Legislator Case Law & Legislation
558/2020 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on res judicata grounds due to intervening changes in labor law and collective agreements.

Case Number 558/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Third Instance Court's decision regarding her employment compensation. The appellant argued for res judicata based on prior rulings, but the court found no such bar because the applicable labor law regime changed between the previous judgment and the current appeal. Consequently, the court rejected the claims of legal error and ordered the appellant to pay the respondent's litigation costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 321, 322, 324, 331 of the Code of Civil Procedure; The principle of res judicata does not apply when a subsequent change in the legal regime governing the substantive relationship alters the identity of the legal cause, thereby invalidating the claim of preclusive effect for new claims arising from the same relationship.

Keywords

AI generated
res judicata labor law collective agreement legal cause intervening legislation employment contract litigation costs

Cited Legislation

AI generated
Articles 321, 322, 324 and 331 of the Code of Civil Procedure
Article 31 of Law 2470/1997
Articles 3, 7, 8, 10 of Law 1876/1990
Decision 42/1981 of the General Council of the Public Service
Articles 6(1)(a) and 1 of the European Convention on Human Rights

Cited Case Law

AI generated
OLAP 40/1998
Decision 680 AK, 9
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 558 / 2020 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 558/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1 Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Σοφία Τζουμερκιώτη και Γεώργιο Δημάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 5η Νοεμβρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέα Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας- καθ' ης η κλήση: Α. συζύγου Σ. Α., κατοίκου ... που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Πολυχρόνη Πολυχρονιάδη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου- καλούντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Ψυχιατρικό Νοσοκομείο Αττικής", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στο ... και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Δημητρίου Πολέμη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-8-2004 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών με αριθμό 3653/25-8-2004. Εκδόθηκαν η 2045/2005 απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν άσκησης έφεσης κατ' αυτής, η 5637/2013 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 6-5-2014 και με αριθμό κατάθεσης 361/15-5-2014 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, όπου έχει εγγραφεί μετά την από 14-1-2019 κλήση του αναιρεσιβλήτου, ύστερα από προηγηθείσα ματαίωση της συζήτησης, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η εισηγήτρια αρεοπαγίτης, Σοφία Τζουμερκιώτη ανέγνωσε την από 20-11-2014 έκθεση του κωλυομένου, λόγω συνταξιοδότησης, να συμμετάσχει στη σύνθεση αρεοπαγίτη, Ανδρέα Δουλγεράκη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.Από τις διατάξεις των άρθρων 321, 322, 324 και 331 ΚΠολΔ συνάγεται ότι από τελεσίδικη απόφαση παράγεται δεδικασμένο και όταν το αντικείμενο της νέας δίκης, που διεξάγεται μεταξύ των ίδιων προσώπων, είναι μεν διαφορετικό από εκείνο της δίκης που προηγήθηκε, αλλά έχει ως αναγκαία προϋπόθεση την ύπαρξη του δικαιώματος, που κρίθηκε στην προηγούμενη δίκη.

Αυτό συμβαίνει, όταν στη νέα δίκη πρόκειται να κριθεί η ίδια δικαιολογητική σχέση και το ίδιο νομικό ζήτημα, με αυτό που κρίθηκε στην προηγούμενη δίκη. Ο κανόνας αυτός δεν ισχύει, αν κατά τον κρίσιμο για τη μεταγενέστερη δίκη χρόνο έχει επέλθει μεταβολή του νομικού καθεστώτος, το οποίο διέπει την έννομη σχέση ή τις έννομες συνέπειες, που απορρέουν από αυτή, αφού τότε δεν υπάρχει η απαιτούμενη για την ενεργοποίηση του δεδικασμένου ταυτότητα νομικής αιτίας.

