Legislator Case Law & Legislation
559/2014 AI generated

Supreme Court allows appeal against final compensation determination in expropriation proceedings, remanding case for retrial.

Case Number 559/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the appeal against final court decisions regarding expropriation compensation, remanding the case for retrial before a different panel. The government argued that the appeal was inadmissible because the underlying proceedings had concluded, while the claimants contended the appeal raised procedural defects. The court ruled that since the appeal concerns procedural admissibility rather than substantive law, the proceedings remain open, necessitating a new trial to resolve the dispute.

Legislator headnote

AI generated

Articles 553 § 1 and 559 § 14 of the Code of Civil Procedure; An appeal against a final decision in expropriation compensation proceedings is admissible if it challenges procedural admissibility, thereby keeping the case open for retrial rather than concluding the litigation.

Keywords

AI generated
expropriation compensation appeal admissibility procedural defect final decision retrial remand Code of Civil Procedure procedural law

Cited Legislation

AI generated
Article 553 § 1 of the Code of Civil Procedure
Article 559 § 14 of the Code of Civil Procedure
Article 580 § 3 of the Code of Civil Procedure
Article 106 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 281 of the Civil Code
Article 21 § 3 of Law 2882/2001

Cited Case Law

AI generated
Case 1150/2002
Case 1662/2006
Case 996/2008

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 559 / 2014 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 559/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Ιωάννα Πετροπούλου, Γεώργιο Σακκά και Παναγιώτη Χατζηπαναγιώτη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Οκτωβρίου 2013 με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο Πάρεδρο του ΝΣΚ Γεώργιο Καρακώστα και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Γ. Π. Π. του Μ. κατοίκου ... και 2. Ν. Π. ή Π. του Μ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Απόστολου Αποστολίδη και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την έκδοση της 2166/2003 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που καθόριζε την προσωρινή τιμή μονάδος αποζημίωσης για ολόκληρη την απαλλοτριωθείσα έκταση. Την ανωτέρω απόφαση προσέβαλε με αίτησή του το ήδη αναιρεσείον και εκδόθηκε η 5334/2003 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και η αρχικώς διάδικος με την από 14-6-2005 αίτησή της, επί της οποίας εκδόθηκε η 5281/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Κατόπιν όλων των ανωτέρω, οι ήδη αναιρεσίβλητοι κατέθεσαν την από 23-1-2007 (ΒΑΒ 521/17-7-2007) αίτηση τους, και το ήδη αναιρεσείον την από 28-2-2011 ανταίτηση του στο Εφετείο Αθηνών. Αφού συνεκδικάσθηκαν η αίτηση και η ανταίτηση, εκδόθηκε η απόφαση 5379/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου. Την αναίρεση των 5281/2008 και 5379/2011 αποφάσεων ζητεί το αναιρεσείον με την από 24-7-2012 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Χατζηπαναγιώτης, ανέγνωσε την από 4-2-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την αποδοχή του μοναδικού λόγου της από 24-7-2012 αιτήσεως για αναίρεση των υπ' αριθ. 5281/2008 και 5379/2011 αποφάσεων του Εφετείου Αθηνών. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι.- Από τη διάταξη του άρθρου 553 § 1 ΚΠολΔ σαφώς προκύπτει, ότι με το ένδικο μέσο της αναίρεσης προσβάλλονται οι μη υποκείμενες σε ανακοπή ερημοδικίας και έφεση οριστικές αποφάσεις που περατώνουν όλη τη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή για την ανταγωγή, αν δε η απόφαση είναι κατά ένα μέρος οριστική δεν επιτρέπεται αναίρεση ούτε κατά των οριστικών διατάξεων αυτής πριν να εκδοθεί οριστική απόφαση στη δίκη.

