Supreme Court partially allows appeal against traffic accident verdict, dismissing claim against insurance fund due to lack of standing.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed the appellant's appeal against a traffic accident verdict, overturning the lower court's findings regarding the appellant's liability. While the court rejected the appeal against the insurance fund citing lack of legal standing, it found the appellant's traffic violations were not causally linked to the collision caused by the motorcycle's sudden entry. Consequently, the case was remitted to a new panel of judges for retrial, with costs assigned to the parties.
Legislator headnote
AI generatedArticles 914, 330 ed.β' of the Civil Code; Article 559 no.1 of the Code of Civil Procedure: Violations of traffic rules alone do not establish liability if they cannot causally link to the accident, requiring proof of foreseeability and avoidability.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 557 / 2014 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 557/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Δημητρούλα Υφαντή, Ιωάννα Πετροπούλου και Γεώργιο Σακκά Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Φεβρουαρίου 2014, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ε. Κ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος παρίσταται αυτοπροσώπως, λόγω της ιδιότητός τους ως δικηγόρος.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Γ. Σ., ο οποίος δεν παραστάθηκε και δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, 2. Φ. Γ. του Δ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπύρο Χέλμη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις και 3. Του ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΕΞ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ Ν.Π.Ι.Δ." που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αργυρώ Γρατσία-Πλατή, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-8-2006 αγωγή του 1ου ήδη αναιρεσιβλήτου, την από 11-4-2007 αγωγή της 2ης ήδη αναιρεσιβλήτου και την από 13-10-2007 παρεμπίπτουσα αγωγή του 3ου των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:5337/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4313/2013 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 1-11-2013 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Γεώργιος Σακκάς, ανέγνωσε την από 29-1-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο αναιρεσείων αυτοπροσώπως, ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από το οικείο πινάκιο στη σειρά της δεν εμφανίσθηκε ο πρώτος αναιρεσίβλητος Γ. Σ., ο οποίος, όπως προκύπτει από την 4933Η'/5-12-2013 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θεσ/νίκης ..., κλητεύθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα για να παραστεί κατά την παρούσα συζήτηση, καθόσον επιδόθηκε σ' αυτόν επικυρωμένο αντίγραφο του δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως με την επ' αυτού πράξη του Προέδρου του Τμήματος περί ορισμού δικασίμου της 7-2-2014 και με κλήση για τη συζήτηση. Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία του εν λόγω αναιρεσιβλήτου (άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ).
2. Η ένδικη αίτηση αναιρέσεως απαραδέκτως απευθύνεται κατά του Επικουρικού Κεφαλαίου, αφού αυτό υπήρξε ομόδικος του αναιρεσείοντος στην από 11-4-2007 αγωγή της 1 (δεύτερης αναιρεσίβλητης) και άρα δεν είχε έννομο συμφέρον αυτός να τη στρέψει κατ' αυτού. Επομένως, πρέπει ως προς αυτό να απορριφθεί ως απαράδεκτη.
3. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 914, 330, 297 και 298 ΑΚ προκύπτει ότι προϋποθέσεις της ευθύνης προς αποζημίωση είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, το παράνομο της πράξης ή της παράλειψης αυτού και η ύπαρξη μεταξύ της πράξης ή της παράλειψης και της ζημίας που επήλθε αιτιώδους συνάφειας, η οποία υπάρχει όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ήταν ικανή και μπορούσε, αντικειμενικά να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα.
Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε κυριαρχικώς ως αποδειχθέντα, επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή, από το δικαστήριο της ουσίας, των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.
Τα πιο πάνω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του ν.Γ.Π.Ν/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων οχημάτων, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914ΑΚ. Εξάλλου, η παράβαση των διατάξεων του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας δεν θεμελιώνει αυτή καθαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθέντος αποτελέσματος.
Τέλος, με τη διάταξη του άρθρου 21 παρ.1 του ν. 2696/1999 (Κ.Ο.Κ.) ορίζεται ότι "ο οδηγός που προτίθεται να εκτελέσει ελιγμό, οφείλει προηγουμένως να βεβαιωθεί ότι μπορεί να το πράξει χωρίς κίνδυνο ή παρακώλυση των λοιπών χρηστών της οδού, οι οποίοι κινούνται πίσω, μπροστά ή πλάι του, ή ετοιμάζονται να τον προσπεράσουν, λαμβάνοντας υπόψη τη θέση, την κατεύθυνση και την ταχύτητά τους".
