Legislator Case Law & Legislation
558/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds regarding admissibility of supplementary lease termination claims.

Case Number 558/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court's decision, ruling the request inadmissible. The appellant argued that the First Instance Court erred in accepting a supplementary claim for lease termination, which the respondent contended was a valid procedural step. The court held that the supplementary claim was merely a denial of the primary claim's validity and did not constitute a new matter requiring separate review.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1) and 559(8) of the Code of Civil Procedure; A supplementary claim based on the termination of a lease contract is inadmissible for appeal if it merely denies the validity of the primary claim rather than presenting a distinct legal issue.

Keywords

AI generated
Code of Civil Procedure supplementary claim lease termination admissibility of appeal procedural admissibility denial of claim legal issue

Cited Legislation

AI generated
Articles 614(1), 615 et seq. of the Code of Civil Procedure
Article 4 of Article 1 of Law 4335/2015
Articles 552, 553, 556, 558, 564 and 566(1) of the Code of Civil Procedure
Article 564(3) of the Code of Civil Procedure
Article 577(1) and (3) of the Code of Civil Procedure
Article 561(2) of the Code of Civil Procedure
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(8) of the Code of Civil Procedure
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 189 and 191(2) of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 558 / 2024 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 558/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Αλεξάνδρα Αποστολάκη και Σταύρο Μάλαινο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Μαΐου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "Α..Α.. Τ. & Σ. «Ο., που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αλέξιο Πελέκη. Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Α. Ε. Α. Ε. Κ. Κ. Π. Ε. Τ. «Ο., που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αλέξανδρο Δοβλέ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-3-2019 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την από 9-4-2019 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1208/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2095/2022 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 25-5-2022 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Σταύρο Μάλαινο, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη, από 25-5-2022 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 4190/453/25-5-2022), αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 2095/2022 τελεσιδίκου αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε, κατ' αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρα 614 παρ. 1, 615 επ. του Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015), ασκήθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 και 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), εντός της διετούς προθεσμίας από τη δημοσίευσή της (στις 21-4-2022), σύμφωνα με το άρθρο 564 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ. (όπως ισχύει για τα ένδικα μέσα, που ασκούνται μετά την 1-1-2016, σύμφωνα με το άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 του Ν. 4.335/2015).

Συνεπώς, είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 του Κ.Πολ.Δ.).

Από την επιτρεπτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.) προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 2095/2022 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, είναι αποτέλεσμα της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Η ήδη αναιρεσείουσα- μισθώτρια άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εναντίον της ήδη αναιρεσίβλητης-εκμισθώτριας, την από 12-3-2019 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως …/397/15-3-2019) αγωγή, με την οποία, επικαλούμενη έννομο συμφέρον προς τούτο, ζήτησε να αναγνωριστεί, η διάρκεια της, από 6-2-2012 καταρτισθείσας μεταξύ τους, συμβάσεως μισθώσεως, του αναφερομένου μισθίου.

Επίσης, η ήδη αναιρεσίβλητη-εκμισθώτρια άσκησε εναντίον της ήδη αναιρεσείουσας-μισθώτριας, ενώπιον του ιδίου, ως άνω, Δικαστηρίου, την από 9-4-2019 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως …/526/9-4-2019) αγωγή, με την οποία, επικαλούμενη την ανωτέρω σύμβαση, ισχυρίσθηκε ότι η τελευταία παραβιάζει υπαιτίως και συστηματικώς, τις απορρέουσες από τη μεταξύ τους σύμβαση μισθώσεως υποχρεώσεις της, τις κείμενες νομοθετικές διατάξεις για την υγιεινή και την ασφάλεια των εργαζομένων και των επισκεπτών του μισθίου, αλλά και του κτιρίου, όπου ευρίσκεται το μίσθιο, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στο δικόγραφο, καθώς και ότι η μεταξύ τους σύμβαση μισθώσεως έληξε στις 15-3-2019, μετά την παρέλευση της συμφωνημένης διάρκειας, σε περίπτωση δε, κατά την οποία ήθελε θεωρηθεί ότι η σύμβαση εμπίπτει στο προστατευτικό πεδίο του Π.Δ. 34/1995, έχει, ομοίως, λήξει λόγω της άρσεως της προστασίας του διατάγματος αυτού, εξαιτίας της καταχρηστικής επικλήσεως της προστασίας που απορρέει από τις διατάξεις του, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στο δικόγραφο της αγωγής.

Επικουρικώς, η ήδη αναιρεσίβλητη-εκμισθώτρια με την αγωγή κατήγγειλε τη σύμβαση μισθώσεως, αφενός λόγω της κακής χρήσεως του μισθίου εκ μέρους της ήδη αναιρεσείουσας-μισθώτριας και αφετέρου λόγω της αντισυμβατικής, παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς της τελευταίας και, σε κάθε περίπτωση, λόγω συνδρομής σπουδαίου λόγου, διότι, εξαιτίας της συμπεριφοράς της μισθώτριας, διαταράχθηκε σε τέτοιο βαθμό η εμπιστοσύνη της προς την τελευταία, ώστε η συνέχιση της μεταξύ τους συμβάσεως να έχει πλέον καταστεί μη ανεκτή για την ίδια (εκμισθώτρια), κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στο δικόγραφο της αγωγής.

Με βάση το ιστορικό αυτό, η ήδη αναιρεσίβλητη ζήτησε να υποχρεωθεί η ήδη αναιρεσείουσα να της αποδώσει τη χρήση του μισθίου, λόγω λήξεως, στις 15-3-2019, του συμβατικού χρόνου της συμβάσεως, επικουρικώς δε, λόγω λήξεως της συμβάσεως, συνεπεία καταγγελίας που άσκησε με την αγωγή, για τους αναφερόμενους σ' αυτή λόγους.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την υπ' αριθμ. 1208/2019 οριστική απόφασή του, αφού συνεκδίκασε τις δύο αγωγές:α) δέχθηκε ως βάσιμη κατ' ουσίαν την πρώτη εξ αυτών, αναγνώρισε ότι η καταρτισθείσα μεταξύ των διαδίκων από 6-2-2012 σύμβαση είναι αυτή της μισθώσεως προσδοφόρου αντικειμένου, ότι υπάγεται στις προστατευτικές διατάξεις του Π.Δ. 34/1995 και λήγει στις 15-3-2024 και β) απέρριψε τη δεύτερη εξ αυτών, 1) κατά τη δεύτερη επικουρική βάση της (καταγγελία λόγω συμβατικής παραβάσεως), ως αόριστη (με την αιτιολογία ότι δεν αναφέρεται στο αγωγικό δικόγραφο τη κύρωση της παραβάσεως, δηλαδή ότι σε περίπτωση παραβάσεως των όρων της μισθώσεως χωρεί απόδοση του μισθίου), 2) κατά την τρίτη επικουρική βάση της (καταγγελία λόγω σπουδαίου λόγου), ως μη νόμιμη και κατά τα λοιπά, απέρριψε την αγωγή ως αβάσιμη κατ' ουσίαν.

