Legislator Case Law & Legislation
559/2012 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against final judgment for lack of legal basis and failure to consider evidence.

Case Number 559/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to annul the final judgment of the Court of Appeal in a property inheritance dispute. The appellant argued the lower court lacked a legal basis for its decision and failed to consider specific sworn testimony regarding land ownership. The court rejected these claims, finding the lower court's reasoning sufficient and confirming that the disputed evidence had been duly taken into account.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559 no. 19, Art. 559 no. 11 para. 3 of the Code of Civil Procedure; An appeal for annulment is inadmissible if the lower court's reasoning is adequate and all presented evidence was properly considered.

Keywords

AI generated
annulment appeal legal basis defect evidence consideration property inheritance sworn testimony Code of Civil Procedure final judgment

Cited Legislation

AI generated
Art. 559 no. 19 of the Code of Civil Procedure
Art. 559 no. 11 para. 3 of the Code of Civil Procedure
Art. 128 para. 4 of the Code of Civil Procedure
Art. 335 of the Code of Civil Procedure
Art. 338 of the Code of Civil Procedure
Art. 339 of the Code of Civil Procedure
Art. 340 of the Code of Civil Procedure
Art. 346 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 559 / 2012 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 559/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Ερωτόκριτο Καλούδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Δεκεμβρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Α. συζ. Σ. Α., το γένος Α. Μ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Χριστογεώργη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.

Των αναιρεσίβλητων: 1. Ι. Μ. του Β., 2. Α. χας Γ. Μ., 3. Α. Μ. του Γ., 4. Β. Μ. του Γ. και 5. Κ. Μ. του Γ., ως κληρονόμων του αρχικώς αποβιώσαντος διαδίκου Γ. Μ. του Β., κατοίκων ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-4-1992 αγωγή του Ι. και Γ. Μ., που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κορίνθου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 278/1997 μη οριστική, 88/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 121/2006 του Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 26-3-2009 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ερωτόκριτος Καλούδης ανέγνωσε την από 28-11-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Από τις εκθέσεις επίδοσης 8199Β, 8200 Β, 8201Β, 8202Β και 8203 Β/10.2.2011 του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ..., η τελευταία των οποίων λόγω θυροκόλλησης συνοδεύεται από την από 10.2.2011 απόδειξη και την από 11.2.2011 βεβαίωση του άρθρου 128 παρ. 4 ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι, ύστερα από έγγραφη παραγγελία του πληρεξούσιου δικηγόρου της αναιρεσείουσας που επισπεύδει τη συζήτηση, ακριβές αντίγραφο της ένδικης, από 26.3.2009, αίτησης αναίρεσης κατά της οριστικής απόφασης 121/2006 του Εφετείου Ναυπλίου, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς εμφάνιση κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (της 7.12.2011), επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στους αναιρεσιβλήτους, οι οποίοι δεν εμφανίστηκαν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε κατά τη σειρά του οικείου πινακίου, ούτε υπέβαλαν έγγραφη δήλωση για παράστασή τους στο ακροατήριο κατά τη διάταξη του άρθρου 128 παρ. 4 ΚΠολΔ.

ΙΙ. Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, όταν στο αιτιολογικό , που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και, έτσι, δεν μπορεί να ελεχθεί, αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε τα εξής: "Το επίδικο ακίνητο βρίσκεται εντός του προϋφιστάμενου του έτους 1923 οικισμού του χωριού Πιτσά Κορινθίας και στη θέση "Γκομοράδες - Δημέϊκα - Φώκου", έχει εμβαδά 1.332,40 τ.μ., είναι ακάλυπτο δενδροπερίβολο, άρτιο και οικοδομήσιμο κατά την παρ. 1 του άρθρου 5 του π.δ.

