Supreme Court dismisses appeal and intervention in theater contract dispute, upholding lower court's evidence assessment.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal and the additional intervention filed by the Bar Association against the First Instance Court's judgment. The appellant argued that the First Instance Court erred in evaluating evidence regarding the theater's services, but the Court found the lower court's assessment of the sworn statement and other proofs to be correct and within its discretion. Consequently, the appeal was rejected as inadmissible and unfounded, and the appellant was ordered to pay the legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 68, 80, 81, 82, 83, 215 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court's review of the facts and evidence is limited to checking for errors in the application of law, and it cannot substitute its own evaluation of the evidence for that of the lower court.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 557 / 2021 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 557/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Πηνελόπης Ζωντανού, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο, Πελαγία Ακάσογλου - Εισηγήτρια και Κωνσταντίνα Αλεβιζοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, την 10 Mαρτίου 2020, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ο. Α. του Κ., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Αναγνωστόπουλο, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία "Εθνικό Θέατρο", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τις πληρεξούσιες δικηγόρους του Αικατερίνη Χαραλαμπίδου και Γεωργία Δραμπέλη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., οι οποίες κατέθεσαν προτάσεις.
Του προσθέτως παρεμβαίνοντος υπέρ της αναιρεσείουσας: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Νικολόπουλο, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11/9/2015 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, η οποία συνεκδικάσθηκε με την υπέρ της ενάγουσας από 7/10/2016 πρόσθετη παρέμβαση του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 15/2017 του ίδιου Δικαστηρίου, 44/2017 διορθωτική αυτής και 2904/2018 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 30/7/2019 αίτησή της και τους από 7/2/2020 προσθέτους λόγους. Ο Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών με την από 4/2/2020 πρόσθετη παρέμβασή του ζητά, όσα αναφέρονται σ' αυτή.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας και του προσθέτως παρεμβαίνοντος ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων καθώς και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη της.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
(Α).- Από τις διατάξεις των άρθρων 68, 80, 81, 82, 83 και 215 ΚΠολΔ προκύπτουν τα εξής: Αν σε δίκη, που εκκρεμεί μεταξύ άλλων, τρίτος έχει έννομο συμφέρον να νικήσει κάποιος από τους κύριους διαδίκους, έχει δικαίωμα μέχρι την έκδοση αμετάκλητης αποφάσεως, να ασκήσει απλή πρόσθετη παρέμβαση για να τον υποστηρίξει.
Εκούσια απλή πρόσθετη παρέμβαση μπορεί να ασκηθεί και ενώπιον του Αρείου Πάγου ασκείται δε, κατά τις διατάξεις, που ισχύουν για την αγωγή και κοινοποιείται σε όλους τους κύριους διαδίκους. Ο προσθέτως παρεμβαίνων στην αναιρετική διαδικασία, περιορίζεται σε μόνη την υποστήριξη ή την αντίκρουση των λόγων της αναιρέσεως, στις οποίες εξαντλείται και το δικαίωμα των κύριων διαδίκων (ΑΠ 1741/2012).
Η έλλειψη εννόμου συμφέροντος καθιστά την πρόσθετη παρέμβαση απαράδεκτη και απορριπτέα (ΑΠ ολ. 28/2007, ΑΠ ολ. 13/2006, ΑΠ ολ. 8/1998, ΑΠ ολ. 9/1998). Εξ άλλου, το άρθρο 90 στοιχείο (ζ) ν. 4194/2013 (ΦΕΚ Α. 208 / 27.9.2013) νέος 'Κώδικας Δικηγόρων' (Κ.Δ.) -με ισχύ του άρθρου αυτού από 27.9.2013 [άρθρο 166 παρ. 3 νέου Κ.Δ.]- ορίζει ότι: "Στους Δικηγορικούς Συλλόγους ανήκει: ... (ζ).- Η άσκηση παρεμβάσεων, ενώπιον δικαστηρίων και κάθε αρχής (στις οποίες συμπεριλαμβάνονται και οι ανεξάρτητες αρχές) για κάθε ζήτημα εθνικού, κοινωνικού, πολιτισμικού, οικονομικού ενδιαφέροντος και περιεχομένου, που ενδιαφέρει τα μέλη του συλλόγου ή το δικηγορικό σώμα γενικότερα καθώς και για κάθε ζήτημα εθνικού, κοινωνικού, πολιτισμικού ή οικονομικού ενδιαφέροντος.
Για την υλοποίηση και επίτευξη αυτού του σκοπού, οι Δικηγορικοί Σύλλογοι μπορούν να υποβάλουν αγωγή, κύρια ή πρόσθετη παρέμβαση, αναφορά, μήνυση, δήλωση παράστασης πολιτικής αγωγής, αίτηση ακύρωσης, ουσιαστική προσφυγή και γενικά οποιοδήποτε ένδικο βοήθημα και μέσο οποιασδήποτε φύσης κατηγορίας, ενώπιον κάθε δικαστηρίου ποινικού, πολιτικού, διοικητικού ουσίας ή ακυρωτικού ή Ελεγκτικού οποιουδήποτε βαθμού δικαιοδοσίας στην Ελλάδα, στην Ευρωπαϊκή Ένωση καθώς και σε οποιοδήποτε διεθνές δικαστήριο.
Επίσης για τα πιο πάνω ζητήματα μπορούν να παρεμβαίνον, με οποιονδήποτε πρόσφορο τρόπο, σε κάθε αρμόδια αρχή στην Ελλάδα, στην Ευρωπαϊκή Ένωση καθώς και σε οποιαδήποτε άλλη υπηρεσία ή αρχή του διεθνούς δικαίου". Από τη διάταξη αυτή, σε αντιπαραβολή προς εκείνη του άρθρου 622 αριθμός 2 ΚΠολΔ, όπως ισχύει από 1.1.2016, μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο 1 - άρθρο τέταρτο ν. 4335/2015 (ΦΕΚ Α. 87/23.7.2015), που ορίζει ότι αναγνωρισμένα επαγγελματικά σωματεία εργαζομένων ή εργοδοτών, αναγνωρισμένες ενώσεις τους ή επιμελητήρια έχουν το δικαίωμα να παρεμβαίνουν, μέχρι την έκδοση αμετάκλητης αποφάσεως, υπέρ διαδίκου, εφ' όσον είναι μέλος τους ή μέλος κάποιας από τις οργανώσεις, που αποτελούν την ένωση -διάταξη, που αναφέρεται, ειδικά και περιορισμένα, σε δίκες εργατικών διαφορών (ΑΠ ολ. 13/2006)- συνάγεται ότι οι δικηγορικοί σύλλογοι έχουν έννομο συμφέρον να παρέμβουν προσθέτως για όλα τα πιο πάνω ζητήματα εθνικού, κοινωνικού, πολιτισμικού ή οικονομικού ενδιαφέροντος και περιεχομένου, σε εκκρεμή δίκη, στις περιπτώσεις, που το αντικείμενο της δίκης ενδιαφέρει τα μέλη του (ή κατηγορία μελών του) ή γενικότερα το δικηγορικό σώμα (ΑΠ 681/2017, ΑΠ 1147/2015), όχι, όμως και στις περιπτώσεις, που το αντικείμενο της δίκης δεν αφορά ζήτημα εθνικού, κοινωνικού, πολιτισμικού ή οικονομικού ενδιαφέροντος και περιεχομένου, αλλά, πρόκειται περί προσωπικής υποθέσεως μέλους του δικηγορικού συλλόγου, η έκβαση της οποίας εξαρτάται από τις συγκεκριμένες συνθήκες και περιστάσεις, υπό τις οποίες ο δικηγόρος παρείχε τις υπηρεσίες του.
