Supreme Court dismisses appeals against a lower court's rejection of a construction permit claim due to boundary violations.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed appeals filed by a dissolved company and its creditors against a final judgment rejecting their construction permit claim. The appellants argued that the lower court erred in finding the construction violated building lines, causing them financial loss and preventing permit issuance. The court held that the lower court correctly applied the law to reject the claim based on the established facts and that the appellants lacked legal interest to challenge the reasoning.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1) and 19 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court dismisses appeals where the lower court's factual findings and legal application are correct, and the appellant lacks legal interest to challenge the reasoning or the final decision.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 559 / 2013 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 559/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 18 Φεβρουαρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Α. Της αναιρεσείουσας: Ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "Σ. Α. & ΥΙΟΙ Ο.Ε", η οποία διαλύθηκε και εν τοις πράγμασι ευρίσκεται σε στάδιο εκκαθαρίσεως, η οποία έχει την έδρα της στο ... και η οποία εκπροσωπείται νομίμως υπό των μόνων εκκαθαριστών αυτής, α) Σ. συζ. Μ. Α., β) Ε. θυγ. Μ. Α. και γ) Π. Α. του Μ., όλων κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Μιχαήλ Γιαμπουράνη.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Α. χας Γ. Φ., το γένος Ν. Κ., 2. Ά. - Σ. Φ. του Γ., κατοίκων ..., οι οποίοι παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παναγιώτη Πετρόπουλο, ο οποίος προηγουμένως ανακάλεσε την από 12 Φεβρουαρίου 2013 δήλωσή του για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔικ., 3. Κ. Φ. του Σ. και 4. Σ. Φ. του Κ., κατοίκων ..., οι οποίοι παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δικαίο Χασανάκο.
Β. Των αναιρεσειόντων: 1. Α. χας Γ. Φ., το γένος Ν. Κ., 2. Ά. - Σ. Φ. του Γ., κατοίκων ..., ως καθολικών διαδόχων του ήδη αποβιώσαντος αρχικού διαδίκου Γ. Φ. του Σ., οι οποίοι παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παναγιώτη Πετρόπουλο, ο οποίος προηγουμένως ανακάλεσε την από 12 Φεβρουαρίου 2013 δήλωσή του για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔικ., 3. Κ. Φ. του Σ. και 4. Σ. Φ. του Κ., κατοίκων ..., οι οποίοι παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δικαίο Χασανάκο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "Σ. Α. & ΥΙΟΙ Ο.Ε", η οποία διαλύθηκε και εν τοις πράγμασι ευρίσκεται σε στάδιο εκκαθαρίσεως, η οποία έχει την έδρα της στο ... και η οποία εκπροσωπείται νομίμως υπό των μόνων εκκαθαριστών αυτής, α)Σ. συζ. Μ. Α., β)Ε. θυγ. Μ. Α. και γ)Π. Α. του Μ., 2. Σ. συζ. Μ. Α. το γένος Ε. Τ., 3. Ε. θυγ. Μ. Α. και 4.Π. Α. του Μ., όλων κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Μιχαήλ Γιαμπουράνη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε α) με την από 6 Μαΐου 1997 αγωγή της ήδη με στοιχεία Α' αναιρεσείουσας και με στοιχεία Β' πρώτης των αναιρεσιβλήτων και β) με την από 15 Σεπτεμβρίου 1997 ομοία των ήδη με στοιχεία Α' αναιρεσιβλήτων και με στοιχεία Β' αναιρεσειόντων, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 9733/1998 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 4111/2000 του Εφετείου Αθηνών, η οποία εξαφάνισε την 9733/1998 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και ανάπεμψε την υπόθεση στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Η υπόθεση επανήλθε προς συζήτηση στο αυτό Δικαστήριο (Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών), από το οποίο εκδόθηκαν οι 1724/2002 προδικαστική, 7363/2007 οριστική αυτού απόφαση και στη συνέχεια η 3541/2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι ήδη με στοιχεία Α' και Β' αναιρεσείοντες με τις 27 Οκτωβρίου 2010 και 4 Δεκεμβρίου 2010 αιτήσεις των, ως και τον με ιδιαίτερο, από 5 Μαΐου 2011 δικόγραφο πρόσθετο αυτής λόγο της με στοιχεία Α' αναιρέσεως.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Νικόλαος Λεοντής, ανέγνωσε την από 6 Φεβρουαρίου 2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε τη συνεκδίκαση και απόρριψη των με στοιχ. Α.' 1092/27-10-2010, με τον με ιδιαίτερο, 102/5-5-2011, δικόγραφο πρόσθετο αυτής λόγο, και Β' 1216/2-12-2010 , αιτήσεων για αναίρεση της αυτής, 3571/30-6-2010, αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων διαδίκων ζήτησαν την παραδοχή των αιτήσεων και του προσθέτου λόγου, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στην δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Στο Δικαστήριο αυτό εκκρεμούν οι με στοιχ. Α 1092/27-10-2010, με τον με ιδιαίτερο, 102/5-5-2011, δικόγραφο πρόσθετο αυτής λόγο, και Β 1216/2-12-2010 αιτήσεις αναιρέσεως, με τις οποίες προσβάλλεται η αυτή, 3571/30-6-2010, απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Προφανές είναι ότι οι εν λόγω και με στοιχ. Α και Β χαρακτηριζόμενες αιτήσεις αναιρέσεως πρέπει να συνεκδικασθούν (ΚΠολΔ 573 παρ.2, 246) και ερευνηθεί στη συνέχεια το τυπικά παραδεκτό και η βασιμότητα των διατυπουμένων δι' αυτών λόγων με βάση τις νομικές και ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης δι'αυτών αποφάσεως, κατάληξη τα ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων.
Ειδικότερα, με την (ι) 4604/19-5-2007 αγωγή, με ενάγουσα την λυθείσα και τελούσα σε εκκαθάριση ομόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία "Σ.Α. ΚΑΙ ΥΙΟΙ Ο.Ε." και εναγομένους τους (α) Γ. Φ., (β) Κ. Φ. και (γ) Σ. Φ. και την (ιι) 1126/4-12-1997 αγωγή, με ενάγοντες τους (α) Γ. Φ., (β) Κ. Φ. και (γ) Σ. Φ. και εναγομένους τους (α1) Σ. σύζυγο Μ. Α., (β1) Ε. θυγ.
Μ. Α. και (γ1) Π. Α. εφέροντο προς διάγνωση αξιώσεις αποζημιώσεως και χρηματικής ικανοποιήσεως, απορρέουσες από τη συνομολογηθείσα μεταξύ των με στοιχ.(ιι) διαδίκων και διατυπούμενη στο .../30-12-1990 συμβόλαιο της συμ/φου Αμαρουσίου Παρασκευής Λαζαράκου προσύμβαση, με αντικείμενο την ανέγερση πολυορόφου οικοδομής κατά το γνωστό σύστημα της αντιπαροχής επί οικοπέδου της κυριότητας των με στοιχ. (ι) εναγομένων και με στοιχ. (ιι) εναγόντων, και την αποδιδόμενη αντιστοίχως αδικοπραξία, αξιώσεις τους τις οποίες οι με στοιχ. (ιι) εναγόμενοι εργολάβοι εγχώρησαν προς την με στοιχ. (ι) ενάγουσα ομόρρυθμη εταιρεία, με βάση την παρεχόμενη από σχετικό συμβατικό όρο της συμβάσεως ευχέρεια, εγχώρηση την οποία, κατά τις αιτιολογίες της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ανήγγειλαν στους με στοιχ. (ι) εναγομένους οικοπεδούχους με την επίδοση της εν λόγω με στοιχ. (ι) αγωγής.
Επί των εν λόγω και με στοιχ. (ι) και (ιι) χαρακτηριζομένων αγωγών, εκδόθηκε, συνεκδικαζομένων, η 9733/1998 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία η με στοιχ. (ι) αγωγή κρίθηκε ως ορισμένη και νόμιμη και τάχθηκε το οικείο σε βάρος της δι' αυτής ενάγουσας θέμα αποδείξεως. Αντίθετα η με στοιχ. (ιι) αγωγή αξιολογήθηκε ως μη νόμιμη και αόριστη, κατά τις σημειούμενες στην εν λόγω απόφαση διακρίσεις, και απορρίφθηκε.
Την τελευταία αυτή και οριστική κατά τούτο διάταξη της πρωτοβάθμιας αποφάσεως προσέβαλαν οι ηττηθέντες με στοιχ. (ιι) ενάγοντες με την 3973/4-5-2009 έφεσή τους, παραπονούμενοι για την απόρριψη της με στοιχ. (ιι) αγωγή τους κατά τη θεμελίωσή της στις περί αδικοπραξιών διατάξεις κατ' αποδοχή της οποίας εκδόθηκε η 4111/2000 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία εξαφανίσθηκε η πρωτοβάθμια απόφαση κατά την προσβαλλόμενη οριστική της διάταξη και αναπέμφθηκε κατά τούτο η υπόθεση στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Επακολούθησε η έκδοση της 1724/2002 μη οριστική αυτού αποφάσεως, με την οποία τάχθηκε το οικείο σε βάρος των με στοιχ. (ιι) εναγόντων θέμα αποδείξεως. Μετά την διεξαγωγή των αποδείξεων, οι οποίες τάχθηκαν με την μη οριστική κατά τούτο 9733/1998 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών επί της με στοιχ. (ι) αγωγής και την μη οριστική 1724/2002 απόφαση αυτού επί της με στοιχ. (ιι) αγωγής, αμφότερες οι αγωγές επανήλθαν προς μετ' απόδειξη συζήτηση της υποθέσεως, επί των οποίων, συνεκδικαζομένων, εκδόθηκε με κατ' ουσίαν απόρριψη της με στοιχ. (ι) αγωγής και μερική παραδοχή της με στοιχ. (ιι) αγωγής, η 7363/2007 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Την εν λόγω απόφαση προσέβαλαν η με στοιχ.(ι) ενάγουσα και οι με στοιχ.(ιι) εναγόμενοι με την (Ι) 10850/21-10-2007 έφεση, και οι με στοιχ. (ιι) ενάγοντες με την (ΙΙ) 3143/27-3-2008 έφεση, μετά την άσκηση των οποίων, στις 3-3-2009, απεβίωσε ο πρώτος των εφεσιβλήτων και εκκαλούντων Γ. Φ. και, μετά την επελθούσα για τον λόγο αυτό διακοπή της δίκης, στην δικονομική αυτού θέση υπεισήλθαν, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι, οι Α.
