Appeal dismissed; private contract evidence not excluded by law; witness testimony allowed for counterproof.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of First Instance's decision regarding a contract dispute. The appellant argued that the lower court improperly excluded witness testimony to counter the authenticity of a private agreement exceeding €20,000. The court held that such agreements do not possess absolute evidentiary force and allow for counterproof via witnesses, which the lower court correctly utilized alongside other evidence. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the opposing party's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 393 and 394 of the Code of Civil Procedure; Private agreements exceeding €20,000 do not constitute full proof against their content, permitting witness testimony for counterproof.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 557 / 2015 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 557/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου και Εμμανουήλ Κλαδογένη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Μαρτίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Κ. Δ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Εριέττα Καργιάννη-Χαμηλοθώρη, η οποία ανεκάλεσε την από 20-3-2015 δήλωση του αρθρ. 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Της αναιρεσίβλητης: Ετερόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "Δ. Σ.ΟΣ ΚΑΙ ΣΙΑ ΕΕ" που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Παπαστεργίου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-11-2009 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2846/2010 του ίδιου Δικαστηρίου και 2131/2014 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 3-11-2014 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Κων/νος Τσόλας, ανέγνωσε την από 11-3-2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.
Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψη της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. α' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 393 ΚΠολΔ, "συμβάσεις και συλλογικές πράξεις δεν μπορούν να αποδειχθούν με μάρτυρες εφόσον η αξία του αντικειμένου τους υπερβαίνει τις είκοσι χιλιάδες (20.000) ευρώ (παρ.1), "Δεν επιτρέπεται η απόδειξη με μάρτυρες κατά του περιεχομένου εγγράφου έστω και αν η αξία του αντικειμένου της δικαιοπραξίας είναι μικρότερη των είκοσι χιλιάδων (20.000) ευρώ".
Κατά τη διάταξη όμως του άρθρου 394 παρ. 1 περ. δ' του ίδιου Κώδικα η απόδειξη με μάρτυρες επιτρέπεται σε κάθε περίπτωση εάν από τη φύση της δικαιοπραξίας ή τις ειδικές συνθήκες κάτω από τις οποίες έγινε και ιδίως αν πρόκειται για εμπορικές συναλλαγές δικαιολογείται η απόδειξη με μάρτυρες. Οι εξαιρέσεις του ως άνω άρθρου 394 αναφέρονται σε όλες τις μορφές περιορισμού των μαρτύρων επομένως και στις περιπτώσεις αποδείξεως γεγονότων, αντίθετων προς το περιεχόμενο του εγγράφου.
Η εφαρμογή των προαναφερθεισών διατάξεων των άρθρων 393 και 394 έχει επιφυλαχθεί από τη διάταξη του άρθρου 270 παρ. 2 εδ. β' ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 12 του νόμου 2915/2001, και στις υποθέσεις αρμοδιότητας Πολυμελούς και Μονομελούς Πρωτοδικείου που εκδικάζονται κατά την τακτική διαδικασία του άρθρου 270 του ίδιου Κώδικα στον πρώτο βαθμό μετά την 1-1-2002, αλλά και όταν οι ίδιες υποθέσεις εκδικάζονται σε δεύτερο βαθμό στο Εφετείο κατ' άρθρο 524 παρ. 1 ΚΠολΔ.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε ότι απεδείχθησαν από τα κατ' είδος αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα (μαρτυρικές καταθέσεις, ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον Ειρηνοδίκη και έγγραφα) τα ακόλουθα κρίσιμα περιστατικά που ενδιαφέρουν τους προτεινόμενους λόγους αναιρέσεως: "Οι διάδικοι συμφώνησαν εγγράφως να προβεί η εναγομένη (και ήδη αναιρεσείουσα) στην εκσκαφή αμφοτέρων των οικοπέδων του ενάγοντος έναντι αμοιβής 7,50 ευρώ ανά κ.μ., στην απομάκρυνση του 50% των προϊόντων εκσκαφής και στο διασκορπισμό των υπολοίπων στο οικόπεδο με την υπόδειξη των ιδιοκτητών, στην ανωτέρω δε τιμή θα περιλαμβανόταν η μεταφορά των χωμάτων (50%) και τα μηχανήματα που θα απαιτούντο γι' αυτήν.