Ειδικότερα, στην περίπτωση διαρκούς ενοχικής σχέσης από την οποία πηγάζουν πλείονες έννομες συνέπειες, όπως είναι η σύμβαση παροχής εξαρτημένης εργασίας, στην οποία η απασχόληση του μισθωτού θεμελιώνει ποικίλες αξιώσεις, που στηρίζονται σε διάφορους ουσιαστικούς νόμους, συλλογικές συμβάσεις εργασίας (ΣΣΕ) ή διαιτητικές αποφάσεις (ΔΑ), το δεδικασμένο των αποφάσεων που κρίνουν επιμέρους αξιώσεις του μισθωτού, ως έννομες συνέπειες της εν λόγω διαρκούς έννομης σχέσης, τελεί υπό την προϋπόθεση ότι το νομικό καθεστώς, που ισχύει κατά τον κρίσιμο χρόνο, παραμένει αμετάβλητο και στο μέλλον.

Συνεπώς, η τελεσίδικη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι η, συνιστώσα προδικαστικό ζήτημα για τις επιμέρους αξιώσεις του μισθωτού, σύμβαση εξαρτημένης εργασίας διέπεται από το πλέγμα των τότε υφισταμένων διατάξεων, δεν αποτελεί δεδικασμένο για την εκτός του κριθέντος χρονικού διαστήματος και στο μέλλον αναγόμενη χρονική περίοδο, αν κατά την περίοδο αυτή δεν παρέμεινε αναλλοίωτο το προηγούμενο νομικό καθεστώς, δηλαδή αν οι αιτούμενες με νεότερη αγωγή επιμέρους αξιώσεις του μισθωτού, που γεννήθηκαν σε χρονικό διάστημα μεταγενέστερο του ήδη κριθέντος, στηρίζονται σε νέες νομικές διατάξεις, διάφορες εκείνων που ίσχυαν κατά την πρώτη δίκη.

Τέτοιες, νέες νομοθετικές διατάξεις είναι και οι κανονιστικοί όροι των ΣΣΕ ή ΔΑ, οι οποίοι προσδιορίζουν, εν όψει της ισχύος τους για συγκεκριμένη χρονική περίοδο (άρθρα 9 και 16 παρ.3 του ν. 1876/1990), όχι μόνο την έκταση, αλλά και το είδος των βασικών αποδοχών και των επιδομάτων του μισθωτού για την περίοδο εκείνη.

Επομένως, από της ισχύος κάθε νέας ΣΣΕ ή ΔΑ μεταβάλλεται το νομικό καθεστώς και γι' αυτό οι δικαστικές αποφάσεις, που έκριναν τελεσιδίκως αξιώσεις των εργαζομένων ορισμένου χρονικού διαστήματος, ρυθμιζόμενες από τις τότε ισχύουσες ΣΣΕ ή ΔΑ, δεν αποτελούν δεδικασμένο και ως προς τις αξιώσεις τους για μεταγενέστερο χρονικό διάστημα, που στηρίζονται στις κατά το διάστημα αυτό ισχύουσες νεότερες ΣΣΕ ή ΔΑ (ΟλΑΠ 3/2003, ΟλΑΠ 10/2002).

2.Περαιτέρω, το νομικό καθεστώς της 42/1981 απόφασης του ΔΔΔΔ Πειραιώς "περί των όρων αμοιβής και εργασίας του προσωπικού των νοσηλευτικών ιδρυμάτων του Δημοσίου, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ", η οποία κηρύχθηκε εκτελεστή και ακολούθως υποχρεωτική με τις 16170/1981 (ΦΕΚ Β' 472/11-8-1981) και 18749/1981 (ΦΕΚ Β' 731/4-12-1981) αποφάσεις του Υπουργού Εργασίας, αντίστοιχα, μεταβλήθηκε με την από 22-12-1988 ΕΣΣΕ "περί των όρων αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου στα δημόσια νοσοκομεία της χώρας", η οποία κηρύχθηκε υποχρεωτική με την 17853/4-10-1989 απόφαση του Υπουργού Εργασίας (ΦΕΚ Β' 741/4-10-1989) για όλους τους εργοδότες και εργαζομένους του επαγγέλματος στο οποίο αφορά και ίσχυσε από 1-7-1988 (άρθρο 10 αυτής).

