Legislator Case Law & Legislation
557/2018 AI generated

Supreme Court dismisses appeal as inadmissible because the contested judgment was final and not subject to appeal.

Case Number 557/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the insurance company's appeal against the First Instance Court's judgment. The appellant argued the lower court erred in rejecting their request to produce documents and in dismissing a set-off claim. The court ruled the appeal inadmissible because the contested judgment was already final and could not be appealed.

Legislator headnote

AI generated

Articles 553(1)(b), 309(a), 321, 495 of the Code of Civil Procedure; An appeal is admissible only against judgments that are final at the time of filing, meaning judgments that have terminated the trial and are not subject to ordinary remedies like suspension of judgment or appeal.

Keywords

AI generated
final judgment appeal admissibility termination of trial ordinary remedies suspension of judgment Code of Civil Procedure inadmissible appeal

Cited Legislation

AI generated
Articles 553(1)(b), 309(a), 321, 495 of the Code of Civil Procedure
Article 503(1) of the Code of Civil Procedure
Article 502 of the Code of Civil Procedure
Article 577(2) of the Code of Civil Procedure
Article 559(9)(c) of the Code of Civil Procedure
Article 559(8)(b) of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191(2) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court 17/2013
Supreme Court 25/2003
Supreme Court 546/2010

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 557 / 2018 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 557/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές: Ευφημία Λαμπροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Στυλιανή Γιαννούκου, Χαράλαμπο Μαχαίρα και Σοφία Καρυστηναίου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 20 Δεκεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "..." που τελεί σε ασφαλιστική εκκαθάριση, εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα από τον εκκαθαριστή της, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Κωνσταντίνου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Δ. Κ. του Γ., κατοίκου ... και 2) Ε.-Γ. Δ. του Ι., κατοίκου ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Χατζηντούνα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-10-2010 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων,που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2988/2013 του ίδιου δικαστηρίου και 1723/2015 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 24-9-2015 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Μαχαίρας ανέγνωσε την από 8-4-2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 553 παρ. 1 περ. β, 309 εδ. α, 321 και 495 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι σε αναίρεση υπόκειται η απόφαση που έχει καταστεί τελεσίδικη κατά το χρόνο άσκησης του ως άνω ενδίκου μέσου, δηλαδή κατά το χρόνο της κατάθεσης του οικείου δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση.

Είναι δε τελεσίδικη η απόφαση, η οποία, απεκδύοντας το δικαστή από κάθε περαιτέρω εξουσία, περατώνει τη δίκη επί της αγωγής και δεν υπόκειται στα τακτικά ένδικα μέσα της ανακοπής ερημοδικίας και της έφεσης (Ολ. Α.Π. 17/2013). Εξ άλλου κατά το άρθρο 503 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. αν ο διάδικος που δικάστηκε ερήμην διαμένει στην Ελλάδα, η προθεσμία της ανακοπής είναι δέκα πέντε ημέρες.

Κατά της απόφασης που εκδόθηκε με την απουσία, πραγματική ή πλασματική, ενός των διαδίκων, έστω και αν δεν στηρίχθηκε στη συναγωγή δυσμενών συνεπειών από την ερημοδικία του, παρέχεται δυνατότητα άσκησης ανακοπής ερημοδικίας από τον ερημοδικασθέντα (άρθρο 502 Κ.Πολ.Δ.), με συνέπεια όσο διαρκεί η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας να αποκλείεται η άσκηση κατά της ερήμην απόφασης αίτησης αναίρεσης, η οποία, αν παρ' όλα αυτά ασκηθεί, είναι απορριπτέα αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη (άρθρο 577 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), αφού σε σχέση με την αναίρεση δεν υπάρχει διάταξη αντίστοιχη με εκείνη του άρθρου 513 παρ. 1 περ.

β εδ. β Κ.Πολ.Δ., που ορίζει ότι κατά των ερήμην αποφάσεων επιτρέπεται έφεση ήδη από τη δημοσίευσή τους. Αντίθετα δηλαδή με την καθιερούμενη με την τελευταία αυτή διάταξη συμπόρευση των προθεσμιών της έφεσης και της ανακοπής ερημοδικίας, η αναίρεση κατά ερήμην απόφασης είναι επιτρεπτή μόνο εφόσον δεν συγχωρείται κατ' αυτής ανακοπή ερημοδικίας ή έφεση, δηλαδή καθιερώνεται η αρχή της διαδοχικής άσκησης των προβλεπόμενων ένδικων μέσων (Α.Π. 737/2017).