της 24.4/3-5-1985 και συνορεύει με ιδιοκτησίες ανατολικώς Δ. Β., βορείως Α. Δ., Β. Χ. Κ. και Η. Β. Δ., δυτικώς Β. συζ. Α. Π. και νοτίως Α. Δ.. Νομέας και κάτοχος αυτού από του έτους 1900 περίπου και μέχρι του θανάτου της κατά την 20-3-1955 και ένεκα αυτού καταστάσα κυρία του με έκτακτη χρησικτησία κατά τις διατάξεις των άρθρων 65 εδ.

β' του ΕισΝΑΚ και των νόμων 8 παρ. 1 Κωδ. (7.39), 9 παρ.1 Βασ (5014), 2 παρ. 20 Πανδ. (41.4), 6 Πανδ. (44.3), 76 παρ.1 Πανδ. (18.1) και 7 παρ. 3 Πανδ. (23.3) αφού επί πεντηκονταπενταετία περίπου προ του θανάτου της και καθ' όλο το διάστημα, που μεσολάβησε μέχρι αυτού (θανάτου της), ασκούσε σε ολόκληρη την έκταση του, πράξεις φυσικής εξουσιάσεώς του, όπως συνεχή καλλιέργεια του, συλλογή των καρπών του και επίβλεψη του, με την άδολη και ειλικρινή πεποίθηση, ότι με τη κτήση .της νομής του δεν προσέβαλε κατ' ουσίαν το δικαίωμα του κυρίου και χωρίς να ενοχληθεί ή παρεμποδισθεί ποτέ από κανέναν, ήταν η Α.

χα Γ. Μ.. Η τελευταία κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τα τέκνα της, εκ του νομίμου γάμου της με τον Γ. Μ., α) Β. Γ. Μ., πατέρα των αρχικών εναγόντων, β) Α. Γ. Μ., πατέρα της εναγομένης, γ) Α. χα Γ. Κ. το γένος Γ. Μ., δ) Μ. συζ. Π. Φ. το γένος Γ. Μ. και ε) Σ. συζ. Γ. Δ. το γένος Γ. Μ., ως τους μόνους κληρονόμους της. Ένεκα τούτου το ανωτέρω ακίνητο περιήλθε σε καθένα των τέκνων της αυτών κατά το ποσοστό του 1/5 εξ αδιαιρέτου.

Οι εκ των κληρονόμων αυτών Α. Μ. και Σ. συζ. Γ. Δ. αποδέχθηκαν την κληρονομιά της εν λόγω μητέρας τους κατά το ανωτέρω ποσοστό δυνάμει των νομίμως μεταγραφεισών υπ' αριθμ. .../28-3-1974 και .../6-5-1988 δηλώσεων τους ενώπιον των συμβολαιογράφων Ξυλοκάστρου αντιστοίχως Γεωργίου Α. Φελούκα και Νικ. Καρούκη, με αποτέλεσμα να καταστούν συγκύριοι του κληρονομιαίου αυτού επιδίκου ακινήτου κατά το 1/5 εξ αδιαιρέτου έκαστος, ως αποκτήσαντες αιτία κληρονομικής διαδοχής από την αληθή του κυρία ως άνω μητέρα τους.

Επίσης συγκύριος του επιδίκου από την ίδια αυτή αιτία και κατά το ανωτέρω ποσοστό του 1/5 εξ αδιαιρέτου, κατέστη και ο Β. Γ. Μ., καθ' όσον την κληρονομία της μητέρας του αυτής την αποδέχθηκαν για λογαριασμό του μετά τον κατά 17-11-1966 θάνατο του οι αρχικοί ενάγοντες υιοί του και εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του δυνάμει της νομίμως μεταγραφείσης υπ' αριθμ. .../31-8-1989 δηλώσεως τους ενώπιον του ως άνω συμβολαιογράφου Ξυλοκάστρου Ν.

