Legislator Case Law & Legislation
558/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against dismissal for abuse of director's power causing unfair contract modification.

Case Number 558/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the company's appeal against the Second Instance Court's decision to dismiss the director for abuse of power. The court found that the company's refusal to reappoint the director, following his 19-year tenure, was motivated by personal animosity rather than legitimate business interests. Consequently, the court ruled that this conduct constituted an abusive exercise of authority and an unfair unilateral modification of the employment contract terms.

Legislator headnote

AI generated

Art. 7 of Law 2112/1920; Art. 1 of Law 682/1977: A unilateral change in employment terms is deemed a dismissal if it is detrimental to the employee, and such a change is considered abusive if it stems from personal animosity rather than legitimate organizational purposes.

Keywords

AI generated
abuse of power unfair contract modification employment law director's rights unilateral dismissal animosity motive employment contract

Cited Legislation

AI generated
Art. 7 of Law 2112/1920
Art. 1 of Law 682/1977
Art. 361 of the Civil Code
Art. 559 para. 1 of the Code of Civil Procedure
Art. 559 para. 19 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 558 / 2009 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 558/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Θεμέλη, Ειρήνη Αθανασίου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη και Παναγιώτη Κομνηνάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΗΡΙΑ Ο ΠΛΑΤΩΝ ΑΕ", που εδρεύει στο Δήμο Γλυκών Νερών Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Απόστολο - Κωνσταντίνο Κωνσταντινίδη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.

Του αναιρεσιβλήτου: Ψ1, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ηλία Τσοπελάκο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-3-2006 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1434/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 2184/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 22-6-2008 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Θεμέλης διάβασε την από 23-12-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 22-6-2008 αίτησης για αναίρεση της 2184/2008 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τη διάταξη του άρθρου 7 του ν. 2112/1920, κατά την οποία "πάσα μονομερής μεταβολή των όρων της υπαλληλικής συμβάσεως βλάπτουσα τον υπάλληλο θεωρείται ως καταγγελία ταύτης, δι' ήν ισχύουσιν αι διατάξεις του παρόντος νόμου", προκύπτει ότι, η υπό του εργοδότου μονομερής και βλαπτική για τον εργαζόμενο μεταβολή των όρων της συμβάσεώς του δεν επιφέρει τη λύση αυτής ούτε υποχρεώνει τον μισθωτό να αποχωρήσει από την εργασία του, αλλά παρέχει σ' αυτόν το δικαίωμα είτε να αποδεχθεί ρητά ή σιωπηρά τη μεταβολή και να παραμείνει στην εργασία του, καταρτίζοντας έτσι με τον εργοδότη του νέα σύμβαση (άρθρο 361 Α.Κ.) είτε να θεωρήσει τη μεταβολή ως άτακτη καταγγελία της συμβάσεως από τον εργοδότη και αποχωρώντας από την εργασία του να αξιώσει την οφειλόμενη αποζημίωση, είτε να αποκρούσει τη μεταβολή και να συνεχίζει να προσφέρει την εργασία του υπό τους αρχικούς όρους αξιώνοντας την τήρηση αυτών, οπότε, αν ο εργοδότης αποκρούει την παροχή εργασίας με τους αυτούς όρους, καθίσταται υπερήμερος και ο μισθωτός δικαιούται να απαιτήσει μισθούς υπερημερίας.

Βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας αποτελεί και η ανάθεση στον εργαζόμενο καθηκόντων άλλης θέσης, που συνεπάγεται μείωση των αποδοχών του. Περαιτέρω στο άρθρο 1 του ν. 682/1977 "περί ιδιωτικών σχολείων Γενικής Εκπαιδεύσεως και Σχολικών Οικοτροφείων" ορίζεται ότι, "ιδιωτικά σχολεία γενικής εκπαιδεύσεως, κατά την έννοια του παρόντος νόμου, είναι τα αντίστοιχα προς τα δημόσια σχολεία γενικής δημοτικής ή μέσης Εκπαιδεύσεως τα μη ανήκοντα εις το Κράτος, αλλά ιδρυόμενα και συντηρούμενα υπό φυσικών ή νομικών προσώπων...".

Στο άρθρο 25 παρ. 1 και 4 του ίδιου νόμου ορίζεται ότι, "1. Έκαστον ιδιωτικόν σχολείον διευθύνει ιδιωτικός εκπαιδευτικός έχων τα υπό της παρ. 3 του άρθρου 34 του παρόντος νόμου οριζόμενα προσόντα. 2... 3... 4. Ο διορισμός γίνεται καθ' έκαστον έτος δι' αποφάσεως του οικείου Επιθεωρητού, μετά πρότασιν του ιδιοκτήτου του σχολείου...".