(Β).- Πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως είναι παραδεκτοί και αν η αίτηση της αναιρέσεως δεν περιέχει λόγο τυπικά παραδεκτό και ορισμένο [άρθρο 569 παρ.1 ΚΠολΔ], Για να είναι παραδεκτή, συνεπώς, η άσκηση προσθέτων λόγων, πρέπει να έχει ασκηθεί αίτηση αναιρέσεως παραδεκτή και νόμιμη [άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 577 ΚΠολΔ] ενώ, αν όλοι οι λόγοι αναιρέσεως του κύριου δικογράφου είναι απαράδεκτοι ή μη νόμιμοι, δεν καθιστά τους πρόσθετους λόγους απαράδεκτους.
(Γ).- Κατά το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων και, ιδιαίτερα, του περιεχομένου εγγράφων, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, εκτός αν παραβιάσθηκαν κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή αν υπάρχει λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμοί 19 και 20 ΚΠολΔ.
Έτσι, η ουσία της υποθέσεως, εφ' όσον δεν συντρέχει εξαιρετική περίπτωση, ως άνω, δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 445/2019, ΑΠ 1054/2010, ΑΠ 1014//2010). Η εκτίμηση, εξ άλλου, του περιεχομένου διαδικαστικών εγγράφων της ίδιας ή άλλης δίκης, ιδίως, αγωγών, παρεμβάσεων, ενδίκων μέσων, προτάσεων ή δικαστικών αποφάσεων, ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, κατά το άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, όταν η πλημμέλεια, που αποδίδεται στα έγγραφα αυτά, δημιουργεί λόγο αναιρέσεως από τους λόγους, που αναφέρονται, περιοριστικώς, στο άρθρο 559 ΚΠολΔ.
Για τη διαπίστωση της πλημμέλειας, πρέπει να προσκομίζονται τα επίμαχα διαδικαστικά έγγραφα προς έλεγχο. Το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ αναφέρεται σε όλους τους λόγους του άρθρου 559 ΚΠολΔ και δεν εισάγει άλλο ειδικό λόγο αναιρέσεως. Λόγος αναιρέσεως είναι βάσιμος, όταν τα πραγματικά περιστατικά, που αναφέρονται στο έγγραφο (δικόγραφο) της αναιρέσεως πληρούν το πραγματικό λόγου του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 345/2015, ΑΠ 201/1999, ΑΠ 756/1996).?Η παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, ήτοι κανόνα, που ρυθμίζει τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση δικαιωμάτων και τη γένεση υποχρεώσεων και επιβάλλει κυρώσεις, προβλέπεται, ως λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμός 1 εδ. (α) ΚΠολΔ.
Κανόνας του ουσιαστικού δικαίου παραβιάζεται, αν εφαρμόσθηκε εσφαλμένα καθώς και αν δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή, αν εφαρμόσθηκε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του δηλ. αν το δικαστήριο της ουσίας απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέσθηκε σ£ λιγότερα στοιχεία, από εκείνα, που ο ουσιαστικός νόμος απαιτεί.
Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία, όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε έννοια διαφορετική από την αληθινή είτε ως κακή εφαρμογή, όταν το δικαστήριο της ουσίας έκανε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών της ένδικης υποθέσεως σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας δεν υπάγονται και, έτσι, κατέληξε σε εσφαλμένο συμπέρασμα, με τη μορφή του διατακτικού.
Δια του λόγου αυτού αναιρέσεως, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων - αντενστάσεων) των διαδίκων καθώς και τα νομικά σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, κατά την αξιοποίηση των ουσιαστικών παραδοχών δηλ., αποκλειστικά, των πραγματικών περιστατικών, που, ανελέγκτως, δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή δεν αποδείχθηκαν καθώς και της υπαγωγής αυτών στο νόμο.
Ιδρύεται δε, ο λόγος αυτός, αν οι πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας καθιστούν φανερή την ως άνω παραβίαση (ΑΠ ολ. 3/2020). Επομένως, ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθμός 1 εδ. (α) ΚΠολΔ είναι δυνατό να έχει, ως περιεχόμενο (και) την αιτίαση ότι παραβιάσθηκε συγκεκριμένος κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, με αποτέλεσμα η αγωγή να γίνει δεκτή και ως ουσιαστικά βάσιμη ή να απορριφθεί, ως αβάσιμη στην ουσία (ΑΠ ολ. 28/1998).
Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, συνεπώς, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού (δικανικού) συλλογισμού, δηλ. στο αιτιολογικό της, δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα πραγματικά περιστατικά, που εκτίθενται, δεν καλύπτουν όλα τα αναγκαία στοιχεία, κατά το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας, που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής ή ελλιπής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Ιδρύεται, έτσι, αυτός ο λόγος, μόνο, όταν η πλημμέλεια αφορά παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου και όχι δικονομικής διατάξεως, που ρυθμίζει τη διαδικασία. Η ελαττωματικότητα των αιτιολογιών, η σχετική με την εκτίμηση των αποδείξεων [άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ], δεν δημιουργεί τον λόγο αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ, αν το αποδεικτικό πόρισμα εκτίθεται σαφώς δηλ., μόνο, το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση, πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε.
Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου της ουσίας, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές, επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, έτσι, δεν αποτελούν 'αιτιολογία' της αποφάσεως ώστε στο πλαίσιο του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα (ΑΠ ολ. 1/1999, ΑΠ ολ. 30/1997, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 445/2019, ΑΠ 114/2017, ΑΠ 1054/2010).
Τέλος, το δικαστήριο της ουσίας για να διαγνώσει την αλήθεια, όσων πραγματικών ισχυρισμών ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπ' όψη του όλα τα υποστατά και έγκυρα αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι νομίμως προσκομίζουν, με επίκληση και στηρίζουν την άμεση ή έμμεση απόδειξη, την κύρια απόδειξη ή ανταπόδειξη [άρθρα 106, 335, 338, 339, 340, 346, 240 ΚΠολΔ].
Η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής, ιδρύει τον λόγο αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθμός 11 περίπτωση (γ) ΚΠολΔ, που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπ' όφη όσα αποδεικτικά μέσα οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Αβάσιμος είναι αυτός ο λόγος αναιρέσεως, εφ' όσον από την απόφαση αποδεικνύεται ότι έχουν ληφθεί υπ' όψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, που νομίμως προσκομίσθηκαν, με επίκληση, από τους διαδίκους.
