Supreme Court dismisses appeal against tax authority's seizure notice in Greek civil enforcement proceedings.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed the bank's appeal against the tax authority's seizure notice in a debt collection dispute. The bank argued the notice was abusive, but the court found the tax authority acted within legal bounds based on prior official documentation. Consequently, the appeal was rejected, and the bank was ordered to pay the tax authority's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 281 of the Civil Code and 559 of the Code of Civil Procedure; The exercise of a creditor's right to demand payment does not constitute abuse of rights merely because the creditor previously relied on official documents to believe the debt was due and payable.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 557 / 2023 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 557/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη και Ασημίνα Υφαντή - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 23 Ιανουαρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία …..", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από την ειδική εκκαθαρίστρια αυτής Ανώνυμη Εταιρεία με την επωνυμία …." και το διακριτικό τίτλο "P. Ε. Ε. Ε. Α..Ε..", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Φώτιο Γιαννούλα με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από την Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και στην προκειμένη περίπτωση και από τον Προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ. Α' Πειραιά, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Ζαχαρούλα Χατζηπαύλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22/3/2011 ανακοπή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 13587/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 265/2020 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 29/10/2020 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθμό 265/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου που είχε δεχθεί εν μέρει την ανακοπή του αναιρεσιβλήτου και μεταρρύθμισε τον προσβαλλόμενο πίνακα κατατάξεως. Η αίτηση αναιρέσεως, η οποία φέρεται προς συζήτηση με την από 4-11-2021 κλήση της αναιρεσείουσας, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 αριθ.3 ΚΠολΔ).
Από τις διατάξεις των άρθρων 979 παρ. 2, 933 και 585 παρ. 2 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 216 παρ. 1 και 217 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικόγραφο της ανακοπής κατά του πίνακα κατάταξης πρέπει να περιέχει, εκτός από τα στοιχεία που αναφέρονται στα άρθρα 118 και 120 του ίδιου Κώδικα και τους λόγους αυτής, ώστε να παρέχεται η δυνατότητα στον καθ'ού να αμυνθεί και στο δικαστήριο να ελέγξει τη νομική και ουσιαστική βασιμότητα της απαίτησης, καθώς και την ύπαρξη του προνομίου της.
Ειδικότερα, η ανακοπή, ως εισαγωγικό δικόγραφο της περί την εκτέλεση δίκης, πρέπει να περιέχει ακριβή περιγραφή της απαίτησης, της οποίας ζητείται η κατάταξη και του προνομίου της, δηλαδή παράθεση των πραγματικών περιστατικών, τα οποία κατά νόμο θεμελιώνουν την ενεργητική νομιμοποίηση του ανακόπτοντος, αλλά και τη συγκεκριμένη έννομη σχέση από την οποία πηγάζει η απαίτησή του και το προνόμιό της.
Η ελλιπής παράθεση των περιστατικών τούτων καθιστά την ανακοπή αόριστη και ως εκ τούτου απορριπτέα, η αοριστία δε αυτή δεν μπορεί να συμπληρωθεί με τις προτάσεις ή με την αναφορά σε άλλα έγγραφα (ΑΠ 1281/2011). Περαιτέρω, από το άρθρο 61 παρ. 1 του ΝΔ 356/1974 "Κώδικας Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων (ΚΕΔΕ)", που ορίζει ότι "1.