Συνεπώς η ερήμην οριστική απόφαση του εφετείου υπόκειται σε αναίρεση μόνο αφού έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας είτε διότι παρήλθε η δεκαπενθήμερη από την επίδοση της ερήμην απόφασης προθεσμία για την άσκησή της είτε διότι ο δικαιούμενος σε άσκηση αυτής ερημοδικασθείς διάδικος παραιτήθηκε νομίμως από το δικόγραφο του ασκηθέντος ενδίκου μέσου της ανακοπής ή του δικαιώματος προς άσκηση αυτού, διότι έκτοτε αυτή καθίσταται τελεσίδικη και προσβλητή με αναίρεση, σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη του άρθρου 553 παρ. 1 περ.

β Κ.Πολ.Δ. (Ολ. Α.Π. 17/2013). Περαιτέρω ναι μεν η παραίτηση από το δικαίωμα άσκησης ανακοπής ερημοδικίας μπορεί να συνάγεται και σιωπηρώς από το ότι ο δικαιούμενος σε άσκηση αυτής ερημοδικασθείς άσκησε αναίρεση χωρίς να ασκήσει ανακοπή ερημοδικίας, πλην όμως για το κύρος τέτοιας παραίτησης απαιτείται όπως ο υπογράφων την αίτηση αναιρέσεως δικηγόρος έχει ειδική προς τούτο πληρεξουσιότητα, σύμφωνα με το άρθρο 98 εδ.

β Κ.Πολ.Δ., η έλλειψη της οποίας εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο κατά το άρθρο 104 εδ. τελευταίο Κ.Πολ.Δ., μπορεί δε να καλυφθεί εκ των υστέρων με έγκριση του ασκήσαντος την αναίρεση διαδίκου (Α.Π. 54/2009). Στην προκειμένη περίπτωση φέρεται για συζήτηση η από 24-9-2015 αίτηση για αναίρεση της 1723/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε μετά από έφεση της ήδη αναιρεσείουσας, ερήμην της ιδίας.

Η απόφαση αυτή δημοσιεύθηκε στις 29-4-2015 και δεν προκύπτει επίδοσή της. Δεδομένου όμως ότι η αίτηση αναίρεσης ασκείται από την ερημοδικασθείσα διάδικο, θεωρείται ότι η τελευταία παραιτήθηκε σιωπηρώς από το δικαίωμα για άσκηση ανακοπής ερημοδικίας κατά της προσβαλλομένης εφόσον χορήγησε στον υπογράφοντα την αίτηση πληρεξούσιο δικηγόρο Γεώργιο Κωνσταντίνου την ειδική πληρεξουσιότητα για την άσκηση της αίτησης κατά παράλειψη της ανακοπής ερημοδικίας (βλ.

το .../16-9-2015 πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Ε. Σ.-Κ.) και συνακόλουθα η αίτηση ασκήθηκε παραδεκτά.

Κατά το άρθρο 553 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των οριστικών αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση και περατώνουν όλη τη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή για την ανταγωγή. Εξ άλλου κατά το άρθρο 674 παρ. 2 εδ. β του ίδιου κώδικα, όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο, κατά τη διαδικασία των εργατικών διαφορών σε περίπτωση ερημοδικίας του εκκαλούντος η έφεση απορρίπτεται.

Η απόρριψη της έφεσης λόγω της ερημοδικίας του εκκαλούντος γίνεται κατ' ουσίαν και όχι κατά τύπους. Γιατί, παρόλο που στην πραγματικότητα οι λόγοι της έφεσης δεν εξετάζονται ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητά τους, θεωρείται κατά πλάσμα του νόμου ότι είναι αβάσιμοι και για την αιτία αυτή πάντοτε απορριπτέοι, αφού δεν δίδεται στο δικαστήριο η δυνατότητα εκδόσεως αντίθετης απόφασης για παραδοχή τους.

Επομένως, αν η ασκηθείσα έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης απορριφθεί λόγω ερημοδικίας του εκκαλούντος, προσβλητή με το ένδικο μέσο της αναίρεσης είναι μόνον η (μη υποκείμενη πλέον σε ανακοπή ερημοδικίας) απόφαση του εφετείου, στην οποία ενσωματώνεται η πρωτόδικη. Έτσι δε τα τυχόν σφάλματα της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, αφού επικυρώνονται από το εφετείο, μπορούν να προταθούν με την αίτηση αναίρεσης ως σφάλματα της δευτεροβάθμιας απόφασης, εφόσον συνιστούν και αναιρετικούς λόγους, παραδεκτώς προβαλλομένους (Ολ.