Εν μέρει οριστική κατά την έννοια της παραπάνω διάταξης είναι και η απόφαση του Εφετείου στη διαδικασία καθορισμού οριστικής αποζημίωσης απαλλοτριωθέντος ακινήτου (άρθρο 20 επ. Ν. 2882/2001) όταν, επί πλειόνων αιτημάτων της σχετικής αίτησης, για ορισμένα εξ αυτών αποφαίνεται οριστικά, ενώ για άλλα κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της αίτησης για κάποιο λόγο (ΑΠ 1150/2006).- Στην προκειμένη περίπτωση, από την κατ'άρθρο 561 § 2 Κ.Πολ.Δ.

παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτουν τα ακόλουθα : Με την από 23.6.2007 και με αριθμό Β.Α.Β. 821/17.7.2007 αίτησή τους ενώπιον του Εφετείου Αθηνών οι ήδη αναιρεσίβλητοι α) Γ. Π. ή Π. του Μ. και β) Ν. Π. ή Π. του Μ., επικαλούμενοι, κατά το ενδιαφέρον στην προκειμένη περίπτωση μέρος της, ότι με την υπ' αριθμ. 1007248/0010/1.2.2002 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Εθνικής Οικονομίας, Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων και Πολιτισμού κηρύχθηκε αναγκαστικά απαλλοτριωτέα για λόγους δημόσιας ωφέλειας και ειδικότερα για τη διάνοιξη της Λεωφόρου Σταυρού - Ραφήνας από χ.θ. 1 + 150 έως 2 + 300, εδαφική έκταση εμβαδού 106.748,96 τ.μ., ότι στην έκταση αυτή περιλαμβανόταν και η με αριθμό κτηματολογικού πίνακα … ιδιοκτησία τους, για την απαλλοτρίωση της οποίας καθορίσθηκε προσωρινή και οριστική τιμή μονάδος με τις υπ' αριθμ. 2166/2002 και 5334/2003 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και του Εφετείου Αθηνών, αντίστοιχα, ότι στα επικείμενα της προαναφερόμενης απαλλοτριωθείσας ιδιοκτησίας τους υπήρχε αμπελοφυτεία, η οποία δεν είχε περιληφθεί στα κτηματολογικά στοιχεία ως συστατικό της ιδιοκτησίας τους και δεν είχε καθορισθεί γι' αυτήν τιμή μονάδας αποζημίωσης και ότι το απομένον εκτός απαλλοτρίωσης τμήμα της ανωτέρω ιδιοκτησίας τους, επικείμενα του οποίου ήσαν, πέραν της αμπελοφυτείας, συρματόπλεγμα και σιδερένια πόρτα, δεν μπορούσε πλέον να χρησιμοποιηθεί, ζήτησαν τον απευθείας καθορισμό α) οριστικής αποζημίωσης της επικείμενης του απαλλοτριωθέντος τμήματος της ιδιοκτησίας τους αμπελοφυτείας και β) ιδιαίτερης αποζημίωσης για το τμήμα της ιδιοκτησίας τους που απέμεινε εκτός απαλλοτρίωσης και για τα επικείμενα αυτού, ήτοι ως άνω αμπελοφυτεία, συρματόπλεγμα και σιδερένια πόρτα.

Επί της αίτησης αυτής εκδόθηκε αρχικά από το Εφετείο Αθηνών η υπ' αριθμ. 5281/2008 πρώτη των αναιρεσιβαλλομένων αποφάσεων με την οποία α) καθορίσθηκε οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης για την επικείμενη της απαλλοτριωθείσας ιδιοκτησίας τους αμπελοφυτεία και β) κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση όσον αφορά το αίτημα καθορισμού ιδιαίτερης αποζημίωσης του τμήματος της ιδιοκτησίας τους που παρέμεινε εκτός απαλλοτρίωσης και των επικειμένων αυτού.

Στη συνέχεια, με την από 15.6.2010 κλήση των ήδη αναιρεσιβλήτων, επαναφέρθηκε προς συζήτηση η προαναφερόμενη αίτηση ως προς το αίτημα καθορισμού ιδιαίτερης αποζημίωσης και εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 5379/2011 δεύτερη των αναιρεσιβαλλομένων αποφάσεων, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή αυτή (αίτηση) και κατά το αίτημα τούτο.