Καρούκη. Οι δ' επίσης συγκληρονόμοι των ανωτέρω και αδελφές τους Α. χα Γ. Κ. το γένος Γ. Μ. και Μ. συζ. Π. Φ. το γένος Γ. Μ. δυνάμει του νομίμως μεταγραφέντος υπ' αριθμ. .../4-2-1979 συμβολαίου του ως άνω συμβολαιογράφου Ξυλοκάστρου Ν. Καρούκη, ενόψει επικείμενης διανομής του επιδίκου, δήλωσαν νομίμως προς τον συγκληρονόμο αδελφό τους Α.

Γ. Μ. και επίσης τους κληρονόμους του ετέρου αδελφού τους Β. Μ. του Γ. αρχικούς ενάγοντες Ι. Β. Μ., Γ. Β. Μ. και Α. χα Β. Μ., ότι ως προικισθείσες από την ανωτέρω κληρονομούμενη μητέρα τους, επιλέγουν αντί της συνεισφοράς των προικώων τους τη ληφθείσα προίκα τους και αρκούνται σε αυτήν και επί πλέον, ότι παραιτούνται, προδήλως υπό την έννοια ότι δεν επιθυμούν να μετάσχουν της διανομής του επικοίνου, του κληρονομικού τους μεριδίου επ' αυτού υπέρ των ανωτέρω αδελφών τους Α.

Γ. Μ. και Β. Γ. Μ., ώστε τούτο να περιέλθει ισομερώς σε αυτούς. Η τοιαύτη δήλωση τους περιήλθε στον ανωτέρω αδελφό τους και πατέρα της ενάγουσας, γεγονός που αποδεικνύεται από το ότι αυτή δεν το αρνείται ειδικώς με συνέπεια να συνάγεται εκ τούτου ομολογία της για το περιστατικό αυτό (ΚΠολΔ 261 εδ. β') και επίσης στους ανωτέρω κληρονόμους του ετέρου αδελφού τους (αρχικούς ενάγοντες και μητέρα τους), όπως και αυτό αποδεικνύεται από το ανωτέρω συμβόλαιο, στο οποίο σαφώς τούτο διαλαμβάνεται, και είχε-ανεξαρτήτως αν εγένετο αποδεκτή η δήλωση τους αυτή από τους ανωτέρω-ως συνέπεια την προσαύξηση του μεριδίου τους επί του επικοίνου.

Η δ' επίσης ως άνω ετέρα συγκληρονόμος Σ. συζ. Γ. Δ. το γένος Γ. Μ. με το νομίμως μεταγεγραμμένο υπ' αριθμ. .../6-5-1988 δωρητήριο συμβόλαιο του ίδιου ως άνω συμβολαιογράφου Ξυλοκάστρου Νικολάου Καρούκη, δώρισε το προαναφερόμενο κληρονομικό της μερίδιο στους αρχικούς ενάγοντες Ι. Μ. του Β. και Γ. Μ. του Β.. Οι δε τελευταίοι με τη νομίμως μεταγεγραμμένη ως άνω υπ' αριθμ. .../31 -8-1989 δήλωση τους ενώπιον του αμέσως ανωτέρω συμβολαιογράφου απεδέχθησαν, ως μόνοι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι τους, την κληρονομιά του-όπως προαναφέρθηκε-αποβιώσαντος κατά την 27-11-1966 πατέρα τους Β.

Μ. του Γ. και επίσης της αποβιώσασας κατά την 28-1-1984 μητέρας τους Α. συζ. Β. Μ., επίσης συγκληρονόμου τους στην κληρονομιά του ως άνω πατέρα τους. Εν τω μεταξύ ο εκ των ανωτέρω συγκληρονόμων και συγκύριος του εν λόγω ακινήτου Α. Μ. του Γ. (πατέρας της εναγομένης), δυνάμει του νομίμως μεταγραφέντος υπ' αριθμ. .../28-3-1974 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Ξυλοκάστρου Γεωργίου Α.