Κατά της αποφάσεως αυτής η ήδη αναιρεσίβλητη (εκμισθώτρια) άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών την από 20-12-2019 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως …./8920/20-12-2019) έφεση, με την οποία παραπονείτο κατά της αποφάσεως του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων.

Επ' αυτής εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 2095/2022 απόφαση, η οποία δέχθηκε τυπικώς και κατ' ουσίαν την έφεση, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση, ως προς τις διατάξεις της, με τις οποίες απορρίφθηκε η αγωγή, κατά τις πρώτη και δεύτερη επικουρικές βάσεις της (κακή χρήση μισθίου και παράβαση συμβατικών όρων) κρατήθηκε η αγωγή και αφού ερευνήθηκε κατά τα κεφάλαια αυτά, έγινε δεκτή ως βάσιμη και κατ' ουσίαν και υποχρεώθηκε η ήδη αναιρεσείουσα να αποδώσει τη χρήση του μισθίου στην ήδη αναιρεσίβλητη.

Από την αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων, που καθιερώνεται με τη διάταξη του άρθρου 361 Α.Κ., προκύπτει ότι οι συμβαλλόμενοι μπορούν στην περίπτωση της κατάρτισης απ' αυτούς μισθώσεως πράγματος να συμφωνήσουν ότι n παράβαση οποιουδήποτε όρου της συμβάσεως αυτής από το μισθωτή παρέχει στον εκμισθωτή το δικαίωμα να λύσει μονομερώς τη μίσθωση χωρίς καμιά άλλη προϋπόθεση και, ειδικότερα, αν η παράβαση αφορά ουσιώδη ή επουσιώδη όρο της συμβάσεως, ή αν από αυτή προκύπτει κίνδυνος για το μίσθιο, ή αν παραβλάπτεται αυτό κατά οποιονδήποτε τρόπο, όπως, επίσης, και ότι η αντίστοιχη παράβαση συνεπάγεται αυτοδικαίως τη λύση της καταρτισθείσης συμβάσεως μισθώσεως πράγματος.

Στην τελευταία αυτή περίπτωση η λύση της μισθώσεως επέρχεται χωρίς να απαιτείται η προηγούμενη καταγγελία της. Ενόψει δε της ρυθμίσεως του άρθρου 44 του Π.Δ. 34/1995, κατά την οποία οι μισθώσεις του παρόντος διατάγματος, εφόσον δεν ορίζεται κάτι άλλο σ' αυτό, διέπονται από τους συμβατικούς όρους τους και τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα, η ανωτέρω ρήτρα είναι ισχυρή και στην περίπτωση που έχει περιληφθεί σε εμπορική μίσθωση αφού αυτή κατά τη διάταξη του άρθρου 1 ίδιου Π.Δ/τος, υπάγεται στις διατάξεις του (Α.Π. 781/2018).

Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 111 παρ. 2, 118 αρ. 4 και 216 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει, σαφή έκθεση των γεγονότων, τα οποία θεμελιώνουν κατά νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκηση αυτής από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα.

Η έκθεση στο δικόγραφο της αγωγής των πραγματικών περιστατικών, τα οποία πρέπει να είναι, όσα νομικώς είναι ικανά και αναγκαία για τη θεμελίωση του δικαιώματος, η προστασία του οποίου ζητείται και τα οποία πρέπει να αναφέρονται με τέτοια σαφήνεια, ώστε να εξατομικεύουν την επίδικη έννομη σχέση και να μην καταλείπεται αμφιβολία περί της αξιώσεως, η οποία απορρέει από αυτά, είναι απαραίτητη για να υπάρχει η δυνατότητα, το μεν δικαστήριο να κρίνει τη νομική βασιμότητα της αγωγής και να διατάξει τις δέουσες αποδείξεις, ο δε εναγόμενος να μπορεί να αμυνθεί κατά της αγωγικής αξιώσεως, που θεμελιώνεται επ` αυτών, με ανταπόδειξη ή ένσταση (Α.Π. 1424/2017).

Όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχονται τα πιο πάνω στοιχεία, ή όταν αυτά περιέχονται κατά τρόπο ελλιπή ή ασαφή, τότε η έλλειψη αυτή καθιστά μη νομότυπη την άσκησή της και επιφέρει την απόρριψή της ως απαράδεκτης, λόγω της αοριστίας, είτε αυτεπαγγέλτως, είτε κατόπιν προβολής σχετικού ισχυρισμού από τον εναγόμενο.

Η αοριστία δε αυτή δεν μπορεί να συμπληρωθεί ούτε με τις προτάσεις, ούτε με παραπομπή στο περιεχόμενο άλλων εγγράφων της δίκης, ούτε από την εκτίμηση των αποδείξεων (Α.Π. 1319/2023, Α.Π. 661/2020, Α.Π. 467/2020, Α.Π. 119/2018, Α.Π. 1004/2017). Η νομική αοριστία της αγωγής, δηλαδή εκείνη που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα, αποτελεί παράβαση που ελέγχεται με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 Κ.Πολ.Δ., αν το δικαστήριο, για το σχηματισμό της κρίσης του για τη νομική επάρκεια της αγωγής και την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αξίωσε περισσότερα ή διαφορετικά στοιχεία από τα απαιτούμενα κατά νόμο, κρίνοντας αυτήν ως αόριστη, ή, αντίθετα, αρκέσθηκε σε λιγότερα από τα απαιτούμενα κατά νόμο στοιχεία, κρίνοντας αυτήν ως ορισμένη.

Πρόκειται δηλαδή και πάλι για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ως προς τη διαπίστωση ή όχι νομικής αοριστίας της αγωγής (ή της ένστασης) (Ολ. Α.Π. 16/1998, Α.Π. 1319/2023, Α.Π. 467/2020, Α.Π. 339/2020, Α.Π. 668/2020). Η αοριστία, όμως, του δικογράφου της αγωγής μπορεί να μη είναι νομική, αλλά ποσοτική ή ποιοτική, όταν στο δικόγραφό της δεν αναφέρονται με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου στον οποίο, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 στοιχ.

α` και β` Κ.Πολ.Δ., στηρίζεται το αίτημά της (ποσοτική αοριστία), ή όταν στο δικόγραφο γίνεται απλώς επίκληση των όρων του νόμου, χωρίς να αναφέρονται τα περιστατικά, που θεμελιώνουν την εφαρμογή του συγκεκριμένου κανόνα δικαίου (ποιοτική αοριστία). Στις περιπτώσεις αυτές, της ποσοτικής ή ποιοτικής αοριστίας της αγωγής, η απόφαση ελέγχεται με βάση τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμ. 8 και 14 Κ.Πολ.Δ., αντίστοιχα (Α.Π. 1319/2023, Α.Π. 668/2020, Α.Π. 467/2020, Α.Π. 1155/2019, Α.Π. 1177/2018, Α.Π. 769/2017).

Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αριθμός 8 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία, για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης, γεγονότα, που δεν εκτίθενται σε αυτή, ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης, γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σε αυτήν, ενώ ο από το άρθρο 559 αριθμός 14 Κ.Πολ.Δ.

λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων, που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια, ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη. Ο αναιρετικός αυτός έλεγχος γίνεται με βάση την κυριαρχική εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής από το δικαστήριο της ουσίας σε συνδυασμό όμως και με τα εκτιθέμενα στο αγωγικό δικόγραφο (άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.) (Α.Π. 1319/2023, Α.Π. 811/2021, Α.Π. 661/2020, Α.Π. 339/2020, Α.Π. 5/2020, Α.Π. 387/2019, Α.Π. 18/2018).

Ακόμη, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 20 του Κ.Πολ.Δ., κατά την οποία αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά, από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο, συνάγεται ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναιρέσεως ιδρύεται μόνον, όταν το δικαστήριο προέβη σε εσφαλμένη ανάγνωση του κειμένου αποδεικτικού, κατά την έννοια των άρθρων 432 επ.

του Κ.Πολ.Δ., εγγράφου, αποδίδοντας σ' αυτό περιεχόμενο καταδήλως διαφορετικό από το αληθινό και, κατά προφανή παρανόηση, δέχθηκε ως μνημονευόμενα σε αυτό πραγματικά περιστατικά, τα οποία, όμως, είναι καταδήλως διάφορα των πράγματι διαλαμβανομένων στο έγγραφο, ακολούθως δε, στηριζόμενο αποκλειστικώς στο ίδιο έγγραφο ή, κυρίως, σε αυτό, οδηγείται σε ουσιαστική κρίση βλαπτική για τον επικαλούμενο τον πιο πάνω αναιρετικό λόγο.

Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπέπεσε σε διαγνωστικό σφάλμα, αλλά αναγιγνώσκοντας το περιεχόμενο του εγγράφου αυτού, όπως αυτό πραγματικά έχει, άγεται εξ αυτού, συνεκτιμώντας και το περιεχόμενο των λοιπών αποδεικτικών μέσων, σε κρίση διαφορετική από εκείνη, την οποία εκλαμβάνει ως ορθή εκείνος, που προβάλλει την παραμόρφωση του περιεχομένου του εγγράφου.

Τούτο δε, διότι η τοιαύτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, εξαχθείσα από το αληθές περιεχόμενο του εγγράφου, είναι, κατά τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αναιρετικώς ανέλεγκτη, η δε σχετική αιτίαση αφορά στην εκτίμηση πραγμάτων (Ολ. Α.Π. 14/2011, Ολ. Α.Π. 2/2008, Ολ. Α.Π. 1/1999, Α.Π. 681/2022, Α.Π. 617/2022, Α.Π. 1/2019, Α.Π. 1665/2018).

Παραμόρφωση εγγράφου συνιστά, πάντως και η παράλειψη του δικαστηρίου να αναγνώσει μέρος του εγγράφου, όταν το μέρος αυτό είναι κρίσιμο για την ουσία της υποθέσεως (Α.Π. 1592/2018, Α.Π. 516/2016). Όπως προαναφέρθηκε, ως έγγραφα, των οποίων η παραμόρφωση του περιεχομένου τους θεμελιώνει τον προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως, νοούνται αυτά, που προβλέπονται ως αποδεικτικά μέσα στα άρθρα 339 και 432 επ.

του Κ.Πολ.Δ. Κατά συνέπειαν, δεν θεωρούνται έγγραφα, με την εν λόγω έννοια, τα διαδικαστικά, στα οποία περιλαμβάνεται, εκτός άλλων και η αγωγή της ενεστώσας δίκης (Α.Π. 983/2018, Α.Π. 703/2018, Α.Π. 2103/2007, Α.Π. 2081/2007).

Στην προκείμενη περίπτωση, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη στην επιτρεπτώς, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., επισκοπούμενη από ..4-2019 αγωγή της, εκθέτει όπως δέχθηκε και το Εφετείο στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του ότι με το από ..2-2012 ιδιωτικό συμφωνητικό, εκμίσθωσε στην εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα εταιρία τον περιγραφόμενο μίσθιο χώρο (κλειστή και υπαίθρια αίθουσα εστίασης), που βρίσκεται στο κτίριο του πολιτιστικού κέντρου "Σ.

Γ. Κ. «Τ. επί της Λ Σ αρ….., για χρονικό διάστημα πέντε ετών, που έληξε στις 15-3-2017, με το αναφερόμενο μηνιαίο μίσθωμα, προκειμένου να χρησιμοποιηθεί ως εστιατόριο και ότι η μισθώτρια, παραβιάζει υπαιτίως και συστηματικώς τις υποχρεώσεις της, που απορρέουν από τη μεταξύ τους σύμβαση, καθώς τις κείμενες νομοθετικές διατάξεις για την υγιεινή και την ασφάλεια των εργαζομένων και των επισκεπτών, αλλά και του κτιρίου, όπου κείται το μίσθιο, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα.

Με βάση το ιστορικό αυτό, ζήτησε με τη δεύτερη επικουρική βάση της αγωγής, την απόδοση της χρήσεως του μισθίου, λόγω λήξεως της μισθώσεως, κατόπιν καταγγελίας περιεχόμενης στην αγωγή, ένεκα παράβασης συμβατικών όρων της μισθωτικής συμβάσεως, κατά τα συμφωνηθέντα μεταξύ τους, ότι η παραβίαση από τη μισθώτρια οποιουδήποτε από τους όρους της συμβάσεως παρέχει στην εκμισθώτρια δικαίωμα καταγγελίας της συμβάσεως.

Με τέτοιο περιεχόμενο η αγωγή, κατά τη δεύτερη επικουρική βάση της (καταγγελία της συμβάσεως, λόγω αντισυμβατικής, παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς της εναγομένης μισθώτριας), περιέχει τα, κατ' άρθρο 216 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., σε συνδυασμό με τα άρθρα 361, 574, 594, 599 παρ. 1 , 608, 609 εδ. δ' ΑΚ, αναγκαία στοιχεία μεταξύ των οποίων την κατάρτιση της συμβάσεως μισθώσεως, το συμφωνηθέν μηνιαίο μίσθωμα, τους ειδικότερους όρους και τις ειδικότερες συμφωνίες και υποχρεώσεις των διαδίκων μερών, σχετικώς με τη χρήση του μισθίου και τη λειτουργία της επιχειρήσεως της μισθώτριας σε αυτό, το δικαίωμα της εκμισθώτριας να καταγγείλει τη σύμβαση σε περίπτωση κακής χρήσεως ή/και παραβιάσεως των συμβατικών όρων της εκ μέρους της μισθώτριας και την παραβίαση των όρων της συμβάσεως.

