Supreme Court dismisses appeal against appellate court's failure to consider specific evidence regarding property ownership.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the State's appeal against the Larissa Court of Appeal's decision regarding a property ownership dispute. The appellant argued the lower court ignored specific evidence, including a forest map and cadastral registration, to prove their ownership. The court ruled that the appellate court had explicitly considered all submitted evidence in its final judgment, making the appeal unfounded.
Legislator headnote
AI generatedArticles 369, 1033, 1192, 1194, 1198 of the Civil Code; Article 559, paragraph 1, letter gamma of the Code of Civil Procedure: An appeal based on the failure to consider evidence is inadmissible if the appellate court's decision clearly demonstrates that all evidence was duly examined.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 558 / 2017 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 558/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου-εισηγήτρια, Νικήτα Χριστόπουλο και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 25 Ιανουαρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου νόμιμα εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην …, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του, Κωνσταντίνο Βαρδακαστάνη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Του αναιρεσίβλητου: Γ. Κ. του Δ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο Ελένη Βασιλάκη με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-3-2011 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βόλου.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 210/2013 του ιδίου Δικαστηρίου, 411/2015 του Εφετείου Λάρισας.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 7-1-2016 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 369, 1033 και 1192,1194,1198 ΑΚ προκύπτει ότι για τη μεταβίβαση της κυριότητας ακινήτου απαιτείται συμφωνία μεταξύ του κυρίου και εκείνου που αποκτά, ότι μετατίθεται σ’ αυτόν η κυριότητα για κάποια νόμιμη αιτία. Η συμφωνία γίνεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο και υποβάλλεται σε μεταγραφή.
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι μεταξύ των προϋποθέσεων που απαιτούνται για την απόκτηση της κυριότητας ακινήτου με σύμβαση είναι ότι ο μεταβιβάσας πρέπει να είναι κύριος του ακινήτου που μεταβιβάστηκε. Περαιτέρω, κατά μεν άρθρο 236 ΑΚ ορίζεται ότι "αν για να είναι έγκυρη μια δικαιοπραξία χρειάζεται η συγκατάθεση τρίτου (συναίνεση), αυτή παρέχεται με δήλωση προς το ένα ή το άλλο μέρος, και, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, δεν είναι ανάγκη να γίνει με τον τύπο που απαιτείται για τη δικαιοπραξία", κατά δε το άρθρο 239 ΑΚ προβλέπεται ότι "διάθεση αντικειμένου από μη δικαιούχο είναι έγκυρη, αν έγινε με τη συναίνεση του δικαιούχου".
Από τις παραπάνω διατάξεις συνάγονται, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: (α) Η συναίνεση και η έγκριση αποτελούν κατηγορίες της ευρύτερης έννοιας της συγκατάθεσης. Ως συγκατάθεση νοείται η δήλωση επιδοκιμασίας μιας δικαιοπραξίας ενός προσώπου από κάποιο άλλο πρόσωπο, η οποία (δήλωση) απαιτείται από το νόμο, για να αναπτύξει η δικαιοπραξία τα αποτελέσματά της.
Η συγκατάθεση παρέχεται από τρίτο πρόσωπο, δηλαδή πρόσωπο άλλο από τα υποκείμενα της σχέσης, η οποία ισχυροποιείται με την παρεχόμενη συγκατάθεση, (β) Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 236 ΑΚ η συγκατάθεση είναι άτυπη, άρα μπορεί να δοθεί και σιωπηρά, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά στο νόμο. Όμως, τύπος απαιτείται και στις περιπτώσεις που προκύπτει από το σκοπό της διάταξης, ο οποίος επιβάλλει τύπο στην επιδοκιμαζόμενη δικαιοπραξία, (γ) Ειδικότερα, συναίνεση είναι η συγκατάθεση για την επιχείρηση της δικαιοπραξίας, και για τον τύπο χορήγησής της ισχύουν όσα αναφέρθηκαν ανωτέρω γενικά για τη συγκατάθεση.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 1 του Αγροτικού Κώδικα, επιτρέπεται η παραχώρηση κτημάτων που ανήκουν στο Κράτος, τους Δήμους και τις Κοινότητες, καθώς και η αναγκαστική απαλλοτρίωση κτημάτων που ανήκουν σε φυσικά ή νομικά πρόσωπα για γεωργική αποκατάσταση ακτημόνων καλλιεργητών. Μάλιστα οι κλήροι που παραχωρούνται με διανομή της έκτασης που απαλλοτριώθηκε διακρίνονται σε δύο μεγάλες κατηγορίες, στους κλήρους που παραχωρούνται σε γηγενείς και σε εκείνους που παραχωρούνται σε πρόσφυγες, ενώ και στις δύο αυτές κατηγορίες είναι δυνατόν τμήμα της διανεμόμενης έκτασης να παραχωρηθεί σε Κοινότητα, οπότε γίνεται λόγος για "κοινοτικό κλήρο", ρυθμιζόμενο από το άρθρο 85 του Αγροτικού Κώδικα, επί κλήρων γηγενών, και από το άρθρο 164 του ίδιου κώδικα, επί κλήρων προσφύγων.