Φελούκα μεταβίβασε κατά κυριότητα, νομή και κατοχή αιτία γονικής παροχής, κατά την έννοια της τότε ισχύουσας διατάξεως του άρθρου 1499 του ΑΚ, στην εναγομένη τμήμα εμβαδού 200 τ.μ. από το μερίδιο του επί του επίδικου ακινήτου, το οποίο αυτή θα ελάμβανε, όπως ορίζεται στο συμβόλαιο αυτό, μετά τη διανομή του όλου ακινήτου.

Μετά δε τον επισυμβάντα κατά την 4-5-1981 θάνατο του ως άνω συγκληρονόμου και πατέρα της εναγομένης (Α. Μ. του Γ.) το υπόλοιπο τμήμα του ακινήτου αυτού, που αναλογούσε στο ως άνω κληρονομικό του μερίδιο, περιήλθε αιτία εκ διαθήκης κληρονομικής διαδοχής, δυνάμει της από 16-3-1980 ιδιογράφου διαθήκης του, που δημοσιεύθηκε με τα υπ' αριθμ. 136/27-5-1981 πρακτικά του αρμοδίου Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου, στην εναγομένη θυγατέρα του, η οποία με τη νομίμως μεταγραφείσα υπ' αριθμ. 13.666/7-2-1991 δήλωση της ενώπιον του συμβολαιογράφου Δερβενίου Πέτρου Ανδρικοπούλου αποδέχθηκε την τοιαύτην κληρονομιά του.

Έτσι, με βάση τις ανωτέρω διαδοχές οι μεν αρχικοί ενάγοντες κατέστησαν συγκύριοι του επίδικου ακινήτου κατά το ποσοστό του 1/3 ή των 8/24 εξ αδιαιρέτου έκαστος, η δ' εναγομένη επίσης κατά το ποσοστό του 1/3 ή των 8/24 εξ αδιαιρέτου, όπως επομένως κατ' ουσίαν βασίμως ισχυρίζονται οι ενάγοντες. Περαιτέρω από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδεικνύεται, ότι ο ανωτέρω πατέρας της εναγομένης Α.

Μ. του Γ. από του ως άνω, κατά την 20-3-1955, θανάτου της μητέρας αυτού και των άλλων συγκληρονόμων αδελφών του Α. συζ. Γ. Μ., μέχρι του θανάτου του κατά την 4-5-1981, ασκούσε στο επίδικο πράξεις φυσικής εξουσιάσεώς του, όπως καλλιέργεια των δένδρων του, συλλογή των καρπών του και εν γένει γεωργική εκμετάλλευση του, όχι για δικό του και μόνο λογαριασμό και έχοντας γνωστοποιήσει καθ' οιονδήποτε τρόπο τη θέληση του αυτή στους άλλους συγκληρονόμους του, όπως αβασίμως κατ' ουσίαν ισχυρίζεται η εναγομένη, αλλά επ' ονόματι και για λογαριασμό και τούτων (λοιπών συγκληρονόμων του).

Τούτο αποδεικνύεται ιδίως από το ότι αυτός (Α. Μ. του Γ.) με τη νομίμως μεταγραφείσα υπ' αριθμ. .../28-3-1974 δήλωση του ενώπιον του συμβολαιογράφου Ξυλοκάστρου Γεωργίου Α. Φελούκα, ρητώς αποδέχθηκε και αναγνώρισε κατά το χρόνο αυτόν, ότι το επίδικο ακίνητο περιήλθε σε αυτόν αιτία της προαναφερόμενης κληρονομικής διαδοχής και μόνο κατά το 1/5 εξ αδιαιρέτου.

Αποδεικνύεται επίσης από το ότι, όπως προαναφέρθηκε, με το υπ' αριθμ. .../28-3-1974 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Ξυλοκάστρου Γεωργίου Α. Φελούκα, μεταβίβασε κατά κυριότητα, νομή και κατοχή αιτία γονικής παροχής, κατά την έννοια της τότε ισχύουσας διατάξεως του άρθρου 1499 του ΑΚ, στην εναγομένη τμήμα εμβαδού 200 τ.μ.