Με την ανωτέρω ΕΣΣΕ επεκτάθηκαν στους εργαζομένους (πλην ιατρών) µε σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου στα νοσοκομεία του ν.δ. 2592/1953, που είναι µέλη των σωματείων των ανηκόντων στην ΠΟΕΔΗΝ, στο σύνολό τους, οι διατάξεις του ν. 1505/1984 "αναδιάρθρωση μισθολογίου προσωπικού της δημόσιας διοίκησης και άλλες συναφείς διατάξεις", όπως τροποποιήθηκε µε το ν. 1810/1988 (άρθρο 3 παρ.1 της από 22-12-1988 ΕΣΣΕ).

Με το άρθρο 9 της εν λόγω ΕΣΣΕ ορίσθηκε ότι τυχόν καταβαλλόμενες ανώτερες αποδοχές από αυτές που καθορίζονται µε αυτή τη συλλογική σύμβαση διατηρούνται. Τούτο είχε την έννοια της διατήρησης των μέχρι της μεταβολής του νομικού καθεστώτος τυχόν ανώτερων αποδοχών και όχι της εξακολούθησης και μετά ταύτα του προϊσχύοντος νομικού καθεστώτος (ΟλΑΠ 10/2002).

Με το άρθρο 31 του ν. 2470/1997 "αναμόρφωση μισθολογίου προσωπικού της δημόσιας διοίκησης και άλλες συναφείς διατάξεις", καταργήθηκαν τα άρθρα 1 έως και 27 του ν. 1505/1984, οπότε μεταβλήθηκε και πάλι το μισθολογικό καθεστώς, μεταξύ άλλων, και των εργαζομένων με σχέση ιδιωτικού δικαίου στα νοσηλευτικά ιδρύματα του Δημοσίου, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ (ΑΠ 815/2014, ΑΠ 336/2011, ΑΠ 196/2011).

Εξάλλου, ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ.16 περ. α' ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο, είτε αυτεπαγγέλτως είτε μετά από πρόταση κάποιου από τους διαδίκους, δέχτηκε κατά παράβαση του νόμου ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο. Στον αναιρετικό έλεγχο υπόκειται η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, τόσο ως προς το αν τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά συνιστούν την έννοια του δεδικασμένου με την έκταση και τα αποτελέσματα, τα οποία προσέδωσε σε αυτό η προσβαλλόμενη απόφαση, όσο και ως προς τη συνδρομή ή μη των προϋποθέσεων του δεδικασμένου σε συγκεκριμένη περίπτωση (ΑΠ 717/2018, ΑΠ 2024/2014).

3.Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, κατ' άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την ένδικη από 5-8-2004 και με αριθμό κατάθεσης 3653/25-8-2004 αγωγή, η ενάγουσα (ήδη αναιρεσείουσα), ισχυρίσθηκε ότι την 22-12-1986 προσλήφθηκε από το εναγόμενο νοσοκομείο (ήδη αναιρεσίβλητο), που είναι νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, ως καθαρίστρια, με αποδοχές τις εκάστοτε προβλεπόμενες από το νόμο, τις ΣΣΕ και ΔΑ για τους όρους αμοιβής και εργασίας του με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου προσωπικού των νοσηλευτικών ιδρυμάτων του Δημοσίου και των ΝΠΔΔ.

