Supreme Court dismisses appeal for some university staff but allows it for others regarding computer allowance equality.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the University of Athens's appeal regarding 36 university employees who were absent from the hearing without valid justification. The court found that while the lower court correctly ruled the allowance discriminatory for some, the university's distinction between specialized IT staff and general computer users was legally justified under the 1997 law. Consequently, the appeal was rejected for the absent employees but allowed for the others, remanding the case for further proceedings.
Legislator headnote
AI generatedArticles 8(11) of Law 2470/1997; Article 4(1) and 22(1)(b) of the Constitution: The Supreme Court held that a computer allowance granted only to specialized IT personnel with specific titles and organizational placement does not violate the constitutional principle of equality when justified by the distinct qualifications and functional roles of the recipients.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 558 / 2007 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 558/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Ανδρέα Μαρκάκη, Ηλία Γιαννακάκη, Αθανάσιο Θεμέλη, Μάριο-Φώτιο Χατζηπανταζή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Φεβρουαρίου 2007, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΟ ΚΑΙ ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑΚΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΑΘΗΝΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιχαήλ Φραγκούλη. Των αναιρεσίβλητων: ...(αναφέρονται 36 ονόματα), οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Φώτη Κλαουδάτο, πλην των 2ης, 5ης, 7ου, 10ης, 13ης, 22ης, 23ης, 25ης, 26ου, 27ης, 28ου, 29ης, 30ου, 31ης, 32ης, 33ου, 34ης, 35ου, 36ου, οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26/6/2002 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 338/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 232/2005 οριστική του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 6/5/2005 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ηλίας Γιαννακάκης, ανέγνωσε την από 24/1/2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης για αναίρεση. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των παρόντων αναιρεσίβλητων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την έννοια του άρθρου 576 Κ.Πολ.Δ ,εάν κατά την συζήτηση της αναιρέσεως δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απολιπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολιπόμενου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.
Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση, αν δε στη δίκη μετέχουν περισσότεροι διάδικοι και δεν κλητεύθηκε κάποιος από αυτούς η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ.4 εδ. 3 και 4 του Κ.Πολ.Δ. που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη κατ'αρθρ.575 εδ.β΄ ιδίου Κώδικα, αν η συζήτηση αναβληθεί ο γραμματέας είναι υποχρεωμένος αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίστηκε.
Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες με επίκληση ...(αναφέρονται 19 εκθέσεις) εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών .... , ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης για αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στους δεύτερη, πέμπτη, έβδομο, δέκατη, δέκατη τρίτη, εικοστή δεύτερη, εικοστή τρίτη, εικοστή πέμπτη, εικοστό έκτο, εικοστή έβδομη, εικοστή όγδοη, εικοστή ένατη, τριακοστό, τριακοστή πρώτη, τριακοστή δεύτερη, τριακοστό τρίτο, τριακοστή τέταρτη, τριακοστό πέμπτο και τριακοστό έκτο από τους αναιρεσιβλήτους, για να παραστούν κατά την αρχική δικάσιμο της 14-2-2006, κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση της υποθέσεως για την αναφερομένη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, για την οποία δεν χρειάζεται νέα κλήτευση των αναιρεσιβλήτων.
Κατά την τελευταία αυτή δικάσιμο, δεν εμφανίσθηκαν οι ανωτέρω αναιρεσίβλητοι, όταν εκφωνήθηκε η υπόθεση για συζήτηση, κατά τη σειρά της από το σχετικό πινάκιο, ούτε κατέθεσαν δήλωση παραστάσεως κατά το άρθρο 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ. και συνεπώς πρέπει, κατά τα προαναφερθέντα να προχωρήσει η συζήτηση ως να ήσαν παρόντες και οι αναιρεσίβλητοι αυτοί.