Αρκεί η γενική αναφορά στην απόφαση του είδους των αποδεικτικών μέσων. Ειδική μνεία ή ξεχωριστή αξιολόγησή τους ή / και διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση ή έμμεση (δια τεκμηρίων) απόδειξη δεν είναι αναγκαία, εφ' όσον από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως δεν αφήνεται αμφιβολία περί του ότι λήφθηκε υπ' όψη συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο δηλ.
για τον αναιρετικό έλεγχο αρκεί να προκύπτει, με βεβαιότητα ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, όσα υποβλήθηκαν στην κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Δεν αποκλείεται, όμως, το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύσει και να εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, που, κατά την ελεύθερη κρίση του, έχουν μεγαλύτερη σημασία.
Ειδικότερα, οι ένορκες βεβαιώσεις αποτελούν ιδιαίτερο και αυτοτελές αποδεικτικό μέσο, σε σχέση με τους μάρτυρες και τα έγγραφα [άρθρα 339, 432 επ., 393 επ. ΚΠολΔ], επομένως, πρέπει στην απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας να γίνεται ειδική μνεία ότι λήφθηκαν υπ' όψη και ότι έχουν τηρηθεί οι νόμιμες προϋποθέσεις για τη λήψη τους, χωρίς να απαιτείται χωριστή αξιολόγησή τους.
Η έλλειψη της ειδικής μνείας από το δικαστήριο της ουσίας ένορκης βεβαιώσεως δεικνύει ότι αυτή δεν έχει ληφθεί υπ' όψη (ΑΠ ολ. 2/2008, ΑΠ 702/2019, ΑΠ 800/2015).
(Δ).- Από τα άρθρα 43 και 46 του ως άνω ν. 4194/2013 "Κώδικας Δικηγόρων' (νέος Κ.Δ.) -όπως ισχύουν από 27.9.2013- 1, 2, 38, 44, 63, 92 και 94 ν.δ. 3026/1954 (ΦΕΚ Α. 235/ 8.10.1954) 'Περί του Κώδικος των Δικηγόρων' (παλαιός Κ.Δ.) -όπως ίσχυσαν πριν από την 27.9.2013 [άρθρο 166 ν. 4194/2013]- 3, 174, 180, 648, 649, 653, 654, 655, 656, 669, 672, 681, 361, 713 ΑΚ, 11 ν. 1649/1986 (ΦΕΚ Α. 149 / 3.10.1986) -όπως το άρθρο 11 ν. 1649/1986 έχει αντικατασταθεί από το άρθρο 18 ν. 1868/1989 (ΦΕΚ Α. 230/10.10.1989) και ισχύει, κατά το άρθρο 28 ν. 1868/1989, από 10.10.1989- προκύπτουν (και) τα εξής:
Η παροχή καθαρά νομικών υπηρεσιών από δικηγόρο, με πάγια ετήσια ή μηνιαία (περιοδική) αμοιβή - αντιμισθία, είναι επιτρεπτή και έγκυρη, μόνο, υπό τη μορφή της έμμισθης εντολής αορίστου χρόνου, ρυθμίζεται από τον Κ.Δ. (παλαιό και νέο) καθώς και, συμπληρωματικά, από τις περί εντολής και περί παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών διατάξεις του ΑΚ, ενώ έχουν ανάλογη εφαρμογή οι διατάξεις, που ισχύουν στις συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου, εφ' όσον συνδυάζονται, προσαρμόζονται και εναρμονίζονται προς τις διατάξεις του παλαιού και νέου Κ.Δ. (ΑΠ ολ. 25/2002).
Η σύμβαση έργου καθώς και η συμφωνία (σύμβαση) παροχής νομικών υπηρεσιών, με πάγια περιοδική αντιμισθία για ορισμένο χρόνο, αποτελούν απαγορευμένες μορφές συμβατικής απασχολήσεως δικηγόρου και, εάν (τυχόν) έχουν καταρτισθεί θεωρούνται εξ υπαρχής, δηλ. από την κατάρτισή τους, ως σύμβαση ιδιόρρυθμης έμμισθης εντολής παροχής νομικών υπηρεσιών, με πάγια περιοδική αντιμισθία, για αόριστο χρόνο.
Τέτοια σύμβαση λύεται από τον εντολέα, ύστερα από καταγγελία και με καταβολή της νόμιμης αποζημιώσεως. Εάν για το προσωπικό του εντολέα ισχύει Κανονισμός, που προβλέπει μόνιμη υπηρεσία του προσωπικού, ήτοι μονιμότητα στην υπηρεσία και ανεξάρτητα από το εάν ο έμμισθος δικηγόρος υπάγεται στον Κανονισμό, η καταγγελία από τον εντολέα γίνεται, μόνο, για σπουδαίο λόγο (ΑΠ 908/2017).
Μέχρι την πλήρη καταβολή της νόμιμης αποζημιώσεως, οφείλεται η αμοιβή (ΑΠ ολ. 25/2002). Η αξίωση περί καταβολής της νόμιμης αποζημιώσεως απορρέει από την ως άνω σύμβαση ιδιόρρυθμης έμμισθης εντολής (ΑΠ ολ. 1/1994). Από τη μη καταβολή της πλήρους αποζημιώσεως, δεν ιδρύεται ακυρότητα της καταγγελίας της συμβάσεως εντολής, δηλ.
η σύμβαση εντολής λύεται οπωσδήποτε ενώ, η υποχρέωση του εντολέα για την καταβολή της αμοιβής στον δικηγόρο μέχρι την καταβολή της πλήρους αποζημιώσεως είναι παροχή ex lege προς τον δικηγόρο, που επιβάλλεται, ως είδος ποινής στον εντολέα και μέσο εξαναγκασμού του για την καταβολή πλήρους αποζημιώσεως (ΑΠ 1101/2017).
Μετά την 10.10.1989, η πρόσληψη δικηγόρου, με πάγια περιοδική αντιμισθία, από νομικό πρόσωπο του δημόσιου τομέα είναι έγκυρη, εάν γίνεται, με επιλογή, ύστερα από προκήρυξη. Από την ειδική (διοικητική) αυτή διαδικασία εξαιρείται ο δικηγόρος - νομικός σύμβουλος έτσι, μετά την 10.10.1989, η πρόσληψη δικηγόρου - νομικού συμβούλου, με πάγια περιοδική αντιμισθία, από νομικό πρόσωπο του δημόσιου τομέα γίνεται, κατ' εφαρμογή της ειδικής νομοθεσίας, που διέπει το νομικό πρόσωπο του δημόσιου τομέα και όχι με επιλογή ύστερα από προκήρυξη (ΣτΕ 1431/2005).
Ειδικότερα, στο ισχύον, ως άνω, άρθρο 11 παρ.1 εδάφια (α) και (β) ν. 1649/1986 ορίζεται ότι: "Η πρόσληψη δικηγόρων, με πάγια αντιμισθία ή η αποκλειστική ή συστηματική ανάθεση υποθέσεων, με πάγια αμοιβή από νομικά πρόσωπα του δημόσιου τομέα, όπως αυτός προσδιορίζεται στο άρθρο 9 του ν. 1232/1982 και στο άρθρο 1 παρ.6 του ν. 1256/1982, γίνεται με επιλογή, ύστερα από προκήρυξη.
