Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds and substantive review of employment contract classification.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the appellant's request to overturn the Athens Court of Appeal's decision. The appellant argued the contract was an employment agreement, but the court found it was an independent services contract based on the parties' agreement. Consequently, labor law provisions were deemed inapplicable, and the appeal was dismissed as the lower court's reasoning was sufficient.
Legislator headnote
AI generatedArt. 517, 75, 559 KPolD; The appeal is inadmissible if filed against only one of several co-defendants in a simple joint suit, and the appeal is dismissed if the appellate court correctly applied substantive law and provided adequate reasoning.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 559 / 2009 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 559/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Θεμέλη, Ειρήνη Αθανασίου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη και Παναγιώτη Κομνηνάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ1 ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ζήση Φασούλα.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "INTERNATIONAL LIFE (ΙΝΤΕΡΝΑΣΙΟΝΑΛ ΛΑΪΦ) - Ανώνυμη Εταιρία Ασφαλίσεων Ζωής", που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "INTERNATIONAL HELLAS (ΙΝΤΕΡΝΑΣΙΟΝΑΛ ΕΛΛΑΣ) - Ανώνυμη Ασφαλιστική Εταιρία", που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παύλο Ρήγα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-4-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2091/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 232/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 20-6-2008 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Θεμέλης διάβασε την από 23-12-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 20-6-2008 αίτησης του Χ1 για αναίρεση της 232/2008 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 517 ΚΠολΔ, η έφεση απευθύνεται κατά εκείνων που ήταν διάδικοι στην πρωτόδικη δίκη ή των καθολικών διαδόχων ή των κληροδόχων τους. Αν υπάρχει αναγκαστική ομοδικία, η έφεση πρέπει να απευθύνεται κατά όλων των ομοδίκων, αλλιώς απορρίπτεται ως απαράδεκτη. Ως διάδικοι, στην προκειμένη περίπτωση, νοούνται εκείνοι, οι οποίοι ήταν στη δίκη αυτή αντίδικοι του εκκαλούντος.
Στην απλή δε ομοδικία, κατ' άρθρο 75 ΚΠολΔ, κάθε ομόδικος, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, ενεργεί στη δίκη ανεξάρτητα από τους λοιπούς και μπορεί μόνος του να επισπεύσει τη δίκη χωρίς να καλέσει τους άλλους ομοδίκους του. Το δικαστήριο μπορεί να διατάξει την κλήτευση των λοιπών ομοδίκων. Επομένως ο πρώτος από τον αριθμ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, δεν κήρυξε απαράδεκτη την έφεση της εκκαλούσας και ήδη πρώτης αναιρεσιβλητης, επειδή η τελευταία δεν είχε απευθύνει την έφεση της και κατά της δεύτερης αναιρεσιβλητης, αφού με την ένδικη αγωγή ήταν και οι δύο εναγόμενες, και σε κάθε περίπτωση δεν την προσεπικάλεσε στην κατ' έφεση δίκη, πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμος, διότι οι εναγόμενες στην ένδικη αγωγή συνδέονται με απλή ομοδικία και η πρώτη από αυτές που άσκησε έφεση δεν είχε υποχρέωση, κατά τα ανωτέρω, να την απευθύνει και κατά της δεύτερης εναγόμενης ή να την προσεπικαλέσει στην κατ' έφεση δίκη.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ "ως πράγματα" των οποίων η λήψη ή μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας ιδρύει τον από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης προτάσεως τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής ή ενστάσεως ή αντενστάσεως, ως και οι λόγοι εφέσεως που περιέχουν παράπονα κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης.
Δεν συνιστούν πράγματα η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ανταγωγής ή ενστάσεως ή αντενστάσεως και τα συμπεράσματα ή επιχειρήματα από την εκτίμηση των αποδείξεων και η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του δικαστηρίου. Επίσης, από την παραπάνω διάταξη λόγος αναίρεσης δεν στοιχειοθετείται αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό.