Το Δημόσιον κατατάσσεται εν αναγκαστική εκτελέσει κινητού ή ακινήτου διά τας ληξιπροθέσμους μέχρι της ημέρας του πλειστηριασμού απαιτήσεις αυτού εκ πάσης αιτίας, μετά των πάσης φύσεως προσαυξήσεων και τόκων και εν τη υπ' αριθ. 5 σειρά του άρθρου 975 του Κώδικος Πολιτικής Δικονομίας..... Διά τας μη ληξιπροθέσμους εκ πάσης αιτίας απαιτήσεις του, το Δημόσιον κατατάσσεται συμμέτρως μετά των λοιπών δανειστών....", καθώς και από το άρθρο 55 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, που ορίζει ότι "Ο Διευθυντής οιουδήποτε Δημοσίου Ταμείου λαβών γνώσιν, είτε εκ κοινοποιήσεως του προγράμματος πλειστηριασμού, είτε καθ' οιονδήποτε άλλον τρόπον, επισπευδομένου πλειστηριασμού, υποχρεούται να αναγγείλη το Δημόσιον διά τα βεβαιωμένα εις το Ταμείον του χρέη του καθ' ου ο πλειστηριασμός, δι' αναγγελίας κοινοποιουμένης μόνον εις τον επί του πλειστηριασμού υπάλληλον και συνοδευομένης υπό πίνακος εμφαίνοντος τα ως άνω χρέη.
Ο πίναξ ούτος περιλαμβάνει το ονοματεπώνυμον του οφειλέτου, το είδος, το ποσόν των χρεών, το οικονομικό έτος εις ο ανήκουν ως και την χρονολογίαν βεβαιώσεως τούτων, προς δε και μνείαν της δι' έκαστον των χρεών τούτων τυχόν υπαρχούσης ασφαλείας¨, σαφώς προκύπτει, ότι για το ορισμένο των απαιτήσεων του ανακόπτοντος Ελληνικού Δημοσίου, αρκεί να προσδιορίζονται αυτές με βάση τα στοιχεία που είναι αναγκαία για την αναγγελία των ίδιων απαιτήσεων κατά το προαναφερόμενο άρθρο 55 παρ.1 του ΚΕΔΕ.
Τέλος, η ανεπάρκεια των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής, της ανακοπής ή της ένστασης, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή, την ανακοπή ή την ένσταση, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος.
Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή, την ανακοπή ή την ένσταση, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή τους περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του ουσιαστικού δικαιώματος στο οποίο στηρίζονται. Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής ή της ανακοπής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στο δικόγραφο όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματός της, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική της βάση και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 του ΚΠολΔ.
Ειδικότερα ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής ή της ανακοπής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη ( ΑΠ 405/2020, ΑΠ 461/2018, ΑΠ 679/2016, ΑΠ 240/2015, ΑΠ 104/2014).
Με τους πρώτο και δεύτερο λόγους της αναιρέσεως, κατ'ορθή εκτίμηση του περιεχομένου τους, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τους αριθμούς 1 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτη λόγω αοριστίας την ένδικη ανακοπή κατά του αναφερόμενου σ'αυτή πίνακα κατατάξεως και εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 979 παρ.2 ΚΠολΔ, απορρίπτοντας τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας περί αοριστίας της ανακοπής.
Από την παραδεκτή, κατ'άρθρο 561 αριθ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης ανακοπής προκύπτει ότι το ανακόπτον Ελληνικό Δημόσιο εκθέτει, μεταξύ άλλων και τα εξής : < Ότι αναγγέλθηκε στην υπάλληλο του πλειστηριασμού με την 14803/2010 αναγγελία του Προϊσταμένου της ΔΟΥ Α' Πειραιά για ληξιπρόθεσμη οφειλή συνολικού ύψους 112.529,39 ευρώ σε βάρος των καθ'ων η εκτέλεση, η οποία προσδιορίζεται αναλυτικά στην ενσωματωμένη στην ανακοπή αναγγελία και στον πίνακα χρεών.
Ότι η υπάλληλος του πλειστηριασμού το κατέταξε προνομιακά και οριστικά στο 1/3 του πλειστηριάσματος, δηλ. στο ποσό των 6.258,67 ευρώ, ενώ την πέμπτη των καθ'ων Α. Τραπεζα στα 2/3 αυτού, δηλ. στο ποσό των 12.517,35 ευρώ, θεωρώντας εσφαλμένα ότι έχει ειδικό προνόμιο-υποθήκη στο εκπλειστηριασθέν ακίνητο. Ότι με την 708/2002 πρόσθετη πράξη ρυθμίσεως χρεών έγινε η ρύθμιση των οφειλών του αποβιώσαντος πρωτοφειλέτη προς την ως άνω Τράπεζα με την εγγύηση αυτού (ανακόπτοντος), κατ'εφαρμογή των διατάξεων του Ν 2322/1995.