Ότι το εναγόμενο, κατά τον προσδιορισμό των αποδοχών της κατά το ένδικο χρονικό διάστημα από 1-12-2000 έως 17-10-2003, οπότε παραιτήθηκε από την υπηρεσία, λόγω συνταξιοδότησης, δεν εφάρμοσε τις ευνοϊκότερες γι' αυτή διατάξεις των ως άνω ΣΣΕ και ΔΑ, σύμφωνα με τις οποίες, κατά την άποψη της ενάγουσας (η οποία ήταν έγγαμη, με μία άγαμη θυγατέρα γεννηθείσα το έτος 1977 και με προϋπηρεσία 18 ετών την 1-10-1995 και 21 ετών την 1-10-1998), ο μηνιαίος μισθός της συντίθεται α) από το κατώτατο ημερομίσθιο εργατοτεχνίτη (ημερομίσθιο ασφαλείας) της εκάστοτε ισχύουσας ΕΓΣΣΕ, πολλαπλασιαζόμενο επί 8/6 (διότι, ως προς τις καθαρίστριες, αντιστοιχεί σε 6 ώρες ημερήσιας απασχόλησης, ενώ η ενάγουσα εργαζόταν 8 ώρες), επί 1,15 και το προκύπτον ημερομίσθιο πολλαπλασιαζόμενο επί τις 25 εργάσιμες ημέρες εκάστου μηνός, β) από επιπλέον προσαύξηση 35% για το επίδομα πολυετούς υπηρεσίας, γ) από επιπλέον προσαύξηση 50% για το επίδομα τριετιών, δ) από επιπλέον προσαύξηση 15% για επίδομα συζύγου και τέκνου, ε) από επιπλέον προσαύξηση 15% για επίδομα ανθυγιεινής εργασίας, στ) από επιπλέον προσαύξηση 40% για το ειδικό επίδομα του άρθρου 44 του ν. 1193/1981, ζ) από την ειδική αποζημίωση 8.000 δραχμών, η) από το επίδομα τροφής 12.000 δραχμών, θ) από την επιπλέον αμοιβή 50 ωρών του άρθρου 2 παρ.3 του ν. 201/1975, ι) από το επίδομα 500 δραχμών του ν.δ. 1064/1971 και ια) από το επίδομα αυξημένης ευθύνης 35.000 δραχμών του άρθρου 8 του ν. 2430/1996.

Ότι λόγω μη προσδιορισμού των αποδοχών της σύμφωνα με τις ευνοϊκότερες διατάξεις των ανωτέρω ΣΣΕ και ΔΑ, με τις οποίες έπρεπε να αμείβεται, προέκυψαν οι καθοριζόμενες μισθολογικές διαφορές μεταξύ των νομίμων και καταβληθεισών εν γένει αποδοχών. Με βάση το ιστορικό αυτό και μετά από νόμιμο περιορισμό του αιτήματος, ζήτησε να της επιδικασθεί, εν μέρει καταψηφιστικά και εν μέρει αναγνωριστικά, το συνολικό ποσό των 124.860,21 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, για διαφορές μηνιαίων αποδοχών, διαφορές προσαυξήσεων για εργασία κατά τις Κυριακές και αργίες και διαφορές για υπερωριακή εργασία.

Επί της αγωγής εκδόθηκε η 2045/2005 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία αυτή απορρίφθηκε ως μη νόμιμη. Μετά την άσκηση έφεσης εκ μέρους της ενάγουσας, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών εξέδωσε την προσβαλλόμενη 5637/2013 απόφασή του, με την οποία, κατά παραδοχή της έφεσης, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, κατά το μέρος που απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη σε σχέση με τις ένδικες αξιώσεις του χρονικού διαστήματος από 1-12-2000 έως 31-12-2001 και, αφού δίκασε εκ νέου την αγωγή κατά το μέρος αυτό, τη δέχθηκε εν μέρει και επιδίκασε στην ενάγουσα το ποσό των 47.635,76 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, για διαφορές μηνιαίων αποδοχών, διαφορές προσαυξήσεων για εργασία κατά τις Κυριακές και αργίες και διαφορές για υπερωριακή εργασία του ανωτέρω χρονικού διαστήματος, ενώ για τις ένδικες αξιώσεις που ανάγοντα στο χρονικό διάστημα από 1-1-2002 έως 17-10-2003, έκρινε μη νόμιμη την αγωγή, επικυρώνοντας έτσι κατά το μέρος αυτό την πρωτόδικη απόφαση.

4.Το Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη ως άνω 5637/2013 απόφασή του, δέχθηκε, μεταξύ άλλων, και τα εξής: Ότι η ενάγουσα (ήδη αναιρεσείουσα) προσλήφθηκε από το εναγόμενο νοσοκομείο, που είναι νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, την 22-12-1986, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, ως καθαρίστρια.