Με τον δεύτερο από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης πλήσσεται η προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη τους αγωγικούς ισχυρισμούς ότι η ένδικη σύμβαση εργασίας λειτούργησε στην πραγματικότητα όχι ως σύμβαση έργου αλλά ως σύμβαση εξαρτημένης εργασίας. Το Εφετείο έλαβε υπόψη τους αγωγικούς ισχυρισμούς, τους οποίους απέρριψε κρίνοντας, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι ο ενάγων, στην πραγματικότητα προσέφερε στην πρώτη εναγόμενη τις υπηρεσίες του ως συντονιστής ασφαλιστικών συμβούλων, εφόσον και κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή η δραστηριότητα του καθ' όλη τη διάρκεια της συνεργασίας του με την πρώτη εναγομένη συνίστατο είτε άμεσα είτε έμμεσα, δια του συντονισμού του έργου των υπό αυτόν ασφαλιστικών συμβούλων-παραγωγών ασφαλίσεων, στη διαμεσολάβηση για την κατάρτιση ασφαλιστικών συμβολαίων μεταξύ της πρώτης εναγομένης και των πελατών της, χωρίς να υπόκειται σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τα αρμόδια όργανα της εναγομένης.
Ότι η σχέση που συνδέει τον συντονιστή ασφαλιστικών συμβούλων με την ασφαλιστική επιχείρηση είναι σύμβαση έργου. Επομένως ο ανωτέρων δεύτερος λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 341 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλομένων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς όμως να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά.
Βέβαια δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι.
Η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει το λόγο της αναίρεσης του άρθρου 559 αρ. 11γ' του ΚΠολΔ υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης. Στην προκείμενη περίπτωση, από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο προκειμένου να καταλήξει στο περιεχόμενο σ' αυτήν αποδεικτικό πόρισμα, ως προς τον κρίσιμο πραγματικό ισχυρισμό ότι η ένδικη σύμβαση λειτούργησε στην πραγματικότητα ως σύμβαση έργου και όχι ως σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε τις καταθέσεις των μαρτύρων, την αναφερόμενη ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα του ενάγοντος, τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν.
Από τη γενική βεβαίωση, σε συνδυασμό και με το όλο αιτιολογικό της απόφασης δεν απομένει αμφιβολία αλλά αντιθέτως καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και το από Ιουνίου 2003 επικαλούμενο ιδιωτικό συμφωνητικό. Επομένως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο τρίτος από το άρθρο 559 αρ. 11 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, κατ' άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα. Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή εσφαλμένη υπαγωγή. Με τον αναιρετικό δε λόγο του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, ελέγχεται η ορθότητα της ελάσσονος προτάσεως του νομικού συλλογισμού, από την άποψη αν οι παραδοχές της αποφάσεως πληρούν το πραγματικό του κανόνα δικαίου που το δικαστήριο εφάρμοσε.
Η κατά την έννοια του αριθμού αυτού (19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ) ανεπαρκής ή αντιφατική αιτιολογία που έχει ως συνέπεια την αναίρεση της απόφασης για έλλειψη νόμιμης βάσεως, υπάρχει και όταν από το αιτιολογικό της αποφάσεως δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά τα οποία στηρίζουν την διάπλαση ή διάγνωση που έλαβε χώρα.
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 648, 652 Α.Κ. και 6 του Ν. 763/1943, που κυρώθηκε με την ΠΥΣ 324/1946 και διατηρήθηκε σε ισχύ μετά την εισαγωγή του Α.Κ. με το άρθρο 38 του ΕισΑΚ, προκύπτει ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας υπάρχει όταν αυτός που παρέχει την εργασία του με μισθό, αδιαφόρως του τρόπου που καθορίζεται και καταβάλλεται, τελεί κατά την εκτέλεση της σε νομική εξάρτηση από τον εργοδότη, εκδηλούμενη με το δικαίωμα του τελευταίου να ασκεί εποπτεία και έλεγχο της παρεχόμενης εργασίας και να παρέχει οδηγίες ως προς το χρόνο, τόπο και τρόπο παροχής της, κατά τρόπο δεσμευτικό για τον μισθωτό.
