Supreme Court dismisses appeal in car insurance dispute, rejecting claims of procedural error and factual misappreciation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the final appellate and first-instance judgments regarding a car insurance compensation claim. The appellant argued that the lower courts failed to justify why certain vehicle parts remained undamaged despite a collision and misappreciated the evidence. The court ruled that these arguments constituted an attack on the unreviewable assessment of facts rather than a violation of substantive law, rendering the appeal inadmissible and unfounded.
Legislator headnote
AI generatedArticles 560, 577, 578 of the Code of Civil Procedure; An appeal challenging the factual assessment of evidence and the reasoning behind the court's finding of no damage constitutes an attack on the unreviewable evaluation of facts and is inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 557 / 2024 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 557/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Αλεξάνδρα Αποστολάκη και Σωκράτη Πλαστήρα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Μαρτίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Π. Κ. του Δ., κατοίκου …., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Κασιούμη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΓΡΑΦΕΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αλεξάνδρα Ταμπαλή με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-8-2017 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Ηγουμενίτσας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 27/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3/2021 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας, την αναίρεση των οποίων ζητεί ο αναιρεσείων με την από 22-9-2021 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Αλεξάνδρα Αποστολάκη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 22-09-2021 αίτηση αναίρεσης προσβάλλονται, αφενός μεν η υπ' αριθμ. 3/2021 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας, που δίκασε ως Εφετείο, αφετέρου δε η υπ' αριθμ. 27/2018 απόφαση του Ειρηνοδικείου Ηγουμενίτσας, που εκδόθηκαν αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών και αφορούν απαιτήσεις αποζημίωσης για ζημίες που προκλήθηκαν από αυτοκίνητο και από τη σύμβαση ασφάλισης αυτού (άρθρα 591 επ., 614 παρ. 6 ΚΠολΔ.
όπως τα άρθρα αυτά αντικαταστάθηκαν με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του Ν 4335/2015), από τις οποίες (αποφάσεις) με την πρωτόδικη απόφαση έγινε εν μέρει δεκτή κατ' ουσίαν η από 17-08-2017 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, ενώ με την εφετειακή απόφαση απορρίφθηκε ως εκπρόθεσμη η από 24-08-2020 έφεση αυτού κατά της πρωτόδικης οριστικής απόφασης.
I. Η από 22-09-2021 αίτηση αναίρεσης, κατά το μέρος που προσβάλλει την εφετειακή απόφαση, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) και είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Το άρθρο 560 ΚΠολΔ, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015 (ΦΕΚ Α' 87/23-7-2015), οι διατάξεις του οποίου εφαρμόζονται για τα κατατιθέμενα από την 1-1-2016 ένδικα μέσα, ορίζει: "Κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο: 1) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. ...
Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν μπορεί να προβληθεί σε μικροδιαφορές, 2) αν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε όπως ορίζει ο νόμος..., 3) αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ' ύλην αρμοδιότητα, 4) αν παράνομα αποκλείστηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας, 5) αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και 6) αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης".
Οι αμέσως πιο πάνω αναιρετικοί λόγοι απαριθμούνται περιοριστικά, αντιστοιχούν δε προς τους λόγους αναίρεσης που προβλέπονται από τους αριθμούς 1, 2, 4, 5, 7, 8 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προς τους οποίους, όμως, δεν ταυτίζονται απολύτως ( ΑΠ 399/2020, ΑΠ 935/2020, ΑΠ 69/2019, ΑΠ 60/2019, ΑΠ 894/2018) και επομένως, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αποκλείεται η προβολή αναιρετικών λόγων από τους αριθμούς 3, 6, 9, 10, 11,12, 13, 14, 15, 16, 17, 18 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αφού οι λόγοι αυτοί δεν περιλαμβάνονται στην, κατά τα άνω, ειδική για τις εν λόγω αποφάσεις και περιοριστική απαρίθμηση του άρθρου 560 ΚΠολΔ (ΑΠ 1680/2022, ΑΠ 1505/2022).
Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 6 του ίδιου Κώδικα, όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015, ο οποίος άρχισε να ισχύει από 1-1-2016, μεταξύ άλλων και για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από την ημερομηνία αυτή (άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού) και εφαρμόζεται, εν προκειμένω, ως εκ του χρόνου κατάθεσης της ένδικης αίτησης αναίρεσης (24-09-2021), η οποία είναι ταυτόσημη με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, κατά των προαναφερομένων αποφάσεων (των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων), αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Με τον ανωτέρω λόγο αναίρεσης ελέγχονται μόνο οι παραβάσεις κανόνων του ουσιαστικού και όχι του δικονομικού δικαίου και συνεπώς σε περίπτωση παράβασης κανόνα δικονομικού δικαίου δεν μπορεί να ιδρυθεί ο λόγος αυτός. Επίσης, ο αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ προϋποθέτει ουσιαστική έρευνα της υπόθεσης και, συνεπώς, δεν ιδρύεται στις περιπτώσεις που το δικαστήριο της ουσίας, απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη ή αόριστη ή απαράδεκτη, διότι, στις περιπτώσεις αυτές δεν εκτιμά πραγματικά περιστατικά (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 76/2023, ΑΠ 1510/2021, ΑΠ 213/2020, ΑΠ 9/2019, ΑΠ 538/2018).
Άλλωστε, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 14 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η ακυρότητα πρέπει να έχει λάβει χώρα ενώπιον του δικάζοντος δικαστηρίου και να χαρακτηρίζεται ως δικονομική, τέτοια δε δικονομική ακυρότητα συνιστά και η άσκηση εκπρόθεσμης έφεσης (ΑΠ 156/2022, ΑΠ 1488/2018, ΑΠ 1659/2017, ΑΠ 118/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τους πρώτο και δεύτερο λόγους αναίρεσης επιχειρεί να θεμελιώσει πλημμέλειες της προσβαλλόμενης απόφασης στους αριθμούς 6 και 1 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ αντίστοιχα, λόγω απόρριψης της έφεσής του ως εκπρόθεσμης. Εντούτοις, ο μεν πρώτος λόγος από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 είναι απαράδεκτος, πρωτίστως, διότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν ερεύνησε κατ' ουσίαν την ένδικη διαφορά, έτσι ώστε δεν ιδρύεται η αναιρετική πλημμέλεια για έλλειψη νόμιμης βάσης.
Επιπρόσθετα, ο πρώτος λόγος, αλλά και ο δεύτερος, είναι απαράδεκτοι, διότι η απόρριψη της έφεσης ως εκπροθέσμως ασκηθείσας γίνεται κατ' εφαρμογή κανόνων δικονομικού και όχι ουσιαστικού δικαίου και ιδρύει τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ο οποίος όμως δεν προβλέπεται ως λόγος κατά το άρθρο 560 του ίδιου Κώδικα, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στη νομική σκέψη.
Συνακολούθως, πρέπει να απορριφθούν οι δύο πρώτοι λόγοι αναίρεσης.
Με τη διάταξη του άρθρου 20 παρ. 1 του Συντάγματος, που ορίζει, ότι καθένας έχει δικαίωμα στην παροχή έννομης προστασίας από τα δικαστήρια και μπορεί να αναπτύξει σ' αυτά τις απόψεις του για τα δικαιώματα ή συμφέροντά του, όπως νόμος ορίζει, κατοχυρώνεται ως ατομικό συνταγματικό δικαίωμα, για κάθε απειλούμενο στα δικαιώματα ή συμφέροντά του, η δυνατότητα πρόσβασης στα δικαστήρια για την παροχή έννομης προστασίας (ΟλΑΠ 8/2003), στην οποία εμπεριέχεται και το δικαίωμα ακρόασής του, που καθιερώνεται και ως δικονομική αρχή (άρθρο 110 παρ. 2 ΚΠολΔ) με σκοπό τη χρηστή διεξαγωγή της διαδικασίας. Η παροχή έννομης προστασίας ως ατομικό συνταγματικό δικαίωμα δεν καλύπτει ωστόσο και την πρόβλεψη οπωσδήποτε ένδικων μέσων, αλλά εναπόκειται κατ' αρχήν στο νομοθέτη να κρίνει αν, πόσα και ποια ένδικα μέσα θα χορηγήσει, καθώς και για ποιους λόγους, συνεκτιμώντας ενδεχομένως την αξία του αντικειμένου της διαφοράς και το είδος της διαδικασίας, με την οποία η υπόθεση δικάζεται (ΑΠ 264/2013, ΑΠ 1289/2011, ΑΠ 805/2001). Κατά τα λοιπά, παραπέμποντας η παραπάνω διάταξη στον κοινό νομοθέτη για την ειδικότερη ρύθμιση της διαδικασίας παροχής έννομης προστασίας, δεν απαγορεύει σ' αυτόν να θέτει κατά την κρίση του περιορισμούς στην άσκηση του αντίστοιχου δικαιώματος, εφόσον όμως αυτοί συμβάλλουν στη διασφάλισή του και δεν αναιρούν την ουσία του (ΑΠ 675/2010, ΑΠ 632/2004, ΑΠ 550/2003).
