεπάρκεια αιτιολογιών ως προς το ζήτημα τούτο (του χρόνου κατάρτισης της σύμβασης), γ) από τον αρ. 8 του ως άνω άρθρου, διότι δεν έλαβε υπόψη της πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα τον με λόγο εφέσεως προταθέντα ισχυρισμό τους περί αόριστου και αναπόδεικτου προσδιορισμού (από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο) του χρόνου σύναψης της σύμβασης και δ) από τον αρ.

ι του ίδιου άρθρου για παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, διότι το Εφετείο αν και διαπίστωσε κενό ως προς τον ακριβή χρόνο κατάρτισης της σύμβασης, δεν προσέφυγε στους κανόνες αυτούς προς ανεύρεση της αληθινής βουλήσεως των συμβαλλομένων. Ο λόγος αυτός, κατά την πρώτη αιτίαση του, είναι αβάσιμος, διότι το δικαστήριο σχημάτισε την σχετική κρίση του, σύμφωνα με το επισκοπούμενο περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλομένης, από τις καταθέσεις των μαρτύρων, τις προσκομισθείσες μετ’ επικλήσεως ένορκες βεβαιώσεις και όλα τα έγγραφα που νόμιμα προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι και επομένως δεν δέχτηκε "πράγματα" χωρίς απόδειξη.

Κατά την δεύτερη αιτίασή του κρίνεται αλυσιτελής, εφόσον δεν συνάπτεται με την προβολή ασκούντος ουσιώδη επιρροή ισχυρισμού των αναιρεσειόντων, εξαρτώμενου κατά νόμο από το χρόνο κατάρτισης της σύμβασης. Κατά την τρίτη αιτίασή του είναι απαράδεκτος, διότι ο προβληθείς με λόγο έφεσης ισχυρισμός περί αόριστου και αναπόδεικτου προσδιορισμού του χρόνου κατάρτισης της σύμβασης δεν συνιστά "πράγμα" κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, καθόσον δεν πρόκειται για ισχυρισμό με αυτοτελή ύπαρξη.

Κατά δε την τέταρτη αιτίαση του είναι απαράδεκτος, διότι στους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών προσφεύγει το δικαστήριο σε περίπτωση κενού ή ασάφειας στις δηλώσεις βουλήσεως οι οποίες χρήζουν κατάλληλης συμπλήρωσης ή ερμηνείας με εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ (και τέτοια δεν διαπίστωσε το δικαστήριο της ουσίας) και όχι απλών γεγονότων, όπως ο χρόνος κατάρτισης της σύμβασης.

Με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως αποδίδονται στην αναιρεσιβαλλομένη οι πλημμέλειες: α) από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι ενώ όπως αποδείχτηκε από τα επικαλούμενα από την αναιρεσείουσα αποδεικτικά στοιχεία το τίμημα της ένδικης σύμβασης δεν είχε συμφωνηθεί εξ αρχής, αλλά προέκυψε μετά την τελική επιμέτρηση και μάλιστα προσαυξημένο κατά 50%, όπως αυτή ισχυρίστηκε με τον πέμπτο λόγο της εφέσεώς της, στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν διαλαμβάνεται αιτιολογία ή έστω επαρκής αιτιολογία επ’ αυτού και β) από τον αρ. 8 του ως άνω άρθρου, με την αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη τον ανωτέρω ισχυρισμό της.

Ο λόγος αυτός κατά την πρώτη αιτίασή του είναι απαράδεκτος, διότι υπό την επίκληση της πλημμέλειας του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ πλήττεται η περί των πραγμάτων αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Ανεξαρτήτως, όμως, τούτου στην αναιρεσιβαλλομένη διαλαμβάνεται με σαφήνεια το αποδεικτικό της πόρισμα, αναφορικά με τη συμφωνηθείσα εργολαβική αμοιβή του αναιρεσιβλήτου και τον συμφωνηθέντα τρόπο καταβολής της, ώστε σε κάθε περίπτωση δεν στοιχειοθετείται η προτεινόμενη αναιρετική πλημμέλεια.

Κατά δε την δεύτερη αιτίαση ο λόγος είναι απαράδεκτος, διότι ο ισχυρισμός αυτός δεν συνιστά "πράγμα" κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, καθόσον δεν πρόκειται για ισχυρισμό με αυτοτελή ύπαρξη, αλλά αποτελεί αιτιολογημένη άρνηση στοιχείου της ιστορικής βάσης της αγωγής.