Ως χρόνος ενάρξεως των εργασιών συμφωνήθηκε η 20.6.2007 και ως χρόνος αποπερατώσεως η 20.7.2007. Περί τα μέσα Ιουνίου 2007 ο νόμιμος εκπρόσωπος της εναγομένης- ενάγουσας μετέβη για πρώτη φορά στα οικόπεδα προκειμένου να τα επιθεωρήσει πριν την έναρξη των εργασιών. Τότε διαπίστωσε ότι το έδαφος των οικοπέδων δεν ήταν γαιώδες, όπως τον είχε διαβεβαιώσει ο ενάγων-εναγόμενος αλλά βραχώδες και ημικλινές και είχε πρασιές, με αποτέλεσμα να απαιτείται ο καθαρισμός του οικοπέδου και η χρήση υδραυλικής σφύρας.
Κατόπιν τούτου ο νόμιμος εκπρόσωπος της εναγομένης-ενάγουσας επικοινώνησε με τον ενάγοντα και του δήλωσε την άρνηση του να εκτελέσει το έργο με την ανωτέρω συμφωνηθείσα αμοιβή και έτσι οι διάδικοι προέβησαν προφορικά σε νεότερη συμφωνία, με την οποία τροποποίησαν την αρχική ως προς τις τιμές της εργολαβικής αμοιβής, τις οποίες καθόρισαν ως εξής:
α) 8 ευρώ ανά κυβικό μέτρο, στην οποία περιλαμβανόταν η χρήση των μηχανημάτων και ο διασκορπισμός του 50% των προϊόντων εκσκαφής εντός του οικοπέδου, β) 500 ευρώ ημερησίως για τη χρήση σφυριού για το σπάσιμο του βράχου, γ) 400 ευρώ ημερησίως για τη χρήση τσάπας, 300 ευρώ ημερησίως για τη χρήση τσάπας λαστιχοφόρου και 300 ευρώ ημερησίως για τη χρήση φορτωτή ερπιστριοφόρου για τον καθαρισμό του οικοπέδου από πέτρες και πρασιές και δ) για τη μεταφορά του υπόλοιπου 50% των χωμάτων στη χωματερή Λιοσίων, 120 ευρώ ανά δρομολόγιο και για τη μεταφορά πέτρας στην εξοχική κατοικία του ενάγοντος στα ... 150 ευρώ ανά δρομολόγιο.
Η μεταγενέστερη αυτή συμφωνία των διαδίκων δεν υποβλήθηκε σε έγγραφο τύπο επειδή επρόκειτο για εμπορική συναλλαγή μικρής κλίμακος κατασκευής και επειδή, λόγω της προηγούμενης συνεργασίας τους, είχε αναπτυχθεί μεταξύ τους σχέση εμπιστοσύνης. Η πληρωμή της αμοιβής συμφωνήθηκε να γίνει τμηματικά με την πρόοδο των εργασιών και η πλήρης εξόφληση με την αποπεράτωση του έργου".
Στη συνέχεια το Εφετείο δέχεται ότι η εναγομένη-ενάγουσα εκτέλεσε και παρέδωσε στον ενάγοντα-εναγομένο το συμφωνηθέν έργο, και ότι το ύψος της εργολαβικής αμοιβής, σύμφωνα με την ως άνω μεταγενέστερη συμφωνία των διαδίκων, ανήλθε στο συνολικό ποσό των 32.277, 84 ευρώ. Με το να δεχθεί το Εφετείο ότι αποδείχθηκε με μάρτυρες η ανωτέρω νεότερη άτυπη συμφωνία των διαδίκων, αναφορικά με το ύψος της εργολαβικής αμοιβής το οποίο ήταν διαφορετικό από εκείνο που είχε συμφωνηθεί με προηγούμενη έγγραφη συμφωνία, δεν παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 393 ΚΠολΔ, δεδομένου ότι, όπως η προσβαλλόμενη απόφαση δέχεται συνέτρεχε εν προκειμένω η προβλεπομένη από τη διάταξη του άρθρου 394 παρ.1 εδ.