Συνεπώς, για να είναι συνταγματικά ανεκτοί οι τιθέμενοι περιορισμοί, πρέπει να συνάπτονται με τη λειτουργία των δικαστηρίων και την απονομή απ' αυτά της δικαιοσύνης και να μην υπερβαίνουν τα όρια πέρα από τα οποία ισοδυναμούν με άμεση ή έμμεση κατάλυση του προστατευόμενου με την ως άνω συνταγματική διάταξη ατομικού δικαιώματος, δηλαδή δεν επιτρέπεται οι τιθέμενοι περιορισμοί να περιστέλλουν κατά τέτοιο τρόπο ή σε τέτοιο βαθμό το δικαίωμα, ώστε αυτό να προσβάλλεται στον ίδιο του τον πυρήνα (ΑΠ 250/2022, ΑΠ 264/2013).
Με την προϋπόθεση αυτή, οι τιθέμενοι περιορισμοί είναι αντίστοιχα συμβατοί και με την αρχή της δίκαιης δίκης, που εισάγεται με τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 εδ. α' της από 4.11.1950 Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ). Η διάταξη αυτή συμπορεύεται με την ως άνω συνταγματική διάταξη, ορίζοντας ότι κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα να δικασθεί δίκαια η υπόθεσή του, δημόσια και σε εύλογη προθεσμία από ανεξάρτητο και αμερόληπτο δικαστήριο, που λειτουργεί νόμιμα και το οποίο θα αποφασίσει είτε για τις αμφισβητήσεις σχετικά με τα αστικής φύσης δικαιώματα και υποχρεώσεις του είτε για τη βασιμότητα κάθε εναντίον του κατηγορίας.
Η Ευρωπαϊκή Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου κυρώθηκε αρχικά με το ν. 2329/1953 και εκ νέου με το ν. δ/γμα 53/1974 και συνεπώς αποτελεί έκτοτε εσωτερικό δίκαιο που υπερισχύει, κατά το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, κάθε αντίθετης διάταξης του ημεδαπού δικαίου, δηλαδή έχει άμεση υπερνομοθετική ισχύ και οι διατάξεις της δεν συνεπάγονται διεθνή μόνο ευθύνη των συμβαλλόμενων κρατών, αλλά θεμελιώνουν απευθείας δικαιώματα για τα πρόσωπα που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής τους (ΟλΑΠ 21/2001).
Στο πλαίσιο έτσι αυτό, ο κοινός νομοθέτης έχει υποχρέωση να ρυθμίζει τη διαδικασία δικαστικής επίλυσης των ιδιωτικών διαφορών κατά τρόπο που θα εξασφαλίζει την ακώλυτη και ισότιμη για όλους πρόσβαση στη δικαιοσύνη και τη διεξαγωγή δίκαιης δίκης κατά την παραπάνω έννοια, στην οποία όμως και πάλι δεν περιλαμβάνεται η πρόβλεψη οπωσδήποτε ένδικων μέσων ούτε απαγορεύει στον εθνικό νομοθέτη να αποκλείει παντελώς οπωσδήποτε το αναιρετικό βήμα (ΑΠ 264/2013, ΑΠ 1290/2011, ΑΠ 968/2010).
Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τη σαφή διατύπωση των διατάξεων του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, οι λόγοι αναίρεσης κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται επί εφέσεων κατ' αποφάσεων των ειρηνοδικείων, απαριθμούνται περιοριστικά σ' αυτές και ως εκ τούτου άλλες αιτιάσεις δεν είναι παραδεκτές ως λόγοι αναίρεσης (ΑΠ 147/2019).
Ο περιορισμός αυτός, με κριτήριο την υλική αρμοδιότητα, και τη βάσει αυτής υπαγωγή της διαφοράς σε ορισμένη κατηγορία δικαστηρίων, αποβλέπει στην ταχύτερη επίλυση των υπαγόμενων στα ειρηνοδικεία διαφορών, που κατ' αρχήν είναι ήσσονος σημασίας, χάριν εξυπηρετήσεων του γενικού κοινωνικού συμφέροντος.
Γι' αυτό η ρύθμιση του άρθρου 560 ΚΠολΔ, με την οποία περιορίζονται οι λόγοι, για τους οποίους μπορεί να προσβληθεί με αναίρεση απόφαση ειρηνοδικείου ή μονομελούς πρωτοδικείου που εκδίδεται σε έφεση κατά απόφασης ειρηνοδικείου, δεν αντίκειται στις διατάξεις του άρθρου 20 του Συντάγματος περί παροχής δικαιώματος για δικαστική προστασία, ούτε στο, από τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 της ως άνω Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου δικαίωμα για δίκαιη δίκη (ΑΠ 250/2022, ΑΠ 1233/2020, ΑΠ 147/2019, ΑΠ 381/2015, ΑΠ 1654/2011, ΑΠ 1104/2007).
Ο αναιρεσείων με τον τρίτο επικουρικό λόγο αναίρεσης, τον οποίο επιχειρεί να θεμελιώσει στον αριθμό 1 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, ψέγει την προσβαλλόμενη απόφαση, υποστηρίζοντας ότι, εξαιτίας της εσφαλμένης απόρριψης της έφεσής του ως απαράδεκτης λόγω εκπρόθεσμης άσκησής της, παρότι ήταν εμπρόθεσμη, στερήθηκε του δικαιώματός του για δικαιοκρατούμενη δίκη και του δικαιώματός του πρόσβασης στο δικαστήριο.
Η αιτίαση αυτή είναι απαράδεκτη, διότι με το άρθρο 560 του ΚΠολΔ δεν ιδρύεται αναιρετικός λόγος, αντίστοιχος με αυτόν από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ίδιου Κώδικα, αν το Μονομελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο, ο δε περιορισμός των λόγων αναίρεσης με το άρθρο 560 είναι συμβατός με τις διατάξεις του άρθρου 20 του Συντάγματος και του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, σύμφωνα με τα προεκτιθέμενα στη νομική σκέψη.
Επομένως, πρέπει να απορριφθεί ο συναφής λόγος αναίρεσης και ακολούθως στο σύνολό της η αίτηση αναίρεσης, κατά το μέρος, που στρέφεται κατά της υπ' αριθμ. 3/2021 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας, που δίκασε ως Εφετείο. II. Κατά τη διάταξη του άρθρ. 553§1 περ. β του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση και περατώνουν όλη τη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή την ανταγωγή, δηλαδή απαιτείται η ύπαρξη τελεσίδικης απόφασης (άρθρ. 321 του ΚΠολΔ), κρίσιμος δε χρόνος, από τον οποίο κρίνεται ο χαρακτήρας της απόφασης ως τελεσίδικης για την άσκηση κατ' αυτής αίτησης αναίρεσης, είναι ο χρόνος της άσκησης της αίτησης αναίρεσης με την κατάθεση του δικογράφου της στον αρμόδιο γραμματέα, όπως το άρθρ. 495 §1 του ίδιου Κώδικα ορίζει, και όχι ο χρόνος της συζήτησής της (ΟλΑΠ 18/2001).
