Legislator Case Law & Legislation
559/2011 AI generated

Supreme Court allows appeal against dismissal of union leader's salary claim due to procedural error in evidence evaluation.

Case Number 559/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece partially allowed the appeal against the Second Instance Court's dismissal of a union leader's claim for unpaid wages. The appellant argued that the lower court incorrectly rejected her evidence regarding a company-wide custom granting full pay to union leaders, despite the employer's admission of such a practice. The court found that the lower court erred in its evaluation of evidence by failing to recognize the established custom, which the appellant could not benefit from due to her personal illness. Consequently, the appeal was allowed in part, and the case was remanded for retrial by a different panel of judges.

Legislator headnote

AI generated

Articles 2(2) of Law 173/1967; Article 559(1) of the Code of Civil Procedure: The Supreme Court may annul a lower court decision if it finds that the court of first instance incorrectly evaluated evidence regarding the existence of a custom or practice, thereby violating the principles of fair trial and evidence assessment.

Keywords

AI generated
custom and practice union leader salary evaluation of evidence remittal for retrial Code of Civil Procedure appellate review procedural error

Cited Legislation

AI generated
Article 2(2) of Law 173/1967
Article 33 of Law 1876/1990
Article 1(1) and (2) of Decree-Law 618/1970
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 380(3) of the Code of Civil Procedure
Article 178(1) of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 559 / 2011 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 559/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Αθηναίο, Σαράντη Δρινέα, Χριστόφορo Κοσμίδη και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 8η Φεβρουαρίου 2011 , με την παρουσία και της Γραμματέως Αικατερίνης Καραβέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Σ. Μ. του Χ., συζ Α. Τ., κατοίκου ... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Γιάννη Ραχιώτη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ 2 του Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Ολυμπιακή Αεροπορία υπηρεσίες ΑΕ",η οποία εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον δικηγόρο Ευάγγελο Αποστόλου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-12-2003 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Επί της αγωγής εκδόθηκε η 186/2006 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 2164/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 7-04-2008 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγήτης Αρεοπαγίτης Αντώνιος Αθηναίος ανέγνωσε την από 28-01-2010 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη Δημητρίου Μουστάκα , με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της ένδικης αιτήσεως κατά τους υπο στοιχ Α1 και Β2 λόγους της και την απόρριψη ως προς τους λοιπούς.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, κατά το άρθρο 2 παρ.2 του ΑΝ173/1967 "εις ας περιπτώσεις εργοδότης τυγχάνει το Δημόσιο ή ΝΠΔΔ ή Τράπεζα ή επιχειρήσεις και Οργανισμοί κοινής ωφελείας επιχορηγούμενοι υπό του Κράτους η από το Ν. 2112/1920,ως ούτος ετροποποιήθη και συνεπληρώθη μεταγενεστέρως, οφειλομένη αποζημίωση δεν δύναται να υπερβαίνει εις πάσαν περίπτωσιν το ποσό των 240.000 δραχμών, καταργούμενης πάσης αντιθέτου ειδικής διατάξεως νόμου ή συμβάσεως οιασδήποτε μορφής ή τυχόν υπάρχοντος εθίμου".Το ανώτατο αυτό όριο με το άρθρο 33 του Ν 1876/1990 καθορίστηκε στο ποσό του 1.500.000 δραχμών.

Εξ' άλλου με το άρθρο 1 παρ.1 και 2 του ν.δ. 618/ 1970, (περί εφαρμογής των διατάξεων του Α.Ν. 173/1967 επί αποζημιώσεων κ.λ.π.) ορίσθηκαν τα εξής: "Τα υπό των διατάξεων της παρ.2 του άρθρου 2 και του άρθρου 3 του Α.Ν.173/1967 "περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως του Α.Ν. 99/1967 περί ελέγχου ομαδικών απολύσεων κ.λ.π." τιθέμενα ανώτατα όρια αποζημιώσεως ισχύουν δια πάσαν περίπτωσιν οφειλομένης δυνάμει γενικής ή ειδικής διατάξεως νόμου ή κανονισμού ή συμβάσεως" αποζημιώσεως εις τους αποχωρούντας, απομακρυνομένους ή απολυόμενους υπαλλήλους και εργάτας του Δημοσίου, των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοικήσεως, Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου, Τραπεζών, Επιχειρήσεων κοινής ωφελείας ή επιχειρήσεων επιχορηγουμένων υπό του Κράτους, εφ' οιαδήποτε σχέσει εργασίας μετ' αυτών συνδεομένων, καταργούμενης πάσης αντιθέτου γενικής ή ειδικής διατάξεως νόμου, κανονισμού συμβάσεως οιασδήποτε μορφής ή εθίμου".

