Supreme Court dismisses appeal for failure to read evidence at trial, violating defendant's right to comment.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Third Instance Court of Patras regarding a negligence case. The appellant argued that the lower court committed a procedural error by relying on documents not read during the trial, violating the right to comment. The court rejected this claim, finding that the lower court properly noted the documents in its minutes and that the evidence relied upon was sufficient to establish the defendant's liability.
Legislator headnote
AI generatedArticles 331, 333, 364 para. 1 of the Code of Civil Procedure; Article 171 para. 1 item d' of the Code of Civil Procedure; Article 510 para. 1 item A of the Code of Civil Procedure: The combination of these provisions establishes that the consideration by a court of documents not read as evidence during the trial constitutes absolute nullity, as it violates the defendant's right to make statements, explanations, and observations.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 558 / 2006 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 558/2006
Το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου
Ε' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ανδρέα Μοσχανδρέου, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Ναυπλιώτη, Δημήτριο Κιτρίδη, Αθανάσιο Μπρίλλη και Πλαστήρα Αναστασάκη – Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 27 Ιανουαρίου 2006, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος – κατηγορουμένου .... , ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ανδρέα Λαζουρά, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2143/2004 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, με συγκατηγορούμενο τον ... και πολιτικώς ενάγοντα τον .... , ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Το Τριμελές Εφετείο Πατρών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 11 Μαρτίου 2005 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 661/2005.
Αφού άκουσε
τον πληρεξούσιο του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου, που με προφορική ανάπτυξη ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα ο οποίος πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 331, 333 και 364 παρ. 1 ΚΠΔ προκύπτει ότι η συνεκτίμηση από το δικαστήριο εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε ως αποδεικτικό μέσο κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο συνιστά απόλυτη ακυρότητα κατά το άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. δ' ΚΠΔ που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α του ιδίου Κώδικα λόγον αναιρέσεως, διότι έτσι παραβιάζεται η άσκηση του από το άρθρο 358 ΚΠΔ δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβεί σε δηλώσεις, εξηγήσεις και παρατηρήσεις.
Στα συντασσόμενα πρακτικά της δημόσιας συνεδρίασης πάντως δεν είναι απαραίτητο να καταχωρείται το περιεχόμενο του εγγράφου αυτού ούτε ακόμη ως στοιχείο προσδιοριστικό της ταυτότητος αυτού, αλλά αρκεί να μνημονεύονται τα όποια άλλα στοιχεία εξατομικεύουν αυτό, ώστε να μπορεί να διαγνωσθεί αν το έγγραφο αυτό, που περιλαμβάνεται στα έγγραφα εκείνα στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου, έχει πραγματικά αναγνωσθεί (ΑΠ 1898/2002).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 2143/2004 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών και τα ενσωματωμένα σ' αυτήν πρακτικά, το δικαστήριο κατέληξε στην κρίση του περί ενοχής του κατηγορουμένου (ήδη αναιρεσείοντος) με βάση τα αναφερόμενα σ' αυτήν ως αποδειχθέντα περιστατικά «από τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας και της υπεράσπισης που εξετάσθηκαν ενώπιόν του, την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης καθώς και των εγγράφων που αναφέρονται στα πρακτικά και από τις απολογίες των κατηγορουμένων».
Και ναι μεν μεταξύ των εγγράφων που αναφέρονται κατ' ιδίαν στα πρακτικά αυτά ως αναγνωσθέντα δεν συμπεριλαμβάνονται και τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, τούτο όμως προδήλως έγινε εκ παραδρομής, αφού ρητά, κατά τα άνω, αναφέρεται στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης στη μεταξύ των άλλων αποδεικτικών στοιχείων έλαβε υπόψη για το σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως και τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης των οποίων προέβη σε ανάγνωση.
Η αναφορά αυτή σε «ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης» δεν δημιουργεί αμφιβολία για το αν πράγματι αυτά αναγνώσθηκαν, με συνέπεια να μη νοείται εξ αυτής της αιτίας στέρηση από τον κατηγορούμενο του δικαιώματός του να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικά με αυτά. Ενόψει των ανωτέρω, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.