από το μερίδιο του επί του επίδικου ακινήτου, το οποίον αυτή θα ελάμβανε, όπως ορίζεται στο συμβόλαιο αυτό μετά τη διανομή του όλου ακινήτου. Αποδεικνύεται ακόμη από το ότι ο εν λόγω Α. Μ. του Γ. με την ως άνω από 16-3-1980 ιδιόγραφη διαθήκη του κατέλιπε στην εναγομένη το υπόλοιπο του μεριδίου του στο επίδικο ακίνητο.

Στις υπό το ανωτέρω περιεχόμενο πράξεις αυτές όμως δεν υπήρχε κανένας λόγος να προβεί ο ανωτέρω άμεσος δικαιοπάροχος της, αν πράγματι, όπως ισχυρίζεται η εναγομένη, από του έτους 1945 του το είχε δωρίσει ατύπως η ανωτέρω μητέρα του και έκτοτε μόνος του μέχρι τις 28-3-1974, μαζί δε με την εναγομένη έκτοτε και μέχρι τις 16-3-1980 και περαιτέρω μέχρι του θανάτου του κατά την 4-5-1981, αυτός και στη συνέχεια η εναγομένη το νέμονταν και το κατείχαν διάνοια κυρίου έχοντας γίνει έτσι κύριοι, με προσμέτρηση στη νομή της εκείνη του πατέρα της η εναγομένη, αυτού με έκτακτη χρησικτησία (ΑΚ 1045 1051).

Η κρίση αυτή ενισχύεται α) από το αποδεικνυόμενο, από τις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες υπ' αυτών σχετικές αποδείξεις πληρωμής, γεγονός, ότι οι αρχικοί ενάγοντες, ως κληρονόμοι του πατέρα τους Β. Μ. κατέβαλαν στον ΤΟΕΒ Πιτσών τις αναλογούσες σ' αυτούς οφειλές τους για την από τον οργανισμό αυτό άρδευση του επίδικου ακινήτου τουλάχιστον από του έτους 1979 και εντεύθεν μέχρι την άσκηση της αγωγής, β) από τα κατατιθέμενα από το μάρτυρα των εναγόντων και συγγενή των διαδίκων Β.

Φ., ότι ο πατέρας των αρχικών εναγόντων του είχε παραχωρήσει τμήμα του επιδίκου και αυτός το καλλιέργησε και φύτευσε φυτώρια κατά τα έτη 1958 έως 1959 και επίσης, ότι πριν φύγει το φύτευσε με λεμονιές κατ' εντολή του ως άνω πατέρα των αρχικών εναγόντων, ως και ότι ο πατέρας της εναγομένης Α. Μ. καλλιεργούσε μόνο το ανατολικό τμήμα του επιδίκου, στο οποίο είχε φυτεύσει λεμονιές και γ) από το οτι οι επιμέλεια της εναγομένης εξετασθέντες μάρτυρες κατέθεσαν μεν ότι έβλεπαν ότι το επίδικο το καλλιεργούσε ενόσω ζούσε ο πατέρας της και μετά το θάνατο αυτού η εναγομένη, δεν κατέθεσαν όμως περαιτέρω συγκεκριμένα περιστατικά, από τα οποία σαφώς να αναιρούνται τα ανωτέρω ως αποδεικνυόμενα γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά και να μπορεί να στηριχθεί κρίση, ότι ο πατέρας της και η εναγομένη ρητώς ή και σιωπηρώς είχαν δηλώσει τη βούληση τους και αυτή είχε περιέλθει στους αντιδίκους της να νέμονται το επίδικο για δικό τους αποκλειστικά λογαριασμό και μάλιστα κατά το ορισμένο χρονικό διάστημα που απαιτείται για τη κτήση της κυριότητας με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία.