Ότι το 2009 προέβη στη βεβαίωση της οφειλής σε βάρος των καθ'ων η εκτέλεση λόγω καταπτώσεως της υπέρ του αποβιώσαντος πρωτοφειλέτη χορηγηθείσας εγγυήσεως, υποκατασταθέν πλήρως στα δικαιώματα της πέμπτης των καθ'ων και η υποθήκη που ενεγράφη στο εκπλειστηριασθέν ακίνητο λειτουργεί πλέον μόνον υπέρ του>.
Με βάση αυτό το ιστορικό το ανακόπτον ζήτησε να μετερρυθμιστεί ο προσβαλλόμενος πίνακας κατατάξεως δανειστών, με σκοπό να καταταγεί αυτό στο ποσό των 12.517,35 ευρώ, στο οποίο εσφαλμένα κατετάγη η ως άνω Τράπεζα. Με το προεκτεθέν περιεχόμενο η ένδικη ανακοπή είναι πλήρως ορισμένη, καθόσον στο δικόγραφο αυτής εκτίθενται με πληρότητα τα θεμελιωτικά και εξειδικεύοντα την απαίτηση του ανακόπτοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου πραγματικά περιστατικά, περιέχει δε όλα τα προσδιοριστικά αυτής στοιχεία, όπως απαιτεί η διάταξη του άρθρου 55 παρ. 1 του ΚΕΔΕ.
Ειδικότερα στον πίνακα χρεών που συνοδεύει την ενσωματωμένη στο δικόγραφο της ανακοπής υπ'αριθ. 14803/2010 αναγγελία, αναφέρονται αναλυτικά το είδος της οφειλής (Δάνεια ΚΑΧΚΕΕΔ με εγγύηση Ελληνικού Δημοσίου), το οικονομικό έτος στο οποίο ανάγεται (2002), η ανάλυση του χρέους κατά κεφάλαιο και προσαυξήσεις, καθώς και η χρονολογία βεβαιώσεως αυτού.
Επιπλέον αναφέρεται ότι κατέπεσε η υπέρ του πρωτοφειλέτη χορηγηθείσα από το ανακόπτον και ήδη αναιρεσίβλητο εγγύηση, της οποίας το ποσό βεβαιώθηκε, ως έσοδό του, ότι υποκαταστάθηκε εκ του νόμου στα δικαιώματα της αναιρεσείουσας που χορήγησε το δάνειο και η εγγραφείσα υποθήκη λειτουργεί υπέρ αυτού. Επομένως, το Εφετείο, το οποίο έκρινε ορισμένη την ανακοπή και απέρριψε τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας περί αοριστίας αυτής, δεν προέβη σε παρά το νόμο μη κήρυξη απαραδέκτου και δεν παραβίασε την προαναφερθείσα διάταξη και ως εκ τούτου οι ως άνω αναιρετικοί λόγοι από τους αριθμούς 1 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι.
Το άρθρο 11 του Ν 2322/1995 ορίζει τα εξής: < 1. Το Ελληνικό Δημόσιο, ως εγγυητής, προβαίνει σε εξόφληση των υποχρεώσεών του που απορρέουν από την κατάπτωση των εγγυήσεων που έχει παράσχει μετά από προηγούμενη βεβαίωση, ως εσόδων του, των σχετικών ποσών στις αρμόδιες Δημόσιες Οικονομικές Υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) και με βάση τα δικαιολογητικά που καθιστούν δυνατή τη βεβαίωση και την πλήρη υποκατάστασή του στα δικαιώματα του πιστωτικού ιδρύματος ή άλλου φορέα που χορήγησε το δάνειο, την εγγυητική επιστολή ή την πίστωση γενικά, τόσο κατά των πρωτοφειλετών όσο και κατά των εγγυητών και λοιπών συνυπόχρεων. 2.