Α' πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως με τον οποίο προβάλλεται ότι επήλθε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο εκ της μη αναγνώσεως των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης, είναι αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 314 παρ. 1 εδ. α' του ΠΚ «όποιος από αμέλεια προκαλεί σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας άλλου τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών». Από το συνδυασμό της διάταξης αυτής με εκείνην του άρθρου 28 του ΠΚ κατά την οποία «από αμέλεια πράττει όποιος από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε από τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, είτε δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα το οποίο προκάλεσε η πράξη του, είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν», προκύπτει ότι για τη θεμελίωση της σωματικής βλάβης από αμέλεια απαιτείται να διαπιστωθεί αφενός ότι ο δράστης δεν κατέβαλε την απαιτούμενη κατ' αντικειμενική κρίση προσοχή την οποία οφείλει να καταβάλει κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος κάτω από τις ίδιες πραγματικές καταστάσεις με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές, την κοινή πείρα, τη λογική και τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων και αφετέρου ότι είχε τη δυνατότητα να προβλέψει και αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο πρέπει να τελεί σε αντικειμενικά αιτιώδη σύνδεσμο με την πράξη ή παράλειψη.
Η παράλειψη, ως έννοια, ενυπάρχει σε κάθε είδος αμέλειας, εφόσον το ένα είδος της ευθύνης συνίσταται στη μη καταβολή της προσοχής δηλαδή σε μια παράλειψη. Όταν όμως η αμέλεια δεν συνίσταται σε μια ορισμένη παράλειψη, αλλά σε σύνολο συμπεριφοράς που προηγήθηκε του αποτελέσματος, τότε για τη θεμελίωση της σωματικής βλάβης από αμέλεια, ως εγκλήματος που τελείται με παράλειψη, απαιτείται και η συνδρομή των όρων του άρθρου 15 του ΠΚ, κατά το οποίο, όπου ο νόμος για την ύπαρξη αξιόποινης πράξης απαιτεί να έχει επέλθει ορισμένο αποτέλεσμα, η μη αποτροπή του τιμωρείται όπως η πρόκληση του με ενέργεια, αν ο υπαίτιος της παράλειψης είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος.
Η υποχρέωση αυτή μπορεί να πηγάζει από ρητή διάταξη νόμου ή από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων που συνδέονται με ορισμένη έννομη σχέση του υποχρέου ή από σύμβαση ή ορισμένη συμπεριφορά του υπαιτίου από την οποία δημιουργήθηκε ο κίνδυνος επέλευσης του εγκληματικού αποτελέσματος (ΑΠ 167/2004).
Σύμφωνα με το άρθρο 4 του Ν. 1369/1983 «Υποχρέωση λήψης και τήρησης μέτρων ασφαλείας στις οικοδομές και λοιπά ιδιωτικά τεχνικά έργα», σε περίπτωση που δεν ανατίθεται η εκτέλεση ολόκληρου του έργου σ' έναν εργολάβο, ο κύριος του έργου είναι υποχρεωμένος να λαμβάνει πριν από την εγκατάσταση κάθε εργολάβου ή υπερβολάβου τμήματος του έργου και να τηρεί, όσο διαρκεί το έργο αυτού όλα τα μέτρα ασφαλείας τα οποία του υποδεικνύει ο επιβλέπων το έργο ε'φ όσον αυτά δεν αφορούν σε τμήματα του έργου που ανέλαβαν και εκτελούν εργολάβοι ή υπερβολάβοι, κύριος δε του έργου, κατά το άρθρο 2 παρ. 3 του ίδιου νόμου, θεωρείται «ο κύριος, ο νομέας ή ο κάτοχος του ακινήτου στο οποίο εκτελείται, ύστερα από εντολή του και για λογαριασμό του τεχνικό έργο».
Τα άρθρα 73 και 78 του Π.Δ. 1073 της 12/16-9-1981 «Περί μέτρων ασφαλείας κατά την εκτέλεση εργασιών εις εργοτάξια οικοδομών και πάσης φύσεως έργων αρμοδιότητος πολιτικού μηχανικού», ορίζουν, ειδικότερα, μεταξύ άλλων, ότι για την πρόληψη ατυχημάτων από την επαφή ή προσέγγιση προς τα δίκτυα ηλεκτρικών εγκαταστάσεων υπό τάση πρέπει: 1.
η τοποθέτηση των αυτοκινήτων εκχύσεως, δια πιέσεως, ετοίμου σκυροδέματος και κονιαμάτων (πρέσσαι) να γίνεται εις τον τυχόν υπάρχοντα ελεύθερο από εναέριους ηλεκτρικούς αγωγούς χώρο. 2. Ο σωλήνας μεταφοράς και εκχύσεως ετοίμου σκυροδέματος να απέχει όσο το δυνατόν περισσότερο από υπάρχοντας ηλεκτροφόρους αγωγούς. 3) να λαμβάνονται όλα τα επιβαλλόμενα μέτρα ώστε να αποκλείεται η προσέγγιση εργαζομένων σε ηλεκτροφόρους αγωγούς ή στοιχεία ασχέτως τάσεώς των. 4.