Ο χαρακτηρισμός της σχέσεως γίνεται μετά από εκτίμηση όλων των περιστάσεων για να κριθεί σε ποια σχέση βρίσκεται ο μισθωτός έναντι του εργοδότη του, ανεξάρτητα από το νομικό χαρακτήρα που έδωσαν τα συμβαλλόμενα μέρη στη συμβατική τους σχέση. Ο νομοθέτης, όμως δεν κωλύεται και όταν η από αυτόν ειδικώς ρυθμιζόμενη συγκεκριμένη σύμβαση φέρει με βάση τα ανωτέρω κριτήρια, το χαρακτήρα της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας, να την χαρακτηρίσει ως σύμβαση μισθώσεως έργου, ή σύμβαση παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών οπότε επ' αυτής ισχύουν δεσμευτικά οι διατάξεις που ρυθμίζουν τη σύμβαση του είδους αυτού (Ολ.Α.Π. 28/2005).
Τέλος, κατά το άρθρο 20 του Ν. 1569/1985, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 14 παρ. 2 του Ν. 2170/1993 και ακολούθως οι παράγραφοι 2 και 3 αυτού αντικαταστάθηκαν από το άρθρο 36 παρ. 3 του Ν. 2496/1997, συντονιστής ασφαλιστικών συμβούλων είναι φυσικό ή νομικό πρόσωπο, το οποίο για λογαριασμό μιας ασφαλιστικής επιχειρήσεως ασφαλίσεων κατά ζημιών, έναντι προμήθειας διαμεσολαβεί στη σύναψη ασφαλιστικών συμβάσεων δια μέσου ομάδας ασφαλιστικών συμβούλων τους οποίους επιλέγει, εκπαιδεύει και εποπτεύει.
Η σχέση που συνδέει το συντονιστή ασφαλιστικών συμβούλων με την ασφαλιστική επιχείρηση είναι σύμβαση έργου, η οποία καταρτίζεται εγγράφως. Σε περίπτωση υπάρξεως επιπλέον συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας του συντονιστή ως διευθυντή γραφείου πωλήσεων ασφαλίσεων, η σύμβαση έργου παραμένει ανεξάρτητη και δεν απορροφάται από τη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας.
Κατά δε το άρθρο 17 παρ. 2 εδ. α' του ίδιου ως άνω νόμου, για να ασκήσει το επάγγελμα του ο συντονιστής ασφαλιστικών συμβούλων, είναι υποχρεωμένος να εγγραφεί στο αμιγές Επαγγελματικό Επιμελητήριο ή στο Επαγγελματικό Τμήμα του Ενιαίου Επιμελητηρίου της έδρας του, με την υποβολή των αναφερόμενων σ' αυτό δικαιολογητικών (απολυτήριο Λυκείου, πιστοποιητικό ποινικού μητρώου, πιστοποιητικό ότι δεν τελεί υπό δικαστική απαγόρευση ή αντίληψη και πιστοποιητικό μη πτωχεύσεως).
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, δέχθηκε ανέλεγκτα τα εξής: Με το από 2-1-2002 ιδιωτικό συμφωνητικό, που καταρτίστηκε μεταξύ της πρώτης εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης και του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος, ο οποίος είναι κάτοχος αδείας ασκήσεως επαγγέλματος συντονιστού ασφαλιστικών συμβούλων με έδρα την.
Κέρκυρα, συμφωνήθηκαν, μεταξύ άλλων, τα παρακάτω. Μεταξύ του ενάγοντος, έχοντος την προς τούτο απαιτούμενη κατά νόμο σχετική "άδεια, θα υπογραφεί σύμβαση Συντονιστή Ασφαλιστικών Συμβούλων και ειδικότερα ο ενάγων αναλαμβάνει Περιφερειακός Διευθυντής Κέρκυρας και Ιονίων Νήσων, Θεσπρωτίας και Ιωαννίνων με έδρα την Κέρκυρα.