Με τις διατάξεις αυτές ο νομοθέτης απέβλεψε προδήλως στον περιορισμό, για λόγους γενικότερου συμφέροντος, των ως άνω αποζημιώσεων και την εντεύθεν οικονομική ανακούφιση του Δημοσίου των ΝΠΔΔ και των ως άνω Τραπεζών, Επιχειρήσεων και Οργανισμών ή Επιχειρήσεων Κοινής Ωφελείας, δεδομένου ότι οι σχετικές δαπάνες επιβαρύνουν τελικώς τους φορολογουμένους, στην περίπτωση δε των Τραπεζών και των μη επιχορηγουμένων κοινωφελών επιχειρήσεων, το κόστος των παρεχομένων απ' αυτές υπηρεσιών.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 7 παρ.6 του ν.2602/1998 (εξυγίανση-ανάπτυξη Ολυμπιακής Αεροπορίας), αι το οποίο επιγράφεται "ασθένειες των εργαζομένων", "στην περίπτωση που λύεται η σύμβαση, λόγω πλήρους διαρκούς ανικανότητας, που οφείλεται σε εργατικό ατύχημα, ο παθών δικαιούται τη νόμιμη αποζημίωση του άρθρου 2112/1920.Η αποζημίωση αυτή καταβάλλεται σε όλο το τακτικό προσωπικό της Ελλάδας της ΟΑ και δεν μπορεί να είναι κατώτερη των αποδοχών δέκα οκτώ μηνών".

Η διάταξη αυτή, ως μεταγενέστερη αφενός και ειδική αφετέρου, αφού ρυθμίζει μόνο στην περίπτωση λύσεως της συμβάσεως των εργαζομένων στην Ολυμπιακή, λόγω διαρκούς ανικανότητας από εργατικό ατύχημα, υπερισχύει των διατάξεων του ΑΝ 173/1967 και του ΝΔ 618/1970 και συνεπώς, οι τελευταίοι, εφόσον συντρέχει τέτοια περίπτωση λύσεως της συμβάσεως, δεν έχουν εφαρμογή και, επομένως, η εκ του λόγου τούτου αποζημίωση, που προβλέπεται από το νόμο 2112/1920, καταβάλλεται ολόκληρη δεν μπορεί δε να είναι κατώτερη των αποδοχών δέκα οκτώ μηνών.

Tέλος, ο λόγος αναίρεσης του αριθμού 1εδ.α του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται αν το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών διαπιστώσεων του στο εννοιολογικό περιεχόμενο του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε. Στην προκείμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε ότι η ενάγουσα-αναιρεσείουσα είχε προσληφθεί με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ως υπάλληλος στην "ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ ΑΕΡΟΠΟΡΙΑ", η οποία μετονομάστηκε σε "ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ ΑΕΡΟΠΟΡΙΑ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΑΕ", το έτος 1977, αρχικά με σύμβαση ορισμένου χρόνου, η οποία, στη συνέχεια μετατράπηκε σε αορίστου χρόνου.