Α.Π. 16/1990). Περαιτέρω από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 361, 648 και 651 Α.Κ. προκύπτει ότι είναι νόμιμη η συμφωνία με την οποία ο εργοδότης που έχει στη διάθεσή του τις υπηρεσίες του μισθωτού παραχωρεί με τη συναίνεση του τελευταίου (που μπορεί να δοθεί με οποιοδήποτε τρόπο, ρητό ή σιωπηρό, προς τον αρχικό ή μεταγενέστερο εργοδότη) τις υπηρεσίες αυτού σε άλλο πρόσωπο (δανεισμός μισθωτού), στο οποίο παρέχονται πλέον οι υπηρεσίες του, καθόσον η σχέση αυτή στηρίζεται στην βούληση και των τριών μερών.

Στην περίπτωση αυτή του δανεισμού δεν λύεται η σύμβαση εργασίας και ο παλαιός εργοδότης δεν αποβάλλει την ιδιότητα του εργοδότη, ενώ και ο τρίτος που χρησιμοποιεί τις υπηρεσίες του δανειζομένου μισθωτού αποκτά την ιδιότητα του εργοδότη, επέρχεται δηλαδή διάσπαση (κατάτμηση) της ιδιότητας του εργοδότη, με συνέπεια τον επιμερισμό των εργοδοτικών αρμοδιοτήτων.

Για την έννοια του δανεισμού δεν έχει σημασία η βραχυχρόνια ή μακροχρόνια απομάκρυνση (παραχώρηση) του εργαζομένου από τον αρχικό εργοδότη του, με τον οποίο δεν αποκόπτεται ο ενοχικός δεσμός και ο οποίος εξακολουθεί να βαρύνεται με τις υποχρεώσεις από τη σύμβαση εργασίας και δη, εκτός από αντίθετη συμφωνία, για την καταβολή του μισθού και των άλλων παροχών που τον βαρύνουν, ενώ ο εργοδότης που δανείζεται τον μισθωτό ασκεί κατά τη διάρκεια της παραχώρησης το διευθυντικό δικαίωμα με τους περιορισμούς και το περιεχόμενο που θα το ασκούσε ο αρχικός εργοδότης (Α.Π. 17/2012).

Τέλος οι γενικοί ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 Α.Κ. εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση που το δικαστήριο της ουσίας, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, διαπιστώνει ότι υφίσταται κενό στη σύμβαση ή ότι γεννιέται αμφιβολία για την έννοια των δηλώσεων βουλήσεως. Παραβιάζονται δε οι κανόνες αυτοί όταν το δικαστήριο, παρά τη διαπίστωση, έστω και έμμεσα, κενού ή αμφιβολίας σχετικά με την έννοια της δηλώσεως βουλήσεως, παραλείπει να προσφύγει σ' αυτούς για τη διαπίστωση της αληθινής έννοιας της δήλωσης ή να παραθέσει στην απόφασή του τα πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή τους ή προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους (Ολ.

Α.Π. 26/2004). Αντιθέτως οι ανωτέρω ερμηνευτικοί κανόνες δεν παραβιάζονται όταν το δικαστήριο της ουσίας διαπιστώνει στην απόφασή του ότι η δήλωση βουλήσεως είναι σαφής και χωρίς κενά (Α.Π. 396/2017, 1039/2015). Στην προκειμένη περίπτωση με την πρωτόδικη απόφαση (η οποία ενσωματώθηκε στην προσβαλλόμενη απόφαση ενόψει της απόρριψης της έφεσης συνεπεία ερημοδικίας της εκκαλούσας εναγομένης) έγιναν δεκτά, κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο, τα εξής: "Δυνάμει συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, οι ενάγουσες [ήδη αναιρεσίβλητες] Δ.

Κ. και Ε.-Ι. Δ. προσλήφθηκαν αρχικώς την 11-10-1979 και 7-9-1987 αντίστοιχα από την εναγομένη [ήδη αναιρεσείουσα] εταιρία "..." ως υπάλληλοι γραφείου. Στην εταιρία αυτή οι ενάγουσες απασχολήθηκαν συνεχώς μέχρι την 18-7-1994 και 2-8-1994 αντίστοιχα. Κατά το έτος 1994 ιδρύθηκε η εταιρία "..." με αντικείμενο εργασιών τις ασφάλειες αυτοκινήτων.

Τότε οι εκπρόσωποι της νεοσύστατης εταιρίας αλλά και της εναγομένης ζήτησαν από τις ενάγουσες να προσληφθούν από αυτήν. Εκείνες συμφώνησαν με την πρότασή τους και υπογράφηκαν τα από 18-7-1994 και 2-8-1994 ιδιωτικά συμφωνητικά μεταξύ των τριών πλευρών (εναγόμενη, ενάγουσες και "...") με τους αναφερόμενους σ' αυτά όρους, μεταξύ των οποίων και οι ακόλουθοι: "4...