Ο ενάγων θα δικαιούται μικτό μηνιαίο επίδομα 450.000 δραχμές για 12 μήνες ετησίως και μηνιαία επιδότηση 800.000 δραχμές από την έναρξη της συνεργασίας που θα καταβάλλεται απολογιστικά ως τις 20 του επόμενου μήνα για τους 36 συνεχείς μήνες από της συνεργασίας. Μετά τους 36 πρώτους συνεχείς μήνες της συνεργασίας τους (άρθρο 3) ο ενάγων θα δικαιούται επί πλέον αμοιβή εκπαίδευσης 10% επί των προμηθειών των ασφαλιστών που εποπτεύει (όρος 2β), προμήθειες προσωπικής παραγωγής ασφαλιστηρίων και προμήθειες από προσωπικές πωλήσεις Κεφαλαίων, όπως προβλέπεται από τον εκάστοτε ισχύοντα Κανονισμό πωλήσεων της Εταιρίας (όρος 2γ), μηνιαία επιδότηση βάσει παραγωγής Ασφαλίστρων Κανονισμού σύμφωνα με τον αναφερόμενο στη σύμβαση πίνακα.
Επίσης συμφωνήθηκε ότι με την υπογραφή του ιδιωτικού συμφωνητικού θα δοθεί εφάπαξ χρηματοδότηση 2.500.000 δραχμών, που θα γίνει bonus προς τον ενάγοντα, εάν η παραγωγή της Περιφερειακής Διεύθυνσης σε Ασφάλιστρα Κανονισμού, όπως ορίζονται στον Κανονισμό Πωλήσεων της Εταιρίας, υπερβεί τα 120.000.000 δραχμές, στην λήξη των 36 μηνών, δηλ.
την 31-12-2004, ενώ εάν δεν επιτευχθούν οι παραπάνω στόχοι, τότε η χρηματοδότηση θα επιστραφεί κατά τα αναφερόμενα στο ιδιωτικό συμφωνητικό (άρθρα 4, 5 και 6). Επίσης ο ενάγων θα λαμβάνει βάσει νομότυπων αποδείξεων-παραστατικών τα έξοδα κίνησης, διανυκτέρευσης για εκτός Κέρκυρας ταξίδια στην περιφέρεια που εποπτεύει, παροχής φιλοξενίας και meeting πωλήσεων.
Σε εκτέλεση της πιο πάνω συμφωνίας του ενάγοντος με την πρώτη εναγομένη αυτός (ενάγων) με την ιδιότητα του Περιφερειακού Διευθυντή εγκαταστάθηκε στα γραφεία της στην Κέρκυρα, όπου εισερχόταν σχεδόν καθημερινά χωρίς να είναι υποχρεωμένος να τηρεί ωράριο εργασίας, ανέπτυξε δραστηριότητες για την εξεύρεση νέων συνεργατών (ασφαλιστικών συμβούλων), την αύξηση της παραγωγής συμβολαίων, βελτίωση των συνθηκών εργασίας, εφήρμοσε νέες μεθόδους προσέγγισης πελατών και διεξήγαγε σεμινάρια ενώ επιπλέον παρακολουθούσε τις ασφαλιστικές εργασίες από τα ασφαλιστικά γραφεία τις περιφέρειας που επόπτευε.
Με βάση τα παραπάνω ο ενάγων, ανεξάρτητα από τον χαρακτηρισμό του στην υπογραφείσα σύμβαση ως Περιφερειακός Διευθυντής, στην πραγματικότητα προσέφερε στην πρώτη εναγομένη τις υπηρεσίες του ως συντονιστής ασφαλιστικών συμβούλων, εφόσον και κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή η δραστηριότητα του καθ' όλη τη διάρκεια της συνεργασίας του με την πρώτη εναγομένη συνίστατο είτε άμεσα είτε έμμεσα, δια του συντονισμού του έργου των υπό αυτόν ασφαλιστικών συμβούλων-παραγωγών ασφαλίσεων, στη διαμεσολάβηση για την κατάρτιση ασφαλιστικών συμβολαίων μεταξύ της πρώτης εναγομένης και των πελατών της, χωρίς να υπόκειται σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τα αρμόδια όργανα της εναγομένης.