Ειδικότερα, περίπτωση παραχώρησης χωρίς προηγούμενη απαλλοτρίωση ρυθμίζει το άρθρο 124 ΑγρΚωδ με τίτλο "εκούσιοι μεταβιβάσεις υπό Νομικών Προσώπων", κατά το οποίο: "1. Επιτρέπεται εις τα πάσης φύσεως νομικά πρόσωπα, τα στερούμενα, είτε εκ του νόμου είτε εκ συμβάσεως ή και εξ οιασδήποτε άλλης δικαιοπραξίας του δικαιώματος της εκποιήσεως ή της άνευ δημοπρασίας εκποιήσεως καλλιεργησίμων εκτάσεων, να προβαίνωσιν εις συμφωνίας πωλήσεων τοιούτων κτημάτων προς ακτήμονας καλλιεργητάς κατά την έννοιαν του παρόντος Κώδικος υποκειμένας εις την έγκρισιν των Αρχών, υπό την εποπτείαν των οποίων τελεί η διαχείρισις των προσώπων τούτων. 2.
Επί τη βάσει της κατά την προηγουμένην παράγραφον εγκρίσεως ο Υπουργός της Γεωργίας παρέχει την άδειαν προς σύναψιν της οριστικής συμφωνίας ή κυροί την συναφθείσαν ήδη τοιαύτην. 3. Την δυναμένην κατά τας προηγουμένας παραγράφους να εκποιηθή καλλιεργήσιμον έκτασιν καθορίζει η αρμοδία Γεωργική Υπηρεσία, τους δε δικαιουμένους να συμμεθέξωσιν εις την αγοράν ταύτης ακτήμονας η αρμοδία Επιτροπή Απαλλοτριώσεων. 4.
Πάσα γενική ή ειδική διάταξις νομοθεσίας οιουδήποτε νομικού προσώπου αντικειμένη εις τας διατάξεις του άρθρου τούτου καταργείται". Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων συνάγεται ότι η παροχή άδειας για την πώληση καλλιεργήσιμης έκτασης προς ακτήμονες καλλιεργητές με Υπουργική Απόφαση, δηλαδή με πράξη της Διοίκησης, συνιστά μια ιδιότυπη συναίνεση του Ελληνικού Δημοσίου στην προβλεπόμενη από το άρθρο 124 ΑγρΚωδ εκούσια πώληση (ΑΠ 482/2014).
Περαιτέρω από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της.
Στην περίπτωση, που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε, ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Τέλος, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης και, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης, που εφαρμόσθηκε, ή ότι δε συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται ο λόγος αυτός σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.
Ως ζητήματα, τέλος, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (Ολ.ΑΠ. 24/1992).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αναφορικά με την ένδικη από 29/3/2011 αναγνωριστική αγωγή κυριότητας και διόρθωσης ανακριβούς πρώτης κτηματολογικής εγγραφής, κατά την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, δέχθηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Με το με αριθμό .../19-8-1954 συμβόλαιο του τότε Συμβολαιογράφου Βόλου Δ.
Μ., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του άλλοτε Δήμου ... του Υποθηκοφυλακείου Βόλου, στον ... και ..., η τότε Κοινότητα ..., νομίμως εκπροσωπούμενη από τον τότε Πρόεδρο της, από ένα αγρόκτημα με την ονομασία "...", κείμενο στην κτηματική περιφέρεια της τότε Κοινότητας ... του άλλοτε Δήμου ..., έκτασης σε οριζόντια προβολή 3.656 στρεμμάτων, δήλωσε ότι μεταβιβάζει, λόγω πώλησης κατά το άρθρο 124 ΑγρΚωδ, κατά κυριότητα στον Α.
Ε. Σ.: α) το με αριθμό … τεμάχιο του Α’ τμήματος του αγροκτήματος, εκτάσεως 6.980 στρεμ., το οποίο συνόρευε με τα υπό στοιχεία ... τεμάχια και β)το με ... τεμάχιο του Β’ τμήματος, έκτασης 9.730τ.μ. του αγροκτήματος, το οποίο συνόρευε με τα υπό στοιχεία ... τεμάχια. Το συμβόλαιο αυτό εκούσιας μεταβίβασης συντάχθηκε, αφού προηγουμένως:
α) με την Β/3061/19-2-1954 Απόφαση του Υπουργού Γεωργίας είχε αποφασιστεί να αρθεί η από το άρθρο 2§1 του ν. 3250/1924 απαγόρευση μεταβίβασης και να επιτραπεί στην Κοινότητα ... (πωλήτρια) "ίνα πωλήση ελευθέρως, το υφ’ ου αύτη αξιοί δικαιώματα κυριότητος λειβαδίου "..." εκτάσεως 4.500 περίπου στρεμμάτων, προς τους υπό της οικείας Επιτροπής Απαλλοτριώσεων κατά το άρθρον 124 παρ. 3 του Αγρ.