χα Γ. Φ., σύζυγός του, και Ά. - Σ. Γ. Φ., τέκνο του. Επί των εν λόγω και με στοιχ. (Ι) και (ΙΙ) χαρακτηριζομένων εφέσεων εκδόθηκε, συνεκδικαζομένων, η 3571/2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών με την οποία, κατ' αποδοχή της με στοιχ. (Ι) εφέσεως κατά την άσκησή της από τους με στοιχ.(ιι) εναγόμενους, εξαφάνιση της προσβαλλόμενης δι' αυτής πρωτοβάθμιας, 7363/2007, αποφάσεως κατά την διάταξή της, που αναφέρεται στην παραδοχή της με στοιχ. (ιι) αγωγής κατά την αξίωσή της αποζημιώσεως λόγω μειώσεως του συντελεστή δομήσεως, την οποία αξιολόγησε ως αόριστη και για τον λόγο αυτό απέρριψε, ανακαλώντας παράλληλα την ομοίως αντιθέτως αποφανθείσα 1724/2002 μη οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία τάχθηκε κατά τούτο το οικείο θέμα αποδείξεως.
Αντίθετα απέρριψε κατ' ουσίαν κατά τα λοιπά τη με στοιχ. (Ι) έφεση και κατά την άσκησή της από τη με στοιχ. (ι) ενάγουσα, ως και τη με στοιχ. (ΙΙ) έφεση, περί πραγμάτων κρίση της, την οποία στήριξε στις ακόλουθες αναιρετικώς ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της. Ειδικότερα, διέλαβε στις αιτιολογίες της, κατ' ακριβή κατά τούτο αντιγραφή της, "Με το υπ' αριθμ. .../30-12-1990 προσύμφωνο μεταβιβάσεως ποσοστών εξ αδιαιρέτου οικοπέδου και σύμβαση εργολαβίας της συμβολαιογράφου Αμαρουσίου Παρασκευής Λαζαράκου, που υπεγράφη μεταξύ αφενός του Γ.
Φ., του Κ. Φ. και του Σ. Φ., όπως ο τελευταίος εκπροσωπείτο, ως ανήλικος από τους γονείς του, και αφετέρου της Σ. Α., της Ε. Α. και του Π. Α., ανέλαβαν την υποχρέωση οι τελευταίοι, ως εργολάβοι, την ανέγερση πολυώροφης οικοδομής με το σύστημα της αντιπαροχής, σε οικόπεδο ιδιοκτησίας των πρώτων, που βρίσκεται εντός του ρυμοτομικού σχεδίου του Δήμου Αμαρουσίου, επί της ...
αρ. 76. Στο παραπάνω οικόπεδο θα κτιζόταν πολυώροφη οικοδομή καταστημάτων και γραφείων, που θα αποτελείτο α) από υπόγειο, επιφανείας 609 τμ, στο οποίο θα κατασκευαζόντουσαν τα μηχανοστάσια και λεβητοστάσια, οι αποθήκες και οι χώροι στάθμευσης αυτοκινήτων β) από ισόγειο, που θα περιελάμβανε δύο καταστήματα και κλιμακοστάσιο με δύο ανελκυστήρες και γ) από πέντε ορόφους γραφείων.
Το έργο θα κατασκευαζόταν σύμφωνα με το από Νοεμβρίου 1990 τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού Δ. Α., τα από Νοεμβρίου αρχιτεκτονικά διαγράμματα, την αρχιτεκτονική μελέτη, τον από Δεκεμβρίου 1990 πίνακα αναλογιών του αυτού μηχανικού και τη Γενική Συγγραφή Υποχρεώσεων, που είχε προσαρτηθεί στο εργολαβικό.
Με βάση τη συμφωνία, στους οικοπεδούχους θα περιήρχοντο οριζόντιες ιδιοκτησίες, που θα αντιστοιχούσαν σε 550/1000 εξ αδιαιρέτου επί του οικοπέδου, ενώ τα υπόλοιπα 450/1000 εξ αδιαιρέτου με τις αναλογούσες σε αυτά οριζόντιες ιδιοκτησίες θα περιήρχοντο ως εργολαβικό αντάλλαγμα στους εργολάβους, οι οποίοι, με το αρθ. 11 του παραπάνω προσυμφώνου, επεφύλαξαν γι' αυτούς το δικαίωμα να συστήσουν ομόρρυθμη εταιρεία ή κοινοπραξία, στην οποία θα εκχωρούσαν τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους από την παραπάνω σύμβαση.
Και πράγματι ίδρυσαν την ενάγουσα εταιρεία στις 5-5-1993, στην οποία εκχώρησαν τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις από την παραπάνω σύμβαση. Η τελευταία ανήγγειλε τα δικαιώματά της έναντι των εναγομένων με την άσκηση της κρινόμενης από 6-5-1997 αγωγής της. Η εταιρεία λύθηκε στις 19-5-1994 και τέθηκε σε εκκαθάριση (βλ.
προσκομιζόμενα συμφωνητικά που δημοσιεύτηκαν στα βιβλία εταιρειών του Πρωτοδικείου Αθηνών). Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι με το άρθρο 19 παρ. 1 του προσυμφώνου, με τον τίτλο "εγγυητικαί ευθύναι" οι οικοπεδούχοι υποσχέθηκαν και εγγυήθηκαν ότι "τα μεταβιβαστέα ποσοστά εξ αδιαιρέτου επί του ανωτέρω οικοπέδου υπόσχονται και εγγυώνται ότι είναι της αποκλειστικής κυριότητας, νομής και κατοχής αυτών, ελεύθερα παντός εν γένει βάρους, χρέους, υποθήκης, προσημειώσεως, κατασχέσεως, αναγκαστικής ή συντηρητικής, δουλείας πάσης φύσεως, απαλλοτριώσεως, ρυμοτομίας, προσκυρώσεως, ορθογωνισμού οδών και παροδίων γειτόνων και πάσης εκ των λόγων αυτών αποζημιώσεως ...
διεκδικήσεως και εκνικήσεως τρίτου ή διενέξεως και παντός εν γένει νομικού ελαττώματος".. Επί του ανωτέρω ακινήτου ο Γ. Φ. είχε ποσοστό συγκυριότητας 500/1000 εξ αδιαιρέτου, ο Κ. Φ. ποσοστό 300/1000 εξ αδιαιρέτου και την επικαρπία επί των υπολοίπων 200/1000, των οποίων την ψιλή κυριότητα είχε εξ αδιαιρέτου ο γυιός του Σ.
Φ.. Το εν λόγω ακίνητο, κατά την έκταση των 1674 τμ, που αποτελούσε τμήμα μείζονος εκτάσεως, είχαν αποκτήσει οι δύο πρώτοι κατά 500/1000 έκαστος, με το υπ' αριθμ. .../1967 συμβόλαιο δωρεάς του συμβ/φου Αμαρουσίου Κων/νου Κουνέλη, από τον πατέρα τους, το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα, ενώ έκταση 201,60 τμ. περιήλθε στην ιδιοκτησία τους, δυνάμει της υπ' αριθμ. .../1949 πράξεως προσκυρώσεως και αναλογισμού αποζημιώσεως της Υπηρεσίας Πολεοδομίας Αθηνών - Προαστείων, σε συνδυασμό με το υπ' αριθμ. .../1983 συμβόλαιο της συμβ/φου Αμαρουσίου Παρασκευής Λαζαράκου, που μεταγράφηκε νόμιμα, με το οποίο αποζημίωσαν τον Δήμο για την προσκυρωθείσα στην ιδιοκτησία τους έκταση και μεταβιβάσθηκε κατά κυριότητα αυτή στους ιδίους.
Τέλος στον τρίτο περιήλθε η ψιλή κυριότητα ποσοστού 200/1000 εξ αδιαιρέτου δυνάμει του υπ' αριθμ. .../1990 συμβολαίου γονικής παροχής της ιδίας συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα. Στο εν λόγω προσύμφωνο προσαρτήθηκε και το από Νοεμβρίου 1990 τοπογραφικό διάγραμμα του Αρχιτέκτονα Μηχανικού των εργολάβων Δ.
Α., που συντάχθηκε πριν από την υπογραφή του προσυμφώνου, στο οποίο προσδιορίζεται το εν λόγω οικόπεδο κατά τις πλευρές του και το εμβαδόν του, ανερχόμενο, κατά τον παραπάνω μηχανικό, σε 1629,45 τμ.. Οι οικοπεδούχοι ανέθεσαν στους εργολάβους να συντάξουν το τοπογραφικό, με βάση τα όρια που τους υπέδειξαν και να προσδιορίσουν το εμβαδόν του ακινήτου τους, δεδομένου ότι είχε διαπλατυνθεί δύο φορές η λεωφόρος ...
και το οικόπεδο τελικά είχε περιορισθεί σε εμβαδόν, από αυτό που τους είχε μεταβιβασθεί αρχικά από τον πατέρα τους με το δωρητήριο συμβόλαιο. Στο εν λόγω οικόπεδο λειτουργούσε βιοτεχνία κατασκευής, επεξεργασίας και πώλησης ειδών κεραμικής, επισμάλτωσης πλακιδίων και συναφών προϊόντων, σε δύο παλαιά κτίσματα, (αποθηκευτικούς χώρους), που είχαν ανεγερθεί στις αρχές της δεκαετίας του 1950, εμβαδού 360 και 300 τμ αντίστοιχα, κατασκευασμένα από μπετόν αρμέ με σκεπή από ελλενίτ, που διέθεταν και φούρνο διαρκούς καύσεως.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι για την εφαρμογή του ρυμοτομικού σχεδίου του Δήμου Αμαρουσίου, το οποίο εγκρίθηκε με το από 3-9-1936 διάταγμα, με βάση το οποίο εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 66/1949 πράξη προσκυρώσεως, τακτοποιήσεως και αναλογισμού αποζημίωσης λόγω ρυμοτομίας της Διεύθυνσης Πολεοδομίας Αθηνών του τότε Υπουργείου Οικισμού και Ανοικοδομήσεως, που κυρώθηκε με την υπ' αριθμ. 419063/1950 απόφαση της Διεύθυνσης Πολεοδομίας Αθηνών, απαλλοτριώθηκε αναγκαστικά λόγω ρυμοτομίας η εδαφική έκταση, που περιγραφόταν στην πράξη αναλογισμού, σύμφωνα με την οποία ο δικαιοπάροχος των οικοπεδούχων Σ.