Οι ασφάλειες που χορηγούνται από τους πρωτοφειλέτες, τους εγγυητές και άλλους συνυπόχρεους στο όνομα των πιστωτικών ιδρυμάτων και των λοιπών φορέων για την εξασφάλιση των δανείων, εγγυητικών επιστολών ή πιστώσεων, λειτουργούν υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου από τη βεβαίωση και μόνο ως εσόδων του, των εγγυημένων ανεξόφλητων οφειλών.> Κατά δε το άρθρο 13 του Ν 1957/1991 < Σε κάθε περίπτωση υποκατάστασης του Δημοσίου, ως εγγυητή, στα δικαιώματα του δανειστή ο τηρών δημόσια βιβλία υποχρεούται να σημειώσει ατελώς, και χωρίς οποιαδήποτε άλλη επιβάρυνση υπέρ του Δημοσίου ή τρίτων, στα βιβλία που τηρεί τις μεταβολές που προέρχονται από την υποκατάσταση αυτήν, τυχόν δε υφιστάμενες προσημειώσεις τρέπονται αυτοδίκαια σε υποθήκες.
Οι παραπάνω μεταβολές, κατά το μέρος και το ποσό για το οποίο έχει παρασχεθεί η εγγύηση, σημειώνονται στα βιβλία ατελώς, κατόπιν εγγράφου της αρμόδιας δημόσιας οικονομικής ή άλλης υπηρεσίας, στο οποίο επισυνάπτονται τα παραστατικά έγγραφα της κατάπτωσης της εγγύησης.> Τέλος, σύμφωνα με την υπ'αριθ. 478/2006 ΥΑ ( Για τη βεβαίωση οφειλών εγγυημένων από το Δημόσιο), σε περίπτωση που υπάρχουν ασφάλειες του δανείου υπέρ της Τράπεζας, στις οποίες το Δημόσιο υποκαθίσταται εκ του νόμου, έστω και μερικώς, θα πρέπει να προσδιορίζονται επακριβώς τα στοιχεία αυτών ή να συνυποβάλλονται τα αντίγραφα των ασφαλειών (περιλήψεων υποθηκών, προσημειώσεων, συμβάσεων ενεχυριάσεων, συμβάσεων προσωπικών εγγυήσεων κ.α.), ώστε άμεσα όπως απαιτείται, να είναι δυνατή η υποκατάσταση του Δημοσίου στα δικαιώματα της τράπεζας και η εφαρμογή του άρθρου 13 ν. 1957/1991, δηλαδή η σημείωση στο βιβλίο υποθηκών της γενομένης υποκατάστασης προς διασφάλιση των συμφερόντων του Δημοσίου.
Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύθηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005, 7/2006, 2/2013).
Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περιπτώσεως, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της αποφάσεως.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στον νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν προφανή την παράβαση (ΑΠ1163/2020, ΑΠ931/2019, ΑΠ191/2018, ΑΠ 24/2015).
Εξάλλου, κατά την έννοια του λόγου αναιρέσεως από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει συνεπώς εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (Ολ ΑΠ 1/1999, ΑΠ 2267/2013).
Ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που είτε είναι κατά το νόμον αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).
Δηλαδή, δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 357/2018, ΑΠ 1445/2017, ΑΠ 1022/2017). Με τον τρίτο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 11 του Ν 2322/1995 και 13 του Ν 1957/1991, δεχόμενο ότι το αναιρεσίβλητο υποκαταστάθηκε άμεσα στα δικαιώματα της αναιρεσείουσας με τη βεβαίωση και μόνο των οφειλόμενων χρηματικών ποσών χωρίς να είναι απαραίτητη για την υποκατάστασή του η σημείωση στο βιβλίο υποθηκών της γενομένης υποκαταστάσεως.
Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε ως προς τον ερευνώμενο αναιρετικό λόγο τα ακόλουθα :< Στην οριζόντια ιδιοκτησία που εκπλειστηριάσθηκε είχε εγγραφεί υποθήκη προς εξασφάλιση απαίτησης της πέμπτης καθ'ης η ανακοπή τραπεζικής εταιρείας, στηριζόμενη στην 708/2002 πρόσθετη πράξη ρύθμισης χρεών, η οποία καταρτίστηκε μεταξύ του δικαιοπαρόχου των οφειλετών και της καθ'ης η ανακοπή τράπεζας, με την οποία ρυθμίστηκαν οι οφειλές του πρωτοφειλέτη, σύμφωνα με την 4216/Β/269/2001 ΥΑ, με την εγγύηση του ανακόπτοντος Ελληνικού Δημοσίου.
Κατόπιν, το ανακόπτον προέβη ως εγγυητής της ως άνω σύμβασης, στις 2-7-2009, στη βεβαίωση της οφειλής ποσού 101.377,83 ευρώ σε βάρος των καθ'ών η εκτέλεση στην αρμόδια ΔΟΥ Α' Πειραιά, λόγω κατάπτωσης της υπέρ του αρχικού πρωτοφειλέτη χορηγηθείσας εγγύησης, υποκαθιστάμενο πλήρως στα δικαιώματα της καθ'ης η ανακοπή τράπεζας.
Από τη διατύπωση του άρθρου 11 παρ.2 Ν 2322/1995 καθίσταται σαφές ότι το Ελληνικό Δημόσιο υποκαθίσταται άμεσα στα δικαιώματα της τράπεζας με τη βεβαίωση και μόνο των οφειλόμενων χρηματικών ποσών στην αρμόδια ΔΟΥ, χωρίς να συνιστά απαραίτητη προϋπόθεση για την υποκατάστασή του η σημείωση στο βιβλίο υποθηκών της γενόμενης υποκατάστασης, η οποία σε κάθε περίπτωση αποσκοπεί στη διασφάλιση των συμφερόντων του Δημοσίου.
Συνακόλουθα, το ανακόπτον έχει υποκατασταθεί πλήρως στα δικαιώματα της καθ'ης η ανακοπή και η παρασχεθείσα υπέρ αυτής υποθήκη, που έχει εγγραφεί στην οριζόντια ιδιοκτησία που εκπλειστηριάσθηκε, λειτουργεί μόνο υπέρ αυτού, απορριπτέου του περί αντιθέτου ισχυρισμού της καθ'ης η ανακοπή >. Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε.
Και τούτο διότι, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη και τα ανελέγκτως γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά, το αναιρεσίβλητο, το οποίο εγγυήθηκε την πρόσθετη πράξη ρυθμίσεως χρεών του πρωτοφειλέτη προς την αναιρεσείουσα, προέβη στη βεβαίωση, ως εσόδου του, οφειλής ποσού 101.377,83 ευρώ στην αρμόδια ΔΟΥ, σε βάρος των καθ'ων η εκτέλεση, λόγω της καταπτώσεως της υπέρ του πρωτοφειλέτη χορηγηθείσης εγγυήσεως και εξοφλήσεως της υποχρεώσεως αυτού (αναιρεσιβλήτου) προς την αναιρεσείουσα, που απορρέει από την κατάπτωσή της, υποκαθιστάμενο πλήρως στα δικαιώματα της αναιρεσείουσας που χορήγησε το δάνειο, η δε εγγραφείσα υποθήκη προς εξασφάλιση της απαιτήσεως της αναιρεσείουσας λειτουργεί υπέρ του αναιρεσιβλήτου από την ως άνω βεβαίωση και μόνο, ως εσόδου του, της εγγυημένης ανεξόφλητης οφειλής, χωρίς να απαιτείται για την υποκατάσταση αυτή η προηγούμενη σημείωση στο βιβλίο υποθηκών της γενομένης υποκαταστάσεως, η οποία αποσκοπεί στη διασφάλιση των συμφερόντων του Ελληνικού Δημοσίου.