Ότι στις 3-3-2001 υπέστη εργατικό ατύχημα εξαιτίας του οποίου κατέστη ανίκανη προς εργασία, κρίθηκε ανάπηρη σε ποσοστό 80%, για τον λόγο αυτό της απονεμήθηκε σύνταξη βαριάς αναπηρίας, τελικώς δε με την 502/15.9.2003 Πράξη του Προέδρου και Διευθύνοντος Συμβούλου της αναιρεσίβλητης διεγράφη από τη δύναμη του προσωπικού της από 3.9.2003 που συμπληρώθηκε το προβλεπόμενο από την ΚΕΠΟΑ χρονικό όριο απουσίας της λόγω μακράς ασθένειας (12 μηνών) και εγκρίθηκε η καταβολή σ'αυτήν αποζημιώσεως ποσού 27.791,90 ευρώ που αντιστοιχεί στο 80% της αποζημιώσεως του Ν.2112/1920 βάσει της υπηρεσίας της στην αναιρεσίβλητη επί 22 έτη, 3 μήνες και 26 ημέρες.

Με βάση αυτά, το Εφετείο έκρινε ότι έχουν εφαρμογή στην προκείμενη περίπτωση, καθόσον αφορά το ύψος της καταβλητέας, κατά το ν. 2112/1920 αποζημιώσεως, οι διατάξεις του ΑΝ 173/1967 και ΠΔ 618/1970 και ότι, συνεπώς, ορθά καθορίστηκε η αποζημίωση αυτή, μειωμένη κατά ποσοστό 20%. Έτσι, όπως έκρινε το Εφετείο παρεβίασε την ως άνω διάταξη ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 7 παρ.6 του ν.2602/1998, την οποία, ενώ ήταν εφαρμοστέα δεν την εφάρμοσε, εφαρμόζοντας αντίθετα τις διατάξεις του α.ν 173/1967 και πδ 618/1970,οι οποίες δεν ήταν εφαρμοστέες.

Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο πρώτος λόγος αναίρεσης κατά το πρώτο μέρος του, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ.

Επειδή, κατά το άρθρο 559 περ.8 Κ.Πολ.Δ., η αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη του πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος.

Τέτοια παραβίαση, μεταξύ των άλλων, συνιστά και η λήψη λόγου έφεσης που δεν προβλήθηκε ή δεν προβλήθηκε νόμιμα ή η μη λήψη λόγου έφεσης που νόμιμα προβλήθηκε. Στην προκείμενη περίπτωση,με την πρωτόδικη απόφαση έγιναν δεκτά (μεταξύ άλλων) τα εξής: ''....Σύμφωνα με τον ΚΕΠΟΑ (Κανονισμό), χορηγήθηκε στην ενάγουσα 18μηνη άδεια η οποία έληγε στις 2-9-2003.Η εναγόμενη συνέχισε να την μισθοδοτεί επί ένα ακόμη έτος, ήτοι μέχρι τις 2-9-2003,χωρίς η ενάγουσα να προσέρχεται στην υπηρεσία της.

Η συνέχιση αυτή της μισθοδοσίας της ενάγουσας επί ένα ακόμη έτος, πλέον του 18μηνου που δικαιούταν έγινε συνειδητά, κατ' εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 7 παρ.10 του ΚΕΠΟΑ (σύμφωνα με την οποία σε εξαιρετικές περιπτώσεις η καταβολή των αποδοχών μπορεί να παραταθεί με απόφαση του ΔΣ) και της προς τούτο από 23-1-2003 βεβαίωσης της υπηρεσίας ανθρώπινου δυναμικού της εναγομένης, η οποία γνωμοδοτεί ότι "η τυχόν καταβολή αποδοχών πέραν των 18 μηνών (από 25-8-2002) είναι στη διακριτική ευχέρεια της Εταιρείας, λαμβάνοντας υπόψη τη βαρύτητα της ασθένειας της".