Το δε περαιτέρω αποδεικνυόμενο γεγονός, ότι ο πατέρας της εναγομένης είχε καταμηνύσει στις 11-1-1979 τον αρχικό ενάγοντα Ι. Μ. για αγροτική κλοπή δέκα (10) κιλών λεμονιών και δέκα πέντε (15) κιλών πορτοκαλιών, για την οποία ο τελευταίος αθωώθηκε με την υπ' αριθμ. 9/1979 απόφαση του Πταισματοδικείου Δερβενίου, και επίσης στις 8-4-1964 τη συγκληρονόμο αδελφή του Σ.

συζ. Γ. Δ. για αυτοδικία, συνισταμένη στο ότι εισήλθε στο επίδικο και επιχείρησε να το καλλιεργήσει, πράξη για την οποία και αυτή αθωώθηκε με την υπ' αριθμ. 110/1964 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Κορίνθου (που συνεδρίασε στο Δερβένι), ενόψει των προεκτεθεισών ενεργειών του δεν αναιρούν τα ως άνω γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα, ότι αυτός καλλιεργούσε το επίδικο ακίνητο επ' ονόματι και για λογαριασμό και των λοιπών συγκληρονόμων του.

Σημειωτέον μάλιστα, ότι η ανωτέρω αδελφή του απολογούμενη στο ανωτέρω Μονομελές Πλημμελειοδικείο ρητώς δήλωσε, ότι ενήργησε ως διεκδικούσα δικαίωμα κυριότητας στο επίδικο, ενισχυομένης και εκ τούτου της ανωτέρω κρίσεως του Δικαστηρίου τούτου, ότι ουδέποτε οι ανωτέρω συγκληρονόμοι του δικαιοπαρόχου της εναγομένης παραιτήθηκαν του δικαιώματος της κυριότητας τους στο επίδικο ακίνητο".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο κατέληξε στην κρίση, ότι οι αρχικώς ενάγοντες Ι. Β. Μ. (και ήδη πρώτος από τους αναιρεσιβλήτους) και Γ. Β. Μ. (στη θέση του οποίου, μετά το θάνατό του στις 30.1.2000, υπεισήλθαν ως μόνοι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του οι λοιποί αναιρεσίβλητοι) έγιναν συγκύριοι του επίδικου οικοπέδου κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου ο καθένας με παράγωγο τρόπο, που αποτελούσε την κύρια βάση της ένδικης αγωγής, εφόσον αποδέχτηκαν την κληρονομία των γονέων τους και μετέγραψαν την περί αποδοχής της κληρονομίας αυτής συμβολαιογραφική πιο πάνω - .../31.8.1989 - πράξη και μεταβιβάστηκε σ' αυτούς το κληρονομικό δικαίωμα των συγκληρονόμων αδελφών τους με τα πιο πάνω - .../4.2.1979 και .../6.5.1988 - συμβόλαια, που έχουν νόμιμα μεταγραφεί (άρθρα 367, 1942, 1955, 1192 αριθ. 1, 1193, 1195, 1196, 1197, 1198 και 1199 ΑΚ), ακολούθως δε έκρινε, ότι η ένδικη περί διανομής του επίδικου ακινήτου αγωγή των αναιρεσιβλήτων πρέπει να γίνει δεκτή ως βάσιμη και κατ' ουσίαν και απέρριψε την έφεση της ήδη αναιρεσείουσας εναγομένης κατά της εκκαλούμενης απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, το οποίο είχε εκφέρει όμοια κρίση.

Έτσι, που έκρινε το Εφετείο, περιέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες καθ' όσον αφορά την παραδοχή της αγωγής, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων του ΑΚ που αναφέρθηκαν. Αναφορικά με τις επί μέρους αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, το Εφετείο με σαφήνεια δέχτηκε, ότι η καλλιέργεια και εκμετάλλευση του επιδίκου από τον πατέρα της γινόταν "όχι για δικό του και μόνο λογαριασμό...