Η διάταξη αυτή δεν εφαρμόζεται για την πρόσληψη του προϊσταμένου νομικής ή δικαστικής υπηρεσίας ή του νομικού συμβούλου των παραπάνω νομικών προσώπων". Επίσης, στο ισχύον, ως άνω, άρθρο 43 παρ.2 ν. 4194/2013 (νέος Κ.Δ.) ορίζεται ότι: "Η πρόσληψη δικηγόρων στους φορείς του δημόσιου τομέα, όπως αυτός καθορίζεται, κάθε φορά, με νόμο, γίνεται, με επιλογή, ύστερα από προκήρυξη, ...
εκτός αν πρόκειται για πρόσληψη του προϊσταμένου νομικής ή δικαστικής υπηρεσίας ή νομικού συμβούλου στους φορείς αυτούς, ο οποίος προσλαμβάνεται, με απόφαση του αρμοδίου οργάνου του φορέα". Εάν η ειδική νομοθεσία του νομικού προσώπου δημόσιου τομέα δεν προβλέπει ότι προηγείται της προσλήψεως δικηγόρου - νομικού συμβούλου ανάλογη ειδική (διοικητική) διαδικασία, η σύμβαση έμμισθης εντολής μεταξύ δικηγόρου - νομικού συμβούλου και νομικού προσώπου του δημόσιου τομέα διέπεται, αποκλειστικά, από το ιδιωτικό δίκαιο, χωρίς δηλ.
να προηγείται της συμβάσεως διοικητική πράξη. Ως νομικός σύμβουλος νοείται ο δικηγόρος, ο οποίος -ανεξάρτητα από τον τίτλο της θέσεώς του ή της ονομασίας (χαρακτηρισμού) του, κατά την πρόσληψή του ή / και μεταγενέστερα, ως δικηγόρου ή νομικού συμβούλου ή νομικού συνεργάτη- δεν ασχολείται, όταν εκπληρώνει τις υποχρεώσεις του στον εντολέα, με τη δικαστική εκπροσώπηση και τον χειρισμό δικαστικών υποθέσεων του εντολέως έναντι τρίτων, αλλά, περιορίζεται, αποκλειστικά, στην παροχή γνωμοδοτήσεων ή νομικών συμβουλών στον εντολέα (και τα όργανα του) ή και στην κατεύθυνση του χειρισμού των υποθέσεων του εντολέα από άλλους δικηγόρους για τους οποίους δεν ισχύει η πιο πάνω διαδικασία προσλήψεώς τους (ΑΠ 1101/2017, ΑΠ 1403/2014, ΑΠ 1619/2011, ΑΠ 229/2004). 'Μισθός' είναι κάθε παροχή, την οποία ο εργοδότης οφείλει, κατά το νόμο ή τη σύμβαση στον εργαζόμενο, ως αντάλλαγμα για τη νόμιμη (έγκυρη) εργασία του (ΑΠ 1158/2018).
Επί άκυρης συμβάσεως εργασίας, ο εργοδότης, που δεν αποδέχεται τις υπηρεσίες του εργαζομένου, δεν καθίσταται υπερήμερος και, συνεπώς, δεν υποχρεούται στην καταβολή αποδοχών υπερημερίας επίσης, ο εργοδότης δεν υποχρεούται στη συνέχιση της σχέσεως εργασίας, αφού αυτή δεν αναγνωρίζεται από το νόμο και δεν μπορεί να συνεχίσει, χωρίς τη θέλησή του (ΑΠ 1187/2019).
Εξ άλλου, με το ν. 2273/1994 (ΦΕΚ Α. 233/ 27.12.1994), από την 27.12.1994, ιδρύεται το νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου (ν.π.ι.δ.) υπό την επωνυμία 'ΕΘΝΙΚΟ ΘΕΑΤΡΟ', ενώ καταργείται το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου (ν.π.δ.δ.) υπό την επωνυμία 'ΕΘΝΙΚΟ ΘΕΑΤΡΟ'. Το ν.π.ι.δ. 'ΕΘΝΙΚΟ ΘΕΑΤΡΟ' έχει έδρα την Αθήνα και εποπτεύεται από του Υπουργό Πολιτισμού, λειτουργεί χάριν του δημοσίου συμφέροντος, κατά τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας, διέπεται από το ιδιωτικό δίκαιο, ειδικότερα, από το ν. 2273/1994 και όργανα διοικήσεώς του είναι το Διοικητικό Συμβούλιο και ο Καλλιτεχνικός Διευθυντής.
Ο Πρόεδρος, ο Αντιπρόεδρος και τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου διορίζονται, με απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Με απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, διορίζεται ο Καλλιτεχνικός Διευθυντής για τριετή θητεία, που μπορεί να ανανεώνεται.
Το Διοικητικό Συμβούλιο συνομολογεί, υπογράφει και εκτελεί, με τις εξαιρέσεις, που προβλέπονται στο ν. 2273/1994, κάθε σύμβαση απαραίτητη για την εκπλήρωση του σκοπού του ν.π.ι.δ. 'ΕΘΝΙΚΟ ΘΕΑΤΡΟ'. Ο Καλλιτεχνικός Διευθυντής, στο πλαίσιο του προϋπολογισμού του ν.π.ι.δ. 'ΕΘΝΙΚΟ ΘΕΑΤΡΟ', προσλαμβάνει, με συμβάσεις ορισμένου χρόνου ή καταρτίζει συμβάσεις έργου με το καλλιτεχνικό προσωπικό, με το τεχνικό προσωπικό και με ειδικούς συνεργάτες, υπογράφει τις συμβάσεις προσλήψεως των πιο πάνω προσώπων και ορίζει τις αμοιβές τους [άρθρα 1 παρ.1, 3 παράγραφοι 1, 2, 7 και 13 στοιχείο (ε), 4 παρ.1, 15 ν. 2273/1994, όπως ίσχυσε μέχρι την 23.6.2015], Ως προς την πρόσληψη από το ν.π.ι.δ. 'ΕΘΝΙΚΟ ΘΕΑΤΡΟ' καλλιτεχνικού προσωπικού και ειδικών συνεργατών, στο ισχύον άρθρο 4 π.δ. 118/1997 (ΦΕΚ Α. 106/30.5.1997) 'Εσωτερικός Κανονισμός Λειτουργίας Εθνικού Θεάτρου και Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδος' ορίζεται ότι: "Προκειμένου περί καλλιτεχνικού προσωπικού και ειδικών συνεργατών, με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου ή με σύμβαση έργου, γίνεται επιλογή από τον Καλλιτεχνικό Διευθυντή, κατά την κρίση του είτε μετά από προφορική συνέντευξη είτε με βάση τις αιτήσεις, τα δικαιολογητικά ή άλλα γραπτά στοιχεία, που έχουν υποβληθεί από τον ενδιαφερόμενο".