Εξάλλου, αν ασκηθεί έφεση και απορριφθεί για τυπικούς λόγους, σε αναίρεση υπόκειται όχι μόνον η εφετειακή απόφαση, για το σχετικό με την απόρριψη κεφάλαιό της, αλλά και η πρωτόδικη, η οποία μάλιστα, αν η έφεση απορρίφθηκε ως εκπρόθεσμη, τελεσιδικεί και επομένως υπόκειται σε αναίρεση με την πάροδο της προθεσμίας άσκησης κατ' αυτής έφεσης, που έχει όμως ως αφετηρία όχι την επίδοση ή τη δημοσίευση της εφετειακής απορριπτικής απόφασης, αλλά την επίδοση ή αναλόγως τη δημοσίευση της ίδιας της πρωτόδικης απόφασης, αφού διαφορετικά, όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 552, 553§1, 554 και 564 του ΚΠολΔ, καταστρατηγούνται οι προθεσμίες για την άσκηση αναίρεσης με τη δυνατότητα άσκησης, οποτεδήποτε, εκπρόθεσμης έφεσης (ΑΠ 1467/2019, AΠ 1488/2018, ΑΠ 264/2013, ΑΠ 1248/2004, ΑΠ 967/2004, ΑΠ 1088/2000).
Έτσι, με την επίδοση της πρωτόδικης απόφασης τρέχουν διαδοχικά οι προθεσμίες των τριάντα ημερών της έφεσης και της αναίρεσης, ανεξάρτητα αν η απόφαση εκδόθηκε ερήμην ή αντιμωλία, ενώ αν δεν επιδοθεί η πρωτόδικη απόφαση, οπότε τρέχουν οι καταχρηστικές προθεσμίες των άρθρων 518 παρ. 2 και 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύουν μετά το Ν. 4335/2015, αναίρεση κατά της πρωτόδικης απόφασης, εφόσον όμως αυτή εκδόθηκε κατ' αντιμωλία, επιτρέπεται μετά την άπρακτη πάροδο διετίας από τη δημοσίευσή της και για όλη την επόμενη διετία (ΑΠ 1467/2019, ΑΠ 264/2013).
Σε κάθε περίπτωση η αίτηση αναίρεσης, που προσβάλλει κυρίως μεν την απορριπτική της έφεσης απόφαση του Εφετείου και επικουρικά την πρωτόδικη απόφαση, πρέπει, για να είναι παραδεκτή και κατά το μέρος που αφορά στην πρωτόδικη απόφαση, να έχει κατατεθεί κατά τα άρθρα 495 παρ. 1 και 566 παρ. 2 ΚΠολΔ στη γραμματεία και του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (ΑΠ 1244/2018, ΑΠ 264/2013).
Στη συγκεκριμένη περίπτωση, το δικόγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με την οποία συμπροσβάλλεται επικουρικά ως προς την εφετειακή απόφαση και η υπ' αριθμ. 27/2018 απόφαση του Ειρηνοδικείου Ηγουμενίτσας, κατατέθηκε στη γραμματεία τόσο του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, όπως αυτό προκύπτει από την καταχωρημένη στο τέλος του δικογράφου υπ' αριθμ. ../24-09-2021 σχετική πράξη κατάθεσης, όσο και στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, σύμφωνα με την υπ' αριθμ. ../24-09-2021 αντίστοιχη έκθεση.
Δεδομένου δε ότι δεν προκύπτει επίδοση της πρωτόδικης απόφασης, η οποία εκδικάστηκε αντιμωλία των διαδίκων και δημοσιεύτηκε στις 04-06-2018, η απόφαση αυτή κατέστη τελεσίδικη, κατά τα προεκτεθέντα, μετά την πάροδο διετίας από τη δημοσίευσή της και έκτοτε και μέχρι την κατάθεση του δικογράφου της αίτησης αναίρεσης στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (24-09-2021), δεν είχε παρέλθει η διετής καταχρηστική προθεσμία του άρθρου 564§3 ΚΠολΔ για την άσκηση αναίρεσης.
Επομένως, η αίτηση αναίρεσης, κατά το μέρος που προσβάλλει την πρωτόδικη απόφαση, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 299, 330 εδ.
β' και 914 του ΑΚ συνάγεται, ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση ζημίας και αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας. Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας.