Από τη διάταξη του άρθρου 556 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., που ορίζει ότι δικαίωμα αναίρεσης έχουν, εφόσον νικήθηκαν ολικά ή εν μέρει στη δίκη που εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ο ενάγων, ο εναγόμενος, ο εκκαλών, ο εφεσίβλητος κλπ, προκύπτει ότι, ο εφεσίβλητος που νίκησε στην κατ' έφεση δίκη, γιατί απορρίφθηκε η εναντίον του ασκηθείσα έφεση, δεν νομιμοποιείται να ασκήσει αναίρεση κατά του εκκαλούντος, του οποίου η έφεση απορρίφθηκε. Επομένως, η κρινόμενη αίτηση για αναίρεση, κατά το μέρος που στρέφεται κατά της πέμπτης, εβδόμου, εικοστής πέμπτης, εικοστού έκτου, εικοστής εβδόμης, εικοστού ογδόου, εικοστής ένατης, τριακοστού, τριακοστής πρώτης, τριακοστής δεύτερης και τριακοστού τρίτου από τους αναιρεσιβλήτους, είναι απαράδεκτη και πρέπει να απορριφθεί, κατά το άρθρο 577 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., γιατί η έφεση των αναιρεσιβλήτων αυτών απορρίφθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση και επομένως, ως προς αυτούς το αναιρεσείον έχει νικήσει.
Η διάταξη του άρθρου 4 παρ.1 του Συντάγματος που ορίζει ότι οι 'Ελληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου, καθιερώνει όχι μόνο την ισότητα των Ελλήνων έναντι του νόμου, αλλά και την ισότητα του νόμου έναντι αυτών και συνεπώς δεσμεύει τον κοινό νομοθέτη, όταν πρόκειται να ρυθμίσει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις και κατηγορίες προσώπων, να μη μεταχειρίζεται κατά τρόπο ανόμοιο της περιπτώσεις αυτές, εισάγοντας εξαιρέσεις και κάνοντας διακρίσεις, εκτός αν αυτό επιβάλλεται από λόγους κοινωνικούς ή δημόσιου συμφέροντος, η συνδρομή των οποίων είτε διαφοροποιεί την κατηγορία των προσώπων ή των πραγμάτων στα οποία αφορά, είτε καθιστά καταχρηστική και άρα αντίθετη στο άρθρο 25 παρ.3 του Συντάγματος την άσκηση του εκ της ισονομίας ατομικού δικαιώματος στη συγκεκριμένη περίπτωση.
Επομένως, αν γίνει με νόμο δικαιολογημένη ειδική ρύθμιση για μία κατηγορία προσώπων και αποκλεισθεί με αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση από τη ρύθμιση αυτή μια άλλη κατηγορία προσώπων, για την οποία συντρέχει ο ίδιος δικαιολογητικός λόγος ευνοϊκής μεταχειρίσεως, η διάταξη που εισάγει τη δυσμενή αυτή διάκριση είναι ανίσχυρη ως αντισυνταγματική.
Προς αποκατάσταση δε της συνταγματικά επιβαλλόμενης ισότητας πρέπει να εφαρμοσθεί η διάταξη που ισχύει για την κατηγορία υπέρ της οποίας θεσπίστηκε η ειδική ρύθμιση και σε εκείνη την κατηγορία προσώπων, σε βάρος των οποίων έγινε η δυσμενής διάκριση, διότι μόνο με τον τρόπο αυτό αίρεται η κατάσταση που δημιουργήθηκε από την παραβίαση της ανωτέρω αρχής.
Εξάλλου με την υπ' αριθ. 2048842/6017/0022/6-5-1989 κοινή απόφαση των Υπουργών Προεδρίας Κυβερνήσεως, Οικονομικών και Εργασίας (ΦΕΚ 455/12-6-1989 τ. Β΄), που εκδόθηκε βάσει του άρθρου 7 παρ.2 της υπ' αριθ. 88555/3293/4-10-1988 κοινής αποφάσεως των Υπουργών Προεδρίας Κυβερνήσεως, Εσωτερικών, Οικονομικών και Εργασίας (ΦΕΚ 721/ 4-10-1988 τ. Β'), η οποία κυρώθηκε με το άρθρο 39 του Ν. 1836/1989 ορίζονται τα εξής: "Στο προσωπικό των παρακάτω αναφερομένων ειδικοτήτων των Υπηρεσιών - Διευθύνσεων - Τμημάτων και Κέντρων Πληροφορικής του Δημοσίου και των Ν.Π.Δ.Δ., χορηγείται ειδικό επίδομα, ως κίνητρο προσέλκυσης και παραμονής σε ποσοστό επί του βασικού μισθού του Μ.Κ. 28 του Ν.1505/1984 ως ακολούθως: 1) Αναλυτές Προγραμματιστές και Ηλεκτρονικοί Μηχανικοί και εμπειρογνώμονες πληροφορικής 40%, 2) Χειριστές - Χειρίστριες (Η/Υ, κοπτικών μηχανημάτων και εισαγωγής στοιχείων) 33%, 3) Κωδικογράφοι 20%.