Με την έκδοση λοιπόν της δεύτερης των πληττομένων αποφάσεων εκδόθηκε οριστική απόφαση επί της όλης δίκης και κατά συνέπεια παραδεκτώς πλήττονται με την ένδικη αίτηση αναίρεσης τόσο η εν μέρει οριστική πρώτη των αποφάσεων τούτων, ως προς την οριστική διάταξή της, όσο και η οριστική δεύτερη εξ αυτών, η έκδοση της οποίας σηματοδότησε και το παραδεκτό της προσβολής της πρώτης.-

ΙΙ.- Κατά την διάταξη του άρθρου 13 § 4 του Ν.2882/2001 (Κ.Α.Α.Α.), εάν απαλλοτριωθεί τμήμα ακινήτου, με αποτέλεσμα η αξία του τμήματος που απομένει στον ιδιοκτήτη να μειωθεί ή το τμήμα αυτό να γίνει άχρηστο για την χρήση που προορίζεται, με την απόφαση προσδιορισμού της αποζημίωσης για το τμήμα που απαλλοτριώθηκε, προσδιορίζεται και ιδιαίτερη αποζημίωση για το τμήμα που απομένει στον ιδιοκτήτη, η οποία καταβάλλεται μαζί με την αποζημίωση για το απαλλοτριούμενο.

Ως απομένον δε τμήμα, για την τυχόν μείωση της αξίας του οποίου προσδιορίζεται και παρέχεται η πιο πάνω ιδιαίτερη αποζημίωση, νοείται όχι μόνον η εναπομένουσα εδαφική έκταση, αλλά και τα τυχόν συστατικά του ακινήτου σ' αυτή. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 9 § 4 εδ. β' του ίδιου νόμου, όποιος δεν κλητεύθηκε ούτε έλαβε μέρος στη δίκη για τον καθορισμό της αποζημίωσης δικαιούται να ασκήσει με αίτηση την αξίωσή του για καθορισμό μεγαλύτερης οριστικής αποζημίωσης, κατά το άρθρο 21 του παρόντος νόμου, μέσα σε πέντε έτη από τη συντέλεση της απαλλοτρίωσης και, σε περίπτωση που αποδεδειγμένα έχει λάβει γνώση, μέσα σε έξι μήνες από τότε που αυτός έλαβε γνώση.

Από την πιο πάνω διάταξη του άρθρου 9 § 4 εδ. β' του ΚΑΑΑ προκύπτει ότι η θεσπισθείσα βραχυχρόνια προθεσμία του εξαμήνου, με αφετηρία αναγκαίως τη γνώση του ενδιαφερομένου, επιβλήθηκε από λόγους δημοσίου συμφέροντος, που επιβάλλει την άρση της αβεβαιότητας και την εντός ευλόγου χρόνου εκκαθάριση των δημιουργούμενων από την αναγκαστική απαλλοτρίωση σχέσεων.

Η γνώση δε αναφέρεται στον καθορισμό της αποζημίωσης και όχι στη συντέλεση της απαλλοτρίωσης, αφού η τελευταία θεωρείται ότι έχει γίνει με τη δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης της γνωστοποίησης της κατάθεσης της αποζημίωσης (Ολ.ΑΠ 17/2006, ΑΠ 812/2009, ΑΠ 517/2005), ενώ στην έννοια του "καθορισμού της αποζημίωσης" του άρθρου 9 § 4 εδ.

β' και του άρθρου 21 του ΚΑΑΑ και επομένως στην προθεσμία, η οποία προβλέπεται από την πρώτη τούτων για την άσκηση της σχετικής αξίωσης, περιλαμβάνεται τόσο η αποζημίωση για την απαλλοτριωθείσα έκταση και τα επικείμενα αυτής, όσο και η ιδιαίτερη αποζημίωση για το απομένον τμήμα, κατά την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 13 § 4 του ΚΑΑΑ (ΑΠ 812/2009).