Μορφή υπαιτιότητας είναι και η αμέλεια, η οποία υπάρχει, όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια, που απαιτείται στις συναλλαγές, δηλαδή αυτή, που αν καταβαλλόταν, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς ανθρώπου του κύκλου δραστηριότητας του ζημιώσαντος, θα καθιστούσε δυνατή την αποτροπή του παράνομου και ζημιογόνου αποτελέσματος.
Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει, όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του δράστη ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση (ΑΠ 839/2020, ΑΠ 942/2017, ΑΠ 705/2016). Ακολούθως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 6 του ίδιου Κώδικα, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν 4335/2015, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για την στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της (ΑΠ 59/2021, 71/2020). Δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές μεν, αλλά πλήρεις αιτιολογίες, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος, για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 151/2014, ΑΠ 1942/2013, ΑΠ 2075/2007, ΑΠ 44/2003).
Το Ειρηνοδικείο Θεσπρωτίας, με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη, ως προς τα πραγματικά γεγονότα, κρίση του (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ) τα ακόλουθα: "Την 19.8.2012 και περί ώρα 18:35 ο ενάγων (ήδη αναιρεσείων) οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧ επιβατικό αυτοκίνητο ιδιοκτησίας του, εργοστασίου κατασκευής SKODA, τύπου…, κυβισμού 1.968 κ.εκ.
και με ημερομηνία πρώτης κυκλοφορίας την 26.7.2011, εκινείτο επί της Εγνατίας Οδού με κατεύθυνση από Ι προς Η στο ύψος του 350ου χλμ και στη δεξιά λωρίδα. Κατά τον ίδιο χρόνο το με αριθμό κυκλοφορίας …ΙΧ επιβατικό αυτοκίνητο, που είχε τόπο συνήθους στάθμευσης την Ι, ήτοι χώρα με το αντίστοιχο γραφείο της οποίας το εναγόμενο (ήδη αναιρεσίβλητο) έχει καταρτίσει την, κατ' άρθρο 29 παρ. 1 του ν. 489/1976 σύμβαση ενιαίου τύπου, και ήταν εφοδιασμένο με πιστοποιητικό διεθνούς ασφάλισης σε ισχύ (πράσινη κάρτα), οδηγούμενο από τον F.
A. εκινείτο ομοίως επί της ως άνω οδού με την ίδια κατεύθυνση έμπροσθεν του οχήματος του ενάγοντος. Στο ως άνω σημείο η οδός είναι ευθεία χωρίς περιορισμό της ορατότητας, ενώ κατά τον επίδικο χρόνο οι συνθήκες ήταν καλές. Ο ενάγων επιχείρησε να προσπεράσει το προαναφερόμενο όχημα και προς τούτο κατέλαβε την αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας, ο δε έτερος οδηγός, καθότι δεν αντιλήφθηκε την προσπέραση που επιχειρούσε το όχημα του ενάγοντος, διότι μιλούσε στο κινητό του τηλέφωνο, μετακίνησε το όχημά του προς την αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας με αποτέλεσμα να επιπέσει με τον αριστερό καθρέφτη του οχήματός του στον δεξιό καθρέφτη του οχήματος του ενάγοντος.
Με βάση τα παραπάνω ο οδηγός του με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧ επιβατικού αυτοκινήτου κρίνεται αποκλειστικά υπαίτιος για την πρόκληση της επίδικης σύγκρουσης, διότι δεν οδηγούσε με διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, την οποία κατά τις περιστάσεις όφειλε και μπορούσε να καταβάλει, με αποτέλεσμα να μην αντιληφθεί την κίνηση του οχήματος του ενάγοντος και να μετακινήσει το όχημά του προς τα αριστερά κατά το χρόνο που ο τελευταίος επιχειρούσε την προσπέρασή του.
Περαιτέρω αποδεικνύεται ότι για την αποκατάσταση των υλικών ζημιών του οχήματός του, που προκλήθηκαν κατά την επίδικη σύγκρουση και οι οποίες σύμφωνα με το δελτίο τροχαίου ατυχήματος και τις προσκομιζόμενες φωτογραφίες εντοπίζονται στον δεξιό καθρέφτη, ο ενάγων δαπάνησε το συνολικό ποσό των 356,06 ευρώ (συμπεριλαμβανομένου ΦΠΑ 23%), ήτοι 244 ευρώ για αγορά μηχανισμού δεξιού καθρέφτη και 45,48 ευρώ για αγορά του κρυστάλλου αυτού.
