Legislator Case Law & Legislation
559/2006 AI generated

Supreme Court quites conviction for issuing unpaid checks due to lack of prosecution and statute of limitations. The court found the prosecution procedurally flawed and the case time-barred.

Case Number 559/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court quashed the lower court's conviction for the defendant, X1, regarding the issuance of unpaid checks. The court determined that the prosecution was procedurally invalid because the necessary complaints from the checkholders were never filed within the statutory timeframe. Consequently, the court ordered the permanent cessation of criminal proceedings against the defendant.

Legislator headnote

AI generated

Art. 79 of Law 5960/1933; Art. 4 of Law 2408/1996; Art. 22 of Law 2721/1999; Art. 111, 112, 113 of Criminal Code; Art. 310, 370, 511 of Code of Criminal Procedure: Criminal proceedings for issuing unpaid checks require a formal complaint from the holder; if no complaint exists and the six-month declaration period has expired, the prosecution must cease and the case is time-barred.

Keywords

AI generated
issuing unpaid checks criminal prosecution statute of limitations formal complaint requirement cessation of proceedings procedural defect time-barred case

Cited Legislation

AI generated
Art. 79 of Law 5960/1933
Art. 4 of Law 2408/1996
Art. 22 of Law 2721/1999
Art. 111, 112, 113 of Criminal Code
Art. 310, 370, 511 of Code of Criminal Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 559 / 2006 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 559/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

E΄ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ανδρέα Μοσχανδρέου, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Ναυπλιώτη, Δημήτριο Κιτρίδη, Αθανάσιο Μπρίλλη και Φώτιο Καϋμενάκη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 27 Ιανουαρίου 2006, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ1, που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Άννα Αλεξανδροπούλου, για αναίρεση της 128α, 130/2005 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς, με συγκατηγορούμενους τους 1) Χ2 και 2) .... και πολιτικώς ενάγοντες τους 1)Ψ1 και 2) Ψ2, που δεν παρέστησαν στο ακροατήριο. Το Πενταμελές Εφετείο Πειραιώς, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 7 Ιουλίου 2005 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1329/2005.

Αφού άκουσε

Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Κατά το άρθρο 79 παρ. 1 του ν. 5960/1933 «περί επιταγής», όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ν.δ. 1325/1972, όποιος εκδίδει επιταγή και δεν πληρώθηκε από τον πληρωτή, γιατί δεν είχε σ' αυτόν αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια κατά τον χρόνο εκδόσεως της επιταγής ή της πληρωμής της τιμωρείται με τις προβλεπόμενες εκεί ποινές.

Η αξιόποινη αυτή πράξη διωκόταν αρχικά αυτεπαγγέλτως, αλλά μετά την ισχύ (από 4-6-1996) του ν. 2408/1996 ορίζεται στο άρθρο 4 παρ. 1 α΄ ότι προστίθεται στο άρθρο 1 του άρθρου 79 ν. 5960/1933, η παράγραφος 5, κατά την οποία «η ποινική δίωξη ασκείται μόνο ύστερα από έγκληση του κομιστή της επιταγής που δεν πληρώθηκε». Περαιτέρω με την παρ. 1 του άρθρου 22 του ν. 2721/1999 προστέθηκε εδάφιο στην πιο πάνω παράγραφο 5, κατά το οποίο «για πράξεις που προβλέπονται στις παραγράφους 1 και 2 του ίδιου άρθρου, για τις οποίες κατά τη δημοσίευση του παρόντος νόμου έχει ασκηθεί αυτεπαγγέλτως ποινική δίωξη, η διαδικασία συνεχίζεται, αν εκείνος που δικαιούται σε έγκληση δηλώσει ότι επιθυμεί την ποινική δίωξη του κατηγορουμένου», ενώ στην παρ. 2 εδαφ.

α' του πιο πάνω άρθρου 22 ορίζεται ότι «αν η δήλωση που προβλέπεται στην παράγραφο 1γ του άρθρου 4 του ν. 2408/1996, όπως παραπάνω αντικαταστάθηκε, δεν υπάρχει και δεν υποβληθεί μέσα σε έξι (6) μήνες από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου, καθώς και σε περίπτωση ανάκλησης της έγκλησης, η ποινική δίωξη παύει οριστικά».