Φ. (πατέρας των δύο πρώτων εναγομένων και παππούς του τρίτου) υποχρεώθηκε να αποζημιώσει 1) τον Δήμο Αμαρουσίου για τμήμα 201,60 τμ που προσκυρωνόταν στην ιδιοκτησία του και 2) την Α. Μ., ιδιοκτήτρια όμορου οικοπέδου α) για μακρόστενη λωρίδα, κατά μήκος της βόρειας πλευράς του οικοπέδου του, έκτασης 39,40 τμ, λόγω προσκυρώσεως αυτής στην ιδιοκτησία του και β) για έκταση 205 τμ λόγω ρυμοτομίας.
Κατά της παραπάνω πράξης υποβλήθηκε από τον παραπάνω δικαιοπάροχο των οικοπεδούχων ένσταση στην αρμόδια Υπηρεσία της Πολεοδομίας, αναφορικά με την υποχρέωσή του για αποζημίωση τόσο του Δήμου, όσο και της Α. Μ., η οποία όμως απορρίφθηκε. (βλ. υπ' αριθμ. 419063/9-5-1950 έγγραφο Διεύθυνσης πολεοδομίας). Επίσης οι ίδιοι (οικοπεδούχοι) σε σχετικό ερώτημα που υπέβαλαν μεταγενέστερα στο Τμήμα Πολεοδομίας της Νομαρχίας Α.Δ.Α, έλαβαν την από 4-7-1975 απάντηση, που κοινοποιήθηκε και στην Α.
Μ., ότι η παραπάνω υπ' αριθμ. 66/1949 πράξη, αφού δεν έχει ανακληθεί, ισχύει και μπορούν να τη χρησιμοποιήσουν για τις όποιες ενέργειές τους. Όπως ήδη αναφέρθηκε, ο Δήμος αποζημιώθηκε για την παραπάνω έκταση και έγινε η μεταβίβαση αυτής με το προαναφερθέν συμβόλαιο στους οικοπεδούχους, όμως η Α. Μ. δεν αποζημιώθηκε από τους υπόχρεους, ούτε και η Δ.
Κ., στην οποία αυτή μεταβίβασε την ιδιοκτησία της με το υπ' αριθμ. .../18-5-1989 συμβόλαιο της συμβ/φου Αθηνών Ελένης Κατσουράκη. Πριν από την υπογραφή του παραπάνω προσυμφώνου συμβολαίου, στο ακίνητο είχαν μεταβεί οι διάδικοι και ο μηχανικός των εργολάβων Δ. Α., προκειμένου να γίνει επίδειξη των ορίων από τους οικοπεδούχους, που πράγματι έγινε.
Οι οικοπεδούχοι επέδειξαν τα όρια του οικοπέδου τους στους εργολάβους και τον μηχανικό, με βάση την πραγματική κατάσταση, όπως ήταν διαμορφωμένη και σύμφωνα με τους τίτλους ιδιοκτησίας που είχαν, και διαπιστώθηκε ότι η ιδιοκτησία τους χωριζόταν με την ιδιοκτησία πρώην Α. Μ. και νυν Δ. Κ. με πέτρινο τοίχο και συρματόπλεγμα.
Οι οικοπεδούχοι επίσης παρέδωσαν στους εργολάβους και τον μηχανικό τους τίτλους ιδιοκτησίας τους δηλ. το προαναφερόμενο υπ' αριθμ. .../1967 δωρητήριο συμβόλαιο και το υπ' αριθμ. .../1983 συμβόλαιο καταβολής της αποζημίωσης στο Δήμο και μεταβίβασης της κυριότητας του προσκυρωθέντος στην ιδιοκτησία τους τμήματος των 201,60τμ, καθώς και την σχετική πράξη αναλογισμού αποζημίωσης.
Με την εν λόγω πράξη προσκύρωσης και αναλογισμού αποζημιώσεως δημιουργείτο μεταξύ των δύο ιδιοκτησιών (Φ. και Μ.) η οδός ..., πλάτους 8 μέτρων, η διάνοιξη της οποίας δεν είχε υλοποιηθεί, κατά το διάστημα που ενδιαφέρει. Έτσι περιεχόταν ακόμη στην ιδιοκτησία της Μ., νυν Δ. Κ., τόσο η ρυμοτομητέα έκταση, εμβαδού 205 τμ όσο και η προσκυρωτέα λωρίδα των 39,40 τμ, που καταλαμβάνονταν από κτίσματα, στα οποία λειτουργούσε επιχείρηση αγγειοπλαστικής, δυνάμει υφιστάμενης σύμβασης μισθώσεως.
Ο παραπάνω μηχανικός συνέταξε το προσκομιζόμενο τοπογραφικό και καθόρισε τα όρια του οικοπέδου, σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 66/1949 πράξη προσκύρωσης, λαμβάνοντας υπόψη το από 16-12-1949 τοπογραφικό του μηχανικού Β. Κ., που συνόδευε την παραπάνω πράξη, το οποίο όμως προσυπέγραψαν οι οικοπεδούχοι, παρουσία και του αρχιτέκτονα μηχανικού τους Π.
Π.. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι μετά την κατάρτιση του συμφωνητικού οι εργολάβοι, δια του μηχανικού τους, προέβησαν στην κατάρτιση σχεδιαγραμμάτων, προκειμένου να συσταθεί ο σχετικός φάκελος που θα υποβαλλόταν στην αρμόδια πολεοδομία για την έκδοση της οικοδομικής άδειας. Οι εργασίες καθυστέρησαν, λόγω τροποποιήσεων που προτάθηκαν εκ μέρους των οικοπεδούχων, για τις οποίες συντάχθηκαν ιδιωτικά συμφωνητικά, αλλά και λόγω της διαφοράς που προέκυψε μεταξύ αυτών και του ιδιοκτήτη όμορου οικοπέδου (συγγενούς τους) σχετικά με την οριοθέτηση των δύο ακινήτων προς τη νότια πλευρά του (βλ.
προσκομιζόμενες επιστολές με ημερομηνία 30-12-1990, 26-4-1991, 7-10-1992 και 12-11-1992). Ακολούθως οι εργολάβοι δια του μηχανικού τους υπέβαλαν στην Πολεοδομία την προσκομιζόμενη από 30-9-1992 αίτηση για την έκδοση οικοδομικής άδειας, στο όνομα της εταιρείας. Επίσης στις 9-4-1993 υπέβαλαν αίτηση για τη χορήγηση άδειας κατεδάφισης των εντός του οικοπέδου κτισμάτων, με βάση την οποία εκδόθηκε η υπ' αριθμ. .../3-5-1993 άδεια.
Τα κτίσματα κατεδαφίσθηκαν πράγματι το μήνα Μάιο, όμως η ιδιοκτήτρια του όμορου ακινήτου Δ. Κ. αντέδρασε, εξαιτίας του ότι δεν της είχε καταβληθεί η αποζημίωση για το τμήμα της ιδιοκτησίας της που είχε προσκυρωθεί, όπως και για αυτό που είχε ρυμοτομηθεί και κατόπιν ενεργειών της και διαπίστωσης ότι το τοπογραφικό περιελάμβανε και την προσκυρωτέα έκταση των 39,40 τμ.
δεν χορηγήθηκε η άδεια οικοδομής. Μετά από αυτά, έγιναν προσπάθειες να δοθεί μία λύση και να αποζημιωθεί η ιδιοκτήτρια του όμορου ακινήτου, φαίνεται όμως ότι δεν κατέστη δυνατόν να συμβιβασθούν και έτσι οι οικοπεδούχοι, ακολουθώντας προδήλως την συμβουλή του νομικού τους παραστάτη, υπέβαλαν την από 28-6-1993 αίτηση για καθορισμό προσωρινής τιμής μονάδας αποζημιώσεως ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου, το οποίο και την καθόρισε με την υπ' αριθμ. 1223/1995 απόφασή του.
Στη συνέχεια η Δ. Κ. ζήτησε με την από 17-8-1995 προσφυγή της, που απηύθυνε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, τον καθορισμό οριστικής τιμής μονάδας αποζημιώσεως, όμως το Δικαστήριο με την υπ' αριθμ. 741/1997 απόφασή του, που επικυρώθηκε με την υπ' αριθμ. 6627/1999 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, απέρριψε την προσφυγή, διότι δέχθηκε σχετική ένσταση των καθ'ων (οικοπεδούχων) περί παραγραφής της αξίωσής της, λόγω παρόδου εικοσαετίας από τότε που κατέστη αμετάκλητη η πράξη αναλογισμού αποζημιώσεως (1950) έως την άσκηση της προσφυγής (1995).
Από τα παραπάνω αποδεικνύεται ότι οι οικοπεδούχοι δεν ανακοίνωσαν στους εργολάβους ότι δεν είχαν αποζημιώσει την Δ.Κ., αν και είχαν υποσχεθεί συμβατικά κατά την υπογραφή του προσυμφώνου ότι το ακίνητό τους ήταν ελεύθερο ρυμοτομίας και αποζημίωσης για την αιτία αυτή. Σε μία προσπάθεια να διευθετηθεί το θέμα, ο ένας εκ των οικοπεδούχων, με σχετική επιστολή του προς τους εργολάβους (βλ.
προσκομιζόμενη, χωρίς ημερομηνία), αφού χαρακτήρισε τις ενέργειες του μηχανικού αυθαίρετες και λανθασμένες, πρότεινε να γίνει μεταφορά του συντελεστή δόμησης, να κατασκευασθεί και άλλος όροφος και να δοθεί ποσοστό εξ αδιαιρέτου και στην Δ. Κ., από το δικό τους ποσοστό και όχι από αυτό των εργολάβων, όμως δεν έγινε κάτι προς αυτή την κατεύθυνση, για λόγους που δεν προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία.
Τον Αύγουστο του έτους 1993 κοινοποιήθηκε εξώδικη δήλωση των οικοπεδούχων προς τους εργολάβους με διαμαρτυρίες για την καθυστέρηση έκδοσης της άδειας και έκτοτε διαταράχθηκαν οι σχέσεις των διαδίκων, μεταξύ των οποίων αντηλλάγησαν και άλλες εξώδικες δηλώσεις, που είχαν ως αποτέλεσμα να ναυαγήσει η συμφωνία για την ανέγερση της οικοδομής.