Στο άρθρο 30 του ίδιου νόμου, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 13 παρ. 1 του ν. 2986/2002, ορίζεται ότι, οι ιδιωτικοί εκπαιδευτικοί του πίνακα Α' του παρόντος προτείνονται για πρόσληψη από τον ιδιοκτήτη του ιδιωτικού σχολείου και μετά την έγκριση της πρότασης από τον αρμόδιο Διευθυντή Εκπαίδευσης συνάπτουν σύμβαση ορισμένου χρόνου, η οποία αρχίζει από την ημέρα παροχής των υπηρεσιών από τον εκπαιδευτικό και λήγει την 31η Αυγούστου του έκτου από την πρόσληψή του.

Κατά τη λήξη της εξαετίας και εφόσον η σύμβαση δεν καταγγελθεί σύμφωνα με το εδάφιο β' της παραγράφου 3 μετατρέπεται σε αορίστου χρόνου, μετά πρόταση του ιδιοκτήτη του σχολείου. Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ανέλεγκτα τα εξής: Ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος, ο οποίος είναι καθηγητής μαθηματικός, προσλήφθηκε από την εναγομένη και τώρα αναιρεσείουσα εταιρία, η οποία διατηρεί το ιδιωτικό εκπαιδευτήριο με την επωνυμία "ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΗΡΙΟ Ο ΠΛΑΤΩΝ" στα Γλυκά Νερά Αττικής, την 2-4-1978 με έγγραφη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, που μετατράπηκε αυτοδικαίως μετά από τέσσερα έτη σε σύμβαση αόριστου χρόνου, προκειμένου να διδάσκει στους μαθητές του Σχολείου της (γυμνασίου και λυκείου) το μάθημα των μαθηματικών.

Ότι ο αναιρεσίβλητος, λόγω των προσόντων του κυρίως διοικητικών και της καλής συνεργασίας με τους εκπροσώπους της αναιρεσείουσας, διετέλεσε διευθυντής του γυμνασίου αυτής από το σχολικό έτος 1986 - 1987 έως και το σχολικό έτος 2004-2005, συνεχώς, διοριζόμενος κάθε έτος με απόφαση το προϊσταμένου της Διεύθυνσης Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης μετά από πρόταση του Προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου της αναιρεσείουσας.

Με την έναρξη όμως του σχολικού έτους 2005-2006 για τη θέση του Διευθυντή του γυμνασίου, η αναιρεσείουσα δεν πρότεινε τον αναιρεσίβλητο αλλά τον νεότερο αυτού τόσο στην επετηρίδα των ιδιωτικών εκπαιδευτικών όσο και στην ιεραρχία των καθηγητών του συγκρινομένου σχολείου ..., καθηγητή Θεολόγο, ο οποίος μέχρι τότε ασκούσε καθήκοντα αναπληρωτή Διευθυντή, ο οποίος και διορίστηκε στη θέση του Διευθυντή του Γυμνασίου της μετά από σχετική απόφαση του Επιθεωρητή, ενώ ο αναιρεσίβλητος επανήλθε στην άσκηση των καθηκόντων του ως καθηγητή μαθηματικών, θέση την οποία δεν αποδέχθηκε, εμμένοντας στη σύμβαση να αποδέχεται ο εργοδότης την προαναφερόμενη εργασία του υπό τους πριν από την μεταβολή όρους.

Η μη πρόταση του αναιρεσίβλητου από την αναιρεσείουσα για τη θέση του Διευθυντή του γυμνασίου της κατά το σχολικό έτος έγινε λόγω των οικονομικών αξιώσεων που προέβαλλε ο αναιρεσίβλητος από προηγούμενο σχολικό έτος, διεκδικώντας πρόσθετες αμοιβές για τις ώρες διδασκαλίας τόσο του ίδιου όσο και της συζύγου του ..., καθηγήτριας καλλιτεχνικών που εργαζόταν στο ίδιο σχολείο και προς τούτο είχε προσφύγει στην Προϊσταμένη Αρχή του Υπουργείου Παιδείας, προκειμένου να ελεγχθεί το σχολείο ως προς τις υποβληθείσες γι' αυτούς ώρες απασχόλησης και να πληροφορηθεί τα δικαιώματά του.

Η ενέργεια αυτή του αναιρεσίβλητου για διεκδίκηση των νόμιμων δικαιωμάτων του από την εργασιακή σχέση, αν και νόμιμη, ήταν μη αρεστή στην αναιρεσείουσα - εργοδότρια, και συνεπεία αυτής η τελευταία εκδικητικά και προκειμένου να τον τιμωρήσει δεν τον πρότεινε για τη θέση του διευθυντή του γυμνασίου της.