Στα πλαίσια του νομίμου ωραρίου της η αφετέρου συμβαλλόμενη θα παρέχει τις υπηρεσίες της και σε άλλες ασφαλιστικές εταιρίες του ομίλου .... 5. Δηλώνεται ρητά και αναγνωρίζεται και από τα τρία συμβαλλόμενα μέρη ότι οι αφετέρου συμβαλλόμενες Δ. Κ. και Ε.-Ι. Δ. αντίστοιχα προσέφεραν τις υπηρεσίες τους από 11-10-1979 και 7-6-1987 αντίστοιχα μέχρι και σήμερα στην εκ τρίτου συμβαλλόμενη εταιρία '...' από την οποία παραιτήθηκαν μόνο για να καταρτιστούν οι συμβάσεις αυτές με την αφενός συμβαλλόμενη Εταιρία.

Κατόπιν αυτών η αφενός συμβαλλόμενη εταιρία δια των πιο πάνω νομίμων εκπροσώπων της δηλώνει ρητά, αναγνωρίζει και αποδέχεται, ότι όλος ο χρόνος απασχολήσεως των εναγουσών στην εκ τρίτου συμβαλλόμενη '...' θα θεωρηθεί ότι διανύθηκε σ' αυτή και συνεπώς αναλαμβάνει όλες τις υποχρεώσεις της τελευταίας έναντι των εναγουσών, οι οποίες συναρτώνται με το χρόνο παροχής υπηρεσιών ιδία σε ό,τι αφορά τις άδειες, αποζημίωση σε περίπτωση καταγγελίας της σύμβασης εργασίας κλπ. 6.

Σε περίπτωση διακοπής της συνεργασίας μεταξύ της αφενός συμβαλλόμενης εταιρίας και των εναγουσών οποτεδήποτε και για οποιονδήποτε λόγο και αιτία η εκ τρίτου συμβαλλόμενη εταιρία '...', δηλώνει ρητά δια των πιο πάνω αναφερομένων εκπροσώπων της και αναλαμβάνει την υποχρέωση επαναπροσλήψεως από την ίδια των εναγουσών με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας και με τους ίδιους όρους ακριβώς παροχής εργασίας τους στην αφενός συμβαλλόμενη εταιρία '...' κατά τo χρόνο διακοπής της συνεργασίας και ενδεικτικά με τον ίδιο μισθό και σε αντίστοιχη θέση με εκείνη που θα ισχύουν κατά το χρόνο διακοπής της συνεργασίας τους με τον '...', αναγνωρίζοντας και το χρόνο παροχής υπηρεσιών τους στον '...' ως διανυθέντα στην '...', ήτοι θα αναγνωριστεί ως χρόνος απασχολήσεώς τους σ' αυτή ολόκληρο το χρονικό διάστημα από το χρονικό σημείο της πρόσληψής τους".

Οι δύο ως άνω ρήτρες 5 και 6 συμφωνήθηκαν κατόπιν αξιώσεως των εναγουσών με την οποία συνήνεσε και η εναγομένη. Οι ενάγουσες ήταν υπάλληλοι της εναγομένης, παραιτήθηκαν από αυτήν κατόπιν προσδοκιών τους για καλύτερη εξέλιξη στο νέο εργοδότη τους, δεν εισέπραξαν αποζημίωση από την εναγομένη και κατόπιν ελεύθερων διαπραγματεύσεων μεταξύ των τριών μερών κρίθηκε από όλους συμφέρουσα η ρύθμιση του ιδιωτικού συμφωνητικού της 18-7-1994 και του αντιστοίχου της 2-8-1994.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η εταιρία με την επωνυμία "..." συγχωνεύτηκε με την εταιρία "..." με απορρόφηση της τελευταίας από την πρώτη και η επωνυμία της τροποποιήθηκε σε "..." (ΦΕΚ ...-8-1995 τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ). Με την... ….-9-2009 απόφαση της ΕΠΕΙΑ, όπως δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ ...-9-2009 τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ, ανακλήθηκε οριστικά η άδεια σύστασης και λειτουργίας τόσο της "...", που ήδη είχε μετονομαστεί σε "..." όσο και της εναγομένης.

Στη συνέχεια η τελευταία εταιρία κατήγγειλε τις συμβάσεις εργασίας των εναγουσών την 8-10-2009, οι δε ενάγουσες παρέλαβαν τις καταγγελίες επιφυλασσόμενες για το χρόνο απόλυσής τους και τη μη ταυτόχρονη καταβολή της νόμιμης αποζημίωσής τους. Εξ άλλου αποδείχθηκε ότι με την... …/2009 απόφαση της ΕΠΕΙΑ η ανάκληση της λειτουργίας της εναγομένης χαρακτηρίστηκε ως ασφαλιστική τοποθέτηση και δεσμεύθηκε το σύνολο των περιουσιακών στοιχείων της, τέθηκε δε σε ασφαλιστική εκκαθάριση σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 3 παρ. 3, 7 έως 9, 10, 12α, 13γ έως 17γ του ν.δ. 400/1970,όπως ίσχυε τότε.