Ωστόσο αποδείχθηκε ότι υπήρχε δυνατότητα έκδοσης οικοδομικής άδειας, αν συντασσόταν νέο τοπογραφικό, στο οποίο να μην περιλαμβανόταν η προσκυρωτέα λωρίδα, όπως αποδεικνύεται και από το προσκομιζόμενο υπ' αριθμ. πρωτ. 8932/21-6-1993 έγγραφο της Διεύθυνσης Πολεοδομίας του Δήμου Αμαρουσίου, που απευθύνεται προς τους οικοπεδούχους, στο οποίο αναφέρεται ότι προκειμένου να χορηγηθεί η οικοδομική άδεια, γίνεται έλεγχος όλων των τίτλων ιδιοκτησίας και, εφόσον υπάρχει εδαφικό τμήμα, το οποίο προσκυρώνεται στο κυρίως οικόπεδο, πρέπει να γίνει η αγορά του με συμβόλαιο, ενώ, αν δεν υπάρχει συμβόλαιο, το τμήμα αυτό δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί ούτε σαν θέση ούτε σαν εμβαδόν, σε περίπτωση δε που δεν έχει υλοποιηθεί η πράξη προσκύρωσης για προσκυρωτέα τμήματα, δηλ.
δεν έχει γίνει συμβόλαιο αγοράς, μεταξύ δικαιούχου και υπόχρεου, δεν εμποδίζεται η έκδοση οικοδομικής άδειας, αν συντρέχουν όλες οι λοιπές προϋποθέσεις, αρκεί να μην εμφανίζεται στο τοπογραφικό διάγραμμα σαν τμήμα της μείζονος εκτάσεως. Και πράγματι το ακίνητο των οικοπεδούχων, που είχε πρόσωπο στη λεωφόρο ..., ήταν άρτιο και οικοδομήσιμο και χωρίς τη λωρίδα αυτή, γι αυτό άλλωστε εκδόθηκε αργότερα η υπ' αριθμ. .../25-10-2000 οικοδομική άδεια, όταν οι οικοπεδούχοι ανέθεσαν την εκτέλεση του έργου στην εργολήπτρια κοινοπραξία "Π.
Λ. - Α. Σ.", που ανήγειρε την οικοδομή, χωρίς την προσκυρωτέα λωρίδα, στοιχείο που δεν αμφισβητείται ειδικότερα από τους εργολάβους. Άλλωστε ως βόρειο όριο στα εν λόγω συμβόλαια αναφέρεται υπό απαλλοτρίωση έκταση. (βλ. .../2002 και .../2005 συμβόλαια πώλησης οριζοντίων ιδιοκτησιών της οικοδομής που κατασκευάστηκε στο οικόπεδο, δυνάμει του μνημονευόμενου στα εν λόγω συμβόλαια υπ' αριθμ. .../9-6-2000 προσυμφώνου και εργολαβικού της συμβ/φου Αθηνών Βαρβάρας Σγούρα).
Από τα παραπάνω αποδεικνύεται ότι η αντισυμβατική όχι όμως και παράνομη συμπεριφορά των οικοπεδούχων, αφού δεν αποδείχθηκε δόλος τους, δεν είχε ως συνέπεια την αδυναμία παροχής εκ μέρους τους, ώστε να δικαιούται να ζητήσει η ενάγουσα εκδοχέας το σύνολο της εργολαβικής της αμοιβής, αφού υπήρχε δυνατότητα έκδοσης οικοδομικής άδειας και ανοικοδόμησης εντός του οικοπέδου, όπως οριοθετείτο, δυνάμει των δύο τίτλων ιδιοκτησίας, μετά την εκπόνηση νέου τοπογραφικού.
Συνεπώς θα πρέπει να απορριφθεί η αγωγή της ως ουσιαστικά αβάσιμη. Περαιτέρω από όσα προαναφέρθηκαν σε συνδυασμό και με τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία δεν αποδείχθηκε ο ισχυρισμός των εναγόντων οικοπεδούχων ότι οι εναγόμενοι εργολάβοι παρανόμως και υπαιτίως, εκμεταλλευόμενοι την απειρία τους, παρέστησαν σε αυτούς ψευδώς ότι το τοπογραφικό είχε συνταχθεί νομοτύπως, ότι γνώριζαν πως δεν υπήρχε δυνατότητα έκδοσης οικοδομικής άδειας, όταν συνέτασσαν το εν λόγω τοπογραφικό, και παρ' όλα αυτά το συνέταξαν, ούτε αποδείχθηκε ότι θέλησαν να προξενήσουν φθορά στο ακίνητό τους με την κατεδάφιση των κτισμάτων.
Οι εργολάβοι εφάρμοσαν δια του μηχανικού τους την υπ' αριθμ. 66/1949 πράξη προσκύρωσης κατά τη σύνταξη του τοπογραφικού, που προσυπεγράφη από τους οικοπεδούχους, παρουσία του αρχιτέκτονα μηχανικού τους, το οποίο παρουσίαζε το οικόπεδο γωνιακό, (επί της ... και ...). Άλλωστε οι ίδιοι δεν είχαν γνωστοποιήσει στους αντισυμβαλλομένους τους ότι δεν είχαν καταβάλει την αποζημίωση στη δικαιούχο.
Δεν αποδείχθηκε δηλ. αδικοπρακτική συμπεριφορά σε βάρος τους εκ μέρους των εργοληπτών, ενώ η προβλεπόμενη με το προσύμφωνο προθεσμία των 10 ημερών για την παράδοση του οικοπέδου τους στους εργολάβους, μετά την έκδοση της οικοδομικής άδειας, αποτελούσε υποχρέωσή τους για την εκτέλεση της σύμβασης και δεν τέθηκε η έκδοση της οικοδομικής άδειας ως όρος για την παράδοση του ακινήτου τους, στοιχείο που επικαλούνται, ισχυριζόμενοι ότι έπρεπε πρώτα να εκδοθεί η οικοδομική άδεια και μετά να παραδώσουν στους εργολάβους το οικόπεδό τους, οι οποίοι ενήργησαν αυθαίρετα.
Είναι ευνόητο ότι έπρεπε να προηγηθεί η παράδοση του οικοπέδου για την κατεδάφιση των κτισμάτων, που δεν έγινε αυθαίρετα και εν αγνοία τους, όπως αβάσιμα υποστηρίζουν, και να επακολουθήσει η έκδοση της οικοδομικής άδειας για την ανέγερση της οικοδομής. Άλλωστε η βούληση των οικοπεδούχων ήταν να κατεδαφισθούν τα παλαιά κτίσματα του οικοπέδου τους, αφού, χωρίς καμιά αμφιβολία, ήταν ειλημμένη η απόφασή τους να ανεγείρουν οικοδομή στο εν λόγω οικόπεδο είτε με τους εναγομένους είτε με άλλους εργολάβους (όπως και έγινε), ενώ δεν είχαν πρόθεση να το εκμισθώσουν, ούτε οι συνθήκες θα επέτρεπαν τέτοια εμπορική μίσθωση, με το δεδομένο της παραπάνω προοπτικής ανοικοδόμησης.
Να σημειωθεί ότι οι οικοπεδούχοι υπέβαλαν μήνυση σε βάρος του μηχανικού Δ. Α. για την πράξη της υφαρπαγής ψευδούς βεβαίωσης και πλαστογραφίας (σχετιζόμενη με την εκπόνηση του τοπογραφικού) και κατά των εργολάβων για την πράξη της ηθικής αυτουργίας στις παραπάνω πράξεις, σχετιζόμενες με την εκπόνηση του τοπογραφικού διαγράμματος, επί της οποίας εκδόθηκε το υπ' αριθμ. 1967/1995 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημ/κών Αθηνών, που έκρινε ότι δεν πρέπει να γίνει κατηγορία σε βάρος τους.
Απαλλακτικό βούλευμα ( υπ' αριθμ. 1257/1999) εκδόθηκε και επί άλλης μήνυσής τους σε βάρος του μηχανικού και των εργολάβων για την πράξη της απάτης από κοινού, από την οποία η ζημία που προξενήθηκε ήταν ιδιαίτερα μεγάλη". Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως εναντιώνονται Α η ηττηθείσα με στοιχ.(Ι) εκκαλούσα - με στοιχ.(ι) ενάγουσα και Β με στοιχ. (ιι) εκκαλούντες - (ι) εναγόμενοι, επικουρικά για την περίπτωση που γίνει δεκτή η με στοιχ.(Ι) έφεση της ήδη αναιρεσείουσας, με τις χαρακτηριζόμενες αντίστοιχα με στοιχ.
Α και Β ένδικες αιτήσεις και με την έννοια αυτή ερευνώνται στη συνέχεια κατ' αρχάς το τυπικά παραδεκτό αυτών και ακολούθως κατ' αξιολογική σειρά οι διατυπούμενοι δι' αυτών λόγοι αναιρέσεως. Ειδικότερα
(1) Με στοιχ. Α αίτηση αναιρέσεως, με αναιρεσείουσα τη με στοιχ.(Ι) εκκαλούσα - (ι) ενάγουσα ομόρρυθμη εταιρεία και αναιρεσίβλητους τους δι' αυτών εφεσιβλήτους - εναγομένους και προσβαλλόμενο το με στοιχ. (ι) κεφάλαιο της αποφάσεως. Ι. Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ ανεπαρκής ή αντιφατική αιτιολογία, που έχει ως συνέπεια την αναίρεση για έλλειψη νόμιμης βάσεως, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της αποφάσεως, δεν προκύπτουν κατά τρόπο επαρκή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του κανόνα δικαίου που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση, όχι όμως και όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, εφόσον τούτο εκτίθεται σαφώς.
Ως "ζητήματα", των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση της, νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, δηλαδή εκείνοι που τείνουν στην θεμελίωση ή την κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και απλά πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα, που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για την οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως.