Έτσι ο αναιρεσίβλητος δεν διορίστηκε στη θέση του Διευθυντή του σχολείου της αναιρεσείουσας από τη Διεύθυνση Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης, από την οποία αν προτεινόταν, ενόψει του ότι πληρούσε τις νόμιμες προϋποθέσεις διορισμού του κατ' άρθρο 34 παρ. 3 ν. 682/1977, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων από την μέχρι τότε διαμορφωθείσα κατάσταση που επί 19 συνεχή έτη διοριζόταν Διευθυντής και δεν υπήρχε κάποιο δυσμενές σχολείο σε βάρος του, θα διοριζόταν.

Ότι η μη πρόταση και συνακόλουθα ο μη διορισμός του αναιρεσίβλητου από την αρμόδια Διεύθυνση στη θέση του διευθυντή του εν λόγο σχολείου, έγινε από την αναιρεσείουσα, με βάση το διευθυντικό της δικαίωμα, χωρίς να εξυπηρετεί τους σκοπούς του δικαιώματος αυτού, δηλαδή την κατά το δυνατόν καλύτερη αξιοποίηση της εργασίας και την προσφορότερη οργάνωση της επιχείρησης, αλλά από εμπάθεια και εκδικητικά, χωρίς υπαιτιότητα του αναιρεσίβλητου, εξαιτίας προηγούμενης νόμιμης ενέργειας αυτού μη αρεστής σ' εκείνη (αναιρεσείουσα).

Ότι από τη συμπεριφορά δε αυτή της αναιρεσείουσας προκλήθηκε ζημία στον αναιρεσίβλητο τόσο υλική, όσο και ηθική, δεδομένου ότι, η επί 19 έτη συνεχώς και αδιαλείπτως ανανεούμενη θητεία στη θέση του Διευθυντή, συνέδεσε το πρόσωπό του με τη θέση αυτή στη συνείδηση της μαθητικής κοινότητας του σχολείου αυτού και η μη ανανέωση της θητείας του και η αντικατάστασή του από τον μέχρι τότε υφιστάμενο και νεότερό του καθηγητής, δημιούργησε κλίμα αμφισβήτησης και δυσπιστίας στο πρόσωπό του τόσο στο στενό και περιοριστικό κύκλο των μαθητών του και των γονέων τους όσο και στον κύκλο των συναδέλφων του, των οποίων μέχρι πρότινος και επί μακρόν προΐστατο.

Ενόψει αυτών, το Εφετείο έκρινε ότι η μη πρόταση της αναιρεσείουσας για τη θέση του Διευθυντή του σχολείου της και ακολούθως ο μη διορισμός του αναιρεσίβλητου στη θέση αυτή από την αρμόδια Διεύθυνση Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης, συνιστά καταχρηστική άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος της αναιρεσείουσας, με συνέπεια την πρόκληση ηθικής και περιουσιακής ζημίας του αναιρεσίβλητου και αποτελεί μονομερή από την αναιρεσείουσα βλαπτική μεταβολή των όρων της συμβάσεως εργασίας και προσβολή της προσωπικότητας του αναιρεσιβλήτου.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, καθόσον η κρίση περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος της εργοδότιδος δικαιολογείται από τα παραπάνω δεκτά γενόμενα περιστατικά της καταφανούς υπεροχής του αναιρεσίβλητου και της συνδρομής των άλλων περιστάσεων που καθιστούν αδικαιολόγητη τη μη πρόταση του αναιρεσίβλητου για τη θέση του Διευθυντή του εν λόγω σχολείου, θέση την οποία κατείχε επί 19 έτη πρέπει, συνεπώς, ο από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ πρώτος λόγος της αναίρεσης να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Επίσης, το Εφετείο, με βάση τις ανωτέρω παραδοχές και κρίνοντας κατά τον ανωτέρω μνημονευόμενο τρόπο διέλαβε στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του πλήρεις και επαρκείς αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο των διατάξεων, που εφάρμοσε, αφού το αποδεικτικό πόρισμα είναι πλήρες και σαφές στα κρίσιμα για την έκβαση της δίκης ως άνω ζητήματα.

Συνεπώς και ο δεύτερος από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί και να απορριφθεί στο σύνολό της η υπό κρίση αίτηση για αναίρεση.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 22-6-2008 αίτηση για αναίρεση της 2184/2008 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα εταιρία στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου που ορίζει σε χίλια διακόσια (1800) Ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Φεβρουαρίου 2009.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 10 Μαρτίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