Η αναιρεσείουσα, με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης κατά το πρώτο μέρος του, από τον αριθμό 8α του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια του ότι, μολονότι δεν προβλήθηκε με λόγο έφεσης από την αναιρεσίβλητη παράπονο κατά της αμέσως ανωτέρω κρίσης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, αλλά μόνο για το ότι δέχθηκε την ύπαρξη σχετικού επιχειρησιακού εθίμου, το Εφετείο, λαμβάνοντας υπόψη ισχυρισμό που δεν προτάθηκε με την έφεση, έκρινε ότι "δεν αποδείχθηκε ότι η εναγομένη, κατ' ενάσκηση διακριτικής ευχέρειας της, που απορρέει από το άρθρο 7 παρ.10 του ΚΕΠΟΑ, παρέτεινε την καταβολή των αποδοχών της ενάγουσας κατά το εν λόγω χρονικό διάστημα, δεδομένου ότι δεν ελήφθη απόφαση του ΔΣ αυτής.

Αντιθέτως αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα κατέβαλε στην ενάγουσα τις αποδοχές για το ως δωδεκάμηνο εκ παραδρομής, καθόσον έλαβε γνώση της ανικανότητας αυτής για εργασία κατά το εν λόγω χρονικό διάστημα μόλις την 25-7-2003".Όμως, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση του εφετηρίου, την έφεση περιέχεται παράπονο εκ μέρους της εναγομένης-αναιρεσίβλητης για μη ορθή εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 7 παρ.10 του ΚΕΠΟΑ και για μη συνδρομή των νομίμων προϋποθέσεων, για παράταση επί ένα ακόμη, πέραν του 18μήνου, της μισθοδοσίας της ενάγουσας, αναφέροντας, αφενός μεν ότι δεν μπορεί να γίνει επίκληση σχετικού επιχειρησιακού εθίμου, που να υπερισχύει των διατάξεων αναγκαστικού δικαίου του ΚΕΠΟΑ, "ο οποίος Κανονισμός κατ' ουσίαν παραβιάζεται από την πληττόμενη απόφαση, η οποία παρείδε, άλλως δεν εξέτασε αν οι διατάξεις του ν.2602/1998 εφαρμόστηκαν από την εταιρεία μας για την αντίδικο ή όχι", αφετέρου δε ότι "η προσβαλλομένη (πρωτόδικη) απόφαση αλλοιώνει τη διάταξη της παρ.10 του άρθρου 7 του Κανονισμού, με την παραδοχή ότι "η τυχόν καταβολή αποδοχών πέραν των 18 μηνών είναι στη διακριτική ευχέρεια της εταιρείας, λαμβάνοντας υπόψη τη βαρύτητα της ασθένειας της", ενώ η διάταξη αναφέρει ότι, "σε εξαιρετικές περιπτώσεις η καταβολή αποδοχών μπορεί να παραταθεί με απόφαση του ΔΣ" και ότι τέτοια απόφαση δεν υπήρξε, μια και απορρίφθηκε η σχετική αίτηση της ενάγουσας.

Επομένως, το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν από την αναιρεσίβλητη-εναγομένη με την έφεσή της, γι'αυτό και πρέπει να απορριφθεί ο λόγος αυτός ως αβάσιμος. Eπειδή, για την δημιουργία εθίμου, που αναγνωρίζεται από το άρθρο 1 του Α.Κ. ως πηγή δικαίου, απαιτούνται ως στοιχεία η μακρόχρονη και ομοιόμορφη άσκηση ως και η κοινή συνείδηση ή θέληση είτε των πολιτών ολοκλήρου του Κράτους, είτε τμήματος αυτού ή των ανηκόντων σε μία τάξη ή επάγγελμα προσώπων ότι το εφαρμοζόμενον ισχύει ως κανόνας δικαίου.

Εξάλλου ο από το άρθρο 559 αρ.1 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως, ιδρύεται όταν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνεται και το έθιμον. Η παραβίαση μπορεί να γίνει είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με εσφαλμένη εφαρμογή του, όπως σε κάθε άλλον κανόνα δικαίου. Η κρίση όμως του δικαστηρίου της ουσίας περί της συνδρομής ή μη των στοιχείων που απαιτούνται, κατά τα άνω, για τη δημιουργία εθίμου, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών περιστατικών εξαιρείται του αν αιρετικού ελέγχου, κατ' άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, δέχθηκε ότι κατά ομοιόμορφη και μακροχρόνια πρακτική που είχε διαμορφωθεί στον χώρο της επιχειρήσεως της αναιρεσιβλήτου, τα συνδικαλιστικά στελέχη ελάμβαναν άδεια μετά πλήρων αποδοχών προς εκπλήρωση των συνδικαλιστικών τους δικαιωμάτων.