Κατά τον ως άνω (ιδρυτικό) ν. 2273/1994, το ν.π.ι.δ. 'ΕΘΝΙΚΟ ΘΕΑΤΡΟ' ανήκει στα νομικά πρόσωπα δημόσιου τομέα [άρθρα 1 παρ.6 ν. 1256/1982 (ΦΕΚ Α. 65 / 31.5.1982), 9 ν. 1232/1982 (ΦΕΚ Α. 22 / 25.2.1982), 51 παρ.1 στοιχείο (γ) ν. 1892/1990 (ΦΕΚ Α. 101 / 31.7.1990), 4 παρ.6 ν. 1943 / 1991 (ΦΕΚ Α. 50 / 11.4.1991)].
Υπόκεινται προς κρίση, ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, (ϊ).- η από 30.7.2019 (Γ.Α.Κ. 7357 / Ε.Α.Κ. 708/30.7.2019 - Εφετείο Αθηνών) αίτηση αναιρέσεως, (ii).- ο πρόσθετος λόγος αναιρέσεως, που ασκήθηκε, με το από 7.2.2020 (Α.Κ. 17/ 7.2.2020 - Άρειος Πάγος) ίδιο - ξεχωριστό δικόγραφο της αναιρεσείουσας Ο. Α.., δικηγόρου, κατοίκου ... κατά του αναιρεσίβλητου ν.π.ι.δ.
υπό την επωνυμία 'ΕΘΝΙΚΟ ΘΕΑΤΡΟ', με έδρα την Αθήνα, νομίμως εκπροσωπούμενου και (iii).- η πρόσθετη παρέμβαση (απλή, εκούσια), που ασκήθηκε, με το από 4.2.2020 (Α.Κ. ΠΠ 5/5.3.2020 - Άρειος Πάγος) ίδιο - ξεχωριστό δικόγραφο, του ν.π.δ.δ. υπό την επωνυμία 'ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΑΘΗΝΩΝ' (Δ.Σ.Α), με έδρα την Αθήνα, νομίμως εκπροσωπούμενου, προσθέτως παρεμβαίνοντος υπέρ της αναιρεσείουσας.
Προσβάλλεται η 2904/2018 οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε, την 12.6.2018, αντιμωλία των διαδίκων, επί της από 15.9.2017 εφέσεως της εκκαλούσης και ήδη αναιρεσείουσας κατά του εφεσίβλητου ν.π.ι,δ. και ήδη αναιρεσίβλητου. Εκκαλούμενη ήταν η 15/2017 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε, την 26.1.2017, αντιμωλία των διαδίκων, επί της από 11.9.2015 αγωγής της εναγούσης, ήδη αναιρεσείουσας κατά του εναγομένου ν.π.ι.δ., ήδη αναιρεσίβλητου και αφορά, η αγωγή, κατά την κύρια αυτής βάση, απαιτήσεις της εναγούσης έναντι του εναγομένου, λόγω ακυρότητας της από 23.6.2015 καταγγελίας της συμβάσεως έμμισθης εντολής μετά του εναγομένου.
Με την 15/2017 πρωτόδικη απόφαση, η αγωγή απορρίφθηκε στην ουσία, κατά την κύρια βάση της και έγινε εν όλω δεκτή στην ουσία, κατά την επικουρική βάση της, ήτοι για αποζημίωση καταγγελίας ποσού 2400 ευρώ (η 15/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών διορθώθηκε, με την 44/2017 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου και η διόρθωση αφορά την επικουρική βάση της αγωγής, που έγινε δεκτή).
Με την 2904/2018 απόφαση, που προσβάλλεται, η έφεση έγινε τυπικά δεκτή και, κατά το μοναδικό εκκληθέν κεφάλαιο για την κύρια βάση της αγωγής, απορρίφθηκε στην ουσία έτσι, επικυρώθηκε, κατά τούτο, η 15/2017 πρωτόδικη απόφαση (η επικουρική βάση της αγωγής δεν ήταν εκκληθέν κεφάλαιο). Στους πρώτο και δεύτερο βαθμούς δικαιοδοσίας, η υπόθεση εκδικάσθηκε κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 677 - 681 ΚΠολΔ, όπως ίσχυσαν πριν από το άρθρο 1 - άρθρο τέταρτο ν. 4335/2015, ισχύον για την ειδική αυτή διαδικασία από 1.1.2016, κατά το άρθρο 1 - άρθρο ένατο ν. 4335/2015 [ήδη άρθρο 622 Α ΚΠολΔ], Το προσθέτως υπέρ της αναιρεσείουσας παρεμβαίνον ν.π.δ.δ. 'ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΑΘΗΝΩΝ' (Δ.Σ.Α,), με την πρόσθετη παρέμβαση, που νομίμως έχει επιδοθεί στους κύριους διαδίκους, αναιρεσείουσα και αναιρεσίβλητο (βλ., αντιστοίχως, 9183/5.3.2020 και 9182 / 5.3.2020 εκθέσεις επιδόσεως της αρμόδιας δικαστικής επιμελήτριας στο Εφετείο Αθηνών Α.
Χ. Κ.) επικαλείται ότι η αναιρεσείουσα είναι μέλος του και υποστηρίζει τους λόγους αναιρέσεως στο από 30.9.2019 (κύριο) δικόγραφο και στο από 4.2.2020 ίδιο - ξεχωριστό δικόγραφο, προκειμένου να γίνει δεκτή η αναίρεση. Επικαλείται δε, προς στοιχειοθέτηση του εννόμου συμφέροντος αυτού για την άσκηση της ένδικης πρόσθετης παρεμβάσεως, τη συμβολή του στην διάπλαση της νομολογίας, που θα προκύψει από το αιτιολογικό της εκδοθησομένης αποφάσεως στην έκβαση μελλοντικών δικών.
Εν όψει, όμως, του κατά τα ανωτέρω αντικειμένου της ένδικης διαφοράς, που αφορά προσωπική υπόθεση της αναιρεσείουσας δικηγόρου, η έκβαση της οποίας εξαρτάται από τις συνθήκες και περιστάσεις, υπό τις οποίες η τελευταία παρείχε τις υπηρεσίες της, ως δικηγόρος ή αποκλειστικά ως νομικός σύμβουλος, στο αναιρεσίβλητο ν.π.ι.δ.
μέχρι την καταγγελία, την 23.6.2015 και όπου δεν αμφισβητείται από τον προσθέτως παρεμβαίνοντα Δικηγορικό Σύλλογο η ερμηνεία των σχετικών διατάξεων, που ήταν εφαρμοστέες και εφαρμόσθηκαν στην ένδικη διαφορά, αλλά, ουσιαστικά, πλήττεται η πληρότητα της αιτιολογίας της αναιρεσιβαλλόμενης, δεν εισάγεται προς έρευνα ζήτημα εθνικού, κοινωνικού, πολιτισμικού ή οικονομικού ενδιαφέροντος και περιεχομένου, που να αφορά, γενικότερα, τα μέλη του προσθέτως παρεμβαίνοντος (ή κατηγορία μελών του) ή το δικηγορικό σώμα.