Επομένως το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε την αγωγή, κατά τη δεύτερη επικουρική βάση της, ορισμένη, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια της παρά το νόμο μη κήρυξης απαραδέκτου, λόγω αοριστίας και, συνεπώς, ο εκ του αριθμού 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ πρώτος λόγος αναιρέσεως (όχι και εκ του αριθμού 1 του ιδίου άρθρου), με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα και δη ότι η αγωγή είναι αόριστη, διότι " δεν μνημονεύεται η συμφωνηθείσα κύρωση" είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος.

Ο ίδιος λόγος αναιρέσεως, κατά την αιτίασή του εκ του άρθρου 559 αριθμ. 20 του Κ.Πολ.Δ., ότι το Εφετείο παραμόρφωσε, το περιεχόμενο της από 9-4-2019 αγωγής, κατά την άνω δεύτερη επικουρική βάση της, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι η αγωγή, ως διαδικαστικό έγγραφο της δίκης και όχι ως αποδεικτικό έγγραφο, δεν υπόκειται σε "παραμόρφωση", κατά την αληθή έννοια του αριθμ. 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ.

κατά τα εκτεθέντα στην οικεία νομική σκέψη και, συνεπώς, δε στοιχειοθετείται ο παραπάνω λόγος αναιρέσεως. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος και ως απαράδεκτος, κατά τις προαναφερόμενες διακρίσεις.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως, η οποία στοιχειοθετεί τον ανωτέρω λόγο αναιρέσεως, συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα, που ήταν εφαρμοστέος, αλλά δεν εφαρμόστηκε.

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της αποφάσεως δημιουργούνται αμφιβολίες, για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος, που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.

Ως ζητήματα, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι, όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως (Ολ.

Α.Π. 6/2020, Ολ. Α.Π. 1/2020, Ολ. Α.Π. 6/2019, Ολ. Α.Π. 2/2019, Ολ. Α.Π. 6/2006, Α.Π. 671/2020). Από την ανωτέρω διάταξη, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία, που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή, όταν τα πραγματικά περιστατικά, που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της αποφάσεως, για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περιπτώσεως στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περιπτώσεως.

Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (Ολ. Α.Π. 2/2019, Α.Π. 736/2021). Εξάλλου, το κατά νόμον αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και, γενικότερα, ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (Ολ.

Α.Π. 6/2020, Ολ. Α.Π. 1/2020, Ολ. Α.Π. 6/2019, Ολ. Α.Π. 2/2019, Ολ. Α.Π. 15/2006). Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές, επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, ως εκ τούτου, δεν αποτελούν "αιτιολογία της αποφάσεως, ώστε, στο πλαίσιο της ερευνώμενης διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναιρέσεως, του αριθμού 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικώς τα, μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς, επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναιρέσεως απορρίπτεται ως απαράδεκτος (Α.Π. 317/2022, Α.Π. 736/2021, Α.Π. 551/2021, Α.Π. 162/2020, Α.Π. 169/2019, Α.Π. 1339/2017).

Με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. αναιρετική πλημμέλεια και συγκεκριμένα ότι στερείται νομίμου βάσεως, διότι το Εφετείο, με ελλιπείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες, δέχθηκε την αγωγή κατά τις επικουρικές βάσεις της (πρώτη και δεύτερη) και διέταξε την απόδοση του μισθίου, λόγω (δήθεν) κακής χρήσεως αυτού και λόγω (δήθεν) παράβασης συμβατικών όρων.

Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι, ως προς ενδιαφέρον τον ως άνω αναιρετικό λόγο κεφάλαιο αυτής, δέχθηκε τα εξής: "...Η εφεσίβλητη (ήδη αναιρεσείουσα) παραβιάζει υπαίτια τις υποχρεώσεις της που απορρέουν από τη μεταξύ των μερών σύμβαση, περαιτέρω δε, προβαίνει σε παραβίαση διατάξεων που αφορούν την υγιεινή και την ασφάλεια των εργαζομένων και των επισκεπτών, αλλά και αυτού τούτου του κτηρίου της Στέγης.

Ειδικότερα, αποδεικνύεται ότι η εφεσίβλητη παραβιάζει το δικαιοπρακτικό θεμέλιο της συμβάσεως σχετικά με τον τρόπο χρήσης του μισθίου (των εγκαταστάσεων και του εξοπλισμού) και της λειτουργίας της επιχείρησης που ασκεί σε αυτό και που συνίσταται, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, στη χρήση του μισθίου για τη λειτουργία του εστιατορίου από την εφεσίβλητη υπό όρους και συνθήκες που να διασφαλίζουν την παροχή υπηρεσιών εστίασης υψηλού επιπέδου, παραβιάζει συμβατικές της υποχρεώσεις που σχετίζονται με την καθαριότητα και την υγιεινή των χώρων εστίασης, τη διαχείριση απορριμμάτων κ.λπ.

και παραβιάζει κανόνες σχετιζόμενους με την υγιεινή και την ασφάλεια, όπως ειδικότερα θα εκτεθεί στη συνέχεια. Πιο συγκεκριμένα αποδεικνύεται ότι: Η εφεσίβλητη παραβιάζει τις συμβατικά προβλεπόμενες υποχρεώσεις επιμελούς και ασφαλούς χρήσης του μισθίου (των εγκαταστάσεων και του εξοπλισμού). Ειδικότερα, αποδεικνύεται ότι το προσωπικό της έχει κατ' επανάληψη και πιο συγκεκριμένα στις 6-7-2018, 15-7-2018, 16-7-2018, 22-7-2018, 3-9-2018 και 15-10-2018, παραλείψει κατά την αποχώρησή του από το χώρο του εστιατορίου να απενεργοποιήσει τις εστίες της κουζίνας και τους φούρνους που από πλημμελή έλεγχο της κατάστασής τους έχουν εγκαταλειφθεί σε λειτουργία, με αποτέλεσμα να τους και τις απενεργοποιήσει κατά τη διάρκεια νυκτερινού ελέγχου ο τεχνικός ασφάλειας της εκκαλούσας, ώστε να αποτραπεί κίνδυνος πρόκλησης πυρκαγιάς.

Η εφεσίβλητη παραβιάζει τις συμβατικές της δεσμεύσεις να μεριμνά για τη μελέτη και οργάνωση της συλλογής και διάθεσης αποβλήτων και απορριμμάτων, να διαθέσει ειδικό ψυχόμενο κάδο συλλογής απορριμμάτων και να επιμελείται την ασφαλή αποκομιδή αυτών. Ειδικότερα, αποδεικνύεται ότι το προσωπικό της συστηματικά εναποθέτει τα απορρίμματα του εστιατορίου, στα οποία μεταξύ άλλων συγκαταλέγονται υπολείμματα τροφών, υποπροϊόντα ζωικής και φυτικής προέλευσης κ.λπ., σε κάδους απορριμμάτων κοινής χρήσης, οι οποίοι είναι τοποθετημένοι γύρωθεν του κτηρίου της Στέγης, χωρίς να χρησιμοποιούνται ειδικές κλειστές συσκευασίες ασφάλειας, αλλά χρησιμοποιούνται αντίθετα κοινές ανοικτές πλαστικές συσκευασίες, τούτο δε έχει ως αποτέλεσμα την υπερπλήρωση των κάδων, την εκπομπή δυσάρεστων οσμών, την προσέλκυση τρωκτικών, ζωυφίων και εντόμων και γενικότερα την πρόκληση μόλυνσης και κινδύνων για τη δημόσια υγεία, γεγονός που προκαλεί τις διαμαρτυρίες των περίοικων προς την εκκαλούσα (ήδη αναιρεσίβλητη), ως διαχειρίστρια του κτηρίου της Στέγης και συνακόλουθα τη δυσφήμηση της τελευταίας.