Εξάλλου, ο κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αρ.9 Κ.Πολ.Δ. αναιρετικός λόγος αφορά αδίκαστη αίτηση και ως τέτοια νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση παροχής δικαστικής προστασίας, που δημιουργεί ιδιαίτερο αντικείμενο δίκης και εκκρεμοδικία. Η θεμελιωτική της αιτήσεως κύρια ή επικουρικά διατυπούμενη βάση και τα συγκροτούντα αυτή πραγματικά περιστατικά αποτελούν "πράγμα" κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ, η μη λήψη υπόψη του οποίου στοιχειοθετεί τον προβλεπόμενο από την τελευταία αυτή διάταξη λόγο αναιρέσεως.
Με τον δεύτερο κατά σειρά λόγο προβάλλονται κατά επικουρική σειρά οι αναιρετικές αιτιάσεις από το άρθρο 559 αρ. 19 και 9 ΚΠολΔ, με την έννοια ότι το δικαστήριο της ουσίας (α) παρά τις (επικαλούμενες από τους αναιρεσείοντες) παραδοχές του (αα) "Μετά από αυτά (μετά δηλ. την δεκτή γενομένη αντίδραση της Δ. Κ. κατά την κατεδάφιση του Μαΐου 1993, από την μη καταβολή της αποζημιώσεως για το τμήμα της ιδιοκτησίας της που είχε προσκυρωθεί) έγιναν προσπάθειες να δοθεί μια λύση και να αποζημιωθεί η ιδιοκτήτρια του ομόρου ακινήτου, φαίνεται όμως ότι δεν κατέστη δυνατόν να συμβιβαστούν και έτσι οι οικοπεδούχοι, ακολουθώντας προφανώς την συμβουλή του νομικού τους παραστάτη, υπέβαλαν την από 28-6-1993 αίτηση για καθορισμό προσωρινής τιμής μονάδας αποζημιώσεως ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου, το οποίο την καθόρισε με την υπ' αριθμ. 1223/1995 απόφασή του" και (ββ) "Σε μία προσπάθεια να διευθετηθεί το θέμα, ο ένας εκ των οικοπεδούχων, με σχετική επιστολή του προς τους εργολάβους (βλ.
προσκομιζομένη χωρίς ημερομηνία) αφού χαρακτήρισε τις ενέργειες του μηχανικού αυθαίρετες και λανθασμένες, πρότεινε να γίνει μεταφορά του συντελεστή δόμησης, να κατασκευαστεί και άλλος όροφος και να δοθεί ποσοστό εξ αδιαιρέτου και στην Δ. Κ., από το δικό τους ποσοστό και όχι από αυτό των εργολάβων, όμως δεν έγινε κάτι προς αυτή την κατεύθυνση, για λόγους που δεν προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία", παρέλειψε να διαλάβει αιτιολογίες αναφορικά με τη θεμελιωτική των αξιώσεων της αναιρεσείουσας και αντίστοιχου περιεχομένου ιστορική βάση της αγωγής ότι με τη συνομολογηθείσα, κατά την έννοια του άρθρου 361 ΑΚ, σύμβαση οι αρχικώς εναγόμενοι αναγνώρισαν την ευθύνη τους από την έλλειψη κυριότητας στο προσκυρωτέο τμήμα του ακινήτου, εμβαδού 39,40 τ.μ., (β) ιστορική βάση την οποία επικουρικώς υποστηρίζεται ότι δεν λήφθηκε υπόψη.
Από την επιτρεπτή όμως, κατά το άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής προκύπτει ότι δεν διατυπώνεται αντίστοιχου περιεχομένου ιστορική βάση, με άμεση δικονομική συνέπεια οι εν λόγω αναιρετικές αιτιάσεις, με προσήκουσα εκείνη από το άρθρο 559 αρ.8 ΚΠολΔ, αντί της αναφερομένης του άρθρου 559 αρ.9 ΚΠολΔ, ελέγχονται, ερειδόμενες επί αναληθούς από ουσιαστική άποψη προϋποθέσεως, ως αβάσιμες.
ΙΙ. Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται για (ευθεία) παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αν το δικαστήριο της ουσίας, με βάση τα αναιρετικώς ανέλεγκτα γενόμενα δεκτά από εκείνο, ως αποδειχθέντα, πραγματικά περιστατικά, δεν εφαρμόσει τον συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εφαρμόσει αυτόν ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμόσει αυτόν εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου.
Εξάλλου, κατά τους ορισμούς του άρθρου 683 ΑΚ "όταν πρόκειται για σύμβαση κατασκευής έργου, σε περίπτωση αμφιβολίας, αν την ύλη που απαιτείται για το σκοπό αυτό τη χορηγεί ο εργολάβος, εφαρμόζονται οι διατάξεις για την πώληση, και αν την χορηγεί ο εργοδότης οι διατάξεις για σύμβαση έργου". Η εν λόγω διάταξη του άρθρου 683 ΑΚ έχει εφαρμογή όταν συντρέχουν δύο προϋποθέσεις, από τις οποίες, η μία είναι η ύλη για την κατασκευή έργων να χορηγείται από τον εργολάβο και η δεύτερη να υπάρχει αμφιβολία για το ποια σύμβαση (πώληση ή σύμβαση έργου) θέλησαν οι συμβαλλόμενοι.
Σε περίπτωση, όμως, κατασκευής έργου σε ακίνητο (ΑΚ 948) που ανήκει στον εργοδότη με υλικά (κινητά) που χορηγεί ο εργολάβος, η κύρια ύλη είναι το ακίνητο, τα δε κινητά που χρησιμοποιήθηκαν για την ανέγερση του κτίσματος ή μόνιμα συναρμολογήθηκαν σ' αυτό (ΑΚ 954) αποτελούν παρεπόμενα. Κύρια παροχή του εργολάβου είναι η κατασκευή και η παράδοση σε καλή λειτουργία του όλου έργου, η δε προμήθεια των υλικών αποτελεί το μέσο για την πραγμάτωση αυτής της παροχής.
Από όσα προαναφέρθηκαν, είναι ολοφάνερο ότι σε περίπτωση κατασκευής από τον εργολάβο με δικά του υλικά μόνιμου έργου σε ακίνητο του εργοδότη, δεν εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 683 ΑΚ, γιατί, αφενός η πρώτη ύλη (το ακίνητο) χορηγείται απ' αυτόν και, αφετέρου οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην κατασκευή και παράδοση του έργου ως κύρια παροχή, που σημαίνει ότι οι συμβατικές σχέσεις ρυθμίζονται από όσα συμφωνήθηκαν (ΑΚ 3, 361), καθώς και από τις διατάξεις των άρθρων 681 επ.
ΑΚ. Ανεξάρτητα όμως από το άρθρο 683 ΑΚ, η εφαρμογή του οποίου αποκλείεται, λόγω του ερμηνευτικού και ενδοτικού του χαρακτήρα από αντίθετη συμφωνία των μερών (ΑΚ 361), επί συμβάσεως ανεγέρσεως οικοδομής κατά το γνωστό σύστημα της αντιπαροχής, με κύριες παροχές, του εργολάβου της κατασκευής του έργου και του εργοδότη την εις είδος συνομολογηθείσα εργολαβική αμοιβή, συνισταμένη στην μεταβίβαση στον εργολάβο ή στους τρίτους που θα υποδειχθούν από τον τελευταίο των ποσοστών εξ αδιαιρέτου στο οικόπεδο και των αντίστοιχων οριζόντιων ιδιοκτησιών, εφαρμόζονται οι διατάξεις περί συμβάσεως έργου των άρθρων 681 επ ΑΚ, αναφορικά με την ανέγερση της οικοδομής.
Άλλωστε δεν δύναται να νοηθεί πώληση λόγω της από τον οικοπεδούχο κτήσεως της κυριότητας επί της οικοδομής, η οποία επέρχεται με την ένωση της οικοδομής με το οικόπεδο (ΑΚ 1057). Περαιτέρω, η εκπλήρωση της κύριας υποχρεώσεως του εργολάβου, που συνίσταται στην περάτωση του έργου, μπορεί να εξαρτάται από προηγούμενες πράξεις ή ενέργειες του εργοδότη, στις οποίες εντάσσεται και εκείνη της χορηγήσεως της ύλης, χωρίς πραγματικό ελάττωμα.
Παρά το γεγονός ότι τούτο είναι αναγκαίο από τη φύση του έργου για την εκτέλεση αυτού πρόκειται για παρεπόμενη, σε αντιδιαστολή με την γνήσια ή αυτοτελή, υποχρέωσή του, η μη εκπλήρωση της οποίας έχει ως συνέπεια την περιέλευση αυτού σε υπερημερία δανειστή, με περιορισμένης εκτάσεως αξίωση αποζημιώσεως του οφειλέτη εργοδότη και ειδικότερα ότι δαπάνησε αυτός επί πλέον για την ατελεσφόρητη προσφορά της παροχής ως και για τη φύλαξη και συντήρηση αυτής κατά τη διάρκεια της υπερημερίας (ΑΚ 358).
Δεν υποχρεούται επομένως στην αποκατάσταση της ζημίας του εργολάβου, έστω και αν συντρέχει πταίσμα περί την εκπλήρωση της παροχής, εκτός αν η παράλειψη συμπράξεως του εργοδότη οφείλεται σε υπαίτιο γεγονός και από αυτή προέρχεται οριστική αδυναμία του εργολάβου να εκπληρώσει την κύρια παροχή. Στην τελευταία αυτή περίπτωση εφαρμόζεται αναλογικά το άρθρο 381 ΑΚ, κατά τους ορισμούς και την έννοια του οποίου ο εργολάβος δικαιούται τη συνομολογηθείσα εργολαβική αμοιβή, με αφαίρεση από εκείνη των ωφελειών που εκείνος αποκόμισε ή δόλια παρέλειψε να αποκτήσει από την ανυπαίτια απαλλαγή του από την υποχρέωση εκτελέσεως του έργου.
Πραγματικό ελάττωμα του αποτελούντος αντικείμενο της συμβάσεως ανεγέρσεως οικοδομής κατά το γνωστό σύστημα της αντιπαροχής οικοπέδου αποτελεί η υποχρέωση αποζημιώσεως σε περίπτωση αναγκαστικής απαλλοτριώσεως για την εφαρμογή σχεδίου πόλεως, του ιδιοκτήτη ρυμοτομούμενου ακινήτου, με την πληρωμή της οποίας και βαρύνονται οι ωφελούμενοι κύριοι αυτού κατά το χρόνο προσδιορισμού της αποζημιώσεως.