Σύμφωνα με το άρθρο 10 παρ. 4α του ως άνω ν.δ. [παρατίθεται η διάταξη]. Επομένως το χαρτοφυλάκιο ζωής της εναγομένης κατά το χρόνο ανάκλησης της άδειας σύστασης και λειτουργίας της ήταν ενεργό και δεν είχε τεθεί σε εκκαθάριση. Επίσης με την παρ. β του άρθρου 2 του ν. 3867/3-8-2010 (ΦΕΚ 128/3-8-2010) προβλέπεται ότι [παρατίθεται η διάταξη].

Επομένως παρά την κατάργηση της ως άνω διάταξης με το ν. 3867/2010, μετά την ισχύ του οποίου ασκήθηκε η κρινόμενη αγωγή, οι εκκρεμείς διαδικασίες, όπως εν προκειμένω η λύση της σύμβασης εργασίας των εναγουσών και το καθεστώς απασχόλησής τους στην εναγομένη, διέπεται από την καταργηθείσα διάταξη, σύμφωνα με την οποία το χαρτοφυλάκιο ζωής της εναγομένης στο οποίο είχε διοριστεί επόπτης ήταν εκτός εκκαθάρισης και λειτουργούσε κανονικά μέχρι τη μεταβίβασή του σε ανάδοχο βάσει της...

Β. ...-12-2009 ΥΑ (ΦEK Β αρ. φύλλου …), που έθεσε τους κανόνες και τις προϋποθέσεις για την αναδιοργάνωση και λειτουργία των χαρτοφυλακίων ζωής. Μάλιστα, όπως αποδείχθηκε, για τη λειτουργία του χαρτοφυλακίου ζωής της εναγομένης προσλήφθηκε πολυάριθμο προσωπικό προκειμένου να εκτελέσει τις αναγκαίες εργασίες του.

Επομένως, δεδομένης της τριμερούς συμφωνίας των εναγουσών με την εναγομένη, της μακρόχρονης εμπειρίας στις ασφαλιστικές επιχειρήσεις και της ανάγκης πρόσληψης προσωπικού μετά την ανάκληση της άδειας λειτουργίας της, η καταγγελία της σύμβασης εργασίας των εναγουσών θεωρείται ως μη γενόμενη, καθότι η "..." δανείστηκε τις υπηρεσίες των εναγουσών από άλλη εταιρία του ομίλου της "...", ήτοι την εναγόμενη, η οποία και μόνο είχε το δικαίωμα να καταγγείλει τις συμβάσεις εργασίας τους.

Για το λόγο αυτό οι ενάγουσες απέστειλαν στην εναγομένη την από 8-2-2010 εξώδικη δήλωση-πρόσκληση, δηλώνοντάς της ότι από 21-9-2009 έχει αυτοδικαίως καταρτιστεί σύμβαση εργασίας με αναβίωση της πρώτης σύμβασης με την εναγομένη. Η εναγομένη επομένως, με το να μην αποδεχθεί την αναβίωση της ήδη καταρτισθείσας με αυτή σύμβασης εργασίας των εναγουσών, κατέστη υπερήμερη δανείστρια ως προς την αποδοχή των υπηρεσιών των εναγουσών και υπερήμερη οφειλέτρια ως προς την καταβολή των αποδοχών αυτών, που ελάμβαναν η καθεμία κατά την διακοπή της εργασίας τους στην "...", ύψους 3.500 ευρώ και 1.500 ευρώ αντίστοιχα, με συνέπεια να υποχρεούται να καταβάλει στις ενάγουσες μισθούς υπερημερίας για διάστημα μέχρι την 21-12-2012 που ζητούν με την αγωγή, καθόσον δεν προέκυψε αν το χαρτοφυλάκιο ζωής έπαυσε να λειτουργεί και να είναι εκτός εκκαθάρισης.