Επομένως, ο ως άνω αναιρετικός λόγος, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Σύμφωνα δε με την ανωτέρω διάταξη, η οποία αποσκοπεί στην πάταξη της κακοπιστίας και της ανηθικότητας στις συναλλαγές και γενικώς στην άσκηση κάθε δικαιώματος, για να θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος καταχρηστική, πρέπει η προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο οικονομικός ή κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος να προκύπτει από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του υπόχρεου ή από την πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε από τότε που ο δικαιούχος μπορούσε να ασκήσει το δικαίωμά του, μέχρι την άσκηση αυτού, ή από τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά, τα οποία, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γέννηση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, δεν δικαιολογούν επαρκώς, αλλά καθιστούν μη ανεκτή την άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, ως αντιτιθεμένη στο περί δικαίου αίσθημα και την ηθική τάξη και προκαλούσα έντονη εντύπωση αδικίας.
Το χρονικό διάστημα που διήρκεσε η ειρημένη κατάσταση, πρέπει να είναι μακρό, πλην μικρότερο του προβλεπόμενου από το νόμο για την παραγραφή του δικαιώματος και ο δικαιούχος να αδράνησε στην άσκηση αυτού. Μόνη, όμως, η αδράνεια του δικαιούχου δεν αρκεί, αλλ' απαιτείται επιπρόσθετα να συντρέχουν περιστατικά αναγόμενα στον ίδιο χρόνο και στην όλη συμπεριφορά τόσο αυτού, όσο και εκείνου που αποκρούει το δικαίωμα, από τα οποία γεννιέται στον τελευταίο (υπόχρεο) η καλόπιστη πεποίθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα κατ' αυτού ή ότι αυτό δεν πρόκειται να ασκηθεί εναντίον του, έτσι ώστε η μεταγενέστερη επιδίωξη ανατροπής της κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό τις ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε επί μακρό χρόνο, να συνεπάγεται επαχθείς για τον υπόχρεο συνέπειες (ΟλΑΠ 62/1990, ΑΠ 909/2017).
Οι συνέπειες αυτές, οι οποίες πρέπει να αντιμετωπίζονται σε συνάρτηση και με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν σε βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της ικανοποίησης του δικαιώματός του, δεν είναι απαραίτητο, για την κατάφαση της καταχρηστικότητας, να είναι αφόρητες ή δυσβάστακτες, θέτοντας σε κίνδυνο την οικονομική υπόσταση του υπόχρεου, αλλά αρκεί να είναι απλώς δυσμενείς για τα συμφέροντά του.
Η συμπεριφορά του υπόχρεου και η κατάσταση πραγμάτων που διαμορφώθηκε υπέρ αυτού, πρέπει να τελούν σε αιτιώδη σχέση με την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου, αφού, κατά τους κανόνες της καλής πίστης, οι συνέπειες που απορρέουν από πράξεις και συμπεριφορές άσχετες, δεν συγχωρείται να προβάλλονται προς απόκρουση του δικαιώματος.
Σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, για την εφαρμογή της ανωτέρω διάταξης, δεν αρκεί μόνη η επί μακρό χρόνο αδράνεια του δικαιούχου να ασκήσει το δικαίωμά του, ούτε μόνον η τυχόν καλόπιστη πεποίθηση του υπόχρεου ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα κατ' αυτού ή ότι δεν πρόκειται τούτο να ασκηθεί, ούτε μόνο το γεγονός ότι η άσκηση του δικαιώματος στη συγκεκριμένη περίπτωση επιφέρει βλάβη, έστω και μεγάλη, στον υπόχρεο, αλλά απαιτείται κατά περίπτωση συνδυασμός των ανωτέρω και γενικώς η συνδρομή ιδιαίτερων περιστάσεων, αναγομένων στη συμπεριφορά τόσο του δικαιούχου όσο και του υπόχρεου, ώστε η άσκηση του δικαιώματος να εξέρχεται των ορίων της καλής πίστης και των χρηστών ηθών που τίθενται με τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ και, συνεπώς, να καταστεί καταχρηστική και απαγορευμένη (ΟλΑΠ 6/2016, ΟλΑΠ 5/2011, ΑΠ 1065/2021).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τους τέταρτο και πέμπτο λόγους της αναιρέσεως αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνιστάμενες στο ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, απορρίπτοντας την ένσταση της αναιρεσείουσας περί καταχρηστικής ασκήσεως του τρίτου λόγου της ένδικης ανακοπής, με τον οποίο το αναιρεσίβλητο ανήγγειλε την επίδικη απαίτησή του στον πλειστηριασμό.