Πρόκειται για βάρος, το οποίο αίρεται με την καταβολή της προσδιορισθείσης αποζημιώσεως στον ιδιοκτήτη του ρυμοτομούμενου ακινήτου ή την παραγραφή της από την αιτία αυτή αξιώσεως του τελευταίου. Ειδικότερα, όπως προκύπτει σαφώς από τα άρθρα 152 παρ. 2 του π.δ. της 14.7/27.7.1999 "Κώδικας Βασικής Πολεοδομικής Νομοθεσίας" (εφεξής Κ.Β.Π.Ν.), 5 παρ. 4 του ν.δ. 1003/1971 "περί ενεργού πολεοδομίας", 2, 3, 30, 32 και 34 και 70 παρ. 1 του ν.δ.
της 17.7/16.8.1923 "περί σχεδίων πόλεων και κωμών", η ρυμοτόμηση ακινήτου (καθορισμός αυτού ως κοινοχρήστου χώρου: οδού, πλατείας, άλσους κλπ.) συνιστά αναγκαστική απαλλοτρίωση του προς εφαρμογή του οικείου σχεδίου πόλεως, η οποία κηρύσσεται από και με τη δημοσίευση στο ΦΕΚ (τ. Δ') του (προεδρικού ή βασιλικού) διατάγματος που εγκρίνει ή τροποποιεί το ρυμοτομικό σχέδιο και όχι με τη σύνταξη της πράξης τακτοποίησης-προσκύρωσης οικοπέδων και αναλογισμού αποζημίωσης, η οποία αποτελεί μέρος της διαδικασίας προσδιορισμού της αποζημίωσης για τη συντέλεση της απαλλοτρίωσης.
Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 29 παρ. 5 συνδ. παρ. 2 Κ.Α.Α.Α. αναγκαστικές απαλλοτριώσεις προς εφαρμογή σχεδίων πόλεων και ανάπτυξη οικιστικών περιοχών που κηρύχθηκαν οποτεδήποτε πριν από την έναρξη ισχύος του εν λόγω Κώδικα, ήτοι πριν από τις 6.5.2001, όπως ορίζεται στο άρθρο δεύτερο του ν. 2882/2001, διέπονται (α') μέχρι τις 6.5.2001 από τους κανόνες που τις ρύθμιζαν μέχρι τότε και (β') από τις 6.5.2001 και εφεξής και "από το σημείο στο οποίο βρίσκονταν μέχρι τότε" από το άρθρο 11 παρ. 2 εδ.
δ' Κ.Α.Α.Α. Επομένως, για πολεοδομικές - ρυμοτομικές απαλλοτριώσεις που κηρύχθηκαν πριν από την 1.2.1971, ισχύουν τα ακόλουθα:
(α) Μέχρι τις 6.5.2001: Οι πολεοδομικές-ρυμοτομικές απαλλοτριώσεις αυτές δεν καταλαμβάνονταν από το άρθρο 11 παρ. 2 εδ. β του ν. δ. 797/1971 και δεν ίσχυε σε αυτές ο εκεί προβλεπόμενος κανόνας της αυτοδίκαιης ανάκλησής τους σε περίπτωση που εντός οκταετίας από την κήρυξή τους δεν καθοριζόταν δικαστικώς ή εξωδίκως η προσωρινή ή οριστική αποζημίωση, σύμφωνα με την αληθή έννοια του άρθρου 2 του ν. 212/1975, όπως αποδόθηκε αυθεντικά με το άρθρο 7 παρ. 2 και παρ. 3 του ν. 653/1977, που έχει ως προς αυτό το χαρακτήρα ερμηνευτικού νόμου.
Επίσης, δεν καταλαμβάνονταν από το άρθρο 36 ν. 1337/1983, το οποίο δεν τις αφορούσε, όπως συνάγεται από τη διατύπωσή του. Ούτε υπάγονταν στον κανόνα του άρθρου 2 παρ. 3 του α.ν. 1731/1939 (β.δ. της 29/30.4.1953), κατά τον οποίον αίρεται αυτοδικαίως η απαλλοτρίωση που δεν συντελέστηκε (με καταβολή ή δημόσια κατάθεση της αποζημίωσης) εντός πενταετίας από την κήρυξή της.
Και αυτό γιατί οι εν λόγω πολεοδομικές-ρυμοτομικές απαλλοτριώσεις εξαιρέθηκαν ρητά από τον κανόνα αυτό με το άρθρο 17 του α.ν. 2003/1939 και με το άρθρο 43 παρ. 4 του α.ν. 1731/1939, κατά τα οποία ως προς τις απαλλοτριώσεις αυτές ισχύουν οι προϋφιστάμενες των ανωτέρω νόμων ειδικές διατάξεις. Τέτοιες διατάξεις είναι οι διαλαμβανόμενες στα άρθρα 1 και 2 του ν. 5269/1931 "περί αδειών οικοδομών των ρυμοτομουμένων ακινήτων", όπως αυθεντικώς ερμηνεύθηκαν με το ν. 1740/1951, που ορίζουν ότι, όταν παρέλθουν άπρακτες οι καθοριζόμενες με αυτές προθεσμίες για τη συντέλεση της απαλλοτριώσεως, χορηγείται η ζητούμενη άδεια για επισκευή ή ανοικοδόμηση του για ρυμοτομία απαλλοτριωθέντος ακινήτου, χωρίς να αίρεται όμως αυτοδικαίως η για την εφαρμογή του σχεδίου επιβληθείσα απαλλοτρίωση και χωρίς να δημιουργείται υποχρέωση της Διοικήσεως για τροποποίηση του ρυμοτομικού σχεδίου προς άρση της απαλλοτριώσεως του συγκεκριμένου ακινήτου.
(β) Από τις 6.5.2001 και εφεξής: Οι πολεοδομικές-ρυμοτομικές απαλλοτριώσεις αυτές διέπονται "από το σημείο στο οποίο βρίσκονταν μέχρι τότε" από το άρθρο 11 παρ. 2 εδ. δ Κ.Α.Α.Α., το οποίο τις εξαιρεί από τη ρύθμιση του άρθρου 11 παρ.2 εδ.α', β' και γ' και από τον εκεί προβλεπόμενο κανόνα της υποχρεωτικώς επερχόμενης άρσεως της απαλλοτρίωσης σε περίπτωση που εντός τετραετίας από την κήρυξή της δεν ασκηθεί αίτηση για το δικαστικό (προσωρινό ή οριστικό) καθορισμό της αποζημίωσης ή δεν καθοριστεί αυτή εξωδίκως.
Εντούτοις και οι εν λόγω πολεοδομικές-ρυμοτομικές απαλλοτριώσεις, που κηρύχθηκαν πριν από την 1.2.1971, εφόσον διατηρούνται χωρίς να καθορίζεται (δικαστικώς ή εξωδίκως) η οικεία (προσωρινή ή οριστική) αποζημίωση και χωρίς να πραγματοποιείται η κατά νόμο συντέλεσή τους (με καταβολή της αποζημίωσης ή με δημόσια κατάθεσή της και δημοσίευση στο ΦΕΚ της οικείας γνωστοποίησης) για μακρό χρονικό διάστημα από την κήρυξή τους, το οποίο, με τις ιδιαίτερες συνθήκες που συντρέχουν σε κάθε περίπτωση, υπερβαίνει, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, τα εύλογα όρια, αποστερούν τον ιδιοκτήτη από το δικαίωμα της ελεύθερης οικονομικής εκμετάλλευσης αυτού και, έτσι, αποτελούν οικονομικό και νομικό βάρος της ιδιοκτησίας που έρχεται σε αντίθεση προς τη συνταγματική προστασία αυτής (άρθρο 17 παρ. 1 του Συντάγματος 1975/1986/2001 και οι συναφείς διατάξεις των προϊσχυσάντων Συνταγμάτων και συνταγματικών κειμένων).
Επομένως, στις περιπτώσεις αυτές ανακύπτει υποχρέωση της Διοικήσεως να άρει τις υπό τις ανωτέρω συνθήκες κηρυσσόμενες και μη συντελούμενες ρυμοτομικές απαλλοτριώσεις, την υποχρέωση δε αυτή δεν αναιρεί το ότι για την άρση της απαλλοτρίωσης απαιτείται τροποποίηση του ρυμοτομικού σχεδίου, για την οποία ο νόμος απαιτεί την τήρηση ορισμένων διατυπώσεων, διότι η ρυμοτομική τροποποίηση προς το σκοπό να αρθεί η απαλλοτρίωση του συγκεκριμένου ακινήτου και να αποδεσμευθεί τούτο είναι υποχρεωτική για τη Διοίκηση.
Τα ανωτέρω ισχύουν τόσο για χρονικό διάστημα μέχρι τις 6.5.2001 όσο και για το χρονικό διάστημα από τις 6.5.2001 και εφεξής, γιατί υπό τις ανωτέρω συνθήκες δεν εφαρμόζεται η καθιερούσα εξαίρεση διάταξη του άρθρου 11 παρ. 2 εδ. δ Κ.Α.Α.Α., ερμηνευόμενη υπό το πρίσμα της διατάξεως του άρθρου 17 παρ. 1 του Συντάγματος. Τέλος, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1 παρ.3, 2 παρ.1 εδ.
α', 22, 23, 30, 32-34, 42-47 του ν.δ. της 17-7-/16.8.1923 "περί σχεδίων πόλεων και κωμών", 1,2,4 και 6 του ν. 5261/1931 "περί αδειών οικοδομής επί ρυμοτομουμένων ακινήτων, 7, 38 και 39 παρ.2 του παραπάνω διατάγματος "περί αναγκαστικών απαλλοτριώσεων", 247, 249 και 251 ΑΚ, σαφώς συνάγεται ότι το δικαίωμα του ιδιοκτήτη ακινήτου να ζητήσει τον δικαστικό καθορισμό της αποζημίωσης του απαλλοτριωθέντος λόγω ρυμοτομίας, έναντι των υπόχρεων ωφελούμενων παρόδιων ιδιοκτητών, γεννάται από τότε που κατέστη αμετάκλητη η απόφαση του Υπουργού (ήδη του Νομάρχη) με την οποία κυρώνεται η πράξη τακτοποίησης και αναλογισμού αποζημίωσης του αρμόδιου Πολεοδομικού Γραφείου και από τότε αρχίζει η παραγραφή της αξίωσης αυτής, η οποία κατά τον Αστικό Κώδικα είναι εικοσαετής.