Από τις παραπάνω διατάξεις συνάγεται ότι, αν η ποινική δίωξη είχε ασκηθεί αυτεπαγγέλτως για το εν λόγω έγκλημα προ της 3.6.1999, δηλαδή, πριν από την έναρξη ισχύος του Ν. 2721/1999, η διαδικασία συνεχίζεται κανονικά, αν εκείνος, που δικαιούται σε έγκληση, ήτοι, ο νόμιμος κομιστής της επιταγής, δηλώσει προς τα αρμόδια όργανα, μεταξύ των οποίων και ο Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών, ότι επιθυμεί την ποινική δίωξη του υπαίτιου μέσα σε έξι (6) μήνες, εφόσον δε ο νόμος δεν διακρίνει, δεν απαιτούνται, για την ανωτέρω δήλωση συνέχισης, άλλες διατυπώσεις, παρά μόνον αυτή να γίνεται από τον νόμιμο κομιστή της επιταγής στα αρμόδια όργανα.

Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η΄ περ. δ΄ ΚΠΔ , λόγο αναίρεσης συνιστά και η υπέρβαση εξουσίας, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση που το δικαστήριο καταδίκασε για έγκλημα για το οποίο δεν υποβλήθηκε η απαιτούμενη έγκληση (άρθρα 41 και 42). 2. Στην προκειμένη περίπτωση, το Πενταμελές Εφετείο Πειραιώς, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη υπ' αριθμ. 128α, 130/2005 απόφασή του, κήρυξε, μεταξύ άλλων για άλλες πράξεις, ένοχο και τον κατηγορούμενο – ήδη αναιρεσείοντα – επειδή εξέδωσε στον Πειραιά, στις 28-7-1997, 30-7-1997, 3-8-1997 και 13-8-1997, τις αναφερόμενες δώδεκα τραπεζικές επιταγές (με διαφορετικούς κομιστές), που δεν πληρώθηκαν, από έλλειψη αντιστοίχων διαθεσίμων κεφαλαίων, δηλαδή για κατ' εξακολούθηση παράβαση του άρθρου 79 ν. 5960/1933 και του επέβαλε ποινή φυλάκισης τεσσάρων ετών και χρηματική ποινή 15.000 ευρώ.

Με τον δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης πλήττεται η απόφαση του Εφετείου για υπέρβαση εξουσίας και συγκεκριμένα γιατί προχώρησε στην καταδίκη του αναιρεσείοντος χωρίς να έχει υποβληθεί από τους παθόντες τελευταίους κομιστές των επιταγών η κατά νόμο απαιτούμενη έγκληση. Από το σύνολο των εγγράφων της δικογραφίας, τα οποία παραδεκτώς επισκοπεί το Δικαστήριο για την εξέταση της βασιμότητας του προβαλλόμενου λόγου αναίρεσης, δεν προκύπτει ότι είχε υποβληθεί έγκληση από κανένα από τους φερόμενους ως παθόντες ούτε ακόμη και από εκείνους που είχαν παραστεί, κατά την εκδίκαση της υπόθεσης στον πρώτο βαθμό στις 6-11-2002, όπως είναι οι Ψ1 και Ψ2, ως πολιτικώς ενάγοντες.

Στην από 10-8-1997 προανακριτική κατάθεσή του ο Ψ2 αναφέρεται στην σε βάρος του απάτη από τον Χ2 και στην συνδρομή που παρέσχε στον τελευταίο ο αναιρεσείων με το να θέσει στη διάθεσή του τον υφιστάμενο τραπεζικό λογαριασμό του και την παράδοση δύο επιταγών έκδοσής του, τις οποίες στη συνέχεια μεταβίβασε στον Χ2 και αυτός στον Ψ2, έναντι τιμήματος πωληθέντος ελαιολάδου.

Στην κατάθεση αυτή δεν γίνεται καν περιγραφή των επιταγών με όλα τα στοιχεία τους, αλλά αναφέρονται διηγηματικώς από τον Ψ2 για να στηρίξει την κατηγορία της απάτης, μάλιστα δε στο τέλος της κατάθεσης αναφέρει χαρακτηριστικά τα εξής: «Τελειώνοντας μηνύω τον α) Χ1 …… β) Χ2 …… ως και κάθε άλλο υπεύθυνο ο οποίος βοήθησε στην εις βάρος μου απάτη και ζητώ την νόμιμη τιμωρία τους».