Τέλος, η διάταξη του προαναφερόμενου άρθρου 9 § 4 εδ. β' του ΚΑΑΑ, με την οποία καθορίζεται η προθεσμία άσκησης του δικονομικού δικαιώματος καθορισμού μεγαλύτερης οριστικής αποζημίωσης, θεμελιώνει, σε περίπτωση παραβίασής της από το δικαστήριο της ουσίας, τον από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 14 Κ.Πολ.Δ.

λόγο αναίρεσης. Το ζήτημα δε της παρέλευσης ή όχι της ως άνω προθεσμίας ανάγεται στη δημόσια τάξη και γι' αυτό στηρίζει αναιρετικό λόγο, ακόμη και αν ο σχετικός πραγματικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας, κατά το άρθρο 562 § 2 περ. γ' Κ.Πολ.Δ.

Συνεπώς, για το παραδεκτό του λόγου αυτού της αναίρεσης δεν απαιτείται η επίκληση ότι προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας το απαράδεκτο της ανωτέρω αίτησης, λόγω παρέλευσης της προθεσμίας άσκησής της, η οποία καθορίζεται με την προαναφερόμενη διάταξη.- Στην προκειμένη περίπτωση με την μνημονευόμενη στην υπ' αριθμ.

ένα λατινικό (Ι) σκέψη της παρούσας αίτησή τους (από 23.6.2007 και με αριθμό Β.Α.Β. 821/17.7.2007) οι ήδη αναιρεσίβλητοι εκθέτουν, εκτός άλλων, ότι μεταξύ των ιδιοκτησιών που απαλλοτριώθηκαν με την αναφερόμενη σ' αυτή κοινή υπουργική απόφαση, περιλαμβανόταν και η με αριθμό κτηματολογικού πίνακα 54 ιδιοκτησία, η οποία φερόταν ότι ανήκε στην "Ε.

Μ. του Β., κάτοικος ...", πλην όμως, στην πραγματικότητα, ανήκε στη μητέρα τους Χ. χήρα Μ. Π. ή Π., κάτοικο ..., και γι' αυτό, με την υπ' αριθμ. πρωτ. Δ12/30263/15.1.2004 απόφαση της Γ.Γ. Δημοσίων Έργων του ΥΠΕΧΩΔΕ, διορθώθηκε ο σχετικός κτηματολογικός πίνακας ως προς τα στοιχεία του εικαζόμενου ιδιοκτήτη. Ότι κατόπιν σχετικών αιτήσεων του ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου καθορίσθηκαν διαδοχικά, με τις υπ' αριθμ. 2166/2002 και 5334/2003 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου και του Εφετείου Αθηνών, αντίστοιχα, προσωρινή και οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης για ολόκληρη την απαλλοτριωθείσα έκταση και τα συστατικά της και, συνεπώς, και για την άνω υπ' αριθμ.

ΚΠ 54 ιδιοκτησία και τα συστατικά της, που αναφέρονταν στα κτηματολογικά στοιχεία. Ότι η προαναφερόμενη μητέρα τους, με την από 6.2.2004 αίτησή της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ζήτησε να αναγνωριστεί δικαιούχος της κατά τα άνω αποζημίωσης, πράγμα το οποίο και έγινε με την υπ' αριθμ. 1594/2005 απόφαση του εν λόγω δικαστηρίου.

Ότι, περαιτέρω, η μητέρα τους, η οποία ούτε είχε κληθεί ούτε είχε λάβει μέρος στις δίκες για τον προσωρινό και οριστικό καθορισμό της αποζημίωσης, με την από 14.6.2005 και με αριθμό κατάθεσης δικογράφου 1121/2005 αίτησή της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ζήτησε τον καθορισμό τιμής μονάδας για το επικείμενο της απαλλοτριωθείσας έκτασης αμπέλι και τον καθορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης για το απομένον εκτός απαλλοτρίωσης τμήμα της ιδιοκτησίας της και τα επικείμενα αυτού.