Αντίθετα, σε περίπτωση ανώμαλης εξελίξεως της συμβάσεως μεταξύ εργολάβου και οικοπέδου σε περίπτωση αμφισβητήσεως της κυριότητας του φερομένου ως οικοπεδούχου επί του οικοπέδου, όπου θα ανεγερθεί η οικοδομή (νομικό ελάττωμα) θα εφαρμοσθούν κατ' αρχήν οι διατάξεις περί αμφοτέρων συμβάσεων, η εφαρμογή των οποίων όμως δεν είναι πάντοτε ευχερής.
Ειδικότερα, σε περίπτωση μερικής ανυπαίτιας αδυναμίας εκπληρώσεως της παροχής, οπότε η μερική απαλλαγή του ενός επιφέρει την μερική απαλλαγή του ετέρου, απαιτείται τροποποίηση της συμβάσεως με μείωση των παραμενόντων στην κυριότητα του οικοπεδούχου διαμερισμάτων ή καταβολή χρηματικού ποσού στον εργολάβο, τα οποία εάν δεν πραγματοποιηθούν η μόνη απομένουσα λύση είναι εκείνη της απαλλαγής αμφοτέρων των μερών.
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 914 επ. ΑΚ περί αδικοπραξιών προκύπτει ότι, για να υπάρξει αδικοπραξία και υποχρέωση του ζημιώσαντος να αποζημιώσει τον παθόντα και περαιτέρω να ικανοποιηθεί η ηθική βλάβη του τελευταίου κατά το άρθρο 932 ΑΚ, προϋποτίθεται ότι η ζημία (θετική ή αποθετική) προκλήθηκε παρά το νόμο (άρθρο 914 ΑΚ) ή από συμπεριφορά αντίθετη προς τα χρηστά ήθη (άρθρο 919 ΑΚ), από πράξη ή παράλειψη, η οποία οφείλεται σε πταίσμα του δράστη, ήτοι σε δόλο ή αμέλεια και ότι υφίσταται αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της πράξης ή της παράλειψης και της ζημίας που επήλθε.
Η ζημία είναι παράνομη, όταν με την πράξη ή την παράλειψη του υπαιτίου προσβάλλεται δικαίωμα ή και απλό συμφέρον του παθόντος, προστατευόμενο από ορισμένη διάταξη νόμου, η οποία παραβιάστηκε, ενώ ως κριτήριο των χρηστών ηθών και συνακόλουθα της αντίθετης προς αυτά συμπεριφοράς λαμβάνονται υπόψη οι ιδέες, που κατά τη γενική αντίληψη του χρηστώς και εμφρόνως σκεπτόμενου μέσου κοινωνικού ανθρώπου επικρατούν σε δεδομένη χρονική περίοδο.
Μόνη η αθέτηση προϋφιστάμενης ενοχής είναι μεν πράξη παράνομη, δεν συνιστά όμως και αδικοπραξία κατά την έννοια των άρθρων 914 επ. ΑΚ. Είναι δυνατό, ωστόσο, μια ζημιογόνα ενέργεια, πράξη ή παράλειψη, με την οποία παραβιάζεται η σύμβαση, να θεμελιώνει συγχρόνως και ευθύνη από αδικοπραξία. Αυτό συμβαίνει όταν η ενέργεια αυτή καθ' εαυτή και χωρίς την προϋπάρχουσα συμβατική σχέση θα ήταν παράνομη, ως αντίθετη στο γενικό καθήκον που επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, να μην προκαλεί κανένας υπαίτια ζημία σε άλλον.
Μόνη επομένως η ύπαρξη νομικού ή πραγματικού ελαττώματος δεν ιδρύει από μόνη της ευθύνη από αδικοπραξία κατά την έννοια των αμέσως παραπάνω αναφερομένων διατάξεων, αφού, χωρίς τη συμβατική σχέση, δεν αποτελεί πράξη παράνομη. Όταν όμως δολίως αποσιωπάται η ύπαρξη του νομικού ή πραγματικού ελαττώματος, τότε συντρέχουν πρόσθετα πραγματικά στοιχεία, τα οποία μαζί με τη συμβατική παράβαση, συνθέτουν το πραγματικό αδικοπραξίας, με τη μορφή της αστικής απάτης (ΑΚ 147, 149).
Πρόκειται δηλαδή για συρροή δύο αξιώσεων, εφόσον η παραπάνω παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του πωλητή αποτελεί αδικοπραξία και χωρίς τη συμβατική σχέση της πώλησης. Από τις δύο αυτές αξιώσεις για αποζημίωση, η πρώτη στηρίζεται στη συμβατική ευθύνη, με βάση τις διατάξεις των τριών πρώτων από τα παραπάνω άρθρα και η δεύτερη στην αδικοπραξία, με βάση τις διατάξεις του τελευταίου των άρθρων αυτών.
Στην περίπτωση δε της συρροής αξιώσεων, που αποβλέπουν στον ίδιο σκοπό, δηλαδή στην ίδια παροχή, είναι δυνατή η παράλληλη άσκηση όλων των αξιώσεων, όχι όμως και η ικανοποίηση όλων, αφού η ικανοποίηση της μίας έχει ως αποτέλεσμα την απόσβεση και των λοιπών, εκτός αν με αυτές ζητείται κάτι περισσότερο, όπως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης από την αδικοπραξία.
Στις σημειούμενες στην αρχή της παρούσης αναιρετικώς ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως με πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις διαλαμβάνεται, ιδία, (α) Με την διατυπούμενη στο .../30-12-1990 συμβόλαιο της συμ/φου Αμαρουσίου Παρασκευής Λαζαράκου προσύμβαση, οι δικαιοπάροχοι της με στοιχ. (ι) ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας και σε εκκαθάριση ομόρρυθμης εταιρείας (στη συνέχεια εργολάβοι) ανέλαβαν την εκτέλεση του έργου της ανεγέρσεως πολυόροφης οικοδομής κατά το γνωστό σύστημα της αντιπαροχής επί οικοπέδου των αρχικώς εναγομένων με την εν λόγω αγωγή (στη συνέχεια οικοπεδούχοι) κειμένου επί της οδού ...
αρ. 76, εντός του ρυμοτομικού σχεδίου του Δήμου Αμαρουσίου, (β) ότι για την εφαρμογή του ρυμοτομικού σχεδίου του Δήμου Αμαρουσίου, το οποίο εγκρίθηκε με το από 3-9-1936 διάταγμα, με βάση το οποίο εκδόθηκε η 66/1949 πράξη προσκυρώσεως τακτοποιήσεως και αναλογισμού αποζημιώσεως λόγω ρυμοτομίας της Διευθύνσεως, που κυρώθηκε με την 419063/1950 απόφαση της Διευθύνσεως Πολεοδομίας Αθηνών, απαλλοτριώθηκε αναγκαστικά λόγω ρυμοτομίας η περιγραφόμενη στην εν λόγω πράξη αναλογισμού εδαφική έκταση (γ) ότι ειδικότερα ο δικαιοπάροχος των οικοπεδούχων Σ.
Φ. υποχρεώθηκε να αποζημιώσει (αα) τον Δήμο Αμαρουσίου για τμήμα 201,60 τ.μ., το οποίο περιήλθε στην κυριότητά τους με την διατυπούμενη στο .../1983 συμβόλαιο της συμ/φου Αμαρουσίου Παρασκευής Λαζαράκου σύμβαση και (ββ) την Α. Μ., ιδιοκτήτρια ομόρου οικοπέδου για εδαφική λωρίδα, κατά μήκος της βόρειας πλευράς του οικοπέδου του, εκτάσεως 39,40 τ.μ., λόγω προσκυρώσεως στην ιδιοκτησία τους και για έκταση 205 τ.μ., λόγω ρυμοτομίας, (δ) ότι λόγω μη προσδιορισμού και καταβολής της οφειλόμενης αποζημιώσεως στην Α.
Μ., κυρία του ρυμοτομούμενου ακινήτου, και την δικαιοδόχο αυτής από το έτος 1989 Δ. Κ., η ρυμοτομούμενη έκταση αυτού των 205 τ.μ., και η προσκυρούμενη έκταση των 39,40 τ.μ. συμπεριλαμβάνοντο στα όρια της ιδιοκτησίας της τελευταίας, η οποία διαχωριζόταν με πέτρινο τοίχο και συρματόπλεγμα από εκείνη των οικοπεδούχων, (ε) ότι οι τελευταίοι γνώριζαν τούτο, οι οποίοι με την προσύμβαση υποσχέθηκαν και εγγυήθηκαν παράλληλα (άρθρο 19.1) ότι το οικόπεδό τους είναι ελεύθερο παντός βάρους, και ειδικότερα από ρυμοτομία και προσκύρωση, και παντός εν γένει νομικού ελαττώματος, λόγο για τον οποίο ανέθεσαν στους εργολάβους να συντάξουν το τοπογραφικό και να προσδιορίσουν το εμβαδόν του ακινήτου με βάση τα φυσικά αυτού όρια, (στ) ότι πριν από την υπογραφή της προσυμβάσεως ο αρχιτέκτονας των εργολάβων Δ.
Α. συνέταξε το από Νοεμβρίου 1990 τοπογραφικό διάγραμμα, το οποίο προσαρτήθηκε στο συνταχθέν προς τούτο στη συνέχεια συμβόλαιο και υπογράφηκε από τους οικοπεδούχους, (ζ) ότι στο εν λόγω τοπογραφικό διάγραμμα το εμβαδόν του οικοπέδου προσδιορίζεται σε 1629,45 τ.μ., συμπεριλαμβανομένης και της προσκυρούμενης εκτάσεως των 39,40 τ.μ., η πράξη αναλογισμού της οποίας παραδόθηκε με τους λοιπούς τίτλους στους εργολάβους και το μηχανικό τους, (η) ότι ακολούθως οι εργολάβοι υπέβαλαν στο όνομα της δικαιοδόχου της αναιρεσείουσας ομόρρυθμης εταιρείας, της οποίας είναι τα μόνα ομόρρυθμα μέλη, την από 30-9-1992 αίτηση για την έκδοση της οικοδομικής άδειας με βάση το εν λόγω τοπογραφικό διάγραμμα, η οποία δεν χορηγήθηκε ύστερα από ενέργειες της κυρίας του ομόρου ακινήτου Δ.