Η τοποθέτηση μαύρου κάδου απόθεσης και αποκομιδής οργανικών στερεών απορριμμάτων, όπως φαίνεται στις προσκομιζόμενες και επικαλούμενες από την εφεσίβλητη φωτογραφίες, δεν πληροί τους όρους της συμβάσεως , διότι, πέραν των λοιπών παραβάσεων που αφορούν την οργάνωση, συλλογή και αποκομιδή των απορριμμάτων και μνημονεύονται ειδικότερα προηγουμένως στο σκεπτικό της απόφασης αυτής, η συμβατική υποχρέωση της εφεσίβλητης αφορούσε τη διάθεση ειδικού ψυχόμενου κάδου συλλογής απορριμμάτων που θα τοποθετηθεί στο πεζοδρόμιο της οδού ..., σε αυτή δε την υποχρέωσή της δεν αποδεικνύεται ότι έχει ακόμη ανταποκριθεί η εφεσίβλητη.

Η εφεσίβλητη παραβιάζει τις συμβατικές της δεσμεύσεις, αναφορικά με την τήρηση των κανόνων υγιεινής και καθαριότητας των εγκαταστάσεων και του εξοπλισμού. Ειδικότερα, αποδεικνύεται ότι έχουν κατ' επανάληψη εντοπιστεί, κατά τη διενέργεια ελέγχου από το προσωπικό της εκκαλούσας, ακάθαρτα ψυγεία, ακάθαρτοι χώροι της κουζίνας, κολλώδη λίπη στο δάπεδο της κουζίνας, συσσώρευση στρώματος λίπους στους αεραγωγούς των χοανών και στη χοάνη της κουζίνας της κλειστής αίθουσας εστίασης, ενώ ακόμη στις 4-4-2017 διαπιστώθηκε από το προσωπικό της εκκαλούσας, σε έλεγχο που διενήργησε, έλλειψη τακτικού και λεπτομερειακού καθαρισμού, στις 10-12-2018 διαπιστώθηκε συσσώρευση λίπους στο λιποσυλλέκτη που βρίσκεται στην είσοδο καλλιτεχνών προς την πλευρά της οδού Γ και αφορά την κουζίνα της κλειστής αίθουσας εστίασης, με αποτέλεσμα να εκλύονται δυσάρεστες οσμές, κατά την επανάληψη δε του ελέγχου στις 17-12-2018 διαπιστώθηκε ότι καμία ενέργεια δεν είχε λάβει χώρα για τον καθαρισμό του εξοπλισμού και στις 4-3-2019 διαπιστώθηκαν κακές συνθήκες υγιεινής σε βοηθητικό χώρο (στην αποθήκη του εστιατορίου στο επίπεδο -1), άτακτη εναπόθεση και στοιβασία σ' αυτόν ειδών κουζίνας, καθισμάτων και λοιπού εξοπλισμού, με αποτέλεσμα η προσβασιμότητα στο χώρο να είναι περιορισμένη έως ανύπαρκτη.

Η εφεσίβλητη παραβιάζει τις υποχρεώσεις της να χρησιμοποιεί με επιμέλεια και ασφάλεια το μίσθιο, σε ό,τι αφορά ειδικότερα την ασφάλιση των υαλοστασίων και των σκιάστρων (τεντών). Πιο συγκεκριμένα, στις 30-3-2019, μετά από έλεγχο που διενήργησε το προσωπικό της εκκαλούσας στο χώρο της υπαίθριας αίθουσας εστίασης, διαπιστώθηκε κίνδυνος για την ασφάλεια του χώρου και των παρευρισκομένων σ' αυτόν, δεδομένου ότι οι πόρτες στο πάσο της κουζίνας και οι υαλοπίνακες του χώρου δεν ήταν ασφαλισμένοι, με κίνδυνο, λόγω των επικρατουσών δυσμενών καιρικών συνθηκών (επικράτηση ανέμων υψηλής έντασης), να αποξηλωθούν και να επιπέσουν με σφοδρότητα από μεγάλο ύψος στο οδόστρωμα, ενώ και στις 7-10-2016 το προσωπικό της εφεσίβλητης παρέλειψε, παρά τα έντονα καιρικά φαινόμενα που επικρατούσαν, να διπλώσει - κλείσει την τέντα στον ίδιο χώρο της υπαίθριας αίθουσας εστίασης, με αποτέλεσμα να αποκολληθεί τμήμα της τέντας προς την πλευρά της Λ Σ, να πεταχθεί προς τα πίσω και να σπάσει περιμετρικά ορισμένους υαλοπίνακες.

Η εφεσίβλητη παραβιάζει τις υποχρεώσεις της για την επιμελή και ασφαλή χρήση του μισθίου, με την παράλειψη συντήρησης των υαλοπινάκων που περιβάλλουν την κλειστή αίθουσα εστίασης, όπου διαπιστώνονται συχνά υαλοπίνακες που φέρουν εμφανείς ρωγμές, τους οποίους η εφεσίβλητη παραλείπει να αντικαταστήσει.

Η εφεσίβλητη παραβιάζει τις υποχρεώσεις της να λαμβάνει μέτρα ασφάλειας, για την πρόληψη σοβαρών ατυχημάτων και βλαβών σε πρόσωπα και πράγματα. Ειδικότερα, αποδεικνύεται ότι στις 2-10-2018 εντοπίστηκε εκτεθειμένη ηλεκτρολογική υποδομή (πίνακες και καλώδια) των συμπιεστών του ψυγείου στο μηχανοστάσιο του δώματος, στις 15-10-2018 εντοπίστηκε στην κουζίνα της κλειστής αίθουσας εστίασης, εστία κουζίνας ανοιχτή με μικρή φλόγα που λειτουργούσε με φυσικό αέριο, στις 28-11-2018 διαπιστώθηκε ότι η ηλεκτρολογική υποδομή (πίνακες και καλώδια) των συμπιεστών του ψυγείου στο μηχανοστάσιο του δώματος εξακολουθούσε να είναι εκτεθειμένη, την ίδια ημέρα (στις 28-11-2018) καταγράφηκε πρόβλημα διαρροής πλυντηρίου λόγω κακής συντήρησης, τον Αύγουστο του 2018 διαπιστώθηκε η χρήση οικιακών φιαλών υγραερίου σε διάφορες δράσεις από την εφεσίβλητη και το Μάρτιο του 2018 διενεργήθηκε καθαρισμός του γυάλινου αεραγωγού που ξεκινά από το επίπεδο -1 και απολήγει στο επίπεδο +6, από προσωπικό της εφεσίβλητης, χωρίς την τήρηση μέτρων ασφάλειας, δεδομένου ότι εργαζόμενος εισήλθε στον αεραγωγό χωρίς προστασία, με κίνδυνο για τη ζωή και τη σωματική του ακεραιότητα.