Όμως, πριν από τη συζήτηση αυτής, που είχε προσδιορισθεί μετ' αναβολή για τις 3.11.2006, και ειδικότερα στις 26.7.2006, η μητέρα τους απεβίωσε και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από αυτούς κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου και ότι έτσι αυτοί κληρονόμησαν την ασκηθείσα με την παραπάνω, από 14.6.2005, αίτηση της μητέρας τους απαίτησή της και υπεισήλθαν στα εξ αυτής δικαιώματα και υποχρεώσεις της.

Στη συνέχεια δε, με δήλωσή τους που περιέχεται στο δικόγραφο της παραπάνω αίτησής τους, παραιτήθηκαν από το δικόγραφο της προαναφερόμενης αίτησης της μητέρας τους και επανέλαβαν με αυτήν (αίτησή τους) ενώπιον του Εφετείου Αθηνών τα ίδια αιτήματα με την δικαιοπάροχό τους. Εξάλλου, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ότι το ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, λαμβάνοντας υπόψη το περιεχόμενο της πιο πάνω αίτησης των ήδη αναιρεσιβλήτων, και ειδικότερα την σε αυτή αναφορά ότι η μητέρα τους είχε υποβάλει στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών την από 6.2.2004 αίτησή της, περί αναγνώρισής της ως δικαιούχου της καθορισθείσας με τις πιο πάνω αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου και του Εφετείου Αθηνών προσωρινής και οριστικής αποζημίωσης για την απαλλοτρίωση της ΚΠ 54 ιδιοκτησίας της, πρόβαλε, με τις από 7.2.2008 προτάσεις του ενώπιον του Εφετείου Αθηνών, τον ισχυρισμό του απαραδέκτου της ανωτέρω αίτησης, λόγω παρέλευσης της καθοριζόμενης από την μνημονευθείσα διάταξη του άρθρου 9 § 4 εδ.

β'του ΚΑΑΑ εξάμηνης προθεσμίας για την άσκησή της από τότε που αυτή (μητέρα των αναιρεσιβλήτων) είχε λάβει γνώση του καθορισμού της αποζημίωσης. Επί της αίτησης αυτής των ήδη αναιρεσιβλήτων εκδόθηκε αρχικά από το Εφετείο Αθηνών η πρώτη των αναιρεσιβαλλομένων αποφάσεων, υπ' αριθμ 5281/2008, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η αίτηση κατά το αίτημά της περί καθορισμού οριστικής τιμής μονάδας της αμπελοφυτείας που ήταν επικείμενο της απαλλοτριωθείσας ιδιοκτησίας, ενώ, παράλληλα, κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση αυτής ως προς το αίτημα απευθείας καθορισμού ιδιαίτερης αποζημίωσης για το απομείναν εκτός απαλλοτρίωσης τμήμα της ιδιοκτησίας της και τα επικείμενά του, διότι οι αιτούντες - αναιρεσίβλητοι δεν προσκόμισαν, ούτε και επικαλέσθηκαν, την προβλεπόμενη από το άρθρο 15 § 3 του ΚΑΑΑ έκθεση για την κατάσταση του απαλλοτριωμένου και των συστατικών του, αλλά ούτε και την προβλεπόμενη από την § 4 του άρθρου τούτου βεβαίωση περί μη σύνταξης της έκθεσης αυτής.

Το Εφετείο δε απέρριψε ρητώς τον παραπάνω περί απαραδέκτου της επίμαχης αίτησης ισχυρισμό του Ελληνικού Δημοσίου, με την αιτιολογία ότι η αίτηση "...είναι παραδεκτή ως προς το αίτημά της περί καθορισμού απευθείας οριστικής τιμής μονάδας αποζημιώσεως για το παραλειφθέν από τον κτηματολογικό πίνακα συστατικό του απαλλοτριωθέντος τμήματος της ιδιοκτησίας (αμπελοφυτεία), καθόσον, κατά τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, το δικαστήριο έχει την ευχέρεια να προχωρήσει στον καθορισμό τιμής για τα παραλειφθέντα συστατικά και πριν από τη συμπλήρωση του κτηματολογικού πίνακα και η ασκούμενη με αυτό (σημείωση :

προφανώς εννοεί "αυτή" δηλαδή την αίτηση) αξίωση δεν υπόκειται στην προβλεπόμενη από το άρθρο 9 § 4 εδ. β' του Ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ) παραγραφή, καθόσον ζητείται ο απευθείας καθορισμός οριστικής τιμής μονάδας αποζημιώσεως για συστατικό που δεν περιλαμβάνεται στον κτηματολογικό πίνακα και δεν έχει καθορισθεί τιμή και όχι η εκ του άρθρου 9 § 4 εδ.