Με τον τέταρτο λόγο της αιτήσεως αποδίδονται στην αναιρεσιβαλλομένη οι πλημμέλειες: α) από τον αρ. ι του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 393 παρ. ι ΚΠολΔ, με το να δεχτεί την κατάθεση του μάρτυρα Ε. Ν. για την απόδειξη κατάρτισης της επίδικης σύμβασης, με αντισυμβαλλόμενο τον αναιρεσίβλητο, παρόλο που η αξία του αντικειμένου της ήταν 105.580 ευρώ και β) από τον αρ.11 του ως άνω άρθρου με το να δεχτεί αποδεικτικά μέσα (μάρτυρα) που ο νόμος δεν επιτρέπει (προς απόδειξη της σύμβασης). Ο λόγος αυτός, κατά την πρώτη αιτίασή του, είναι απαράδεκτος, διότι η πλημμέλεια από τον αρ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται σε περίπτωση παραβίασης κανόνων ουσιαστικού δικαίου και όχι δικονομικών διατάξεων όπως είναι φερόμενη ως παραβιασθείσα διάταξη του άρθρου 393 ΚΠολΔ. Κατά δε την δεύτερη αιτίαση του είναι αβάσιμος, διότι η απόδειξη με μάρτυρες επιτρέπεται σε κάθε περίπτωση, μεταξύ άλλων, και αν πρόκειται για εμπορικές συναλλαγές (άρθρο 394 παρ. 1δ ΚΠολΔ), όπως στην προκείμενη υπόθεση.

Με τον πέμπτο λόγο της αιτήσεως αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη η πλημμέλεια από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι διέλαβε ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, αναφορικά με την απόρριψη του ισχυρισμού των αναιρεσειόντων περί εικονικότητας των εκδοθέντων από τον αναιρεσίβλητο τιμολογίων, εφόσον αυτά εκδόθηκαν από τον άσχετο με το έργο εργολάβο αναιρεσίβλητο, ενώ τα δελτία αποστολή εκδόθηκαν, στις 5/3/07, δηλαδή μετά την παράδοση του έργου, που είχε γίνει, στις 15/1/07. Ο λόγος είναι αβάσιμος, διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση και τούτο, διότι το Εφετείο δεν δέχτηκε ότι ο αναιρεσίβλητος ήταν άσχετος με το έργο, ούτε ότι η παράδοση του όλου έργου έγινε στις 15/1/07, αλλά ότι ο αναιρεσίβλητος ήταν ο εργολάβος του έργου που κατά τα παραπάνω εκτέλεσε, ενώ μέρος μόνον του έργου είχε εκτελεστεί στις 15/1/07, η δε προσωρινή παραλαβή του όλου έργου έγινε με το από 5/3/07 πρωτόκολλο προσωρινής παραλαβής σιδηρικών εργασιών και εργασιών κουφωμάτων.

Με τον έκτο λόγο της αιτήσεως αποδίδονται στην αναιρεσιβαλλομένη οι πλημμέλειες: α) από τον αρ. 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη της, για το σχηματισμό της κρίσης της περί του ότι τμήμα του έργου είχε αναλάβει και εκτελέσει με ξεχωριστή σύμβαση ο Ι. Φ. (και απόρριψης του δικού τους ισχυρισμού περί ενιαίας εργολαβίας), τα αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα που οι αναιρεσείοντες επικαλέστηκαν και προσκόμισαν (τελική επιμέτρηση του συνολικού έργου σιδηρικών - κουφωμάτων - ανοξείδωτων της επιβλέπουσας εταιρείας Κ. - Τ.

ΟΕ, από Οκτώβριο 2011 τεχνική έκθεση του πολιτικού μηχανικού Γ. Χ., το από 9/2/07 τεύχος απολογισμού έργου, το από 5/3/07 έγγραφο του εργαστηρίου Αρχιτεκτονικής Κ.-Τ. και την από 28/11/06 υπεύθυνη δήλωση Ε. Ψ.), β) από τον αρ. 19 του ως άνω άρθρου, με την αιτίαση ότι δεν περιλαμβάνει αιτιολογίες για την απόρριψη των ανωτέρω αποδεικτικών τους μέσων και γ) επικουρικώς από τον αρ. 20 του ίδιου άρθρου, με την αιτίαση ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο των εγγράφων αυτών.

Ο προκείμενος λόγος, κατά την πρώτη του αιτίαση, είναι αβάσιμος. Τούτο, διότι όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο περιεχόμενο σ’ αυτήν αποδεικτικό πόρισμα, περί της ουσιαστικής βασιμότητας της ένδικης αγωγής του αναιρεσιβλήτου, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε, μαζί με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, "και όλα τα έγγραφα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι (συμπεριλαμβανομένων των τεχνικών εκθέσεων και εκθέσεως ιδιωτικής πραγματογνωμοσύνης), μερικά από τα οποία μνημονεύονται παρακάτω, χωρίς να παραλειφθεί κανένα για την ουσιαστική εκτίμηση της διαφοράς".