Κωδ. καθορισθησομένους ακτήμονας υπό τους εν τω υπ’ αριθ. .../1953 προσυμφώνω του Συμβολαιογράφου Βόλου διαλαμβανόμενους όρους, και τον πρόσθετον όρον, όπως η σύνταξις των οριστικών συμβολαίων μεταβιβάσεως γίνη εντός εξαμήνου ανατρεπτικής προθεσμίας, αρχομένης από της υπογραφής της παρούσης", ενώ με την ίδια απόφαση είχε τεθεί και ο όρος ότι, σε περίπτωση κατάτμησης δάσους ή δασικής έκτασης, θα έπρεπε να εκδοθεί και η προβλεπόμενη από το άρθρο 216 του τότε ισχύοντος Δασικού Κώδικα (N.4173/1929) απαιτούμενη άδεια του ιδίου Υπουργείου, β) με το ...7-1954 πρακτικό της Επιτροπής Απαλλοτριώσεων Βόλου, είχε αποφασιστεί να συμμετάσχουν στην εκούσια πώληση του αγροκτήματος "..." "και στην έκταση που από τη Γεωργική Υπηρεσία είχε χαρακτηριστεί καλλιεργήσιμη οι ειδικά αναφερόμενοι δικαιούχοι αποκατάστασης ακτήμονες, γ) με την ...26-7-1954 βεβαίωση του Διευθυντή Γεωργίας του -Νομού Μαγνησίας είχε βεβαιωθεί, μετά από επιτόπια εξέταση, ότι όλη η έκταση του "λειβαδίου" ..., έκτασης 3.600 στρεμμάτων περίπου ήταν επιδεκτική καλλιέργειας, κατάλληλη για δενδρώδεις καλλιέργειες και, ειδικότερα, για καλλιέργεια ελιών, αμυγδαλιών, δαμασκηνιών και αμπελιών.
Δυνάμει του με αριθμό .../11-9-1973 συμβολαίου πώλησης του τότε Συμβολαιογράφου Βόλου Γ. Γ., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Βόλου, στον τόμο ..., ο Α. Σ. πώλησε στον ενάγοντα ένα αγροτεμάχιο που βρίσκεται στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας της Κοινότητας Παλιουριού του τέως Δήμου ..., εκτάσεως 241τμ και συνορεύει βόρεια με ιδιοκτησία του πωλητή Α.
Σ. επί πλευράς μήκους 17,20μ., νότια με ιδιοκτησία Δ. Κ. επί πλευράς μήκους 17,20μ, ανατολικά με ιδιοκτησία Γ. Κ. επί πλευράς μήκους 14μ και δυτικά με ιδιωτική οδό, πλάτους 5,5μ., επί πλευράς μήκους 14μ. Το ακίνητο αυτό φέρει το ...Β στο σχεδιάγραμμα των μηχανικών Δ.Β. και Ν. Μ. που είναι συνημμένο στο με αριθμό .../1954 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Βόλου Δ.
Μ.. Περαιτέρω, η περιοχή της Ν. Αγχιάλου εντάχθηκε στο καθεστώς κτηματογράφησης δυνάμει της υπ’ αριθμ. .../27-12-1995 αποφάσεως του Υπουργού ΠΕΧΩΔΕ (ΦΕΚ 1099/Β/29-12-1995), ενώ, σύμφωνα με την με αριθμό .../22-11-2004 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του Ο.Κ.Χ.Ε (ΦΕΚ Β/1764/30-11-2004) και μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας της κτηματογράφησης κηρύχθηκε ως ημερομηνία έναρξης του κτηματολογίου η 30-11-2004.
Κατά τη διαδικασία αυτή, το εναγόμενο καταχωρήθηκε ως κύριος του γεωτεμαχίου με ΚΑΕΚ ..., εμβαδού 242τμ, το οποίο, σύμφωνα με από 9-5-2013 απόσπασμα κτηματολογικού διαγράμματος υπό κλίμακα 1/1.000, συνορεύει βόρεια με ιδιοκτησία με ΚΑΕΚ ... και νότια με ιδιοκτησία με ΚΑΕΚ .... Η ως άνω εγγραφή, όμως, είναι εσφαλμένη και τούτο, διότι απ’ όλα τα προαναφερόμενα προκύπτει ότι ο ενάγων έχει καταστεί κύριος του επιδίκου κατά παράγωγο τρόπο, μετά από σειρά διαδοχικών μεταβιβάσεων που έγιναν νόμιμα.
Η σειρά των παραπάνω τίτλων ανάγεται χρονικά στο με αριθμό ...1954 συμβόλαιο εκούσιας πώλησης κατ’ άρθρο 124 ΑγρΚωδ του τότε Συμβολαιογράφου Βόλου Δ. Μ., διότι, ακόμα και αν το αγρόκτημα "..." ανήκε κατά κυριότητα, στο Ελληνικό Δημόσιο, αυτό με την Ε/3061 /19-2- 1954 Απόφαση του Υπουργού Γεωργίας, είχε δηλώσει νομότυπα την προηγούμενη συναίνεση του για τις επικείμενες πωλήσεις.