Συνεπώς η εναγομένη οφείλει να καταβάλει στην πρώτη ενάγουσα για μισθούς υπερημερίας ποσό (39 μήνες Χ μηνιαίο μισθό 3.500 =) 136.500 ευρώ, για δώρα Χριστουγέννων 2009, 2010, 2011 και 2012 ποσό (3.500 Χ 4 =) 14.000 ευρώ, για δώρα Πάσχα 2010, 2011 και 2012, ποσό (1.750 X 3 =) 5.250 ευρώ και επίδομα αδείας 2010, 2011 και 2012 ποσό. (1.750 Χ 3 =) 5.250 ευρώ, συνολικά δε ποσό 161.000 ευρώ και στη δεύτερη ενάγουσα για μισθούς υπερημερίας ποσό (39 μήνες Χ μηνιαίο μισθό 1.500 =) 58.500 ευρώ, για δώρα Χριστουγέννων 2009, 2010, 2011 και 2012 ποσό (1.500 Χ 4 =) 6.000 ευρώ, για δώρα Πάσχα 2010, 2011 και 2012 ποσό (750 Χ 3 =) 2.250 ευρώ και επίδομα αδείας 2010, 2011 και 2012 ποσό (750 Χ 3 =) 2.250 ευρώ, συνολικά δε ποσό 69.000 ευρώ.

Σχετικά με την ένσταση της εναγομένης περί συμψηφισμού της ωφέλειας από την εργασία των εναγουσών σε άλλον εργοδότη, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη καθόσον από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν αποδείχθηκε ότι αυτές κατά το χρονικό διάστημα που δικαιούνται μισθούς υπερημερίας εργάστηκαν σε άλλον εργοδότη ή είχαν άλλο εισόδημα.

Εξ άλλου πρέπει να απορριφθεί και το αίτημα της εναγομένης για επίδειξη εγγράφων από τις ενάγουσες ως ουσιαστικά αβάσιμο, καθότι ναι μεν με την επίδειξη εγγράφων από τις ενάγουσες δεν αντιστρέφεται το βάρος απόδειξης του ως άνω ισχυρισμού, το οποίο συνεχίζει να έχει η εναγομένη για να αποδείξει την ένστασή της, πλην όμως η τελευταία δεν απέδειξε ότι τα ως άνω ζητούμενα έγγραφα βρίσκονται στην κατοχή των εναγουσών και ότι μπορούν να τα προσκομίσουν".

Με βάση αυτές τις παραδοχές το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, του οποίου η απόφαση ενσωματώθηκε στην προσβαλλόμενη, δέχθηκε την αγωγή ως νόμιμη και κατ' ουσίαν βάσιμη, αναγνώρισε ότι στις 21-9-2009 έχουν αναβιώσει οι από 11-10-1979 και από 7-9-1987 συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου που είχαν καταρτισθεί μεταξύ των διαδίκων και ότι η εναγομένη υποχρεούται να καταβάλει στην πρώτη ενάγουσα το ποσό των 161.000 ευρώ και στη δεύτερη ενάγουσα το ποσό των 69.000 ευρώ με το νόμιμο τόκο κατά τις αναφερόμενες σ' αυτήν διακρίσεις.

Έτσι που έκρινε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, του οποίου η απόφαση ενσωματώθηκε στην προσβαλλόμενη: Α) Δεν έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση την έκβαση της δίκης αφού δέχθηκε ότι οι μεταξύ των διαδίκων συμβάσεις ήταν συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας με διαδοχή του εργοδότη και συμφωνία επαναπρόσληψης κατά το άρθρο 361 Α.Κ., όπως είχαν ισχυρισθεί οι ενάγουσες και όχι συμβάσεις δανεισμού εργασίας, παρά την ως εκ περισσού αναγραφή στις παραδοχές της απόφασής του ότι "η ...

δανείστηκε τις υπηρεσίες των εναγουσών από άλλη εταιρεία του ομίλου ..., ήτοι την εναγομένη". Β) Δεν παραβίασε με εσφαλμένη εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 648, 651 και 361 Α.Κ. Γ) Δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις τελευταίες αυτές διατάξεις αφού διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το κρίσιμο ζήτημα του είδους των μεταξύ των διαδίκων καταρτισθεισών συμβάσεων.

Δ) Δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 173 και 200 Α.Κ., στις οποίες άλλωστε δεν προσέφυγε, δεδομένου ότι δεν δέχθηκε, ούτε ευθέως ούτε εμμέσως, ότι υφίστατο κενό ή ασάφεια στις ένδικες συμβάσεις.

Συνεπώς οι πρώτος και δεύτερος λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα και αποδίδει στην πρωτόδικη απόφαση η οποία ενσωματώθηκε στην προσβαλλόμενη τις αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ. 8 περ. α, 1 εδ. α και 19 Κ.Πολ.Δ. (πρώτος λόγος) και 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ. (δεύτερος λόγος), είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.

Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται: α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Η έννοια της δημόσιας τάξης περιλαμβάνει τους κανόνες με τους οποίους η Ελληνική Πολιτεία προστατεύει θεμελιώδεις αξίες και αντιλήψεις του έννομου βίου, πολιτειακές, ηθικές, οικονομικές ή κοινωνικές, η προσβολή των οποίων δεν είναι ανεκτή από την κρατούσα στη χώρα γενική περί δικαίου συνείδηση. Οι ισχυρισμοί που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο δεν είναι αναγκαίως και δημόσιας τάξης (Ολ.