δ' εξαίρεση του περιορισμού της μαρτυρικής αποδείξεως (εμπορική συναλλαγή). Επομένως, το Εφετείο δεν έλαβε για την απόδειξη της πιο πάνω νεότερης συμφωνίας παρά το νόμο αποδεικτικά μέσα (μαρτυρικές καταθέσεις) που ο νόμος δεν επιτρέπει και συνακόλουθα ο πρώτος λόγος, από τον αριθ.11 περ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων ισχυρίζεται τα αντίθετα είναι αβάσιμος.
Ο από το άρθρο 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, διότι το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, ιδρύεται μόνον όταν αυτό αποδίδει σε ορισμένο αποδεικτικό μέσο μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που του προσδίδει ο νόμος, ενώ δεν δημιουργείται όταν το δικαστήριο εκτιμώντας ελεύθερα τα αποδεικτικά μέσα, αποδίδει μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη σε ένα ή ορισμένα από αυτά.
Εξάλλου, κατά μεν το άρθρο 270 παρ.2 ΚΠολΔ "το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τα αποδεικτικά μέσα που πληρούν τους όρους του νόμου, σύμφωνα με την προβλεπόμενη αποδεικτική δύναμη καθενός. Συμπληρωματικά μπορεί να λαμβάνει υπόψη και να εκτιμά ελεύθερα και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου, με την επιφύλαξη των άρθρων 393 και 394", κατά δε το άρθρο 445 ίδιου Κώδικα "έγγραφα ιδιωτικά συντεταγμένα σύμφωνα με τους νομίμους τύπους, εφόσον η γνησιότητά τους αναγνωρίστηκε ή αποδείχτηκε, αποτελούν πλήρη απόδειξη ότι η δήλωση που περιέχουν προέρχεται από τον εκδότη του εγγράφου, επιτρέπεται όμως ανταπόδειξη".
Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται, ότι τα ιδιωτικά έγγραφα, των οποίων η γνησιότητα αναγνωρίστηκε ή αμφισβητηθείσα αποδείχθηκε, αποτελούν πλήρη απόδειξη ότι η δήλωση που περιέχεται σ' αυτά προέρχεται από τον εκδότη του εγγράφου, επιτρεπομένης ανταποδείξεως και, επομένως, στα ιδιωτικά αυτά έγραφα ο νόμος δεν προσδίδει αυξημένη έναντι των λοιπών αποδεικτική δύναμη, αλλά συνεκτιμώνται ελεύθερα από το δικαστήριο μαζί με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, και συνεπώς και τους μάρτυρες.
Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με το δεύτερο λόγο, από τον αριθ.12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αποδίδει στο Εφετείο την αιτίαση, ότι παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων και ειδικότερα την αποδεικτική δύναμη του ιδιωτικού συμφωνητικού που συντάχθηκε για την επίδικη σύμβαση.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι, κατά τα άνω εκτεθέντα, στο ιδιωτικό αυτό έγγραφο δεν προσδίδεται από το νόμο ιδιαίτερη αποδεικτική βαρύτητα, εν σχέσει με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, αυτό δε εκτιμήθηκε από το δικαστήριο σε συνδυασμό και με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα (μάρτυρες, ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον Ειρηνοδίκη και έγγραφα), που προσκόμισε προς ανταπόδειξη η εναγομένη.
Ως "ζητήματα" των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί την απόφαση από τη νόμιμη βάση της, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, νοούνται μόνο οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που έχουν αυθύπαρκτη ύπαρξη, δηλαδή, εκείνοι που τείνουν στη θεμελίωση ή την κατάλυση δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και οι ελλείψεις ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων ή την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, ούτε, επίσης, η εκτίμηση των αποδείξεων. Ο τρίτος, επομένως, λόγος, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο δεν αιτιολόγησε "την μη αποδοχή του εγγράφου (ιδιωτικού συμφωνητικού)", που προσκόμισε για την απόδειξη του ύψους της εργολαβικής αμοιβής, είναι απαράδεκτος, εφόσον δεν αφορά ζήτημα κατά την προεκτεθείσα έννοια.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί κατά την παρ.4 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ.2 του ν. 4055/2012, η εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο. Εξάλλου, ο αναιρεσείων πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα της τελευταίας (ΚΠολΔ 176, 183, 191 παρ.2).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 3 Νοεμβρίου 2014 αίτηση του Κ. Δ. για αναίρεση της 2131/2014 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Απριλίου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 05 Μαΐου 2015.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