Επομένως και κατά τα γενόμενα δεκτά στην (Α) νομική σκέψη, η πρόσθετη παρέμβαση πρέπει να απορριφθεί, ως απαράδεκτη. Τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, το οποίο κατέθεσε χωριστές προτάσεις, από την άσκηση της πρόσθετης παρεμβάσεως, πρέπει να επιβληθούν, σε βάρος του προσθέτως παρεμβαίνοντος Δ.Σ.Α., λόγω της ήττας του και ορίζονται στο ποσό των (1800) ευρώ [άρθρα 106, 191 παρ.2, 176, 182 παρ.1 ΚΠολΔ].
Περαιτέρω, η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε, ως άνω, την 30.7.2019, νομίμως και εμπροθέσμως, δηλ. στη νόμιμη προθεσμία των δύο (2) ετών από την 12.6.2018, δεδομένου ότι από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει επίδοση της 2904/2018 αποφάσεως, που προσβάλλεται ούτε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοσή της. Επίσης, ο πρόσθετος λόγος αναιρέσεως, που αφορά τα ίδια κεφάλαια της 2904/2018 αποφάσεως, ασκήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, με ίδιο δικόγραφο, το οποίο έχει κατατεθεί στη γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου, την 7.2.2020, ως άνω και έχει επιδοθεί, κατά νόμο, τουλάχιστον τριάντα ημέρες πριν από την 10.3.2020 (ημερομηνία συζητήσεως της αναιρέσεως), στο αναιρεσίβλητο (βλ. 10.213 Γ' / 7.2.2020 έκθεση επιδόσεως του αρμοδίου δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας Εφετείου Αθηνών, με έδρα το Πρωτοδικείου Αθηνών Α.
Β. Κ.). Μετά ταύτα και, όπως εκτέθηκε στις (Β) και (Γ) νομικές σκέψεις, η αίτηση αναιρέσεως και ο πρόσθετος λόγος αναιρέσεως είναι παραδεκτοί [άρθρα 495 παρ.1, 552, 553, 556, 558, 564, 569 παρ.2, 144 παρ.1, 566 παρ.1, 145 ΚΠολΔ] και πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των επί μέρους λόγων [άρθρα 577 παράγραφοι 1 και 3, 591 παρ.7 , 569 παρ.1 ΚΠολΔ], Ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως του από 30.7.2019 (κύριου) δικογράφου περιέχει, κατ' εκτίμηση, τις παρακάτω αιτιάσεις: (i).- Με την επίκληση του άρθρου 559 αριθμός 1 εδ. (α) ΚΠολΔ ότι το εφετείο στην 2904/2018 απόφασή του και κατά τις πραγματικές παραδοχές της, όπως πλήρως και σαφώς εκτίθενται στο από 30.7.2019 δικόγραφο, παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 11 ν. 1649/1986 -όπως έχει αντικατασταθεί από το άρθρο 18 ν. 1868/1989- και 43 παρ.2 ν. 4194/2013 (νέου Κ.Δ.) για την ιδιότητα δικηγόρου - νομικού συμβούλου, τις οποίες δεν εφήρμοσε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους, σε συνδυασμό προς τα άρθρα 713 επ., 648 επ.
ΑΚ, 94 παρ.1, 63 παράγραφοι 4 στοιχείο (α), 5 ν.δ. 3026/1954, 46 παρ.2 ν. 4194/2013* έτσι, απέρριψε την αγωγή στην ουσία, κατά την κύρια βάση της, ως προς τα κεφάλαια, που αφορούν την καταβολή διαφοράς δεδουλευμένων αποδοχών από 2.9.2013 μέχρι 23.6.2015 και αποδοχών υπερημερίας από 23.6.2015 μέχρι 16.1.2016. (Η).- Με την επίκληση του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ ότι η 2904/2018 απόφαση εκ πλαγίου παραβίασε τα άρθρα 11 ν. 1649/1986 -όπως έχει αντικατασταθεί από το άρθρο 18 ν. 1868/1989- και 43 παρ.2 ν. 4194/2013 (νέου Κ.Δ.), σε συνδυασμό προς τα άρθρα 713 επ., 648 επ.
ΑΚ, 94 παρ.1, 63 παράγραφοι 4 στοιχείο (α), 5 ν.δ. 3026/1954, 46 παρ.2 ν. 4194/2013, εφ' όσον, κατά τις ουσιαστικές παραδοχές της, διέλαβε ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες, ως προς την ιδιότητα δικηγόρου - νομικού συμβούλου. Περαιτέρω, ο μοναδικός πρόσθετος λόγος αναιρέσεως στο από 7.2.2020 δικόγραφο περιέχει, με την επίκληση του άρθρου 559 αριθμός 11 περίπτωση (γ) ΚΠολΔ, την αιτίαση ότι το εφετείο δεν έλαβε υπ' όψη αποδεικτικό μέσο, το οποίο αναφέρεται και προσδιορίζεται το περιεχόμενο του, αν και η αναιρεσείουσα το είχε επικαλεσθεί και προσκομίσει, παραδεκτώς, προκειμένου να αποδείξει την ιδιότητά της, ως δικηγόρου - νομικού συμβούλου του αναιρεσίβλητου, νομικού προσώπου του δημόσιου τομέα.
Συγκεκριμένα, η αναιρεσείουσα επικαλείται ότι από το περιεχόμενο της 2904/2018 αποφάσεως δεν προκύπτει, με βεβαιότητα πως το δικαστήριο της ουσίας για τον σχηματισμό της σχετικής κρίσεώς του, έλαβε υπ' όψη την … / ….3.2018 ένορκη βεβαίωση του Σ. Χ. του Ε. και Μ., που έχει δοθεί νομίμως, ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Π.
Σ.. Οι πιο πάνω λόγοι αναιρέσεως, ως προς τις προηγούμενες αιτιάσεις, είναι παραδεκτοί (ορισμένοι) και, περαιτέρω, από την 2904/2018 απόφαση του εφετείου, την οποία ο Άρειος Πάγος επισκοπεί, παραδεκτώς, χάριν της εξετάσεως της βασιμότητας των λόγων [άρθρα 561 παρ.2 ΚΠολΔ], αποδεικνύονται τα εξής: Στην 2904/2018 απόφαση περιέχεται βεβαίωση ότι λήφθηκαν υπ' όψη όλα τα αποδεικτικά μέσα και, συγκεκριμένα, αναγράφεται: "Από την επανεκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων Ε. - Α.
Σ. του Δ. και Θ. Α. του Δ., που δόθηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την επιμέλεια της ενάγουσας και του εναγομένου, αντίστοιχα και περιέχονται στα 15/2017 πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του ως άνω Δικαστηρίου και τα έγγραφα, που νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι, της …/….3.2018 ένορκης βεβαίωσης του Σ.
Χ. του Ε., που δόθηκε, ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Π. Σ., που λήφθηκε, με επιμέλεια της ενάγουσας - εκκαλούσας, κατόπιν νομότυπης και εμπρόθεσμης κλήτευσης του εναγομένου - εφεσιβλήτου (άρθρο 671 παρ.1 ΚΠολΔ), όπως προκύπτει από την 3083 Η / 9.3.2018 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών Α.