Τα λοιπά κονδύλια, που ζητάει να του επιδικαστούν και αναφέρονται στα επισυναπτόμενα στην αγωγή υπ' αριθ. …/26.5.2016 και …/26.5.2016 τιμολόγια, καθώς και στην από 28.9.2012 προσφορά της "Γ.. Κ. Α.", ήτοι για την αγορά και αντικατάσταση κρυστάλλου εμπρόσθιας δεξιάς πόρτας και τσιμούχας παραθύρου εμπρός και πίσω δεξιά, την επένδυση, επισκευή και βαφή εμπρόσθιας δεξιάς πόρτας και τη βαφή εμπρόσθιας δεξιάς κολώνας, κρίνονται απορριπτέα ως ουσία αβάσιμα, καθώς αφορούν μέρη του οχήματος, που από κανένα στοιχείο δεν αποδεικνύεται ότι υπέστησαν βλάβη εξαιτίας -της επίδικης σύγκρουσης.
Από τα ανωτέρω προκύπτει επίσης ότι το όχημα του ενάγοντος δεν υπέστη βλάβη σε καίρια σημεία του, ικανά να επηρεάσουν την ευστάθεια και τη λειτουργικότητά του, ενώ οι ζημίες του ήταν όλως επιφανειακές και αποκαταστάθηκαν σε συνεργείο της επιλογής του με την αγορά καινούργιων ανταλλακτικών. Ως εκ τούτου το Δικαστήριο κρίνει ότι το όχημά του δεν υπέστη μείωση της εμπορικής του αξίας εξαιτίας της επίδικης σύγκρουσης και συνεπώς το κονδύλιο που ζητείται για το λόγο αυτό θα πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμο.
Προσέτι λαμβανομένων υπόψη των συνθηκών τέλεσης της αδικοπραξίας, της έλλειψης υπαιτιότητας του ενάγοντος αναφορικά με την πρόκληση της επίδικης σύγκρουσης, των ζημιών, που υπέστη το όχημά του, και της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασής του, διότι η ευθύνη του εναγομένου είναι εγγυητική, κρίνεται ότι ο ενάγων υπέστη ηθική βλάβη, για την αποκατάσταση της οποίας θα πρέπει του επιδικαστεί ως χρηματική ικανοποίηση το εύλογο κατά την κρίση του Δικαστηρίου ποσό των 80 ευρώ.
Με βάση τα παραπάνω η κρινόμενη αγωγή θα πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή ως ουσία βάσιμη και να υποχρεωθεί το εναγόμενο να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 436,06 ευρώ νομιμότοκα από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση". Στη συνέχεια, το Ειρηνοδικείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε εν μέρει κατ' ουσίαν την από 17-08-2017 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, με την οποία ο τελευταίος ζητούσε την επιδίκαση του ποσού των 2.795,49 ευρώ νομιμοτόκως, και υποχρέωσε το εναγόμενο "ΓΡΑΦΕΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ" να του καταβάλει νομιμοτόκως το ποσό των 436,06 ευρώ.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με το να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα κρίση δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 297, 298 και 914 ΑΚ, οι οποίες αν και δεν αναφέρονται αριθμητικά στο αναιρετήριο, το πραγματικό τους προκύπτει από το όλο περιεχόμενο του μοναδικού λόγου αναίρεσης χωρίς αμφιβολία (ΑΠ 898/2020, ΑΠ 322/2020, 146/2018), αλλά, με το σύνολο των παραδοχών του, διέλαβε στην απόφασή του σαφείς, ευσύνοπτες και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο και, έτσι, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, όπως αβασίμως υποστηρίζει ο αναιρεσείων με το σχετικό λόγο αναίρεσης κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης.