β' ΚΑΑΑ αξίωση για καθορισμό μεγαλύτερης οριστικής αποζημιώσεως από αυτόν, που δεν κλητεύθηκε, ούτε έλαβε μέρος στη δίκη για τον καθορισμό της. Οι αντίθετοι, επομένως, ισχυρισμοί του καθού είναι απορριπτέοι". Λαμβανομένου όμως υπόψη ότι στην αίτηση των αναιρεσιβλήτων ρητώς αναφερόταν ότι η μητέρα τους είχε υποβάλει την από 6.2.2004 αίτησή της για να αναγνωρισθεί δικαιούχος της αποζημίωσης που είχε καθορισθεί με τις προαναφερόμενες υπ' αριθμ. 2166/2002 και 5334/2003 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου και του Εφετείου Αθηνών, αντίστοιχα, αποδεδειγμένα είχε λάβει γνώση αυτή, τουλάχιστον από τον προαναφερόμενο χρόνο (6.2.2004), του καθορισμού της αποζημίωσης.

Έκτοτε δε και μέχρι την κατάθεση, στις 15.6.2005, της από 14.6.2005 αίτησής της, με την οποία ζητούσε αυτή όσα παραπάνω αναφέρονται, παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των έξι (6) μηνών και κατά συνέπεια η δι' αυτής (αίτησης) προβαλλόμενη αξίωσή της είχε υποκύψει στην πάροδο της βραχυχρόνιας προθεσμίας του άρθρου 9 § 4 εδ.

β' του ΚΑΑΑ. Εφόσον λοιπόν κατά τον χρόνο θανάτου της, η μητέρα των μετέπειτα αιτούντων τέκνων της είχε απωλέσει το δικαίωμά της για καθορισμό της αιτούμενης αποζημίωσης, ουδέν δικαίωμα αυτής κληρονόμησαν οι αναιρεσίβλητοι και η από αυτούς ασκηθείσα επίμαχη αίτηση έπρεπε να απορριφθεί ως απαράδεκτη στο σύνολό της.

Το Εφετείο, συνεπώς, το οποίο α) με την κατά τα άνω υπ' αριθμ. 5281/2008 πρώτη των πληττομένων αποφάσεών του απέρριψε τον περί απαραδέκτου της εν λόγω αίτησης ισχυρισμό του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου και έκανε εν μέρει δεκτό το αίτημα των ήδη αναιρεσιβλήτων για καθορισμό τιμής μονάδος των επικειμένων του απαλλοτριωθέντος τμήματος της ιδιοκτησίας τους και το οποίο β) στη συνέχεια, με την υπ' αριθμ. 5379/2011 δεύτερη των αναιρεσιβαλλομένων αποφάσεων έκανε εν μέρει δεκτό και το αίτημα για καθορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης του εκτός απαλλοτρίωσης παραμείναντος τμήματος της απαλλοτριωθείσας ιδιοκτησίας τους και των επικειμένων της, μολονότι από το τεθέν υπόψη του αποδεικτικό υλικό προέκυπτε ότι η ένδικη αξίωση είχε υποκύψει στην πάροδο της εξάμηνης προθεσμίας του άρθρου 9 § 4 εδάφ.