Η εφεσίβλητη παραβιάζει τις υποχρεώσεις της για την τήρηση κανόνων υγιεινής και ασφάλειας και ειδικότερα απασχολεί εργαζομένους που δεν φέρουν στο σύνολό τους τον απαραίτητο εξοπλισμό για επιχειρήσεις υγειονομικού ενδιαφέροντος (εστίασης) και ειδικότερα γάντια και σκούφους, ενώ ορισμένοι εργαζόμενοι καπνίζουν στο χώρο της κουζίνας της κλειστής αίθουσας εστίασης, μάλιστα δε κοντά σε σημεία υψηλής επικινδυνότητας και σε χώρους γειτνίασης με υποδομές φυσικού αερίου, κατά παράβαση του όρου 2.3 εδ.

α της συμβάσεως, σύμφωνα με τον οποίο απαγορεύεται το κάπνισμα σε όλους τους εσωτερικούς χώρους της Στέγης και ακόμη έχουν διαπιστωθεί σε χώρους του εστιατορίου να τηρούνται τυροκομικά προϊόντα εκτός ψυγείου και χωρίς σήμανση (ετικέτα) για την προέλευση και την ημερομηνία λήξης ή να είναι αυτά ήδη ληγμένα.

Η εφεσίβλητη παραβιάζει τις υποχρεώσεις της να απασχολεί έμπειρο προσωπικό που θα διαθέτει τις απαιτούμενες από το νόμο άδειες εργασίας και πτυχία επαγγελματικής κατάρτισης και ειδικότερα απασχολεί εργαζομένους, ορισμένοι από τους οποίους είτε εργάζονται παράνομα, είτε δεν διαθέτουν βιβλιάριο υγείας.

Η εφεσίβλητη παραβιάζει τις υποχρεώσεις της για την τήρηση του ωραρίου λειτουργίας των εστιατορίων και ειδικότερα λειτουργεί τα εστιατόρια και μετά την ώρα 1:30' μετά τα μεσάνυχτα. Η εκκαλούσα αποδεικνύεται ότι επανειλημμένα έχει προβεί σε έγγραφες και προφορικές οχλήσεις, δια των εκπροσώπων και εργαζομένων της, προς την εφεσίβλητη, τους εκπροσώπους και εργαζομένους της, με τις οποίες επισήμαινε τις πράξεις και παραλείψεις της εφεσίβλητης που συνιστούσαν παραβίαση των όρων της συμβάσεως και την καλούσε σε συμμόρφωση και τήρηση των συμφωνημένων, πλην όμως χωρίς ανταπόκριση από την πλευρά της τελευταίας.

Στη μεταξύ των μερών σύμβαση, περιλαμβάνονται και οι ακόλουθοι όροι: Όρος 4.5.1: "Εάν ένα συμβαλλόμενο μέρος παραβεί υπαιτίως όρο της παρούσας συμφωνίας και υπάρχει αντικειμενικά δυνατότητα συμμόρφωσής του στις υποχρεώσεις του, το άλλο συμβαλλόμενο μέρος υποχρεούται, επί ποινή ακυρότητας των εν συνεχεία ενεργειών του, να του τάξει εύλογη προθεσμία για να συμμορφωθεί.

Η εύλογη προθεσμία, ανάλογα και με τη φύση των ενεργειών που πρέπει να γίνουν για να συμμορφωθεί το υπαίτιο συμβαλλόμενο μέρος, δεν μπορεί να είναι μικρότερη των δέκα (10) ημερών". Όρος 4.5.2: "Εάν ένα συμβαλλόμενο μέρος παραβεί υπαιτίως όρο της παρούσας συμφωνίας και δεν υπάρχει αντικειμενικά δυνατότητα συμμόρφωσής του στις υποχρεώσεις του ή εάν υπάρχει τέτοια δυνατότητα και το ανυπαίτιο συμβαλλόμενο μέρος του έταξε εύλογη προθεσμία προς συμμόρφωση σύμφωνα με την παρ. 4.5.1.

του παρόντος και η προθεσμία αυτή παρήλθε άπρακτη, χωρίς το υπαίτιο συμβαλλόμενο μέρος να συμμορφωθεί, το ανυπαίτιο συμβαλλόμενο μέρος δικαιούται να καταγγείλει εγγράφως την παρούσα συμφωνία και να αξιώσει αποκατάσταση κάθε θετικής του ζημίας. Η λύση της παρούσας συμφωνίας διά της ως άνω καταγγελίας επέρχεται άμεσα".

Παράρτημα B1 - Υποχρεώσεις Καθήκοντα Εστιάτορα - 4. Υγιεινή - Μέτρα Ασφαλείας (σελίδα 9/14 του Παραρτήματος): "[...] Σε περίπτωση που διαπιστωθεί από τις αρμόδιες υπηρεσίες έστω και μία παράβαση των όρων υγιεινής, ασφάλειας, απασχόλησης του προσωπικού που κατά την κρίση του Κυρίου του Έργου είναι σοβαρή, ή σε περίπτωση που σε ένα δωδεκάμηνο σημειωθούν συνολικά τρεις τέτοιες παραβάσεις (σε οποιονδήποτε τομέα) έστω και αν δεν είναι σοβαρές, ο Κύριος του Έργου θα δικαιούται να καταγγείλει τη σύμβαση με υπαιτιότητα του Εστιάτορα".

Παράρτημα Β1 - Δικαιώματα Εργοδότη - 2. Λύση Συμβάσεως (σελίδα 13/14 του Παραρτήματος): "Στις κατωτέρω περιπτώσεις ο Εργοδότης μπορεί να προβεί σε αυτοδίκαιη μονομερή λύση του συμφωνητικού, χωρίς καταβολή αποζημίωσης στον Εστιάτορα. [...] Παράβαση των κανόνων υγιεινής εργασίας και πυρασφάλειας [...]". Τα προαναφερόμενα αποδεικτικά πορίσματα συνάγονται κατά κύριο λόγο, αν και όχι αποκλειστικά, από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα που εξετάστηκε στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου με επιμέλεια της εκκαλούσας, από τις ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων που δόθηκαν επίσης με επιμέλεια της διαδίκου αυτής σε Συμβολαιογράφο, από τα έγγραφα που προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι, ιδιαίτερα δε, από τη σύμβαση και τα παραρτήματά της, από τις επιστολές, τις εξώδικες δηλώσεις και τα μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου που έχουν αποσταλεί εκατέρωθεν, από τις φωτογραφίες που προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι, ενώ δεν αντικρούονται επαρκώς και πειστικά, κατά την κρίση του Δικαστηρίου τούτου, από τη χωρίς όρκο κατάθεση του νόμιμου εκπροσώπου της εφεσίβλητης που εξετάστηκε στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ούτε από τις ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων που δόθηκαν με επιμέλεια της διαδίκου αυτής σε Συμβολαιογράφο, ούτε τέλος από τα έγγραφα που προσκομίζει και επικαλείται η διάδικος αυτή για την απόκρουση των αξιώσεων που ασκούνται με την από 9-4-2019 αγωγή...".