Από τη γενική αυτή βεβαίωση σε συνδυασμό με το όλο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης, καθίσταται αναμφίβολα βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε και τα αναφερόμενα στο αναιρετήριο έγγραφα τα οποία κατά τους ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων φέρονται αγνοηθέντα. Κατά τη δεύτερη αιτίασή του είναι αβάσιμος, διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθόσον το Εφετείο δεν "απέρριψε" τα επικληθέντα και προσκομισθέντα από τους αναιρεσείοντες αποδεικτικά μέσα, αλλά τα συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα.

Κατά δε την τρίτη αιτίασή του είναι αβάσιμος, διότι δεν προσκομίζονται από τους αναιρεσείοντες τα φερόμενα ως παραμορφωθέντα έγγραφα, ώστε να διαπιστωθεί η επικαλούμενη αναιρετική πλημμέλεια.

Με τον έβδομο λόγο της αιτήσεως αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη η πλημμέλεια από τον αρ. 17 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι διαλαμβάνει αντιφατικές διατάξεις, καθόσον ενώ στο σκεπτικό της έκρινε αόριστη την ένσταση συμψηφισμού που είχαν προβάλει πρωτοδίκως οι αναιρεσείοντες, στο διατακτικό της απέρριψε την έφεση τους, ως ουσιαστικά αβάσιμη. Ο λόγος αυτός είναι, προεχόντως, απαράδεκτος, διότι ο προβαλλόμενος λόγος ιδρύεται σε περίπτωση αντιφατικών διατάξεων του διατακτικού της απόφασης και όχι σε περίπτωση αντιφάσεως μεταξύ αιτιολογικού και διατακτικού.

Με τον πρώτο πρόσθετο λόγο, αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη η πλημμέλεια από τον αρ. 11γ’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη της, για το σχηματισμό της κρίσης της, αναφορικά με τον ισχυρισμό των αναιρεσειόντων, περί ελλείψεως ενεργητικής νομιμοποίησης του αναιρεσιβλήτου, τα αναφερόμενα έγγραφα.

Επίσης, με τον έκτο πρόσθετο λόγο, αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη η ίδια ως άνω αναιρετική πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη της, κατά το σχηματισμό της κρίσης της για την απόρριψη της ενστάσεως τους περί μερικής εξοφλήσεως, τα αναφερόμενα έγγραφα (αποδείξεις είσπραξης χρημάτων, αντίγραφα τραπεζικών επιταγών).

Αμφότεροι οι ως άνω λόγοι είναι αβάσιμοι, διότι όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε, μαζί με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, "και όλα τα έγγραφα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι (συμπεριλαμβανομένων των τεχνικών εκθέσεων και εκθέσεως ιδιωτικής πραγματογνωμοσύνης), μερικά από τα οποία μνημονεύονται παρακάτω, χωρίς να παραλειφθεί κανένα για την ουσιαστική εκτίμηση της διαφοράς".

Από τη γενική αυτή βεβαίωση σε συνδυασμό με το όλο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης, καθίσταται αναμφίβολα βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε και τα αναφερόμενα στον πρόσθετο αυτό λόγο έγγραφα τα οποία κατά τους ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων φέρονται αγνοηθέντα.

Με τον δεύτερο πρόσθετο λόγο, υπό την επίκληση της πλημμέλειας από τον αρ. 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη η αιτίαση ότι έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει και συγκεκριμένα τα αναφερόμενα σ’ αυτήν τιμολόγια και δελτία αποστολής, τα οποία με μόνη την έκδοση τους ουδέν αποδεικνύουν και τα οποία, ναι μεν φέρουν την υπογραφή του εκπροσώπου της επιβλέπουσας εταιρείας με την ένδειξη "για την παραλαβή", πλην όμως το δικαστήριο δέχτηκε ότι η εν λόγω υπογραφή σχετίζεται με την ανεπιφύλακτη παραλαβή του έργου, παραβιάζοντας το περιεχόμενο των εγγράφων αυτών, ως φορολογικών παραστατικών. Ο λόγος αυτός, όπως προβάλλεται, είναι αλυσιτελής και στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση. Τούτο, διότι το δικαστήριο δεν στήριξε στα επίμαχα έγγραφα αποδεικτικό πόρισμα περί ανεπιφύλακτης παραλαβής του έργου, αλλά επιχείρημα, μεταξύ άλλων, ενισχυτικό της κατάθεσης του μάρτυρα Ε. Ν., συναπτόμενο με την απόρριψη του ισχυρισμού των αναιρεσιβλήτων ότι είχαν συναλλαγή αποκλειστικά και μόνον με τον Ε. Ψ., δεχόμενο δηλαδή ότι δεν υπήρξε οποιαδήποτε διαμαρτυρία ή επιφύλαξη, για το πρόσωπο του αναιρεσιβλήτου, ως εκδότη των εγγράφων αυτών.