Κ., στην οποία δεν είχε καταβληθεί η αποζημίωση για το ρυμοτούμενο τμήμα του οικοπέδου της των 205 τ.μ. και της προσκυρούμενης εκτάσεως των 39,40 τ.μ., η οποία, όπως προαναφέρθηκε, περιλαμβανόταν στο τοπογραφικό διάγραμμα, (θ) ότι ύστερα από ανεπιτυχείς προσπάθειες συμβιβαστικής επιλύσεως της διαφοράς μεταξύ οικοπεδούχων - εργολάβων και της Δ.
Κ., οι οικοπεδούχοι υπέβαλαν την από 28-6-1993 αίτηση για καθορισμό προσωρινής τιμής μονάδος αποζημιώσεως, κατά παραδοχή της οποίας εκδόθηκε η 1223/1995 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και στη συνέχεια η 741/1997 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που επικυρώθηκε με την 6627/1999 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε προσφυγή της Δ.
Κ. για καθορισμό οριστικής τιμής μονάδος αποζημιώσεως κατά παραδοχή σχετικής περί παραγραφής ενστάσεως των κατά την δίκη εκείνη καθών οικοπεδούχων και σε συνέπεια με την παραδοχή της ότι παρήλθε εικοσαετία από τότε που κατέστη αμετάκλητη η πράξη αναλογισμού αποζημιώσεως (1950) έως την άσκηση της προσφυγής (1995) και (ι) ότι ήταν δυνατή η έκδοση οικοδομικής αδείας με βάση νέο τοπογραφικό, χωρίς να συμπεριλαμβάνεται η προσκυρούμενη εδαφική λωρίδα των 39,40 τ.μ., η οποία και τελικά εκδόθηκε, με αριθμό .../25-10-2010, όταν οι οικοπεδούχοι ανέθεσαν την εκτέλεση του έργου στην εργολήπτρια κοινοπραξία "Π.Λ. - Π.
Σ." που ανήγειρε την οικοδομή, χωρίς την προσκυρωτέα λωρίδα. Κατά την προσήκουσα, με βάση τις αμέσως παραπάνω σημειούμενες νομικές παραδοχές, αξιολόγηση των με στοιχ. (α) - (θ) αιτιολογιών της προσβαλλομένης αποφάσεως (α1) η ανακύψασα διαφορά προκλήθηκε κατά την έναρξη εκτελέσεως του αναληφθέντος από τους εργολάβους έργου της ανεγέρσεως οικοδομής κατά το γνωστό σύστημα της αντιπαροχής επί οικοπέδου των οικοπεδούχων, οι σχέσεις των οποίων διέπονται κατά τούτο από τις περί συμβάσεως έργου διατάξεις, (β1) η καθυστέρηση ανταποκρίσεως των οικοπεδούχων στη συμβατική τους υποχρέωση προσδιορισμού και καταβολής της αποζημιώσεως για το ρυμοτομούμενο τμήμα του ομόρου ακινήτου, επιφάνειας 205 τ.μ., με την πληρωμή του οποίου εβαρύνοντο οι ίδιοι, ως ωφελούμενοι κύριοι, έχει ως συνέπεια την περιέλευση αυτών σε υπερημερία δανειστή μέχρι την άρση του βάρους αυτού και αποκατάσταση του πραγματικού αυτού ελαττώματος με την διατυπωθείσα δικαστική κρίση περί παραγραφής της κατ' αυτών αξιώσεως της κυρίας του ρυμοτούμενου ακινήτου, δικαιούμενοι εντεύθεν οι εργολάβοι και η δικαιοδόχος αυτών αναιρεσείουσα εταιρεία την προβλεπόμενη από το άρθρο 358 ΑΚ περιορισμένης εκτάσεως αποζημίωση των δαπανών από την υπερημερία, αντί της φερόμενης προς διάγνωση αξιώσεως τους αποθετικής ζημίας ισόποσης προς το διαφυγόν τους κέρδος το οποίο θα τους επέφερε η εκτέλεση του έργου δοθέντος ότι στο μεταξύ δεν είχε υποβληθεί αίτημα άρσεως της απαλλοτριώσεως, και (γ1) ότι βάρος αποτελεί και η κατά νόμο υποχρέωσή τους για καταβολή της αποζημιώσεως για την προσκυρούμενη έκταση των 39,40 τ.μ., που οδηγεί σε έλλειψη κυριότητας (νομικό ελάττωμα).
Η παράλληλη όμως παραδοχή της προσβαλλόμενης αποφάσεως ότι οι οικοπεδούχοι ανέθεσαν στους εργολάβους να συντάξουν το τοπογραφικό, με βάση το οποίο εκδίδεται η οικοδομική άδεια και να προσδιορίσουν το εμβαδόν του οικοπέδου τους με βάση τα φυσικά όρια αυτού (διαχωριστικός πέτρινος τοίχος και συρματόπλεγμα), χωρίς επομένως την πέραν αυτών προσκυρούμενη έκταση του ομόρου ακινήτου, ώστε να εμπίπτει στο πραγματικό της κατά το άρθρο 19.1 της προσυμβάσεως συμβατικής του υποχρεώσεως, δικαιολογεί το καταληκτικό αυτής αποδεικτικό πόρισμα ότι ουδεμία βαρύνει αυτούς κατά τούτο υπαιτιότητα, ως και τους εργολάβους για την αποδιδόμενη εις εκείνους με την με στοιχ. (ιι) αγωγή των οικοπεδούχων αδικοπραξία, συνισταμένη στο ότι συμπεριέλαβαν στο οικόπεδό τους και την προσκυρούμενη έκταση των 39,40 τ.μ., με αποτέλεσμα να παραβιάζεται η οικοδομική γραμμή και να εμφανίζονται εντός της εν λόγω εκτάσεως οι θέσεις σταθμεύσεως της οικοδομής, ώστε να μη είναι δυνατή η έκδοση της οικοδομικής άδειας, αγωγικό ισχυρισμό στον οποίο θεμελιώνουν τις αξιώσεις τους θετικής και αποθετικής ζημίας και χρηματικής ικανοποιήσεως, με άμεση κατά νόμο συνέπεια της μερικής ανυπαίτιας αδυναμίας εκπληρώσεως της παροχής αμφοτέρων των συμβαλλόμενων μερών την απαλλαγή τους.
Επομένως τα εν λόγω με στοιχ. (α) - (θ) πραγματικά περιστατικά δικαιολογούσαν την κατ' ορθή εφαρμογή των αμέσως παραπάνω σημειούμενων διατάξεων απόρριψη της με στοιχ. (ι) αγωγής ως κατ' ουσίαν αβάσιμης κατά την θεμελίωσή της στη σύμβαση και την αποδιδόμενη αδικοπραξία, ορθό κατ' αποτέλεσμα διατακτικό στο οποίο κατέληξε η προσβαλλόμενη απόφαση με εσφαλμένες αιτιολογίες και εφαρμογή των περί πωλήσεως διατάξεων, χωρίς να δικαιολογείται στο πρόσωπο της αναιρεσείουσας έννομο συμφέρον για την αναίρεση της εν λόγω εσφαλμένης αιτιολογίας, εφόσον δεν δημιουργείται από αυτήν δυσμενές για εκείνη δεδικασμένο (ΚΠολΔ 578).
Επομένως οι προβαλλόμενες αναιρετικές αιτιάσεις από το άρθρο 559 αρ.1 (1ος λόγος του κυρίου δικογράφου και πρόσθετος λόγος, 3ος, 5ος και 6ος ) και αρ.19 (1ος και 3ος λόγος) ΚΠολΔ, με την έννοια της ευθείας και εκ πλαγίου των άρθρων 914 επ., 147 ΑΚ (1ος λόγος του κυρίου δικογράφου και πρόσθετος λόγος), 330, 335, 362, 363 ΑΚ (3ος λόγος), 550, 537, 540 εδ. 2, 543, 544 ΑΚ (5ος λόγος) και 513, 516, 380, 382 ΑΚ (6ος λόγος), ελέγχονται ως αβάσιμες.
Οι με στοιχ. (α) - (θ) αιτιολογίες της προσβαλλόμενης αποφάσεως, που δεν πλήττονται επιτυχώς, στηρίζουν αυτοτελώς το ορθό κατ' αποτέλεσμα διατακτικό της, με άμεση δικονομική συνέπεια οι διατυπούμενες με τους λοιπούς λόγους αναιρετικές αιτιάσεις από το άρθρο 559 αρ.1 (4ος , 7ος λόγος), αρ. 8 (4ος λόγος) και 19 (4ος λόγος) ΚΠολΔ, με τις οποίες προσβάλλεται η παράλληλη αιτιολογία της ότι ήταν νόμιμη η έκδοση οικοδομικής άδειας, χωρίς την προσκυρούμενη έκταση των 39,40 τ.μ., αρνητικά να αξιολογούνται, προεχόντως ως αλυσιτελείς. 2) Με στοιχ.
Β αίτηση αναιρέσεως, με αναιρεσείοντες τους με στοιχ. (ΙΙ) εκκαλούντες - (ι) εναγόμενους, επικουρικά και για την περίπτωση που γίνει δεκτή η με στοιχ.(Ι) έφεση της ήδη αναιρεσίβλητης και προσβαλλόμενο το με στοιχ. (ι) κεφάλαιο της αποφάσεως. Η εν λόγω αίτηση αναιρέσεως ασκείται επικουρικά, για την περίπτωση παραδοχής της με στοιχ.
Α' αιτήσεως αναιρέσεως της αναιρεσίβλητης, μετά την απόρριψη της οποίας αλυσιτελής καθίσταται η έρευνα της με στοιχ. Β' ένδικης αιτήσεως. Συνακόλουθα αυτών πρέπει να απορριφθούν οι ένδικες αιτήσεις αναιρέσεως, με κατανομή των δικαστικών εξόδων κατά τον λόγο της κατ' ίσο μέρος νίκης και ήττας εκάστου των διαδίκων μερών και ολικό εντεύθεν συμψηφισμό τους (ΚΠολΔ 183, 178 παρ.1).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει και απορρίπτει τις χαρακτηριζόμενες με στοιχ. Α 1092/27-10-2010, με τον με ιδιαίτερο 102/5-5-2011, δικόγραφο πρόσθετο αυτής λόγο, και Β 1216/2-12-2010 αιτήσεις για αναίρεση της αυτής, 3571/30-6-2010, αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και Συμψηφίζει στο σύνολό τους τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Μαρτίου 2013.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Μαρτίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