β' του ΚΑΑΑ, παρά τον νόμο δεν προέβη σε κήρυξη του απαραδέκτου. Γι' αυτό πρέπει, κατ' αποδοχή του μοναδικού συναφούς λόγου της αναίρεσης, που θεμελιώνεται στη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 14 του Κ.Πολ.Δ., να γίνει δεκτή αυτή ως βάσιμη και να αναιρεθούν οι πληττόμενες ως άνω αποφάσεις. Περαιτέρω, οι προβαλλόμενοι από τους αναιρεσίβλητους ισχυρισμοί α) περί μη νομίμου επαναφοράς, κατ' άρθρο 240 Κ.Πολ.Δ., στη δεύτερη συζήτηση ενώπιον του Εφετείου, μετά την οποία εκδόθηκε η ως άνω υπ' αριθμ. 5379/2011 δεύτερη των αναιρεσιβαλλομένων αποφάσεων, του προβληθέντος κατά την πρώτη συζήτηση ενώπιον του ως άνω δικαστηρίου της υπό δίκην αίτησης των νυν αναιρεσιβλήτων ισχυρισμού του ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, περί του ότι η ένδικη αξίωση των αιτούντων ασκήθηκε μετά την πάροδο της προθεσμίας του άρθρου 9 § 4 εδάφ.

β' του ΚΑΑΑ (σελ. 57 - 58 των από 4.10.2013 προτάσεών τους), β) περί καταχρηστικής άσκησης, υπό την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ, του αναιρετικού εν προκειμένω δικαιώματος του Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο στηρίζεται στη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 14 Κ.Πολ.Δ. (σελ. 59 - 61 ως άνω προτάσεων) και γ) περί του ότι η προθεσμία για έγερση της αίτησης, η οποία άρχισε στις 6.2.2004, διακόπηκε με τις μνημονευόμενες στις ίδιες πιο πάνω προτάσεις τους πράξεις της δικαιοπαρόχου αυτών μητέρας τους (σελ. 119 - 122 προτάσεων) και, συνεπώς, δεν είχε συμπληρωθεί αυτή κατά τον χρόνο υποβολής της ως άνω από 14.6.2005 (αριθμ.

κατ. 1121/15.6.2005) αίτησης της μητέρας τους, είναι απορριπτέοι. Ειδικότερα δε : α) ο πρώτος τούτων ως αλυσιτελώς προβαλλόμενος και τούτο διότι, η παρέλευση ή όχι της καθοριζόμενης από το άρθρο 9 § 4 εδάφ. β' ΚΑΑΑ προθεσμίας ερευνάται αυτεπάγγελτα από το δικαστήριο της ουσίας, υπό την προϋπόθεση βεβαίως ότι τα περί αυτήν προκύπτουν από το διαδικαστικό υλικό, και ως αναγόμενο το ζήτημα τούτο στη δημόσια τάξη δεν είναι ανάγκη να προταθεί και κατά συνέπεια δεν είναι ανάγκη να επαναφερθεί σε μεταγενέστερη συζήτηση, ούτε και να μνημονεύεται στο αναιρετήριο - ως στοιχείο του ορισμένου του τελευταίου τούτου - ότι προτάθηκε και τούτο για τον λόγο ότι η αίτηση για τον καθορισμό οριστικής τιμής μονάδος αποζημιώσεως χωρίς να έχει την έννοια και τη φύση ενδίκου μέσου, λειτουργεί εν τοις πράγμασι ως ένδικο μέσο.

Τούτο επιβεβαιώνεται από το ότι α) οδηγεί στην επανεξέταση της υποθέσεως από το εφετείο για τον διάδικο εκείνο που δεν αποδέχεται την προσδιορισθείσα από το μονομελές πρωτοδικείο προσωρινή τιμή μονάδος και τη βούλησή του αυτή εκδηλώνει με την εμπρόθεσμη, με την κατάθεση της εντός της οριζομένης προθεσμίας άσκησης της αιτήσεως στο αρμόδιο Εφετείο, β) αν η προθεσμία για την άσκηση της αίτησης παρήλθε άπρακτη η προσδιορισθείσα προσωρινή τιμή μονάδος καθίσταται οριστική (άρθρο 20 παρ. 4 εδ. 1 ν. 2882/2001, γ) η εμπρόθεσμη αίτηση για οριστικό προσδιορισμό της αποζημιώσεως, προς αύξηση ή μείωση, αφορά αποκλειστικά το συμφέρον του αιτούντος (άρθρο 20 παρ. 4 εδ. 2 ν.2882/2001) και δ) η δίκη που ανοίχθηκε με την αίτηση απευθείας προσδιορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημιώσεως καταργείται αν μέχρι την πρώτη συζήτηση αυτής κάθε άλλος ενδιαφερόμενος ζητήσει τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημιώσεως από το αρμόδιο δικαστήριο (άρθρο 21 παρ. 3 ν.2882/2001).