Στη συνέχεια, με την υπ' αριθ. 2006402/481/0022/30-1-1995 κοινή απόφαση των ίδιων Υπουργών (ΦΕΚ 62/31-1-1995 τ. Β΄), που ίσχυσε από 1-1-1995, αυξήθηκε το παραπάνω επίδομα ως ακολούθως: 1)Αναλυτές Προγραμματιστές, Ηλεκτρονικοί Μηχανικοί και Εμπειρογνώμονες Πληροφορικής σε είκοσι χιλιάδες (20.000) δρχ. από 1-1-1995 και σε τριάντα χιλιάδες από 1-7-1995. 2)Χειριστές - Χειρίστριες (Η/Υ, Κοπτικών Μηχανημάτων και Εισαγωγής Στοιχείων) σε δέκα έξι χιλιάδες πεντακόσιες (16.500) δρχ.
από 1-1-1995 και σε είκοσι πέντε χιλιάδες (25.000) δρχ. από 1-7-1995. 3)Κωδικογράφοι σε δέκα χιλιάδες (10.000) δρχ. από 1-1-1995 και σε δέκα πέντε χιλιάδες (15.000) δρχ. από 1 -7-1995. Περαιτέρω, με το άρθρο 8 του Ν. 2470/1997 ορίζονται τα εξής: "Πέρα από το βασικό μισθό του κάθε μισθολογικού κλιμακίου, όπως αυτός ορίζεται στο προηγούμενο άρθρο, χορηγούνται και τα εξής τακτικά επιδόματα, κατά μήνα: "1...11.Επίδομα Πληροφορικής, για τους ειδικευμένους υπαλλήλους που ανήκουν οργανικά σε κλάδους πληροφορικής, υπηρετούν σε νομοθετημένες υπηρεσίες, διευθύνσεις, τμήματα ή κέντρα πληροφορικής και κατέχουν τα προσόντα που ορίζονται στο Π.Δ. 194/1988 (ΦΕΚ 84 Α'), καθώς και στους Ηλεκτρονικούς Μηχανικούς Ασφαλείας εναερίου κυκλοφορίας της Υπηρεσίας Πολιτικής Αεροπορίας, οριζόμενο κατά ειδικότητα ως εξής:
α. Αναλυτές Προγραμματιστές, Ηλεκτρονικοί Μηχανικοί σε τριάντα χιλιάδες (30.000) δραχμές, β. Χειριστές - Χειρίστριες Η/Υ, διατρητικών μηχανών και εισαγωγής στοιχείων σε είκοσι πέντε χιλιάδες (25.000) δραχμές. Σε περίπτωση που ανατίθεται, με απόφαση του οικείου προϊσταμένου διεύθυνσης, η αναπλήρωση των καθηκόντων των προαναφερόμενων θέσεων και ειδικοτήτων σε υπαλλήλους αντίστοιχης εξειδίκευσης άλλων κατηγοριών, το ανωτέρω επίδομα καταβάλλεται στους υπαλλήλους αυτούς με απόφαση του Υπηρεσιακού Συμβουλίου.