Ότι σε προηγούμενες δίκες μεταξύ των διαδίκων, με την ίδια ιδιότητα παρισταμένων, σχετικά με την αξίωση της ενάγουσας για διαφορές αποδοχών που δικαιούταν και έλαβε για το χρονικό διάστημα από 1-1-1987 έως 31-12-1995, εκδόθηκαν οι 350/1995, 6692/1995, 1138/1999 και 6279/1999 αποφάσεις του Εφετείου Αθηνών, με τις οποίες κρίθηκε ότι η σχέση εργασίας της ενάγουσας διέπεται από την 42/1981 απόφαση του ΔΔΔΔ Πειραιώς και μετά την 1-1-1988 (το σωστό 1-7-1988), που άρχισε η ισχύς της από 22-12-1988 ΕΣΣΕ της ΠΟΕΔΗΝ και επιδικάσθηκαν μισθολογικές διαφορές του παραπάνω χρονικού διαστήματος με βάση την ΔΑ 42/1981 και τις ισχύουσες κατά το διάστημα αυτό ΕΓΣΣΕ.

Ότι ακολούθως, η ενάγουσα άσκησε την από 18-7-1998 (με αριθμό κατάθεσης 3087/1998) αγωγή της, με την οποία προέβαλε τις αυτές με την κρινόμενη αγωγή αξιώσεις, για το χρονικό διάστημα από 1-1-1996 έως 30-6-1998, επί της οποίας εκδόθηκε η 2036/1999 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή. Ότι κατά της απόφασης αυτής, το εναγόμενο άσκησε έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η 7775/2000 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε ότι από τις παραπάνω αποφάσεις του ιδίου Εφετείου (350/1995, 6692/1995, 1138/1999 και 6279/1999) παράγεται δεδικασμένο για τις ασκούμενες με την ως άνω αγωγή της ενάγουσας για όμοιες αξιώσεις της του μεταγενεστέρου χρονικού διαστήματος από 1-1-1996 έως 30-6-1998, κατά το οποίο δεν είχαν μεταβληθεί το νομικό καθεστώς και οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του.

Ότι κατά της απόφασης αυτής το εναγόμενο άσκησε αναίρεση, η οποία έγινε δεκτή με την 1443/2002 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία κρίθηκε ότι, κατά το εν λόγω χρονικό διάστημα (από 1-1-1996 έως 30-6-1998), ίσχυαν οι από 2-4-1996 και 18-5-1998 ΕΓΣΣΕ, τις οποίες επικαλέσθηκε η ενάγουσα για τον προσδιορισμό των αποδοχών της και οι οποίες μετέβαλαν το νομικό καθεστώς, που ίσχυε για τις αποδοχές αυτές κατά το χρονικό διάστημα που έκριναν οι παραπάνω τελεσίδικες αποφάσεις και ότι δεν παράγεται δεδικασμένο από αυτές για το χρονικό αυτό διάστημα (το τότε επίδικο) και αναίρεσε την άνω 7775/2000 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Ότι, στη συνέχεια, η ενάγουσα άσκησε την από 14-12-2000 [με αριθμό κατάθεσης 4373/1992 (το σωστό 4682/18-12-2000)] αγωγή της, με την οποία προέβαλε όμοιες με την προγενέστερη και την κρινόμενη αγωγή αξιώσεις για μεταγενέστερο χρονικό διάστημα, ήτοι από 1-7-1998 έως 30-11-2000. Ότι επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 843/2002 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτό ότι το δεδικασμένο των προηγουμένων 6279/1999 και 7775/2000 τελεσιδίκων αποφάσεων δεν εκτεινόταν και στο ύψος του βασικού ημερομισθίου και ότι το δικαιούμενο για το τότε επίδικο χρονικό διάστημα βασικό ημερομίσθιο της ενάγουσας ήταν το προβλεπόμενο κατώτατο ημερομίσθιο των εκάστοτε ισχυουσών ΕΓΣΣΕ, δεδομένου ότι η διάταξη της παραγράφου 28 της 42/1981 διαιτητικής απόφασης του ΔΔΔΔ Πειραιώς, παραπέμπει στο εκάστοτε ισχύον κατώτατο όριο ημερομισθίου εργατοτεχνίτη, με το οποίο και συνδέει το βασικό μισθό και τα προβλεπόμενα επιδόματα και έκανε δεκτή κατ' ουσία την αγωγή ως προς το κεφάλαιο περί διαφορών αποδοχών, ενώ την απέρριψε ως αόριστη ως προς τα λοιπά κονδύλια για διαφορές αμοιβής εργασίας κατά τις Κυριακές και αργίες και υπερωριακής εργασίας.