Γίνεται δε λόγος για νομότυπη συναίνεση, διότι η παροχή άδειας για την κρίσιμη πώληση με Υπουργική Απόφαση, δηλαδή με πράξη της Διοίκησης απαιτούμενη για την κτήση κυριότητας ατομικών κλήρων, σε κάθε περίπτωση, δηλαδή ακόμα και αν η πωλήτρια Κοινότητα δεν ήταν ο αληθής κύριος της πωλούμενης έκτασης, αλλά αυτή ανήκε κατά κυριότητα στο Ελληνικό Δημόσιο ως διάδοχο του Οθωμανικού Δημοσίου, συνιστά μια ιδιότυπη συναίνεση αυτού στην επικαλούμενη εκούσια πώληση.
Μπορεί, βέβαια, το γράμμα του άρθρου 124 ΑγρΚωδ να αναφέρεται σε άδεια για σύναψη της οριστικής σύμβασης, ωστόσο θα ήταν λογικά, αλλά και νομικά άτοπο, να θεωρείται ότι η παροχή της άδειας αυτής δεν συνιστά και συναίνεση σε διάθεση, διότι άδεια του Ελληνικού Δημοσίου για εκποίηση από τρίτον αντικειμένου που ανήκει κατά κυριότητα σε αυτό (Δημόσιο), δεν μπορεί να αξιολογηθεί νομικά άλλως από συναίνεση σε διάθεση.
Αυτό, άλλωστε, διατυπώνεται εναργώς και στην ίδια την κρίσιμη απόφαση όπου αναφέρεται ότι παρέχεται στην Κοινότητα αυτή άδεια πώλησης στο αγρόκτημα "υφ’ ου αύτη αξιοί δικαιώματα κυριότητος", όρος που, δεδομένης της αντίστιξης" μεταξύ "αξιοί" και "έχει" ή "κέκτηται", αναμφίβολα ερμηνεύεται ότι το ήδη εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο είχε επιτρέψει τότε την πώληση και χωρίς να θεωρεί αποδεδειγμένη την κυριότητα της πωλήτριας Κοινότητας, προφανώς ενόψει των εξυπηρετούμενων με αυτή κοινωνικών λόγων.
Την ορθότητα της άνω παραδοχής, ότι δηλαδή χάριν των εξυπηρετούμενων κοινωνικών λόγων, ήταν συνειδητή επιλογή του Ελληνικού Δημοσίου να μην ελέγχει ουσιαστικά την ύπαρξη κυριότητας στο νομικό πρόσωπο, που προέβαινε σε εκούσια μεταβίβαση κατά την παραπάνω διάταξη του ΑγρΚωδ, επιβεβαιώνει η πρόβλεψη του άρθρου 28 του ν. 3728/2008 (ΦΕΚ Α’ 258/18-12-2008), κατά’ την οποία δεν απαιτείται συναίνεση του Ελληνικού Δημοσίου για διόρθωση κτηματολογικής εγγραφής κατά τη διαδικασία του, άρθρου 18 του ν. 2664/1998, μεταξύ άλλων περιπτώσεων, και όταν ο τίτλος του αιτούντος είναι παραχωρητήριο Ν.Π.Δ.Δ., καθώς με την διάταξη αυτή θεσπίζεται ένας ιδιόμορφος (sui generis) λόγος αναγνώρισης του κύρους μεταβιβάσεων, όπως η επίδικη.
Επομένως, ενόψει της συναίνεσης του εκκαλούντος, σε κάθε περίπτωση, ακόμη και αν το εκκαλούν απέκτησε κυριότητα του επιδίκου, είτε ως δημόσιας δασικής έκταση είτε ως γαίας του Οθωμανικού Δημοσίου, το οποίο διαδέχτηκε με την δυνάμει της από 20-6/2-7-1881 Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως μεταξύ του Βασιλείου της Ελλάδος και της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, που κυρώθηκε με το Ν ΠΛΖ/11/13- 2-1882, προσάρτηση της Θεσσαλίας, η κυριότητα του καταλύθηκε το έτος 1954.
Τα ίδια αφού είπε η και η εκκαλουμένη, ορθά το νόμο ερμήνευσε και ορθά τις αποδείξεις εκτίμησε και ο σχετικός υπό 1 λόγος της έφεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Από τα ίδια αποδεικτικά στοιχεία πέρα από το ότι δεν αποδεικνύεται ο ισχυρισμός του εκκαλούντος ότι κατά το χρόνο προσάρτησης της Θεσσαλίας στο Ελληνικό Κράτος το επίδικο ήταν δάσος ή δασική έκταση δεν αποδεικνύεται ο ισχυρισμός του ότι το επίδικο κατά το χρόνο της μεταβίβασης από την Κοινότητα ... ήταν δάσος.
Από την αναφερόμενη στο με αριθμό .../19-8-1954 συμβόλαιο του τότε Συμβολαιογράφου Βόλου Δ. Μ., βεβαίωση του Διευθυντή Γεωργίας του Νομού Μαγνησίας είχε βεβαιωθεί, μετά από επιτόπια εξέταση, ότι όλη η έκταση του "λειβαδίου" ... έκτασης 3.600 στρεμμάτων περίπου ήταν επιδεκτική καλλιέργειας κατάλληλη για δενδρώδεις καλλιέργειες και ειδικότερα, για καλλιέργεια ελιών, αμυγδαλιών, δαμασκηνιών και αμπελιών.