Με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν ακόμη δεκτά και τα ακόλουθα:: " ... Με βάση τις προαναφερόμενες νομικές και ουσιαστικές παραδοχές, αποδεικνύεται ότι συντρέχουν οι όροι της καταγγελίας της συμβάσεως μισθώσεως προσοδοφόρου αντικειμένου, αφενός μεν λόγω κακής χρήσης του μισθίου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 594, 620, 623 και 638 του ΑΚ, αφετέρου δε λόγω παράβασης όρων της συμβάσεως μισθώσεως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 361 του ΑΚ και περαιτέρω της απόδοσης της χρήσης του μισθίου μετά την άσκηση της καταγγελίας με την αγωγή και την επέλευση των έννομων αποτελεσμάτων της που συνίστανται στη λήξη της συμβάσεως μισθώσεως (άρθρα 167, 587 εδ.

α και 599 παρ. 1 του ΑΚ)...Ειδικότερα, αποδεικνύεται αφενός μεν ότι η εφεσίβλητη παραβιάζει όρους της συμβάσεως, η παράβαση των οποίων παρέχει σ' αυτήν το δικαίωμα να καταγγείλει τη σύμβαση, αφετέρου δε ότι δεν μεταχειρίζεται το μίσθιο με επιμέλεια, δηλαδή με την αντικειμενικά κρινόμενη επιμέλεια του μέσου συνετού ανθρώπου και κατά τον τρόπο που επιβάλλεται στις συναλλαγές, ούτε το μεταχειρίζεται κατά τον τρόπο που συμφωνήθηκε, η κακή δε χρήση του μισθίου κρίνεται σημαντική σε ένταση και έκταση, ιδιαίτερα ενόψει των υψηλών απαιτήσεων ποιότητας που βάρυναν και βαρύνουν την εφεσίβλητη, η οποία, τόσο αυτή δια των νόμιμων εκπροσώπων της, όσο και οι από αυτήν προστηθέντες υπάλληλοί της (βοηθοί εκπλήρωσης), κατά τα άρθρα 334 παρ. 1 και 593 εδ.

α του ΑΚ, βαρύνονται με υπαιτιότητα για την κακή χρήση και ειδικότερα αποδεικνύεται ότι δεν επέδειξαν την επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές (άρθρο 330 εδ. β του ΑΚ). Εξαιτίας της κακής χρήσης του μισθίου η εκκαλούσα διαμαρτυρήθηκε προς την εφεσίβλητη, τόσο εγγράφως, όσο και προφορικά ... ενώ είναι απαραίτητο ακόμη να επισημανθεί ότι η διαμαρτυρία, ως μονομερής απευθυντέα δήλωση βούλησης, σε κάθε περίπτωση περιέχεται στην από 9-4- 2019 αγωγή, με την οποία καταγγέλλεται η σύμβαση μισθώσεως για τον προαναφερόμενο λόγο και ζητείται η απόδοση της χρήσης του μισθίου, κατ' άρθρο 599 παρ. 1 του ΑΚ, ενώ η μη συμμόρφωση της εφεσίβλητης στη συνέχεια, μετά την περιέλευση σ' αυτήν της καταγγελίας της συμβάσεως, μέχρι και το χρόνο της συζήτησης της από 9-4-2019 αγωγής στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο υποδηλώνει και την εμμονή της στην κακή χρήση του μισθίου... ".

Με τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο δέχθηκε ως βάσιμη κατ' ουσίαν την αγωγή, ως προς τις επικουρικές βάσεις της (καταγγελία λόγω κακής χρήσεως του μισθίου και καταγγελία λόγω παράβασης συμβατικών όρων της μισθώσεως) εκ μέρους της μισθώτριας (ήδη αναιρεσείουσας) και διέταξε την απόδοση του επιδίκου μισθίου στην εκμισθώτρια (ήδη αναιρεσίβλητη).

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, καθόσον διέλαβε στην πληττόμενη απόφασή του αιτιολογίες επαρκείς, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις, λογικά κενά ή ενδοιαστικές κρίσεις, οι οποίες επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη ερμηνεία και εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων που εφαρμόστηκαν, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων αιτιολογιών και, συνεπώς, η προσβαλλομένη απόφαση δεν στερείται νομίμου βάσεως.

Συνεπώς, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος. Σε κάθε δε περίπτωση, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, καθόσον με αυτόν πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), αναφορικώς με την εκτίμηση των αποδείξεων και με το σαφές, πλήρες και μη αντιφατικό, εκτιθέμενο στην προσβαλλομένη απόφαση, αποδεικτικό πόρισμα, σχετικώς με το ουσιώδες ζήτημα της κακής χρήσεως του μισθίου και της παράβασης συμβατικών όρων της συμβάσεως .

Ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, αν το δικαστήριο παρά τον νόμο έλαβε υπόψη πράγματα, που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί, που, υπό την προϋπόθεση της νομίμου προτάσεώς τους, θεμελιώνουν, καταλύουν ή παρακωλύουν ουσιαστικό ή δικονομικό δικαίωμα, που ασκείται με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση (Ολ. Α.Π. 3/1997), όχι δε και εκείνοι που συνιστούν αιτιολογημένη άρνηση των ισχυρισμών ή αιτήσεων του αντιδίκου ή επιχειρήματα προς υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων (Ολ. Α.Π. 14/2011, Α.Π. 20/2013).

Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι η αναιρεσείουσα επιδείκνυε εμμονή στην κακή χρήση του μισθίου, αν και το στοιχείο αυτό δεν το επικαλέσθηκε η αναιρεσίβλητη. Ο αναιρετικός λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος, καθόσον ο ισχυρισμός αυτός, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, δεν αποτελεί "πράγμα", με τη έννοια που απαιτεί η ανωτέρω διάταξη, αλλά αφορά αιτιολογημένη άρνηση των ισχυρισμών της αναιρεσίβλητης.

Η άσκηση του διαπλαστικού δικαιώματος της καταγγελίας της μισθωτικής συμβάσεως, η οποία επιφέρει τη λύση για το μέλλον, δεν μπορεί να γίνει υπό αίρεση αναβλητική ή διαλυτική, διότι η ύπαρξή της συνεπάγεται αβεβαιότητα στις έννομες σχέσεις του μισθωτού προς τον οποίο και απευθύνεται η περί καταγγελίας δήλωση βουλήσεως (Α.Π. 1870/1985, Α.Π. 1713/1080), εφόσον συνεπάγεται βλάβη ή διακινδύνευση των συμφερόντων του λήπτη, ωστόσο οι περί αιρέσεως διατάξεις δεν έχουν εφαρμογή επί των αιρέσεων δικαίου, δηλαδή αυτών που συνίστανται σε γεγονός που αποτελεί κατά το νόμο στοιχείο ή προϋπόθεση για την ενέργεια ή την τελείωση της δικαιοπραξίας.