Ότι κατά της απόφασης αυτής, η ενάγουσα άσκησε την από 31-7-2002 έφεσή της, επί της οποίας εκδόθηκε η 5090/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση κατ' ουσία. Ότι κατά της εφετειακής απόφασης, ασκήθηκε από την ενάγουσα αίτηση αναίρεσης, επί της οποίας εκδόθηκε η 1488/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία κρίθηκε ορισμένη η αγωγή ως προς τα ανωτέρω κεφάλαια, αναιρέθηκε η 5090/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά το μέρος αυτό και παραπέμφθηκε η υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο προς περαιτέρω εκδίκαση.

Ότι μετά την παραπομπή, εκδόθηκε η 848/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία το Εφετείο, αφού έκρινε ότι από τις παραπάνω τελεσίδικες αποφάσεις και ανεξάρτητα από την ορθότητά τους στον τρόπο επίλυσης των νομικών ζητημάτων, παράγεται δεδικασμένο και για τις αξιώσεις της ενάγουσας, που άσκησε με την παραπάνω αγωγή της (του χρονικού διαστήματος από 1-7-1998 έως 30-11-2000), έκρινε νόμιμη την αγωγή και την δέχθηκε εν μέρει και κατ' ουσία.

Ότι από τις παραπάνω αποφάσεις [την 843/2000 (το σωστό 843/2002) του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ως προς το κεφάλαιο που αφορά τις διαφορές αποδοχών και την 848/2012 του Εφετείου Αθηνών ως προς τα λοιπά κεφάλαια της αγωγής], ανεξάρτητα από την ορθότητά τους ως προς τα νομικά ζητήματα (σχετικά με το δεδικασμένο των παραπάνω τελεσιδίκων αποφάσεων και τη νομική βασιμότητα της αγωγής), παράγεται δεδικασμένο, που δεσμεύει το παρόν δικαστήριο και για τις ένδικες αξιώσεις της ενάγουσας, πλην όμως μόνο για το χρονικό διάστημα από 1-12-2000 έως 31-12-2001, κατά το οποίο ίσχυε το ίδιο πραγματικό και νομικό καθεστώς, ήτοι η ίδια από 23-5-2000 ΕΓΣΣΕ και όχι για το υπόλοιπο ένδικο χρονικό διάστημα από 1-1-2002 έως 17-10-2003, καθόσον για το διάστημα αυτό μεταβλήθηκε το νομικό καθεστώς, αφού πλέον ίσχυε η από 15-4-2002 ΕΓΣΣΕ και, ως εκ τούτου, η ένδικη αγωγή για τις αξιώσεις του εν λόγω χρονικού διαστήματος είναι μη νόμιμη.

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο έκρινε μη νόμιμη την αγωγή σε σχέση με τις ένδικες αξιώσεις του ανωτέρω χρονικού διαστήματος (από 1-1-2002 έως 17-10-2003) για διαφορές μηνιαίων αποδοχών, διαφορές προσαυξήσεων για εργασία κατά τις Κυριακές και αργίες και για διαφορές υπερωριακής εργασίας, επικυρώνοντας κατά το μέρος αυτό την πρωτόδικη απόφαση, η οποία έκρινε ομοίως και απέρριψε την αγωγή κατά το εν λόγω κεφάλαιο.