Η βεβαίωση αυτή κρίνεται ως πειστικότερο αποδεικτικό στοιχείο από τις προσκομιζόμενες αεροφωτογραφίες του έτους 1945, στις οποίες, κατά τον ισχυρισμό του εκκαλούντος το επίδικο είχε δασικό χαρακτήρα, διότι, όπως αναφέρεται σ’ αυτήν, για το χαρακτηρισμό του επιδίκου ως καλλιεργήσιμης έκτασης προηγήθηκε αυτοψία του βεβαιούντος.
Εξ άλλου: α) σύμφωνα με το άρθρο 27 παρ.4 Ν 2664/1998 μόνο οι οριστικοί χάρτες είχαν πλήρη αποδεικτική ισχύ σε κάθε διοικητική ή δικαστική αρχή και β) σύμφωνα δε με το 17 του ν.3889/2010, όπως τροποποιήθηκε και ισχύει με την παρ.4 του άρθρου 55 του Ν.4030/2011, ο κυρωμένος δασικός χάρτης δημοσιεύεται αμέσως στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και από την ημερομηνία δημοσίευσης του καθίσταται οριστικός και έχει πλήρη αποδεικτική ισχύ σε κάθε διοικητική ή δικαστική αρχή για όλα τα τμήματα που αποτυπώνονται με πράσινο περίγραμμα και πράσινη διαγράμμιση, για τα τμήματα δε που αποτελούν δασικές περιοχές των παραγράφων 1, 2, 3, 4 και 5 του άρθρου 3 του ν. 998/1979 εφαρμόζονται και ισχύουν οι διατάξεις της δασικής νομοθεσίας, ενώ ο δασικός χάρτης των προηγούμενων παραγράφων έχει, ως προς τα τμήματα για τα οποία ασκήθηκαν αντιρρήσεις, προσωρινή ισχύ έως την έκδοση απόφασης επ’ αυτών, σύμφωνα με το άρθρο 18.
Εν προκειμένω, το απόσπασμα του θεωρημένου με τη με αριθμό .../7-11-2001 απόφαση της Διεύθυνσης Δασών Μαγνησίας δασικού χάρτη, που εικονίζει το επίδικο να βρίσκεται εντός έκτασης δάσους και δασικής έκτασης, σε αεροφωτογραφίες παλαιότερης λήψης και με άλλης μορφής χρήση, σε αεροφωτογραφίες πρόσφατης λήψης (σήμανση "ΔΑ"), δεν δεσμεύει το Δικαστήριο διότι ούτε το εκκαλούν επικαλείται ούτε αποδεικνύεται ότι ο χάρτης αυτός είναι οριστικός και επομένως έχει πλήρη αποδεικτική ισχύ σύμφωνα με το άρθρο 27 παρ.4 του Ν. 2664/1998 ούτε ότι ο ίδιος δασικός χάρτης έχει κυρωθεί και δημοσιευθεί στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.
Σε κάθε περίπτωση , ο χαρακτηρισμός του επιδίκου από τις ως άνω επιληφθείσες επιτροπές , κατά το άρθρο 1 §7 του ν. 3147/2003, πριν την κατάργηση του με το ν.4061/2012, που ορίζει με την επιφύλαξη των διατάξεων της παραγράφου 1 του άρθρου Ί5 του Ν. 1734/1967, ο χαρακτηρισμός από τις Επιτροπές Απαλλοτριώσεων και τις Επιτροπές Οριστικών Διανομών, ως προς τη μορφή των εκτάσεων που αποτέλεσαν αντικείμενο διανομής, σύμφωνα με τις διατάξεις της αγροτικής νομοθεσίας, είναι έγκυρος και δεσμευτικός και δεν επανεξετάζεται από τα όργανα της Διοίκησης.
Το εκκαλούν επαναφέρει με λόγο έφεσης τον πρωτοδίκως προβληθέντα ισχυρισμό ότι, εν όψει του ότι, η κατ άρθρο 124 του Αγροτικού κώδικα, άδεια τελεί υπό την επιφύλαξη μη κατάτμησης δασικού χαρακτήρα εκτάσεως, αφού ορίζει ότι κάθε μεταβίβαση θα είναι άκυρη, χωρίς την χορήγηση της υπό του άρθρου 216 του δασικού κώδικα προβλεπομένης αδείας κατατμήσεως και ότι τέτοια άδεια δεν επικαλέστηκε ούτε προσκόμισε ο εφεσίβλητος και συνεπώς και εκ του λόγου αυτού, εφόσον το επίδικο εμπίπτει εντός δασικής εκτάσεως ,η μεταβίβαση από την Κοινότητα ...
είναι άκυρη. Ο λόγος αυτός όμως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος διότι δεν αποδεικνύεται ότι η επίδικη έκταση ήταν δασική.