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων οχημάτων τα εξής: "Στις 18-4-2005 και περί ώρα 01.05, ο ενάγων της α' αγωγής-τρίτος εναγόμενος της β' αγωγής (Γ. Σ.) οδηγώντας την υπ' αριθμόν κυκλοφορίας ... δίκυκλη μοτοσικλέτα ιδιοκτησίας του, η οποία δεν ήταν κατά τον ανωτέρω χρόνο ασφαλισμένη για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη εκ τροχαίων ατυχημάτων σε κάποια ασφαλιστική εταιρία, έβαινε με ταχύτητα περί τα 40-50 χλμ/ώρα επί της Λεωφόρου Μεγάλου Αλεξάνδρου, στη Θεσσαλονίκη, στην πρώτη από δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας, λίγο πριν το ύψος του Ιερού Ναού Κυρίλλου και Μεθοδίου.
Η οδός Μεγάλου Αλεξάνδρου είναι μονόδρομος, με κατεύθυνση από το κέντρο προς την έξοδο της πόλης (ανατολικά), έχει έξι λωρίδες κυκλοφορίας, οι δύο ακριανές εκ των οποίων και δη η αριστερή, καταλαμβάνεται από σταθμευμένα οχήματα, το πλάτος του οδοστρώματος είναι 20,5 μέτρα, ευθεία στο σημείο εκείνο και το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας, δεδομένου ότι πρόκειται για κατοικημένη περιοχή, είναι 50χλμ/ώρα.
Η κατάσταση του οδοστρώματος ήταν ξηρά, λόγω καλών καιρικών συνθηκών, με επαρκή τεχνητό φωτισμό και η κυκλοφορία των οχημάτων κανονική (βλ.έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος). Κατά τον ίδιο τόπο και χρόνο, ο πρώτος εναγόμενος αμφοτέρων των αγωγών (Ε. Κ.) οδηγώντας το υπ' αριθμόν κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο ιδιοκτησίας του, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη εκ τροχαίων ατυχημάτων, στη δεύτερη εναγομένη των αγωγών ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "ALLIANZ AE".
έβαινε με ταχύτητα περί τα 60 χλμ/ώρα, ήτοι άνω του επιτρεπομένου ορίου ταχύτητας των 50 χλμ/ώρα, επί της ιδίας οδού, στη δεύτερη από αριστερά λωρίδα κυκλοφορίας λίγα μέτρα πιο πίσω από τη δίκυκλη, μοτοσικλέτα του ενάγοντος. Όταν ο ενάγων έφθασε στο ύψος του ως άνω Ιερού Ναού, προκειμένου να προσπεράσει τα έμπροσθεν αυτού, σταθμευμένα στη στάση, λεωφορεία της γραμμής που εμπόδιζαν την κίνησή του στην ίδια λωρίδα κυκλοφορίας, επιχείρησε, περί τα 7-8 μέτρα πριν από τα λεωφορεία, απότομο ελιγμό προς τα αριστερά, προκειμένου να εισέλθει στη δεύτερη από αριστερά λωρίδα κυκλοφορίας.
Κατά την προσπάθεια του όμως αυτή δεν βεβαιώθηκε ότι μπορεί να το πράξει χωρίς κίνδυνο των λοιπών χρηστών της οδού και δεν αντιλήφθηκε το κινούμενο, σε απόσταση περί τα 15-20 μέτρα, υπ' αριθμόν κυκλοφορίας ... ΙΧΕ όχημα του εναγομένου Ε. Κ., με αποτέλεσμα τη στιγμή που εισερχόταν στη λωρίδα αυτή και ευρισκόμενο εισέτι σε λοξή θέση.
ο τελευταίος λόγω της αυξημένης για τις συνθήκες ταχύτητας του, δεν μπόρεσε να ακινητοποιήσει εγκαίρως το όχημά του και προσέκρουσε με το εμπρόσθιο μέρος του οχήματός του, στο αριστερό οπίσθιο μέρος της μοτοσικλέτας, η οποία ανετράπη και σύρθηκε στο οδόστρωμα μαζί με τον ενάγοντα. Εν συνεχεία, η μοτοσικλέτα συρόμενη προσέκρουσε στην οπίσθια και πλάγια πλευρά του υπ' αριθμόν κυκλοφορίας ...