Τούτο γιατί τα αρμόδια όργανα της εναγομένης και συγκεκριμένα οι διευθύνοντες υπάλληλοι αυτής ... και ... δεν είχαν δικαίωμα να εποπτεύουν και να ελέγχουν τον ενάγοντα, παρέχοντες δεσμευτικές γι' αυτόν εντολές ως προς τον τόπο, χρόνο και τρόπο παροχής των υπηρεσιών του. Τα παραπάνω δεν αναιρούνται από το ότι υπήρχε κάποια χαλαρή εξάρτηση του ενάγοντα από την πρώτη εναγομένη με την έννοια ότι έπρεπε να ενημερώνει τα πιο πάνω όργανα της για την πορεία των εργασιών του και να ακολουθεί τις οδηγίες τους εντός των πλαισίων της οικονομικής στρατηγικής της πρώτης εναγομένης.
Περαιτέρω, για τα ποσά που εισέπραξε ο ενάγων μέχρι την 8-2-2004, οπότε οι εναγόμενες εταιρείες κατήγγειλαν τη σύμβαση, με επίκληση ως σπουδαίου λόγου τη μη επίτευξη των στόχων, η πρώτη εναγομένη εξέδιδε διπλότυπη εκκαθάριση προμηθειών και λοιπών δικαιωμάτων στην οποία αναφέρεται η ιδιότητα του ενάγοντος ως συντονιστή ασφαλιστικών συμβούλων, ενώ ο ίδιος (ενάγων) δήλωνε τα ποσά που εισέπραττε στη φορολογική του δήλωση ως προερχόμενα από άσκηση ελευθερίου επαγγέλματος και όχι ως εισοδήματα από μισθωτές υπηρεσίες.
Από τα προαναφερθέντα προκύπτει ότι η μεταξύ του ενάγοντος και της πρώτης εναγομένης σύμβαση με βάση τις αρχές της καλής πίστης και όπως απαιτείται από τα συναλλακτικά ήθη σε συνδυασμό με τις συγκεκριμένες συνθήκες κάτω από τις οποίες λειτούργησε (άρθρα 173, 200 Α.Κ.) έφερε το χαρακτήρα της συμβάσεως ανεξαρτήτων υπηρεσιών και όχι εκείνο της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου άλλως αορίστου, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο ενάγων, δεδομένου ότι σ' αυτή δεν υπήρχε το στοιχείο της εξάρτησης, με την ιδιαίτερη εκείνη ποιότητα που διακρίνει τη σύμβαση αυτή από εκείνη της εξαρτημένης εργασίας.
Ο χαρακτήρας αυτός της επίδικης συμβάσεως προκύπτει και από την πραγματική δραστηριότητα που ο ενάγων ανέπτυξε στα πλαίσια της συνεργασίας του με την πρώτη εναγομένη, η οποία (δραστηριότητα) ταυτίζεται με αυτή του συντονιστή ασφαλιστικών συμβούλων, ο οποίος κατά νομοθετική επιταγή συνδέεται με την ασφαλιστική επιχείρηση, με σύμβαση έργου κατ' άρθρο 20 Ν. 1569/85 όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 παρ. 2 Ν. 2170/1993 και ακολούθως οι παράγραφοι 2 και 3 αυτού αντικαταστάθηκαν με το άρθρο 36 παρ. 3 Ν. 2496/1997.