5.Με την κρίση αυτή και σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που προηγήθηκαν, το Εφετείο Αθηνών, αφενός μεν έλαβε υπόψη τον περί δεδικασμένου ισχυρισμό της ενάγουσας και τον απέρριψε ως αβάσιμο, σε σχέση με τις ένδικες αξιώσεις που ανάγονται στο χρονικό διάστημα από 1-1-2002 έως 17-10-2003, αφετέρου δε ουχί παρά το νόμο δεν δέχθηκε την ύπαρξη δεδικασμένου ως προς τις αξιώσεις του ίδιου χρονικού διαστήματος, διότι στην προκειμένη περίπτωση δεδικασμένο δεν υπήρχε, λόγω της ενδιάμεσης μεταβολής του υφισταμένου νομικού καθεστώτος με την έναρξη εφαρμογής αφενός της μεταγενέστερης από 15-4-2002 ΕΓΣΣΕ για τον προσδιορισμό των αποδοχών της ενάγουσας και αφετέρου του ν. 2470/1997 "αναμόρφωση μισθολογίου προσωπικού της δημόσιας διοίκησης κλπ", με το άρθρο 31 του οποίου καταργήθηκαν τα άρθρα 1 έως και 27 του ν. 1505/1984. Επομένως, οι υποστηρίζοντες τα αντίθετα πρώτος λόγος της αίτησης, με τον οποίο προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ.8 και αρ.16 ΚΠολΔ, και ο δεύτερος λόγος της αίτησης, κατά το μέρος του με το οποίο προσάπτονται σε αυτή οι αναιρετικές πλημμέλειες από τις ίδιες διατάξεις του άρθρου 559 αρ.8 και αρ.16 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι.

6.Περαιτέρω το Εφετείο, δεχόμενο ότι οι αποδοχές της αναιρεσείουσας ρυθμίζονται από το μισθολογικό καθεστώς της από 22-12-1988 ΕΣΣΕ της ΠΟΕΔΗΝ, δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 3 παρ. 2, 7 παρ. 1, 8 παρ. 1, 10 παρ. 1 του ν. 1876/1990, 28 της 42/1981 απόφασης του ΔΔΔΔ Πειραιώς, 680 ΑΚ, 9 της από 22-12-1988 ΕΣΣΕ της ΠΟΕΔΗΝ και των από 23-5-2000 και 15-4-2002 ΕΓΣΣΕ και ο δεύτερος λόγος της αίτησης, κατά το μέρος με το οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Ο ίδιος (δεύτερος) λόγος από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ, κατά το μέρος με το οποίο προσάπτεται στο Εφετείο παραβίαση των άρθρων 6 παρ.1 εδ. α' της ΕΣΔΑ και 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου αυτής, που έχουν κυρωθεί µε το ν.δ. 53/1974, είναι, επίσης, αβάσιμος, διότι ναι µεν µε τη δεύτερη διάταξη καλύπτονται και τα ενοχικά δικαιώματα και, ειδικότερα, απαιτήσεις που είχαν αναγνωρισθεί µε δικαστική απόφαση ή είχαν γεννηθεί κατά το εθνικό δίκαιο και δημιούργησαν νόμιμη προσδοκία, µε βάση το ισχύον δίκαιο, κατά το χρόνο προσφυγής στο δικαστήριο, ότι θα μπορούσαν να ικανοποιηθούν δικαστικά (ΟλΑΠ 40/1998), πλην, όμως, οι προϋποθέσεις αυτές δεν συντρέχουν στην προκειμένη περίπτωση, κατά την οποία το νομικό καθεστώς, επί του οποίου στηρίχθηκε η προηγηθείσα, ευνοϊκή δικαστική διάγνωση, δεν παρέμεινε αναλλοίωτο. 7.

Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα του τελευταίου (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 6-5-2014 και με αριθμό κατάθεσης 361/15-5-2014 αίτηση για αναίρεση της 5637/2013 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου.

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 7η Μαΐου 2020.

Και

Δημοσιεύθηκε σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 19η Μαΐου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