αλλά επ' ονόματι και για λογαριασμό και των λοιπών - πιο πάνω - συγκληρονόμων του". Δεν αποτελεί δε αντίφαση η αιτιολογία "ότι ο πατέρας της - της εναγομένης - είχε καταμηνύσει στις 11.1.1979 τον αρχικό ενάγοντα Ι. Μ. για αγροτική κλοπή ... και στις 8.4.1964 τη συγκληρονόμο αδελφή του Σ. συζ. Γ. Δ. για αυτοδικία ...", αφού το Εφετείο με σαφήνεια δέχτηκε, ότι ο πατέρας της με το πιο πάνω - .../28.3.1074 - συμβόλαιο της είχε μεταβιβάσει "τμήμα εμβαδού 200 τ.μ.

από το μερίδιό του επί του επίδικου ακινήτου, το οποίο αυτή θα ελάμβανε ... μετά τη διανομή του όλου ακινήτου" και ότι "με την ως άνω από 16.3.1980 ιδιόγραφη διαθήκη του κατέλιπε σ' (αυτήν) το υπόλοιπο του μεριδίου του στο επίδικο ακίνητο", δηλαδή ότι ο πατέρας της αναγνώριζε αυτούς ως συγκληρονόμους του. Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, με τον οποίο, υπό την επίκληση της αναιρετικής αυτής πλημμέλειας, υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

ΙΙ. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης της απόφασης και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν πράγματι λήφτηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη, σύμφωνα με τις συνδιασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ.

Καμιά, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και την ειδική αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, αλλά αρκεί η γενική βεβαίωση του δικαστηρίου της ουσίας ότι λήφτηκαν υπόψη όλα τα κατ' είδος μόνο αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα. Μόνο αν από τη γενική αυτή αναφορά σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της απόφασης, δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι λήφτηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης.

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ' του ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, περί βασιμότητας της ένδικης αγωγής των αναιρεσιβλήτων δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικό μέσο που η αναιρεσείουσα επικαλέστηκε και προσκόμισε με τις προτάσεις της της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση προς απόδειξη του ισχυρισμού της ότι αυτή είναι η αποκλειστική κυρία του επίδικου ακινήτου και συγκεκριμένα την ένορκη κατάθεση της μάρτυρος Γ.

Ν. που εξετάστηκε με επιμέλειά της και κατέθεσε, ότι "το επίδικο ως άνω ακίνητο το καλλιεργούσε απρόσκοπτα ο πατέρας της", μάζευε τους καρπούς, περιποιούταν όλα τα δένδρα κ.ά, ο οποίος μάλιστα πατέρας (της) παραχωρούσε τμήμα του ανωτέρω ακινήτου στον πατέρα της μάρτυρος για να δημιουργήσει ο τελευταίος φυτώριο εκεί".

Από την προσβαλλόμενη, όμως, απόφαση και ειδικότερα από την περιεχόμενη σ' αυτήν βεβαίωση, ότι έλαβε υπόψη "τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων, οι οποίοι εξετάστηκαν με επιμέλεια των διαδίκων (και) ... περιέχονται στις υπ' αριθ. 7/1995 και 359/1998 εισηγητικές εκθέσεις", σε συνδυασμό και με το γεγονός ότι στο αιτιολογικό της απόφασης δεν υπάρχει κανένα απολύτως στοιχείο από το οποίο να μπορεί να δημιουργηθεί αμφιβολία για το αν το Εφετείο έλαβε υπόψη την ένορκη ως άνω κατάθεση, γίνεται φανερό και αναμφισβήτητο, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και την ένορκη αυτή κατάθεση και ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος της αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 26.3.2009 αίτηση της Α. συζ. Σ. Α., το γένος Α. Μ., για αναίρεση της 121/2006 απόφασης του Εφετείου Ναυπλίου.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Φεβρουαρίου 2012. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Απριλίου 2012.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