Εξάλλου και ο ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου εξετασθείς μάρτυρας του ενάγοντος κατέθεσε ότι η σχέση του ενάγοντος με την πρώτη εναγομένη δεν ήταν υπαλληλική. Επιπλέον την πιο πάνω κρίση του δικαστηρίου περί σύμβασης ανεξαρτήτων υπηρεσιών ενισχύει και το γεγονός ότι κατά την έναρξη της σύμβασης η πρώτη εναγομένη κατέβαλε στον ενάγοντα το ποσό των 2.500.000 δραχμών το οποίο θα γινόταν "bonus" σε περίπτωση που η παραγωγή της Περιφερειακής Διεύθυνσης σε Ασφάλιστρα Κανονισμού υπερβεί τα 120.000.000 δραχμές στην λήξη των 36 πρώτων μηνών της συνεργασίας τους.
Επομένως, εφόσον η σύμβαση που καταρτίσθηκε μεταξύ του ενάγοντος και της πρώτης εναγομένης την 2-1-2002 φέρει τα χαρακτηριστικά της συμβάσεως παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών, δεν τυγχάνουν εφαρμογής οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, στις οποίες θεμελιώνονται οι αγωγικές απαιτήσεις του ενάγοντος τόσο της κύριας όσο και της επικουρικής βάσης της αγωγής, ούτε και οι διατάξεις των άρθρων 663 επ.
ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται για την επίλυση των διαφορών αυτών με την καθοριζόμενη από αυτή διαδικασία. Στη συνέχεια το Εφετείο δέχθηκε ως βάσιμη την έφεση της πρώτης αναιρεσίβλητης, απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος και, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, η οποία είχε δεχθεί τα αντίθετα, απέρριψε την ένδικη αγωγή, τόσο ως προς την κύρια βάση (καταγγελία σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, χωρίς τη συνδρομή σπουδαίου λόγου προ της παρόδου της συμβατικής διάρκειας), όσο και την επικουρική βάση (άκυρη καταγγελία σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου) με την ανωτέρω αιτιολογία.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τις αναφερόμενες ανωτέρω διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου, διέλαβε δε στην προσβαλλόμενη απόφαση επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες για ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο.
Επομένως οι τέταρτος, πέμπτος, έκτος , έβδομος, όγδοος, ένατος, δέκατος, ενδέκατος, δωδέκατος και δέκατος τρίτος λόγοι αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Επίσης ο κατά το δεύτερο μέρος του από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ ένατος λόγος αναίρεσης με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος ότι η ένδικη σύμβαση λειτούργησε ως σύμβαση εξαρτημένης εργασίας τριετούς διάρκειας ως περιφερειακού Διευθυντή των γραφείων της πρώτης εναγομένης στις αναφερόμενες περιφέρειες, άλλως ότι υπήρξαν δύο συμβάσεις, ήτοι ως σύμβαση εξαρτημένης εργασίας τριετούς διάρκειας και σύμβαση μίσθωσης έργου, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθεί αφού, όπως εκτέθηκε, έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό αυτόν και τον απέρριψε, καθόσον δέχθηκε το Εφετείο ότι η ένδικη σύμβαση δεν φέρει τον χαρακτήρα της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας.
Τέλος ως αβάσιμος πρέπει να απορριφθεί ο δωδέκατος λόγος αναιρέσεως κατά το μέρος του για ευθεία παράβαση του άρθρου 700 ΑΚ γιατί δεν επιδίκασε τις ένδικες αξιώσεις με βάση τη διάταξη αυτή, αφού, όπως προεκτέθηκε, το Εφετείο δέχθηκε ότι δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, ούτε και οι διατάξεις των άρθρων 663 ε.π.
ΚΠολΔ, για την εκδίκαση των ενδίκων αγωγικών αξιώσεων του αναιρεσείοντος, καθόσον η ένδικη σύμβαση δεν έχει τον χαρακτήρα της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας. Κατ' ακολουθία όλων των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η αίτηση για αναίρεση.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20-6-2008 αίτηση του Χ1 για αναίρεση της 232/2008 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων εταιριών, τα οποία ορίζει σε χίλια διακόσια (1.200) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Φεβρουαρίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 10 Μαρτίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