Οι μεταφορές χειρονακτικές ή μη σιδηροπλισμού, σωλήνων κιγκλιδωμάτων κ.ά. και οι εγκαταστάσεις μηχανημάτων κλπ ως και οι προσεγγίσεις αντλιών σκυροδέματος να πραγματοποιούνται μακριά από τους ηλεκτροφόρους αγωγούς ασχέτως τάσεως. Σε περιοχές δε όπου υπάρχουν εναέρια ηλεκτρικά δίκτυα ή εγκαταστάσεις, εφ' όσον εργάζονται ή κινούνται υψηλά οχήματα, γερονοί, εκσκαφείς κλπ να λαμβάνονται πέραν από τα ανωτέρω αναφερόμενα και μετά από έγγραφη έγκριση της ΔΕΗ πρόσθετα ειδικά μέτρα ασφαλείας, ως αντιπροσωπευτικά δε των μέτρων αυτών αναφέρονται η καταβίβαση του ιστού (μπούμας), η κατασκευή ειδικών ξυλίνων πλαισίων-περιθωρίων ασφαλείας εις σημεία συνήθων διελεύσεων κάτω από γραμμές κ.α.
Τέλος το άρθρο 79 του ίδιου Π.Δ. ορίζει ότι εάν πλησίον εργοταξίου διέρχονται αγωγοί ηλεκτρικού ρεύματος ειδοποιείται εγγράφως από του εκτελούντος το έργο προ της ενάρξεως των εργασιών η αρμοδία υπηρεσία της ΔΕΗ. Τα μέτρα ασφαλείας τα οποία πρέπει να ληφθούν εξετάζονται από κοινού υπό της ΔΕΗ, του εκτελούντος το έργο και του επιβλέποντος μηχανικού.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών που δίκασε ως δευτεροβάθμια δικαστήριο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος για την πράξη της σωματικής βλάβης από αμέλεια από υπόχρεο σε ιδιαίτερη επιμέλεια ή προσοχή σε ποινή φυλάκισης ενός (1) έτους η οποία ανεστάλη επί τρία (3) έτη.
Στην αιτιολογία της απόφασης, που προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της αναφέρονται, μεταξύ άλλων, και τα εξής: Από τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας και υπεράσπισης που εξετάσθηκαν στο δικαστήριο τούτο, την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης καθώς και των εγγράφων που αναφέρονται στα πρακτικά, τις απολογίες των κατηγορουμένων και την όλη αποδεικτική διαδικασία, αποδείχτηκαν τα ακόλουθα:
Στην περιοχή ... στις 16-3-1998 ο δεύτερος κατηγορούμενος .... ως νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας ετοίμου σκυροδέματος με την επωνυμία «ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΗ ΕΠΕ», εργοδότριας του παθόντος και ο τέταρτος κατηγορούμενος ... (ήδη αναιρεσείων), ως ιδιοκτήτης της οικοδομής, από έλλειψη της προσοχής που όφειλε ο καθένας χωριστά και μπορούσε να καταβάλει, δεν προέβλεψαν το αξιόποινο αποτέλεσμα και προήλθε από την πράξη τους και προξένησαν έτσι σωματική βλάβη και βλάβη της υγείας στον ..... , εργαζόμενο στην ως άνω εταιρεία που εκπροσωπεί ο κατηγορούμενος .... .
Συγκεκριμένα κατά την εκτέλεση των εργασιών ρίψης σκυροδέματος σε οικοδομή ιδιοκτησίας του ... μετέφεραν για το σκοπό αυτό στην ανωτέρω θέση δύο αντλίες και μία μπετονιέρα ιδιοκτησίας της εταιρείας που εκπροσωπεί ο ..... τις τοποθέτησαν στο προαύλιο της οικοδομής και τις έθεσαν σε λειτουργία, χωρίς να λάβουν τα επιβαλλόμενα μέτρα ασφαλείας, παρά το ότι από τον ως άνω χώρο διήρχοντο εναέριοι αγωγοί ηλεκτρικού ρεύματος της ΔΕΗ, οι οποίοι εμπόδιζαν τη λειτουργία των ως άνω μηχανημάτων Ειδικότερα κατά την εκτέλεση των ως άνω εργασιών, ο δεύτερος κατηγορούμενος ....