Κ., σε συνδυασμό με την από 8.3.2018 γνωστοποίηση εξέτασης μαρτύρων και την … / ….3.2018 ένορκη βεβαίωση του Σ. Γ. του Κ., που δόθηκε, ενώπιον της Ειρηνοδίκη Αθηνών και η οποία λήφθηκε, με επιμέλεια της ενάγουσας - εκκαλούσας, κατόπιν νομότυπης και εμπρόθεσμης κλήτευσης του εναγομένου - εφεσίβλητου (άρθρο 671 παρ.1 ΚΠολΔ), όπως προκύπτει από ην 10899 Β/15.3.2018 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών Μ.
Σ., σε συνδυασμό με την από 14.3.2018 γνωστοποίηση εξέτασης μαρτύρων, πλην των …/….102016 και …/….10.2016 ενόρκων βεβαιώσεων των Θ. Φ. του Β. και Π. Μ. του Κ., αντίστοιχα, οι οποίες δεν λαμβάνονται υπ' όψη ούτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (άρθρο 424 ΚΠολΔ), αφού δόθηκαν, ενώπιον της Ειρηνοδίκη Αθηνών, με την επιμέλεια του εναγομένου, χωρίς να αναφέρονται τα στοιχεία των μαρτύρων στην κλήση προς την ενάγουσα, όπως επιτάσσει η διάταξη του άρθρου 422 παρ.1 ΚΠολΔ, ως ισχύει με το άρθρο 1 άρθρο δεύτερο παρ. 3 του ν. 4335/2015 ...
αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά". Στη συνέχεια, το εφετείο δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, τα παρακάτω κρίσιμα: "Το εναγόμενο ν.π.ι.δ. με την επωνυμία 'ΕΘΝΙΚΟ ΘΕΑΤΡΟ' (Σ.Ε.Φ.) συστήθηκε και διέπεται από τις διατάξεις των άρθρων 1, 3, 4 και 5 του ν. 2273/1994 ... ανήκει δε, στους φορείς του Δημόσιου Τομέα ...
Επομένως, εφ' όσον ανήκει στους φορείς του δημόσιου τομέα, η εκ μέρους αυτού πρόσληψη δικηγόρου, με πάγια μηνιαία αντιμισθία, πρέπει να γίνεται σύμφωνα με την οριζόμενη από τη διάταξη του άρθρου 11 του ν. 1649/1986 διαδικασία (δηλ. επιλογή ύστερα από προκήρυξη), όπως ίσχυε, κατά το χρόνο σύναψης της πρώτης σύμβασης (2.9.2013) ...
έκτοτε δε, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 43 του ν. 4194/2013. Η μη τήρηση της προαναφερόμενης διαδικασίας πρόσληψης καθιστά τη σχετική σύμβαση άκυρη. Η ενάγουσα, η οποία είναι δικηγόρος, μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών, από το 1996 και προήχθη στον Άρειο Πάγο, την 3.1.2010, με έγγραφη σύμβαση, που κατάρτισε, την 2.9.2013, με τον καλλιτεχνικό Διευθυντή του εναγομένου Σ.
Χ., προσλήφθηκε, ως ειδική συνεργάτης, προκειμένου να προσφέρει υπηρεσίες συμβουλευτικής - γνωμοδοτικής μορφής επί ειδικών νομικών θεμάτων, για λογαριασμό του εναγομένου. Η διάρκεια της σύμβασης ορίσθηκε για το χρονικό διάστημα από 2.9.2013 έως 13.4.2014, η δε αμοιβή της ορίσθηκε στο ποσό των 9.375 ευρώ πλέον Φ.Π.Α., καταβαλλόμενη, τμηματικά, ανάλογα με την παροχή των υπηρεσιών, στο τέλος κάθε μήνα.
Με το άρθρο 4 της σύμβασης αυτής, το εναγόμενο διατήρησε το δικαίωμά του να καταγγείλει αυτήν, οποτεδήποτε. Ακολούθησαν οι από 15.4.2014, 15.10.2014, 7.4.2015 παρόμοιες συμβάσεις, με χρόνο λήξης της καθεμιάς, την 14.10.2014, 15.5.2015 και 16.5.2016, αντίστοιχα, ενώ, ως αμοιβή ορίσθηκε το ποσό των 7.200, 8.400 και 14.400 ευρώ, αντίστοιχα. Την 23.6.2015, το εναγόμενο προέβη σε έγγραφη καταγγελία της τελευταίας σύμβασης, χωρίς την καταβολή αποζημίωσης.
Η ενάγουσα επέδωσε στο εναγόμενο, την 29.6.2015, την με ίδια ημερομηνία διαμαρτυρία της, αναφέροντας ότι η καταγγελία αυτή είναι άκυρη και καταχρηστική, οφειλόμενη σε αδικαιολόγητη εμπάθεια προς το πρόσωπο της διότι συνεργάσθηκε με τον προηγούμενο καλλιτεχνικό διευθυντή, το δε εναγόμενο, με την από 30.6.2015 δήλωσή του, που κοινοποιήθηκε στην ενάγουσα, την 1.7.2015, ενέμεινε στην καταγγελία αυτή και η ενάγουσα, την 2.7.2015, το κάλεσε, εγγράφως, να αποδεχθεί τις προαναφερόμενες υπηρεσίες της.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα προσέφερε, καθημερινά, τις υπηρεσίες της στο εναγόμενο, συνεχώς, καταρτίζοντας συμβάσεις με καλλιτεχνικούς συντελεστές, σε συνεργασία με τη νομική σύμβουλο του Εθνικού Θεάτρου Κ. Χ., γνωμοδοτώντας για την υποκατάσταση του Εθνικού Θεάτρου στη θέση του 'Κέντρου Εφαρμοσμένων Τεχνών Θεάματος και Ακροάματος' για την απόδοση στο εναγόμενο του χώρου του ισογείου θεάτρου 'ΡΕΞ', συντονίζοντας τη μίσθωση του θεάτρου Χώρα και τη μεταβίβαση της σχετικής άδειας, εκπροσωπούσε δε και δικαστικά το εναγόμενο, όπως η ίδια αναφέρει, προσκομίζοντας, μάλιστα, προς επίρρωση του ισχυρισμού της αυτού, ενδεικτικά, την 425/2014 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, σχετικά με αίτηση ασφαλιστικών μέτρων κατά του εναγομένου, για το οποίο παραστάθηκε, εκπροσωπώντας το, ως πληρεξούσια δικηγόρος του, όπως και το υπ' αριθμ.
πρωτ. …/….2.2015 εσωτερικό σημείωμα της νομικής συμβούλου του εναγομένου προς αυτήν, με το οποίο της ζητήθηκε η αποστολή αναλυτικής κατάστασης εκκρεμών δικαστικών αξιώσεων, στις οποίες είχε εμπλακεί η ενάγουσα, με σύντομη περιγραφή των αξιώσεων, στάδιο εξέλιξης και πιθανολογούμενη τελική έκβαση της υπόθεσης.