Το εκκαλούν επαναφέρει με λόγο έφεσης τον πρωτοδίκως προβληθέντα ισχυρισμό του ότι, ακόμη και αν το επίδικο αποτελεί τμήμα νομίμως εκποιηθέντος ακινήτου, που αποτελεί κληροτεμάχιο, δεν απέκτησε δικαίωμα κυριότητας ο αρχικός, προς όν η εκποίηση και οι διάδοχοι του μέχρι τον ενάγοντα ,ούτε με παράγωγο τρόπο ούτε με πρωτότυπο, διότι μη νομίμως επήλθε κατάτμηση κληροτεμαχίου (άρ. 1, παρ. 1 αν. 431/1968).
Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι στην προκείμενη περίπτωση δεν εφαρμόζεται η θεσπιζόμενη με τη διάταξη του άρθρου 1§1 α.ν. 431/1968 απαγόρευση κατάτμησης των τεμαχίων οριστικής διανομής (ήτοι κληροτεμαχίων που είχαν προκύψει μετά από διαδικασία απαλλοτρίωσης υπέρ ακτημόνων), ενόψει της πρόβλεψης της παρ. 2 περ.
α’ του ίδιου άρθρου, κατά την οποία δεν ισχύει ο κατά την προηγούμενη παράγραφο περιορισμός επί μεταβιβάσεως κλήρων που προέρχονται από κτήματα, τα οποία μεταβιβάστηκαν στους κληρούχους εκουσίως κατά την αγροτική νομοθεσία, όπως συνέβη, δηλαδή, στην προκείμενη περίπτωση. Άλλωστε, σύμφωνα με την παρ. 9 του άρθρου 3 ν. 3399/2005 (ΦΕΚ Α’ 255/17-10-2005), "Συμβολαιογραφικές πράξεις που έγιναν κατά παράβαση των διατάξεων των παραγράφων 1 του άρθρου 1 του α.ν. 431/1968 και του άρθρου 1 του ν. 666/1977, είναι έγκυρες και ισχυρές, εφόσον δεν ακυρώθηκαν με αμετάκλητη δικαστική απόφαση" και, ως εκ τούτου, σε κάθε περίπτωση, ο τίτλος κτήσης του ενάγοντος του έτους 1973, που δεν έχει ακυρωθεί δικαστικά είναι έγκυρος και ισχυρός ακόμα και ως κατάτμηση (βλ.
ΑΠ 1206/2012, Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών ΝΟΜΟΣ). Μάλιστα, μολονότι η ως άνω διάταξη καταργήθηκε με το άρθρο 37 του ν.4061/2012, με το άρθρο 31 παράγραφος 1 τελ. εδάφιο του νόμου αυτού ορίζεται επίσης ότι συμβολαιογραφικές πράξεις, που έγιναν κατά παράβαση του άρθρου 1 του α.ν. 431/1968 και του άρθρου 2 του ν. 666/1977, είναι έγκυρες και ισχυρές, εφόσον δεν ακυρώθηκαν με αμετάκλητη δικαστική απόφαση.
Με τον υπό 2 λόγο της έφεσης το εκκαλούν παραπονείται ότι η αγωγή έπρεπε να απορριφθεί, διότι πέραν της αναφερόμενης αοριστίας της είναι αβάσιμη, δεδομένου ότι σ’ αυτήν αίτηση αναφέρονταν ως απώτατος ιδιοκτήτης ο Α. Σ. και πρώτος τίτλος το με αριθμ. ...1954 συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Βόλου Δ. Π. Μ., επειδή δε γινόταν μνεία της αρχικής αγοραπωλησίας από την Κοινότητα, ούτε ότι η φερόμενη ως μεταβίβασα το επίδικο Κοινότητα ...
ήταν κυρία αυτού. Όμως από το προαναφερθέν υπ’ αριθ. ...29-8-2954 συμβόλαιο αναφέρεται "Η υπό του πρώτου συμβαλλομένου εκπροσώπου μένη Κοινότητα ... είναι κυρία ,νομεύς και κάτοχος ενός αγροκτήματος υπό την ονομασίαν "..." κείμενου ..." Σύμφωνα με το άρθρο 270 παρ. 2 ΚΠολΔ, το οποίο κατά το άρθρο 524 παρ. 1 ΚΠολΔ εφαρμόζεται και κατά τη διαδικασία ενώπιον των δευτεροβαθμίων δικαστηρίων, επιτρέπεται στο δικαστήριο να λάβει υπόψη και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου όπως είναι και τα ανεπικύρωτα, δημόσια ή ιδιωτικά έγγραφα, των οποίων δεν αμφισβητήθηκε η γνησιότητα ευθέως ή προβλήθηκαν ως πλαστά (ΑΠ 482/2014 ο.π).