Ειδικότερα, έγινε δεκτό με την απόφαση αυτή, ότι το μόνο σημείο σύγκρουσης των δύο οχημάτων ήταν ο δεξιός καθρέφτης του υπ' αριθμ. κυκλ. ... ΙΧΕ αυτοκινήτου του ενάγοντος με τον αριστερό καθρέφτη του υπ' αριθμ. κυκλ. ... ΙΧΕ αυτοκινήτου του ετέρου οδηγού, από αποκλειστική υπαιτιότητα του τελευταίου, και ότι πέραν της υλικής ζημίας που υπέστη ο ενάγων εξαιτίας της καταστροφής του δεξιού καθρέφτη του οχήματός του, δεν αποδείχθηκε οποιαδήποτε άλλη βλάβη σ' αυτό.
Επίσης, ο αναιρεσείων παραπονείται, α) ότι δεν αιτιολογείται, πώς είναι δυνατόν από τη σύγκρουση αυτή (κίνηση ομόρροπων οχημάτων σε αυτοκινητόδρομο), σε διεθνή αυτοκινητόδρομο (στην Εγνατία Οδό), με σχετικά υψηλές ταχύτητες, να μην έχουν υποστεί ζημιά η εμπρόσθια δεξιά πόρτα, το κρύσταλλο αυτής, τσιμούχες και η εμπρόσθια δεξιά κολώνα του οχήματός του και β) ότι αντιφατικά έγινε δεκτό, ότι τα δύο οχήματα συγκρούσθηκαν πλευρικά μεταξύ τους, δίχως η πόρτα και τα λοιπά προαναφερόμενα σημεία του οχήματός του να υποστούν κάποια ζημιά η πόρτα και τα λοιπά προαναφερόμενα σημεία του οχήματός του.
Οι επικαλούμενες από τους αναιρεσείοντες ως ελλείψεις και αντιφάσεις, πέραν του ότι, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης δεν συνιστούν τέτοιες, αναφέρονται στην εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, το συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Ειρηνοδικείο, καθώς και στη σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το προαναφερόμενο σαφές αποδεικτικό του πόρισμα, το οποίο (πόρισμα) είναι διαφορετικό από εκείνο, που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, υπό την επίκληση δε της προβαλλόμενης πλημμέλειας της παράβασης εκ πλαγίου των άνω ουσιαστικών διατάξεων, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων αναφορικά με το σαφώς εκτιθέμενο πόρισμα σχετικώς με την υλική ζημία που υπέστη ο αναιρεσείων και, συνεπώς, απαραδέκτως προβάλλονται.
Επιπλέον αιτιολογίες δεν ήταν κατά το νόμο αναγκαίες για τη στοιχειοθέτηση των ανωτέρω διατάξεων ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκαν στην ένδικη περίπτωση, και οι αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες. Επομένως, το Εφετείο δεν υπέπεσε στην από το άρθρο 560 αριθμ. 6 του ΚΠολΔ προβλεπόμενη πλημμέλεια, η οποία αποδίδεται με το μοναδικό λόγο της αίτησης αναίρεσης στην προσβαλλόμενη πρωτόδικη απόφαση και ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, εν μέρει ως αβάσιμος και εν μέρει ως απαράδεκτος, κατά τις διακρίσεις που προαναφέρθηκαν.
Κατ' ακολουθίαν τούτων, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθμ. 3/2021 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας, που δίκασε ως Εφετείο, και της υπ' αριθμ. 27/2018 απόφασης του Ειρηνοδικείου Ηγουμενίτσας, να διαταχθεί η εισαγωγή των παραβόλων, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων, στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ) και να συμψηφιστούν στο σύνολό τους τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων, λόγω εύλογης αμφιβολίας του αναιρεσείοντος ως προς την έκβαση της δίκης (άρθρο 179 του ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 22-09-2021 (αριθμ. έκθ. κατάθ. 2/24-09-2021 και 1/24-09-2021) αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 3/2021 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας, που δίκασε ως Εφετείο, και της υπ' αριθμ. 27/2018 απόφασης του Ειρηνοδικείου Ηγουμενίτσας.
Διατάσσει την εισαγωγή των παραβόλων, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων, στο δημόσιο ταμείο.
Και Συμψηφίζει στο σύνολό τους τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Νοεμβρίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Απριλίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