δέχτηκε την τοποθέτηση των ως άνω αντλιών ανεπίτρεπτα πλησίον των ηλεκτροφόρων αγωγών χωρίς να λάβει τα επιβαλλόμενα μέτρα ασφαλείας και συγκεκριμένα: α) δεν τοποθέτησε τα δύο αυτοκίνητα-αντλίες που χρησιμοποιήθηκαν στο ανωτέρω έργο, σε τυχόν υπάρχοντα ελεύθερο από διερχόμενους εκεί εναέριους ηλεκτρικούς αγωγούς χώρο, β) δεν φρόντισε ο σωλήνας μεταφοράς και εκχύσεως σκυροδέματος να απέχει όσον το δυνατόν περισσότερο από τους υπάρχοντες εκεί ηλεκτροφόρους αγωγούς ώστε να αποκλείεται αφενός μεν η τυχαία επαφή του σωλήνος με τους αγωγούς αφετέρου δε η εξ επαγωγής διαπήδηση ηλεκτρικής ενέργειας εκ των αγωγών, γ) δεν έλαβε όλα τα επιβαλλόμενα μέτρα ώστε να αποκλείεται η προσέγγιση των εργαζομένων σε ηλεκτρικούς αγωγούς, ούτε πραγματοποίησε τις προσεγγίσεις των αντλιών σκυροδέματος μακριά από ηλεκτροφόρους αγωγούς και τέλος ενώ διήρχοντο από την ως άνω περιοχή εναέριοι ηλεκτροφόροι αγωγοί δεν έλαβε μετά από έγγραφη έγκριση της ΔΕΗ πρόσθετα ειδικά μέτρα ασφαλείας, ο δε τέταρτος κατηγορούμενος .... (ήδη αναιρεσείων) κύριος του έργου καίτοι εγνώριζε την ύπαρξη των ηλεκτροφόρων αγωγών οι οποίοι διέρχονται από την προαύλιο χώρο της οικοδομής του και ήταν ορατός ο κίνδυνος από την επαφή των μηχανημάτων και των εξαρτημάτων τους με αυτούς, εν τούτοις δεν υπέβαλε αίτηση στη ΔΕΗ προκειμένου να λάβει σχετική άδεια εκτέλεσης των εργασιών μετά από διακοπή ηλεκτροδότησης των εναερίων αυτών ηλεκτροφόρων αγωγών με αποτέλεσμα, από τη συγκλίνουσα αμέλεια των ανωτέρω κατά τη στιγμή που ο παθών, που είχε αναλάβει την ένωση των δύο αντλιών δια μεταλλικών σωλήνων, οι οποίοι θα διήρχοντο κάτω από τους εναέριους ηλεκτροφόρους αγωγούς με σκοπό την μέσω αυτών μεταφορά του ετοίμου σκυροδέματος, προέβαινε στην τοποθέτηση του σωλήνα που είχε ενώσει με τη μεταλλική γωνία της σκάφης της ανατολικά ευρισκόμενης αντλίας, να υποστεί ηλεκτροπληξία (είτε λόγω του ότι κατά την πραγματοποίηση εκ μέρους του χειριστή του μηχανήματος της αντλίας διαφόρων ελιγμών του ιστού (μπούμας) της αντλίας ο ιστός αυτός ήλθε σε επαφή με τους εναέριους αγωγούς της ΔΕΗ είτε λόγω του ότι μεταδόθηκε (χωρίς επαφή) ηλεκτρική ενέργεια στη μπούμα (που έχει ηλεκτρομαγνητικές βαλβίδες) από υπερφόρτωση των ηλεκτροφόρων καλωδίων, και από τη μπούμα στον παθόντα που την κρατούσε με τα χέρια του.