Α.Π. 15/2000). Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει δηλαδή να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός ο οποίος στηρίζει το λόγο αναίρεσης είχε προταθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και μάλιστα ότι είχε προταθεί παραδεκτώς και νομίμως.

Συνεπώς ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, να αναφέρεται δε και ο χρόνος και τρόπος πρότασής του ή επαναφοράς του στο ανωτέρω δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί αν ήταν νόμιμος και παραδεκτός, εάν δε συντρέχει εξαιρετική περίπτωση των εδ. α-γ της παρ. 2 του άρθρου 562 Κ.Πολ.Δ., πρέπει να εκτίθεται στο αναιρετήριο η περίπτωση αυτή.

Περαιτέρω από τα άρθρα 591 παρ. 1 περ. β, 666 παρ. 1, 115 παρ. 3 και 256 παρ. 1 περ. δ Κ.Πολ.Δ., όπως ίσχυαν πριν από την έναρξη της ισχύος του ν. 4335/2015 και έχουν εν προκειμένω εφαρμογή, προκύπτει ότι στη διαδικασία των εργατικών διαφορών, κατά την οποία δεν είναι υποχρεωτική η κατάθεση προτάσεων ενώπιον του μονομελούς πρωτοδικείου, οι διάδικοι οφείλουν να προτείνουν όλους τους αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς τους προφορικά κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο και επιπλέον οι ισχυρισμοί αυτοί πρέπει να καταχωρηθούν στα πρακτικά με συνοπτική έκθεση των γεγονότων που τους θεμελιώνουν, εκτός αν τα γεγονότα αυτά περιέχονται στις κατατιθέμενες προτάσεις, δηλαδή απαιτείται σε κάθε περίπτωση προφορική πρόταση των ισχυρισμών, που ως "γενόμενο κατά τη συζήτηση" σημειώνεται στα πρακτικά και έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν τους αυτοτελείς ισχυρισμούς στις κατατιθέμενες προτάσεις (Α.Π. 72/2016).

Στην προκειμένη περίπτωση: Α) α) Με τον τρίτο κατά το πρώτο σκέλος του λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην πρωτόδικη απόφαση η οποία ενσωματώθηκε στην προσβαλλόμενη την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 8 περ. β Κ.Πολ.Δ. και συγκεκριμένα ότι δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό της ότι μετά την καταγγελία των συμβάσεων εργασίας των εναγουσών υπογράφηκαν τα από 28-6-2010 συμφωνητικά, με τα οποία αυτές αποδέχθηκαν την λύση των συμβάσεών τους στις 21-9-2009 και ότι έτσι καταργήθηκε ο όρος 6 των συμφωνητικών της 18-7-1994 και 2-8-1994, άλλως ότι αυτός ανακλήθηκε "εν τοις πράγμασι" λόγω ανάκλησης της άδειας λειτουργίας της και β) Με τον τρίτο κατά το δεύτερο σκέλος του (επικουρικό) λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην πρωτόδικη απόφαση η οποία ενσωματώθηκε στην προσβαλλόμενη την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11 περ.

γ Κ.Πολ.Δ. και συγκεκριμένα ότι δεν έλαβε υπόψη τα αναφερόμενα έγγραφα [ήτοι τις από 21-9-2009 καταγγελίες των συμβάσεων εργασίας των εναγουσών, τα από 28-6-2010 συμφωνητικά συμβιβαστικής επίλυσης διαφοράς - εξοφλητικές αποδείξεις και τα ποσά που έλαβαν οι αναιρεσίβλητες από τον επόπτη εκκαθάρισης (πίνακας Β)], τα οποία αυτή επικαλέσθηκε και προσκόμισε προς απόδειξη του ανωτέρω ισχυρισμού της.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος και κατά τα δύο πιο πάνω σκέλη του προεχόντως διότι η αναιρεσείουσα δεν ισχυρίζεται ότι πρότεινε παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο τον ισχυρισμό επί του οποίου ερείδεται, σε κάθε δε περίπτωση ως αβάσιμος διότι η αναιρεσείουσα δεν προσκομίζει τα πρακτικά της πρωτόδικης δίκης από τα οποία να προκύπτει η παραδεκτή πρόταση του ανωτέρω ισχυρισμού.