Στη συνέχεια με την από 20-1-1998 κατάθεσή του ενώπιον του Ανακριτή Πειραιώς δηλώνει παράσταση πολιτικής αγωγής για τη ζημία που έχει υποστεί και ανέρχεται στο ποσό των 26.000.000 δραχμών από την πράξη της απάτης που οι κατηγορούμενοι από κοινού σχεδίασαν και εκτέλεσαν σε βάρος του. Από τα ανωτέρω είναι φανερό ότι δεν προκύπτει η αναμφισβήτητη θέληση του ανωτέρω δικαιούχου για την υποβολή έγκλησης και για την αξιόποινη πράξη της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής, ενώ ως προς τους άλλους κομιστές των λοιπών επίμαχων επιταγών δεν προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας η υποβολή εγκλήσεως είτε με χωριστό έγγραφο είτε με κατάθεσή τους είτε κατά την προανάκριση είτε κατά την κυρία ανάκριση.

Επομένως, εφόσον η ποινική δίωξη για την αξιόποινη πράξη της κατ' εξακολούθηση έκδοσης των επίμαχων ακάλυπτων επιταγών έγινε χωρίς έγκληση των δικαιουμένων σε αυτή και κατά συνέπεια αυτεπαγγέλτως και περαιτέρω δεν προκύπτει ότι οι δικαιούμενοι σε έγκληση είχαν υποβάλει μεταγενεστέρως, και σε κάποιο διαδικαστικό στάδιο, και μέχρι της 3 Δεκεμβρίου 1999, κατά την οποία έληξε η υπό του άρθρου 22 παρ. 2 του ν. 2721/1999 καθοριζομένη εξάμηνη προθεσμία, σχετική δήλωση, περί επιθυμίας άσκησης ποινικής δίωξης κατά του αναιρεσείοντος για την προαναφερομένη αξιόποινη πράξη, το δικάσαν Δικαστήριο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του και παρά την έλλειψη εγκλήσεως και την παράλειψη υποβολής της σχετικής ως ανωτέρω δήλωσης, προχώρησε στην εκδίκαση της υπόθεσης και καταδίκασε τον αναιρεσείοντα για την προαναφερθείσα πράξη, υπέπεσε στην πλημμέλεια της υπέρβασης εξουσίας και πρέπει, κατά παραδοχή του από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.

Η΄ του ΚΠΔ σχετικού πρώτου λόγου αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Περαιτέρω, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 22 παρ. 2 εδαφ. α' του πιο πάνω ν. 2721/1999, να παύσει οριστικώς η ποινική δίωξη για την αξιόποινη πράξη της κατ' εξακολούθηση έκδοσης ακάλυπτων επιταγών, η οποία πράξη άλλωστε, ως εκ του χρόνου τέλεσής της (28-7-1997, 30-7-1997, 3-8-1997 και 13-8-1997), έχει υποπέσει, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 111, 112 και 113 του ΠΚ, σε παραγραφή, την οποία και ο Άρειος Πάγος, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 310 παρ. 1β΄, 370 εδ.

α΄ και 511 ΚΠΔ, όπως το τελευταίο αντικαταστάθηκε με το άρθρο 50 παρ. 5 του Ν. 3160/2003, εξετάζει αυτεπαγγέλτως, όταν δε διαπιστώσει τη συμπλήρωσή της, αν κριθεί και ένας λόγος αναίρεσης βάσιμος και εμφανισθεί ο αναιρεσείων, οφείλει να αναιρέσει την προσβαλλόμενη καταδικαστική απόφαση και να παύσει οριστικά την ποινική δίωξη, κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 370 εδ.

β΄ του ΚΠΔ.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ΄ αριθμ. 128α, 130/2005 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς. Και

Παύει οριστικώς την ασκηθείσα κατά του Χ1 ποινική δίωξη, για την κατ΄ εξακολούθηση έκδοση των αναφερόμενων στην αναιρούμενη απόφαση δώδεκα ακάλυπτων επιταγών.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Μαρτίου 2006.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 10 Μαρτίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