Το επίδομα αυτό καταβάλλεται μόνον εφόσον και για όσο διάστημα οι δικαιούχοι εργάζονται στις προαναφερόμενες ειδικότητες, με πλήρη και αποκλειστική απασχόληση στις υπηρεσίες που έχει προβλεφθεί η ειδική θέση. Για τη συνδρομή όλων των ανωτέρω προϋποθέσεων εκδίδεται, κάθε μήνα, βεβαίωση του οικείου προϊσταμένου, η οποία συνοδεύει τη μισθοδοτική κατάσταση.
γ. Ειδικά στους κωδικογράφους και στους χειριστές κοπτικών μηχανημάτων, που απασχολούνται κατά πλήρες ωράριο εργασίας σε οργανωμένα κέντρα πληροφορικής, χορηγείται επίδομα οριζόμενο σε δεκαπέντε χιλιάδες (15.000) δραχμές. Πλην των ανωτέρω περιοριστικά αναφερομένων περιπτώσεων, το επίδομα πληροφορικής δεν καταβάλλεται σε άλλες ειδικότητες, όπως σε χρήστες Η/Υ ή Προσωπικών Υπολογιστών, ούτε και σε εκπαιδευτικούς κλάδων πληροφορικής.
Στους δικαιούχους του ανωτέρω επιδόματος δεν καταβάλλονται παράλληλα και τα διατηρούμενα με το άρθρο 10 του παρόντος επιδόματα, λόγω ειδικών συνθηκών εργασίας ...". Με το άρθρο 10 παρ. 1 του πιο πάνω νόμου διατηρήθηκαν στο ύψος που είχαν διαμορφωθεί κατά την έναρξη της ισχύος αυτού, πέραν από τα επιδόματα εορτών και άδειας του άρθρου 9 του ίδιου νόμου, ορισμένα επιδόματα και παροχές, μεταξύ των οποίων δεν περιλαμβάνεται το επίδομα πληροφορικής που χορηγήθηκε με τις ανωτέρω κοινές υπουργικές αποφάσεις, ενώ με την παράγραφο 4 του ίδιου άρθρου ορίστηκε ότι πέραν των ως άνω διατηρούμενων επιδομάτων και παροχών, όλα τα άλλα επιδόματα, αμοιβές και αποζημιώσεις που καταβάλλονται στους υπαλλήλους που εμπίπτουν στις διατάξεις αυτού κατά την έναρξη της ισχύος του με οποιαδήποτε ονομασία και από οποιαδήποτε πηγή, περιλαμβανομένων και εκείνων που χορηγήθηκαν με μορφή κινήτρου παραγωγικότητας ή αποδοτικότητας, καθώς και παροχές για κίνητρο προσέλκυσης και παραμονής καταργούνται, εφόσον δεν προβλέπεται ρητώς η χορήγησή τους από τις διατάξεις του νόμου αυτού.
Τέλος, κατά το άρθρο 31 του ίδιου νόμου, από την έναρξη της ισχύος του νόμου αυτού καταργούνται: α)....η)Κάθε άλλη γενική ή ειδική διάταξη κατά το μέρος που αντίκειται στις διατάξεις του νόμου αυτού ή κατά το μέρος που ρυθμίζει θέματα που διέπονται από αυτόν. Από τις ανωτέρω διατάξεις του Ν. 2470/1997 προκύπτει, ότι από την έναρξη της ισχύος αυτού (1-1-1997) καταργήθηκαν, μεταξύ άλλων, και οι προαναφερόμενες υπ' αριθ. 88555/3293/4-10-1988, 2048842/6017/0022/6-5-1989 και 2006402/481/0022/30-1-1995 κοινές Υπουργικές αποφάσεις, με τις οποίες είχε προβλεφθεί η χορήγηση του επιδόματος πληροφορικής σε ορισμένες κατηγορίες υπαλλήλων, και ότι το προβλεπόμενο από τις διατάξεις του νόμου αυτού επίδομα πληροφορικής καταβάλλεται έκτοτε υπό διαφορετικές και αυστηρότερες προϋποθέσεις, μόνο σε ειδικευμένους υπαλλήλους που ανήκουν οργανικά σε κλάδους πληροφορικής, υπηρετούν κατά πλήρες ωράριο εργασίας σε νομοθετημένες υπηρεσίες, διευθύνσεις, τμήματα ή κέντρα πληροφορικής και κατέχουν τα προσόντα που ορίζονται στο Π.Δ. 194/1988 ενώ προβλέπεται ρητά ότι δεν καταβάλλεται τούτο σε απλές ειδικότητες, όπως σε χρήστες Η/Υ.