γ) Με τον τρίτο κατά το τρίτο σκέλος του λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην πρωτόδικη απόφαση η οποία ενσωματώθηκε στην προσβαλλόμενη την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ. Και ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος διότι με αυτόν, υπό την κατ' επίφαση επίκληση της ανωτέρω αναιρετικής πλημμέλειας, αποδίδονται στην πρωτόδικη απόφαση η οποία ενσωματώθηκε στην προσβαλλόμενη απαράδεκτες αιτιάσεις για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.).

Β) Με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην πρωτόδικη απόφαση η οποία ενσωματώθηκε στην προσβαλλόμενη την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 8 περ. β Κ.Πολ.Δ. και συγκεκριμένα ότι δεν έλαβε υπόψη την παραδεκτά προταθείσα από αυτήν ένσταση συμψηφισμού, με την οποία ζητούσε να συμψηφισθεί στην ένδικη απαίτηση της κάθε ενάγουσας για μισθούς υπερημερίας η ανταπαίτηση της ίδιας (εναγομένης) για απόδοση της καταβληθείσας αποζημίωσης.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος διότι αναιρεσείουσα δεν προσκομίζει τα πρακτικά της πρωτόδικης δίκης από τα οποία να προκύπτει η παραδεκτή πρόταση της ανωτέρω ένστασης.

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. β Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Πράγματα κατά την έννοια της διάταξης αυτής είναι οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης.

Ο λόγος αυτός δεν στοιχειοθετείται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ. Α.Π. 25/2003). Εξ άλλου κατά το άρθρο 559 αριθ. 9 περ. γ Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να αποφανθεί επί αίτησης επίδειξης εγγράφου θεμελιώνει κατά τα προεκτεθέντα τον ανωτέρω λόγο αναίρεσης, υπό την προϋπόθεση ότι η αίτηση αυτή ήταν παραδεκτή και σύννομη, δηλαδή να είχε γίνει επίκληση της κατοχής του εγγράφου από τον αντίδικο, να είχε προσδιορισθεί σαφώς το έγγραφο και το περιεχόμενό του και να είχαν εκτεθεί περιστατικά από τα οποία να προκύπτει το έννομο συμφέρον του αιτούντος, δηλαδή ότι το έγγραφο είναι πρόσφορο προς άμεση ή έμμεση απόδειξη λυσιτελούς ισχυρισμού του αιτούντος ή προς ανταπόδειξη τέτοιου ισχυρισμού του αντιδίκου του (Α.Π. 546/2010).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην πρωτόδικη απόφαση η οποία ενσωματώθηκε στην προσβαλλόμενη την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 8 περ. β Κ.Πολ.Δ. και συγκεκριμένα ότι το πρωτόδικο δικαστήριο: α) εσφαλμένα απέρριψε το αιτημά της για επίδειξη των αναφερόμενων εγγράφων (ήτοι βιβλιαρίου ενσήμων ΙΚΑ ή ΤΕΒΕ ή αντίστοιχης βεβαιώσεως στην περίπτωση που οι εργοδότες ακολουθούν το μηχανογραφικό σύστημα απόδοσης των εισφορών), το οποίο προέβαλε για την απόδειξη της βασιμότητας της ενστάσεώς της για συμψηφισμό της ωφέλειας από την εργασία των εναγουσών σε άλλον εργοδότη και β) εσφαλμένα απέρριψε την ανωτέρω ένσταση.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος κατά το πρώτο σκέλος του διότι το αίτημα επίδειξης εγγράφων δεν είναι πράγμα κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 περ. β Κ.Πολ.Δ. αλλά αίτηση κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 9 περ. γ Κ.Πολ.Δ. Αλλά και αν εκτιμηθεί ότι με το λόγο αυτό αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η τελευταία αυτή αναιρετική πλημμέλεια (του άρθρου 559 αριθ. 9 περ.

γ Κ.Πολ.Δ.) και πάλι είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος αφού με βάση τα εκτιθέμενα σ' αυτόν το αίτημα επίδειξης εγγράφων δεν αφέθηκε αδίκαστο αλλά ερευνήθηκε από το δικαστήριο της ουσίας και απορρίφθηκε. Ο ίδιος πιο πάνω (πέμπτος) λόγος κατά το δεύτερο σκέλος του είναι επίσης απορριπτέος ως απαράδεκτος αφού με βάση τα εκτιθέμενα σ' αυτόν η ένσταση για συμψηφισμό της ωφέλειας από την εργασία των εναγουσών σε άλλον εργοδότη ελήφθη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας και απορρίφθηκε.

Ενόψει αυτών πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η υπό κρίση αίτηση και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, σύμφωνα με το σχετικό αίτημα των τελευταίων (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 24-9-2015 αίτηση για αναίρεση της 1723/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα τη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Ιουνίου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 19 Μαρτίου 2018.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