Η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει, κατά τη σαφή έννοια του άρθρου 559 παρ.1 εδάφ. β’ ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης μόνο αν αυτά χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένως από το δικαστήριο κατά την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ’ αυτούς των πραγματικών περιστατικών που αποδείχθηκαν.

Με τον τρίτο πρόσθετο λόγο αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη η πλημμέλεια από τον αρ. 1 εδ. β’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας, καθόσον δεν είναι δυνατόν να παραδίδονται υλικά με δελτία αποστολής μετά την παραλαβή του έργου. Ο λόγος είναι απαράδεκτος, διότι το επικαλούμενο δίδαγμα της κοινής πείρας δεν αφορά την ερμηνεία κανόνα δικαίου αλλά αναφέρεται στην εκτίμηση των αποδείξεων.

Με τον τέταρτο πρόσθετο λόγο αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη η πλημμέλεια από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι περιέχει ασαφείς αιτιολογίες, αναφορικά με το αν ο αναιρεσίβλητος είχε αναλάβει και την τοποθέτηση των αλουμινοκατασκευών, καθόσον σ’ αυτήν αναφέρεται ότι το έργο της τοποθέτησης είχε ανατεθεί από την πρώτη αναιρεσείουσα και στον Ε. Ψ.. Ο λόγος αυτός, στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, είναι αβάσιμος, διότι στην αναιρεσιβαλλομένη με σαφήνεια εκτίθεται ότι το επίδικο έργο (προμήθεια, κατασκευή και τοποθέτηση μεταλλικών κατασκευών και κατασκευών από αλουμίνιο) ανατέθηκε στον αναιρεσίβλητο και τον Ι. Φ. (κατά τις αναφερόμενες στην απόφαση διακρίσεις ως προς το έργο που εκτέλεσε καθένας), ενώ ο Ε. Ψ., συνεργαζόταν με τον πατέρα του Ε. Ψ. και στο επίδικο έργο ήταν τεχνίτης - τοποθετητής των σιδηροκατασκευών και αλουμινίων.

Με τον πέμπτο πρόσθετο λόγο οι αναιρεσείοντες μέμφονται την αναιρεσιβαλλομένη ότι υπέπεσε στις πλημμέλειες από τους αρ. 1, αληθώς δε από τον αρ. 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με το να απορρίψει την ένστασή τους περί συμψηφισμού, ως αόριστη. Όμως, ο εν λόγω ισχυρισμός, όπως προβλήθηκε ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και επαναφέρθηκε στο Εφετείο, με λόγο εφέσεως, ήταν απαράδεκτος, λόγω (ποσοτικής) αοριστίας.

Τούτο, διότι οι αναιρεσείοντες πρότειναν προς συμψηφισμό απαίτησή τους αποζημίωσης για μη εκτέλεση της σύμβασης, εξαιτίας ελλείψεων (κακοτεχνιών) του παραδοθέντος έργου, στο οποίο κατά τους ισχυρισμούς τους περιλαμβάνεται και τμήμα που τιμολογήθηκε από τον εργολάβο Ι. Φ., χωρίς να προσδιορίζουν ποιες από τις επικαλούμενες κακοτεχνίες αφορούν το τιμολογηθέν από τον τελευταίο έργο. Επιπλέον, η σχετική ένσταση τους ήταν απαράδεκτη, καθόσον επικαλέστηκαν και πρότειναν προς συμψηφισμό κατά των απαιτήσεων του αναιρεσιβλήτου απαίτηση αποζημιώσεως τους, σύμφωνα με το άρθρο 690 AK, όχι κατά του αναιρεσιβλήτου, αλλά κατά του Ε. Ψ., ως εργολάβου του επίδικου έργου, για την εκ μέρους του τελευταίου μη εκτέλεση της σύμβασης από υπαιτιότητα του.

Συνεπώς, το Εφετείο, με το να απορρίψει το σχετικό λόγο εφέσεως, κρίνοντας ομοίως με το πρωτοδικείο, αόριστη την επίμαχη ένσταση των αναιρεσειόντων δεν υπέπεσε στις αποδιδόμενες πλημμέλειες, ο δε προκείμενος πρόσθετος λόγος είναι αβάσιμος.

Κατόπιν τούτων, η ένδικη αίτηση πρέπει ν’ απορριφθεί και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, σε βάρος των αναιρεσειόντων, λόγω της ήττας τους (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναιρέσεως, παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 11 Ιανουαρίου 2014 αίτηση των 1) ετερόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "Ζ. Τ. ΕΕ" και 2) Ζ. Τ. και τους από 2 Ιανουαρίου 2015 πρόσθετους λόγους αυτής, για αναίρεση της 5559/2013 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Επιβάλλει στους αναιρεσείοντες τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρω.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναιρέσεως, παραβόλου.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 31 Μαρτίου 2015.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 5 Μαΐου 2015.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