Ως εκ τούτου, εφόσον η ενέργεια της καταγγελίας εξαρτάται από το εάν η καταγγελλόμενη μίσθωση δεν έχει ήδη λήξει λόγω της λύσης της με προηγούμενη καταγγελία αλλά συνεχίζεται, αφού δεν είναι κατά νόμο δυνατή η καταγγελία μισθώσεως μετά τη λήξη της, η αίρεση αυτή έχει το χαρακτήρα αιρέσεως δικαίου και συνεπώς η υπό την αίρεση αυτή ασκούμενη καταγγελία είναι έγκυρη και ισχυρή (Α.Π. 787/1993, Α.Π. 2016/1990, Α.Π. 1870/1985, Α.Π.1224/1984,Α.Π. 1713/1080).

Με την άσκηση του δικαιώματος καταγγελίας υπό αίρεση δεν πρέπει να συγχέεται η περίπτωση της σωρευτικής ή πολλαπλής καταγγελίας, όπου ο εκμισθωτής είτε εξωδίκως, είτε με το ίδιο το δικόγραφο της αγωγής, προβαίνει ευθέως (χωρίς δηλ. την προσθήκη αιρέσεως), σε καταγγελία της μισθωτικής συμβάσεως, στηρίζοντας αυτή σε διαφορετικούς νομικούς λόγους, υπαγόμενους σε διαφορετικούς νομικούς κανόνες του ουσιαστικού δικαίου, ζητώντας την προς αυτόν απόδοση του μισθίου, λόγω λύσεως της μισθώσεως, που επήλθε με την καταγγελία.

Η επίκληση δηλαδή από τον ενάγοντα εκμισθωτή πολλών λόγων καταγγελίας με το δικόγραφο της αγωγής και υπό την προϋπόθεση ότι δεν υπάρχει μεταξύ τους ουσιαστική αντίφαση, που συμβαίνει όταν οι προϋποθέσεις του ενός αναιρούν τις προϋποθέσεις του άλλου, δεν σημαίνει καθεαυτή και προσθήκη αιρέσεως στην άσκηση των επί μέρους καταγγελιών διαδικαστικού περιεχομένου, ότι δηλαδή η καθεμία καταγγελία, που στηρίζεται σε αυτοτελή νομικό λόγο, ασκείται υπό την αίρεση της απορρίψεως της, σε άλλο λόγο, στηριζομένης προηγούμενης καταγγελίας, όταν μάλιστα ο ενάγων στο δικόγραφο της αγωγής δεν διαλαμβάνει βούληση, περί επικουρικής ασκήσεως των καταγγελιών, υποβάλλοντας το αίτημα περί αποδόσεως του μισθίου, στηρίζοντας αυτό αυτοτελώς σε διαφορετικούς λόγους καταγγελίας.

Στην περίπτωση αυτή υπόκειται περίπτωση συρροής αξιώσεων, που τείνουν στην ικανοποίηση του ίδιου βιοτικού συμφέροντος, δηλαδή στην απόδοση του μισθίου, στηριζόμενων σε διαφορετικές διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου, χωρίς μεταξύ τους να υπάρχει σχέση επικουρικότητος ή σχέση γενικής προς ειδική. Υπαρχούσης δε της εν λόγω συρροής το δικαστήριο οφείλει να ερευνήσει τη νομική και ουσιαστική βασιμότητα όλων των επικαλουμένων λόγων καταγγελίας και μόνον αν τους κρίνει ως αβάσιμους θα απορρίψει εξ ολοκλήρου την αγωγή.

Με τον τέταρτο και τελευταίο λόγο αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος του, προβάλλεται η αιτίαση από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. ότι το Εφετείο εσφαλμένως δέχθηκε ως νόμιμη την ένδικη από 9-4-2019 αγωγή, κατά τις επικουρικές βάσεις της (πρώτη και δεύτερη), κατά παράβαση ευθέως των διατάξεων των άρθρων 361, 594 και 674 του Α.Κ., καθόσον προβάλλονται σε δικονομική επικουρικότητα σε σχέση με την κύρια βάση αυτής (αγωγής), περί παρελεύσεως της διάρκειας της επιδίκου συμβάσεως, με αποτέλεσμα να είναι ανεπίτρεπτη άσκηση καταγγελίας υπό αίρεση.

Με τον ίδιο λόγο αναιρέσεως, κατά το δεύτερο σκέλος του, προβάλλεται η αιτίαση από τον αριθμό 8 του ιδίου άρθρου (559 του Κ.Πολ.Δ.) ότι το Εφετείο, δεν ερεύνησε τον προβληθέντα εκ μέρους της (αναιρεσείουσας) ισχυρισμό, περί του νόμω αβασίμου των ανωτέρω επικουρικών βάσεων της αγωγής. Ο λόγος αυτός, κατά το πρώτο σκέλος του, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος, διότι είναι επιτρεπτή η επικουρικώς ασκηθείσα από την αναιρεσίβλητη καταγγελία της συμβάσεως μισθώσεως με την αγωγή της, σύμφωνα με την προηγούμενη νομική σκέψη.

Τούτο διότι, εάν εκρίνετο από το Δικαστήριο της ουσίας, όπως πράγματι συνέβη, ότι η σύμβαση μισθώσεως δεν είχε λήξει και, συνεπώς, η αγωγή κατά την κύρια βάση της ήταν απορριπτέα, ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, όπως και εκρίθη, τότε ερευνητέα ήταν η αγωγή κατά τις άνω επικουρικές βάσεις της. Ο ίδιος λόγος, κατά το δεύτερο σκέλος του, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον ο προβληθείς ισχυρισμός της αναιρεσείουσας ενώπιον του Δικαστηρίου της ουσίας, περί του νόμω αβασίμου της της αγωγής, κατά τις επικουρικές βάσεις της, λόγω καταγγελίας της συμβάσεως μισθώσεως δια του δικογράφου της ενδίκου αγωγής, πλέον του ότι ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο, δεν συνιστά "πράγμα", με τη έννοια που απαιτεί η διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 8 του Κ.Πολ.Δ., αλλά αρνητικό ισχυρισμό, που συνέχεται με την επικουρική βάση της αγωγής και αποτελεί άρνηση αυτής.

Κατόπιν αυτών, μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου, λόγω της ήττας της, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρ. 495 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.) και, τέλος, να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, που ηττήθηκε στη δίκη, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το βάσιμο, περί τούτου, αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 183, 189 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), κατά τα, ειδικότερα, οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 25-5-2022 αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 2095/2022 τελεσιδίκου αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του, καταβληθέντος από την αναιρεσείουσα, παραβόλου. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων ευρώ (1.800€).

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Νοεμβρίου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Απριλίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