Από τα ανωτέρω αποδεικνύεται ότι οι προαναφερόμενες συμβάσεις, τις οποίες η ενάγουσα θεωρεί, ως μία ενιαία σύμβαση έμμισθης εντολής για να θεμελιώσει τις ένδικες κύριες αξιώσεις της, είναι άκυρες ... εφ' όσον ... το εναγόμενο είναι νομικό πρόσωπο του δημόσιου τομέα και για την έγκυρη εκ μέρους του πρόσληψη δικηγόρου, με πάγια μηνιαία αντιμισθία, όφειλε, την 2.9.2013, να ακολουθήσει την προβλεπόμενη από τις διατάξεις του άρθρου 11 του ν. 1649/1986 διαδικασία (επιλογή μετά από προκήρυξη), μετά δε, κατά την υπογραφή της επόμενης σύμβασης (15.4.2014) την προβλεπόμενη διαδικασία από τη διάταξη του άρθρου 43 παρ. 2 του ν. 4194/2013, προϋπόθεση, όμως, η οποία δεν τηρήθηκε.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, τα κύρια αιτήματα της αγωγής περί καταβολής της διαφοράς των δεδουλευμένων αξιώσεων και αποδοχών υπερημερίας, είναι απορριπτέα, ως αβάσιμα κατ' ουσία ... Ζήτημα υπερημερίας, πλέον, του εντολέα εναγομένου, ως προς την αποδοχή των υπηρεσιών της εντολοδόχου ενάγουσας δικηγόρου και, επομένως, ζήτημα καταβολής μισθών υπερημερίας δεν τίθεται ...
Περαιτέρω, όπως προαναφέρθηκε, η ενάγουσα, δικηγόρος Αθηνών, παρέσχε τις νομικές υπηρεσίες της, με απλή σχέση εργασίας στο εναγόμενο ν.π.ι.δ., κατά το χρονικό διάστημα από την 2.9.2013 μέχρι την 23.6.2015, που λύθηκε, λόγω καταγγελίας εκ μέρους του εντολέως της ...". Με τις ως άνω πραγματικές παραδοχές, το εφετείο, όσον αφορά το αρνητικό του συμπέρασμα για το ότι η αναιρεσείουσα δικηγόρος δεν ήταν αποκλειστικά νομικός σύμβουλος του αναιρεσίβλητου ν.π.ι.δ.
του δημόσιου τομέα, δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 11 ν. 1649/1986 -όπως έχει αντικατασταθεί από το άρθρο 18 ν. 1868/1989- και 43 παρ.2 ν. 4194/2013, τις οποίες η αναιρεσείουσα επικαλείται ούτε ευθέως, αφού, κατά τις παραδοχές, η αναιρεσείουσα, όταν παρείχε τις υπηρεσίες της στο αναιρεσίβλητο, δεν είχε την ιδιότητα του νομικού συμβούλου ούτε εκ πλαγίου διότι με πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής των ως άνω διατάξεων, απέκλεισε την ιδιότητα της αναιρεσείουσας, ως νομικού συμβούλου.
Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τις παραδοχές, η αναιρεσείουσα, δικηγόρος, μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών, από το έτος 1996 και παρ' Αρείω Πάγω, από την 3.1.2010, παρείχε τις υπηρεσίες της στο αναιρεσίβλητο, κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα από 2.9.2013 μέχρι 23.6.2015, καθημερινά, συνεχώς, καταρτίζοντας συμβάσεις με καλλιτεχνικούς συντελεστές, σε συνεργασία με την Κ.
Χ., νομική σύμβουλο του αναιρεσίβλητου, γνωμοδοτώντας για την υποκατάσταση του αναιρεσίβλητου στη θέση του 'Κέντρου Εφαρμοσμένων Τεχνών Θεάματος και Ακροάματος', για την απόδοση στο αναιρεσίβλητο του χώρου του ισογείου θεάτρου 'ΡΕΞ', συντονίζοντας τη μίσθωση του θεάτρου Χώρα και τη μεταβίβαση της σχετικής άδειας και ότι ακόμη, εκπροσωπούσε και δικαστικά το αναιρεσίβλητο.
Επομένως και όπως εκτέθηκε στις (Γ) και (Δ) νομικές σκέψεις, ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως του από 30.7.2019 (κύριου) δικογράφου, ως προς αμφότερες τις αιτιάσεις του, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Περαιτέρω, ο ίδιος λόγος, κατά το μέρος, που αναφέρεται σε ελαττωματικότητα των αιτιολογιών, σχετική με την εκτίμηση των αποδείξεων και, δι' αυτού, πλήττεται η ανεπίδεκτη αναιρετικού ελέγχου επί της ουσίας κρίση του εφετείου [άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ], είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος.
Τέλος, από τη διατύπωση στην 2904/2018 απόφαση για την εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων καθώς και από το όλο περιεχόμενο της, καθίσταται απολύτως βέβαιο και δεν αφήνεται καμία αμφιβολία ότι το εφετείο έλαβε υπ' όψη και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα, ήτοι και την επίμαχη ένορκη βεβαίωση, την οποία ρητώς μνημονεύει.
Εξ άλλου, η ειδικότερη αιτίαση ότι από το περιεχόμενο της επίμαχης ένορκης βεβαιώσεως, το οποίο, κατά τα παραπάνω, παρατίθεται στον πρόσθετο αναιρετικό λόγο, το εφετείο θα κατέληγε σε διαφορετική κρίση, με συνέπεια να μην συνάγεται, αδιστάκτως ότι έλαβε αυτή υπ' όψη, πλήττει την αναιρετικώς κρίση του επί της ουσίας [άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ], Κατά ταύτα και σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά στις (Β) και (Γ) νομικές σκέψεις, ο μοναδικός πρόσθετος λόγος αναιρέσεως στο από 7.2.2020 δικόγραφο είναι απορριπτέος, όσον αφορά την πιο πάνω ειδικότερη αιτίασή του, ως απαράδεκτος και, κατά τα λοιπά, ως αβάσιμος.
Άλλος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα δεν υπάρχει, συνεπώς, πρέπει να απορριφθούν η από 30.7.2019 αίτηση αναιρέσεως (κύριο δικόγραφο) και ο πρόσθετος λόγος αναιρέσεως, που ασκήθηκε, με το από 7.2.2020 ίδιο δικόγραφο κατά της 2904/2018 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Η αναιρεσείουσα, ως ηττηθείσα, πρέπει να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου ν.π.ι.δ., η οποία ορίζεται στο ποσό των (1800) ευρώ [άρθρα 106, 191 παρ.2, 183, 176 ΚΠολΔ],
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την πρόσθετη παρέμβαση, που ασκήθηκε, με το από 4.2.2020 ίδιο δικόγραφο.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ το προσθέτως παρεμβαίνον στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 30.7.2019 αίτηση αναιρέσεως (κύριο δικόγραφο) και τον πρόσθετο λόγο αναιρέσεως, που ασκήθηκε, με το από 7.2.2020 ίδιο δικόγραφο κατά της 2904/2018 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα την 10 Οκτωβρίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, την 5 Μαΐου 2021.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