Επομένως ο υπό 4 λόγος της έφεσης κατά τον οποίο, η εκκαλουμένη εσφαλμένα έλαβε υπόψη της την υπ’ αριθ. ...26.7.1954 βεβαίωση του Δ/ντή Γεωργίας Ν. Μαγνησίας, εφόσον δεν προσκομίστηκε σε επίσημο αντίγραφο επικυρωμένο από την υπηρεσία, που το εξέδωσε και δεν φέρει το όνομα του εκδώσαντος και υπογράφοντος αυτή οργάνου του Δημοσίου, ενώ και η ημερομηνία εκδόσεως αυτού φέρεται σβησμένη πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Με το δεύτερο σκέλος του υπό 5 λόγου έφεσης παραπονείται ότι εσφαλμένα δέχτηκε ότι ο εφεσίβλητος συγκεντρώνει στο πρόσωπο του τα προσόντα της ειδικής χρησικτησίας του άρθρου 4 του ν. 3127/2003 διότι, δεν προκύπτουν συγκεκριμένες πράξεις νομής επί του επιδίκου, εκ μέρους του αντιδίκου, πολύ περισσότερο μάλιστα όταν ο ίδιος παρέλειψε να υποβάλει δήλωση και, στη συνέχεια, ένσταση για το επίδικο, στα πλαίσια της διαδικασίας συντάξεως του Εθνικού Κτηματολογίου, που διήρκεσε επί σειρά ετών, γεγονός που αποδεικνύει όχι μόνον έλλειψη πράξεων νομής, αλλά και αυτής ακόμη της απλής επίβλεψης του ακινήτου. Ο λόγος αυτός της έφεσης πρέπει να απορριφθεί ως αλυσιτελής, διότι η εκκαλουμένη δεν ασχολήθηκε καθόλου με την ουσιαστική βασιμότητα της επικουρικής βάσης της αγωγής".
Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές το Εφετείο δέχτηκε ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος κατέστη κύριος με παράγωγο τρόπο ( κατόπιν αγοραπωλησίας από αληθινό κύριο, το έτος 1973) του ειδικότερα περιγραφόμενου στην απόφαση κατά θέση, έκταση, είδος και όρια αγροτεμαχίου, το οποίο προερχόταν από την εκούσια πώληση που είχε λάβει χώρα το έτος 1954, κατ’ άρθρο 124 ΑγρΚωδ, του αγροκτήματος "..." (κατά την έκταση που είχε χαρακτηριστεί από τη Γεωργική Υπηρεσία ως καλλιεργήσιμη) από την τότε Κοινότητα ...
προς το δικαιοπάροχο του ενάγοντος, μετά από απόφαση του Υπουργού Γεωργίας. Επίσης δέχθηκε ότι κατά τη διαδικασία της κτηματογράφησης της ευρύτερης περιοχής, όπου βρίσκεται το επίδικο αγροτεμάχιο, καταχωρήθηκε εσφαλμένα στα οικεία κτηματολογικά βιβλία ως κύριο αυτού το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο και ότι οι ισχυρισμοί αυτού ότι το επίδικο ακίνητο ήταν δάσος κατά το χρόνο της εκούσιας μεταβίβασής του και, επικουρικά, ότι η πώλησή του αποτελεί παράνομη κατάτμηση κληροτεμαχίου δεν αποδείχθηκαν.
Κατόπιν αυτών το Εφετείο, αφού απέρριψε τους πιο πάνω ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, δέχτηκε την ένδικη αγωγή του αναιρεσιβλήτου, κατά την κύρια βάση της που στηριζόταν στην κτήση κυριότητάς του στο επίδικο ακίνητο με παράγωγο τρόπο και απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση που είχε κρίνει όμοια.
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 236, 239, 369, 1033, 1192 ΑΚ, 1 και 124 του Αγροτικού Κώδικα, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, ενώ ορθά δεν εφάρμοσε τις λοιπές διατάξεις που αναφέρονται στο αναιρετήριο και, ειδικότερα, του α.ν.431/1968, του ν.666/1977, του ν.3728/2008, του ν.3127/2003, του ν.3147/2003 του ν. 2664/1998, του α.ν. 1539/1938, του ν.δ. 86/1969, του ν. 998/1979, της από 9/7/1832 Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως, του β.δ.
της 17.11/1.12.1836, του ΒΡΔ, του ΟθΝπΓαιών και του άρθρου 51 ΕισΝΑΚ, δεδομένου ότι αυτές πράγματι δεν εφαρμόζονται στην εξεταζόμενη περίπτωση. Επίσης, δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε σ’ αυτήν πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς τα ουσιώδη ζητήματα που προεκτέθηκαν.
Επομένως ο πρώτος, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, με τον οποίο το αναιρεσείον υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος που με αυτόν το αναιρεσείον προβάλλει αιτιάσεις για την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, το συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, καθώς και για τη σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το προαναφερθέν αποδεικτικό του πόρισμα, αναφορικά με τα ως άνω ουσιώδη ζητήματα, είναι, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν στην αμέσως ανωτέρω νομική σκέψη, απορριπτέος ως απαράδεκτος.