Το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση του, όπως από αυτήν προκύπτει, τα ακόλουθα: Οι αναιρεσίβλητοι προσελήφθησαν από αναιρεσείον με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2000 έως 31-10-2000 προσέφεραν τις υπηρεσίες τους ως διοικητικό προσωπικό στο αναιρεσείον.
Οι αποδοχές τους ρυθμίζονται από τις διατάξεις του Ν. 2470/1997, με συνέπεια να εξομοιώνονται μισθολογικά με τους τακτικούς δημόσιους υπαλλήλους και απασχολούνται αποκλειστικά κατά πλήρες ωράριο εργασίας με τη χρήση ηλεκτρονικού υπολογιστή, λόγω υπηρεσιακών αναγκών, αφού δεν προβλέπονται στην υπηρεσία τους οργανικές θέσεις χειριστών Η/Υ.
Κατόπιν αυτών, το Πρωτοδικείο έκρινε, ότι είναι αδικαιολογήτως άνιση η μη χορήγηση του ανωτέρω επιδόματος στους αναιρεσιβλήτους και ότι προς αποκατάσταση της συνταγματικής αρχής της ισότητας οφείλει το αναιρεσείον το εν λόγω επίδομα και σ' αυτούς. Όμως, με βάση τα περιστατικά που δέχτηκε το Πρωτοδικείο, οι αναιρεσίβλητοι μισθωτοί, ανήκουν σε διαφορετική κατηγορία μισθωτών από εκείνη των μισθωτών στους οποίους χορηγήθηκε το επίδομα του άρθρου 8 αριθ. 11 του Ν. 2470/1997.
Και τούτο, διότι οι αναιρεσίβλητοι πέραν του ότι ασχολούνται αποκλειστικά με τη χρήση Η/Υ, δεν είναι ειδικευμένοι υπάλληλοι, που να ανήκουν οργανικά σε κλάδους πληροφορικής, και να υπηρετούν σε νομοθετημένες υπηρεσίες, διευθύνσεις, τμήματα ή κέντρα πληροφορικής, ούτε κατέχουν τους απαιτούμενους για την υπηρεσία σε τέτοιες διευθύνσεις τμήματα ή κέντρα τίτλους σπουδών.
Η ως άνω ουσιώδης διαφορά της κατηγορίας στην οποία ανήκουν οι αναιρεσίβλητοι και οι ειδικευμένοι, με τίτλους σπουδών, υπάλληλοι του άρθρου 8 αριθ. 11 του Ν. 2470/1997, δικαιολογεί την χορήγηση του εν λόγω επιδόματος μόνο στους τελευταίους, και δεν καθιστά την ειδική αυτή ρύθμιση αντίθετη προς την συνταγματική αρχή και ισότητας.
Επομένως το Πρωτοδικείο που κατέληξε σε αντίθετο συμπέρασμα παραβίασε τις προαναφερόμενες διατάξεις, των άρθρων 8 αρ. 11 του Ν. 2470/1997 και 4 παρ. 1, σε συνδυασμό με 22 παρ. 1β' του Συντάγματος και συνεπώς είναι βάσιμος ο μοναδικός από το άρθρο 560 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο (Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών), που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ.3 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει ως απαράδεκτη την από 64/12-5-2005 αίτηση του Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΟ ΚΑΙ ΚΑΠΟΔΙΑΣΤΡΙΑΚΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΑΘΗΝΩΝ" για αναίρεση της 232/2005 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ως προς τους αναφερόμενους στο σκεπτικό αναιρεσιβλήτους.
Αναιρεί τη 232/2005 απόφαση του πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ως προς τους άλλους διαδίκους.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει τους ηττηθέντες μόνο αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε χίλια εκατό(1100) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 27 Φεβρουαρίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 13 Μαρτίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