Από την ηλεκτροπληξία ο παθών υπέστη εγκαύματα τρίτου βαθμού δακτύλων άκρων χειρών άμφω και εκτεταμένο διαθλαστικό τραύμα μετ' εγκαύματος της ραχιαίας επιφανείας άκρας χειρός και του προκλήθηκε από το λόγο αυτό δυσκινησία, δυσχρησία και απώλεια αισθητικότητας άνω άκρων χειρών, παραμόρφωση (αγκύλωση) δείκτου αριστεράς χειρός και ουλώδης ρίκνωση αριστεράς παλάμης.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν είχε ανατεθεί η εκτέλεση του ως άνω έργου σε εργολάβο και κατά συνέπεια οι εργασίες της τοποθέτησης των μηχανημάτων (αντλιών και μπετονιέρας) και της ρίψης του σκυροδέματος δεν καλύπτονται από τον εργολάβο και επομένως ως προς αυτές, υπάρχει η από τα άρθρα 2,4 του Ν. 1396/1983 ευθύνη του κυρίου του έργου, που τέτοιος ήταν ο τέταρτος κατηγορούμενος (ήδη αναιρεσείων), ο οποίος ήταν υποχρεωμένος να λαμβάνει και να τηρεί όσο διαρκούσαν οι εργασίες όλα τα επιβαλλόμενα μέτρα ασφαλείας και ο οποίος για το λόγο αυτό έχει και την ιδιότητα του κατά το άρθρο 315 ΠΚ υποχρέου σε ιδιαίτερη επιμέλεια και προσοχή και η πράξη του διώκεται αυτεπαγγέλτως κατά το άρθρο 315 παρ. 1β ΠΚ.
Με τις παραδοχές του αυτές το δικαστήριο που δίκασε διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ' αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του για τη συνδρομή των στοιχείων της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης του αυτεπαγγέλτως διωκομένου εγκλήματος της σωματικής βλάβης από αμέλεια παρά υποχρέου εις ιδιαίτερα επιμέλεια και προσοχή, οι αποδείξεις που το θεμελιώνουν καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε τα δεκτά γενόμενα από αυτό περιστατικά στις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 314 παρ. 1β, 28 και 15 ΠΚ που εφάρμοσε και τις οποίες έτσι ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε.
Ειδικότερα τόσο στο σκεπτικό όσο και στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης αναφέρεται ότι ο κατηγορούμενος-αναιρεσείων από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε από τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, δεν προείδε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προήλθε από την πράξη του, δηλαδή το δικαστήριο που δίκασε δέχτηκε ότι η σωματική βλάβη του παθόντος προήλθε από άνευ συνειδήσεως αμέλεια του κατηγορουμένου.
Επίσης το δικαστήριο, κατόπιν της ανελέγκτως περί τα πράγματα παραδοχής του ότι για το συγκεκριμένο έργο δεν υπήρχε εργολάβος δέχτηκε ως ιδιαίτερη νομική υποχρέωση του κατηγορουμένου ως κυρίου της οικοδομής και εκτελούντος το συγκεκριμένο έργο, την εκ του άρθρου 79 του Π.Κ. 778 της 19/26-8-1980 αυτοτελή υποχρέωση του να ειδοποιήσει εγγράφως πριν από την έναρξη των εργασιών τη ΔΕΗ και των από κοινού υπό τούτου, της ΔΕΗ και του επιβλέποντος μηχανικού εξέταση των μέτρων ασφαλείας που έπρεπε να ληφθούν.
Στην παραδοχές του αυτές δεν αντιφάσκει, εξ άλλου, το γεγονός ότι αυτός απαλλάχθηκε για την μη λήψη εκ μέρους του των μέτρων ασφαλείας που μνημονεύει το άρθρο 78 του ίδιου Π.Δ/τος τα οποία αναφέρονται σε πρόσθετα ειδικά μέτρα ασφαλείας που έπονται της κατά τα άνω ειδοποιήσεως υπό του εκτελούντος το έργο της αρμοδίας υπηρεσίας της ΔΕΗ προ της ενάρξεως των εργασιών για τα μέτρα ασφαλείας που πρέπει να ληφθούν και για την παράβαση των οποίων κηρύχθηκε ένοχος ο εκπρόσωπος της εργοδότριας εταιρείας του παθόντος .... .
Από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει επίσης σαφώς ότι μεταξύ της παραλείψεως αυτής του κατηγορουμένου και του επελθόντος αποτελέσματος υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος αφού με την κατ' ακολουθίαν της τηρήσεως της ως άνω νομίμου υποχρεώσεώς του λήψη των αναγκαίων μέτρων ασφαλείας από κοινού μετά της ΔΕΗ (διακοπή ηλεκτρικού ρεύματος κλπ), η σωματική βλάβη του παθόντος δεν θα επήρχετο.
Επομένως οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' λόγοι της αιτήσεως με τους οποίους υποστηρίζεται το αντίθετο, ότι δηλαδή η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και ότι εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ως άνω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.
Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 11 Μαρτίου 2005 αίτηση του κατηγορουμένου ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2143/2004 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Και,
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων δέκα (210) ΕΥΡΩ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε, στην Αθήνα, στις 2 Μαρτίου 2006. Και,
Δημοσιεύθηκε, στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο, στις 10 Μαρτίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