Η παραδοχή ότι η αίτηση προσδιορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημιώσεως λειτουργεί ως οιονεί ένδικο μέσο δικαιολογεί την εκτίμηση ότι η οριζόμενη προθεσμία προς άσκηση αυτής είναι δικονομικής φύσεως, η οποία επιτρεπτώς λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως, χωρίς να υπάρχει δέσμευση από το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, κατ' ανάλογη εφαρμογή των οριζομένων επί των προθεσμιών για την άσκηση των ενδίκων μέσων (ΚΠολΔ 532), παραδοχή η οποία συμπορεύεται και προς την αντίστοιχου περιεχομένου λειτουργία της, με έλεγχο της παραβιάσεώς της από τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, κατ' αντιδιαστολή προς εκείνο του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, στο πραγματικό του οποίου εμπίπτει η εσφαλμένη εφαρμογή των περί παραγραφής και αποσβεστικής προθεσμίας διατάξεων των κανόνων ουσιαστικού δικαίου.

β) ο δεύτερος εξ αυτών ως απαράδεκτος, και τούτο διότι η απαγόρευση άσκησης δικαιώματος, με τους διαλαμβανόμενους στη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ όρους, είναι παραδεκτή, όταν πρόκειται για δικαιώματα που απορρέουν από διατάξεις ουσιαστικού δικαίου και όχι από διατάξεις δικονομικού δικαίου, όπως συμβαίνει με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, η οποία στηρίζεται στη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 14 Κ.Πολ.Δ. (ΑΠ 1662/2006) και γ) ο τρίτος, ομοίως ως απαράδεκτος, και τούτο διότι στην αναιρετική διαδικασία είναι απαράδεκτη η προβολή ενστάσεων και αντενστάσεων, χαρακτήρα (αντένσταση) που φέρει ο ισχυρισμός των αναιρεσιβλήτων περί διακοπής της παραγραφής, για τον λόγο ότι η προβολή τους προϋποθέτει την εκκρεμοδικία της αγωγής ή της αίτησης, η οποία περατώνεται με την έκδοση οριστικής απόφασης.

Η άσκηση δε της αίτησης αναίρεσης, καθώς και η επ' αυτής δίκη δεν αναβιώνει την εκκρεμοδικία, αφού με το ένδικο αυτό μέσο δεν ανοίγεται νέος βαθμός δικαιοδοσίας, ούτε κρίνεται η ουσία της διαφοράς, αλλά ερευνάται το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αναίρεσης (ΑΠ 996/2008).-

ΙΙΙ.- Κατόπιν λοιπόν πάντων των προαναφερομένων πρέπει α) να αναιρεθούν οι προσβαλλόμενες με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης αποφάσεις, β) να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, η σύνθεση του οποίου είναι δυνατή από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρ. 580 § 3 Κ.Πολ.Δ.) και γ) να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του μη έχοντος καταθέσει προτάσεις αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου (άρθρ. 106, 176, 183 Κ.Πολ.Δ.), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί τις υπ' αριθμ. 5281/2008 και 5397/2011 αποφάσεις του Εφετείου Αθηνών, οι οποίες εκδόθηκαν κατά την ειδική διαδικασία των απαλλοτριώσεων.-

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.-

Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ.-

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 27 Νοεμβρίου 2013.

Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 7 Μαρτίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