Ως "πράγματα", για τα οποία, αν παρά το νόμο λήφθηκαν ή δεν λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας ιδρύεται ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση, αγωγής ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, όχι δε και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει σ’ αυτούς (ΟλΑΠ 14/2004), ούτε οι αρνητικοί ισχυρισμοί που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση καθεμιάς εξ αυτών, αφού αυτοί αποκρούνται με την παραδοχή ως βασίμων των θεμελιωτικών τους γεγονότων (ΟλΑΠ 469/1984), ούτε τέλος τα επιχειρήματα και συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων και το περιεχόμενο αυτών.
Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν ο ισχυρισμός λήφθηκε υπόψη και απορρίφθηκε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (ΟλΑΠ 11/1996). Στην προκειμένη περίπτωση, το αναιρεσείον με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, προσάπτει στο Εφετείο τις πλημμέλειες ότι δεν έλαβε υπόψη:
α) την προβληθείσα νομοτύπως ένστασή του περί απαραδέκτου της ένδικης αγωγής, λόγω αοριστίας β) τους ισχυρισμούς του περί ιδίας κυριότητας αυτού στο επίδικο ακίνητο και περί του δασικού χαρακτήρα του τελευταίου γ) τον ισχυρισμό του περί ακυρότητας του τίτλου κτήσης κυριότητας του αναιρεσιβλήτου, λόγω παράνομης κατάτμησης δ) τον ισχυρισμό του περί μη κτήσης κυριότητας του αναιρεσιβλήτου με τα προσόντα της ειδικής χρησικτησίας του ν. 3127/2003 και ε) τον ισχυρισμό του περί μη νόμιμης προσκόμισης (σε επίσημο επικυρωμένο αντίγραφο από την υπηρεσία που την εξέδωσε) και μη λήψης υπόψη της ...1954 βεβαίωσης του Δ/ντή Γεωργίας Ν.
Μαγνησίας. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, ως προς όλες τις αιτιάσεις, διότι όπως προκύπτει από το προαναπτυχθέν περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης οι πιο πάνω ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος λήφθηκαν υπόψη από το Εφετείο και απορρίφθηκαν, ειδικότερα δε ως προς τον ισχυρισμό περί αοριστίας της αγωγής υπάρχει ρητή απορριπτική κρίση του Εφετείου για το αβάσιμο του συναφούς λόγου έφεσης (βλ.
σελ.6 και 7 της προσβαλλόμενης απόφασης).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ’ ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως και 340 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός απ’ αυτά, αρκεί να καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που με επίκληση προσκομίστηκαν νόμιμα από τους διαδίκους.
Για το ορισμένο του αναιρετικού αυτού λόγου απαιτείται να εξειδικεύονται στο αναιρετήριο τα αποδεικτικά μέσα που δεν λήφθηκαν υπόψη και να προσδιορίζεται το περιεχόμενο τους, το παραδεκτό της προσαγωγής τους, ο ισχυρισμός, το βάσιμο του οποίου θα αποδεικνυόταν με τα εν λόγω αποδεικτικά μέσα και ο λόγος για τον οποίο ο ισχυρισμός αυτός ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Στην προκειμένη περίπτωση το αναιρεσείον με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, από τον αριθ. 11περ. γ’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προσάπτει στο Εφετείο την αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που αυτό νόμιμα προσκόμισε και επικαλέσθηκε με τις προτάσεις του κατά τη συζήτηση της υπόθεσης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, από τα οποία προέκυπτε το ουσία αβάσιμο του ισχυρισμού περί ιδίας κυριότητας αυτού στο επίδικο ακίνητο και, ειδικότερα, δεν έλαβε υπόψη: 1) το απόσπασμα του θεωρημένου με την .../7.11.2001 απόφαση της Δ/νσης Δασών Μαγνησίας δασικού χάρτη που εικονίζει το επίδικο εντός δάσους και δασικής έκτασης, σε αεροφωτογραφίες πρόσφατης και παλαιότερης λήψης και 2) την καταχώριση του αναιρεσείοντος στο κτηματολόγιο ως κυρίου του (επίδικου) γεωτεμαχίου με ΚΑΕΚ ....
Όμως το Εφετείο βεβαιώνει στην προσβαλλόμενη απόφασή του ότι κατέληξε στο αναφερόμενο σε προηγούμενη σκέψη αποδεικτικό του πόρισμα, αφού έλαβε υπόψη "την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και όλα τα έγγραφα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι".
Από τη βεβαίωση αυτή του Εφετείου, αλλά και από όλο το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, ότι το εν λόγω Δικαστήριο έλαβε υπόψη και τα πιο πάνω έγγραφα, τα οποία, μάλιστα, μνημονεύονται ειδικώς στην απόφαση και, επομένως, ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Κατόπιν αυτών πρέπει ν’ απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης στο σύνολο της και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου σε βάρος του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), τα οποία όμως πρέπει να καταλογιστούν μειωμένα, κατά το άρθρο 22 παρ. 1 του ν. 3693/1957 και την 134423/1992 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ ΒΊ 1/20.1.1993).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 7/1/2016 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 411/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας.
Επιβάλλει τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου σε βάρος του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 15 Φεβρουαρίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 6 Απριλίου 2017.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