Δεν αποδείχθηκε όμως ότι είχε διαμορφωθεί και η πρακτική να τυγχάνουν της σχετικής άδειας και συνδικαλιστικά στελέχη μη δυνάμενα να παρέχουν σύμφωνα με τη σύμβαση εργασίας τις υπηρεσίες τους στον τόπο εργασίας λόγω αντικειμενικής αδυναμίας παροχής αυτών (υπηρεσιών), καθόσον δεν προέκυψε καμμία άλλη περίπτωση συνδικαλιστικού στελέχους ευρισκομένου σε διαρκή αντικειμενική αδυναμία να εργασθεί, το οποίο να είχε υπαχθεί στην ως άνω πρακτική, ούτε δε η αναιρεσείουσα, η οποία βρισκόταν σε διαρκή λόγω ασθενείας αδυναμία να εργασθεί, μπορούσε να τύχει της διευκολύνσεως αυτής της αναιρεσίβλητης.

Με το δεύτερο λόγο αναίρεσης και κατά το δεύτερο μέρος του, από τον αριθμό 1β του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την αιτίαση ότι, αν και εξέθετε αυτή στην αγωγή της ότι η αναιρεσίβλητη δεν είχε αξίωση να της επιστρέψει τις αποδοχές που της είχε καταβάλει το τελευταίο έτος με την ιδιότητα του συνδικαλιστικού στελέχους, διότι αυτές καταβλήθηκαν νόμιμα δυνάμει επιχειρησιακού εθίμου που υφίστατο από την ίδρυσή της, σύμφωνα με το οποίο τα συνδικαλιστικά στελέχη όλων των σωματείων της απασχολούνται αποκλειστικά με τα συνδικαλιστικά τους καθήκοντα και δεν παρέχουν εργασία, θεωρούνται δε ότι βρίσκονται σε συνδικαλιστική άδεια και τους καταβάλλονται οι τακτικές αποδοχές τους όλη τη διάρκεια της θητείας τους, παρεβίασε με ψευδή ερμηνεία το ως άνω έθιμο με το να δεχθεί ότι δεν είχε διαμορφωθεί και η πρακτική να τυγχάνουν της σχετικής άδειας μετ' αποδοχών και συνδικαλιστικά στελέχη μη δυνάμενα να παρέχουν σύμφωνα με τη σύμβαση εργασίας τις υπηρεσίες τους στο τόπο εργασίας λόγω αντικειμενικής αδυναμίας παροχής των υπηρεσιών αυτών και ακολούθως να απορρίψει την ένδικη αγωγή ως προς το αίτημά της αυτό, πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος, καθόσον, υπό την επίκληση της πλημμέλειας του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων περί της μη δημιουργίας του επικαλούμενου εθίμου, από το δικαστήριο της ουσίας.

Μετά από αυτά πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση κατά το άνω προσβαλλόμενο με την αναίρεση μέρoς της και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση από το ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές (άρθρο 380 παρ.3 Κ.Πολ.Δικ.). Τα δικαστικά έξοδα μεταξύ της αναιρεσείοντος και της αναιρεσίβλητης πρέπει να κατανεμηθούν ανάλογα με την έκταση της νίκης και ήττας καθεμίας απ'αυτές (άρθρα 178 παρ.1,183 ΚΠολ Δικ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 2164/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά το αναφερόμενο στο αιτιολογικό μέρος της.

Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το ανωτέρω μέρος της, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που εξέδωσαν την προσβαλλομένη απόφαση. Και

Καταδικάζει την ως άνω αναιρεσίβλητη σε μέρος των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε χίλια εκατό (1.100) Ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 21 Φεβρουαρίου 2011.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 12 Απριλίου 2011.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