Από την παραδεκτή επισκόπηση των προτάσεων της αναιρεσείουσας ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και της εφέσεως αυτής, προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα προς απόκρουση του τρίτου λόγου της ανακοπής ισχυρίστηκε τα ακόλουθα : < Ακόμη και αν ήθελε κριθεί ότι από μόνο τη βεβαίωση των χρεών είχε επέλθει υποκατάσταση του αντιδίκου στα δικαιώματα της ΑΤΕ, δεν πρέπει να παροραθεί ότι το αντίδικο ενήργησε καταχρηστικά αναγγέλοντας την επίδικη απαίτησή του στον ένδικο πλειστηριασμό.
Τη νομιμότητα της αναγγελίας μας είχε συνομολογήσει το αντίδικο δυνάμει του υπ'αριθ.2/37929/2011 εγγράφου της Γενικής Διεύθυνσης Θησαυροφυλακίου και Προϋπολογισμού του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, στο οποίο ρητά μνημονεύει πως ορθά προέβημεν στην κήρυξη του δανείου ληξιπρόθεσμου και απαιτητού και αναγγελθήκαμε ως ενυπόθηκοι δανειστές κατά τη διεξαγωγή του πλειστηριασμού για το σύνολο της απαίτησής μας.
Μας παρακαλεί δε μετά την τελεσιδικία του οικείου πίνακα κατάταξης να αιτηθούμε τη βεβαίωση του υπολοίπου της απαίτησής μας μετά την αφαίρεση του εκπλειστηριάσματος για το οποίο θα καταταχθούμε τελεσίδικα. Επομένως, η μεταστροφή της γνώμης του αντιδίκου με την αναγγελία της απαίτησής του και με την προβολή του τρίτου λόγου της ανακοπής του είναι καταχρηστικώς προβαλλόμενη, αφού έρχεται σε πλήρη αντίθεση με την ως άνω υπόδειξή του και την εδραία πεποίθηση που είχε δημιουργήσει σε εμάς ότι νομίμως προέβημεν στην ένδικη αναγγελία >.
Όμως, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, μόνη η προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου αναιρεσιβλήτου, δηλ. η αποστολή του ως άνω εγγράφου με το προεκτεθέν περιεχόμενο, και η καλόπιστη πεποίθηση της αναιρεσείουσας ότι είχε νόμιμο δικαίωμα να προβεί στην ένδικη αναγγελία, δεν καθιστούν καταχρηστική την άσκηση του τρίτου λόγου της ανακοπής, με τον οποίο το αναιρεσίβλητο ανήγγειλε την απαίτησή του, διότι η άσκηση του εν λόγω δικαιώματος του αναιρεσιβλήτου δεν συνιστά προφανή υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη, ο οικονομικός ή ο κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος.
Επομένως, το Εφετείο, το οποίο δέχθηκε τα ίδια και απέρριψε τον δεύτερο λόγο της εφέσεως της αναιρεσείουσας ως ουσιαστικά αβάσιμο, δεν παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ και ως εκ τούτου οι ανωτέρω αναιρετικοί λόγοι από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι.
Κατ'ακολουθίαν των ανωτέρω, εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 αριθ.3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού, μειωμένα όμως, κατ'άρθρο 22 παρ.1,3 Ν3693/1957, όπως ορίζονται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 29-10-2020 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμό 265/2020 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Μαρτίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 11 Απριλίου 2023.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