ΙΧΕ αυτοκινήτου ιδιοκτησίας της ενάγουσας της β' αγωγής (Γ.) που οδηγούσε η ίδια, το οποίο κινούταν κανονικά στην τρίτη από δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας. Συνεπεία των ανωτέρω συγκρούσεων, υπέστησαν υλικές ζημίες αμφότερα τα οχήματα και η δίκυκλη μοτοσικλέτα, ενώ τραυματίσθηκε από την πτώση του στο οδόστρωμα ο ενάγων.
Τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά αποδεικνύονται, κατ' αρχήν από την έκθεση αυτοψίας και το συνοδεύον αυτή σχεδιάγραμμα, όπου αποτυπώνονται τα σημεία σύγκρουσης των οχημάτων και τα ίχνη τροχοπεδήσεως. Βάσει αυτών, η πρώτη σύγκρουση, μεταξύ του υπ' αριθμόν κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητου και της υπ' αριθμόν κυκλοφορίας ...
δίκυκλης μοτοσικλέτας, επήλθε στη δεύτερη από δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας, περί τα 7-8 μέτρα όπισθεν των σταθμευμένων λεωφορείων και στο οδόστρωμα υπήρχαν ίχνη τροχοπεδήσεως του ανωτέρω οχήματος μήκους 12 μέτρων. Επίσης, σύμφωνα με το δελτίο ιχνών τροχοπεδήσεως, η ταχύτητα του οχήματος του εναγομένου υπολογίσθηκε περί τα 42 χλμ/ώρα, χωρίς ωστόσο να μπορεί να υπολογισθεί η απορροφηθείσα από τη σύγκρουση ταχύτητα.
Τα ανωτέρω στοιχεία, σε συνδυασμό με την κατάθεση του αυτόπτη μάρτυρος Ν. Κ., η παρουσία του οποίου καταγράφεται στην έκθεση αυτοψίας και για το λόγο αυτό η κατάθεση του κρίνεται αξιόπιστη, που καταθέτει, κατά το στάδιο της ποινικής προδικασίας, επί λέξει "... είδα μία δίκυκλη μοτοσικλέτα στη δεύτερη από δεξιά λωρία κυκλοφορίας να δέχεται ένα χτύπημα στην αριστερή πλευρά από ένα ΙΧΕ αυτοκίνητο το οποίο ακολουθούσε στην ίδια λωρίδα κυκλοφορίας", οδηγούν το Δικαστήριο στην κρίση ότι κατ' αρχήν η σύγκρουση επήλθε τη στιγμή που η μοτοσικλέτα επιχειρούσε ελιγμό, ευρισκόμενη σε λοξή θέση και ότι το όχημα του εναγομένου έβαινε με ταχύτητα περί τα 60 χλμ/ώρα, ήτοι άνω του επιτρεπομένου ορίου.
Σημειωτέον περαιτέρω, ότι κατόπιν μετρήσεως αλκοόλης που πραγματοποιήθηκε στον τόπο του ατυχήματος στον οδηγό του υπ' αριθμόν κυκλοφορίας ... ΙΧΕ οχήματος Ε. Κ., βρέθηκε ποσότητα αλκοόλης εκπνεόμενου αέρα κατά την α' μέτρηση 0,52 ml/lit και κατά τη δεύτερη 0,38ml/ lit, ήτοι άνω του επιτρεπομένου ορίου των 0,25 ml/lit. Ο τελευταίος διατείνεται με την υπό κρίση α' έφεσή του ότι κινούταν παράλληλα με τη μοτοσικλέτα, σε διπλανές λωρίδες κυκλοφορίας και όχι πίσω από αυτή, όταν ο ενάγων επιχείρησε να στρίψει αριστερά και ότι η ταχύτητά του ήταν 42 χλμ/ώρα.
Ο ισχυρισμός αυτός ωστόσο ουδόλως αποδείχθηκε με μόνη την ανωμοτί κατάθεση του ιδίου ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, εφόσον δεν ενισχύεται από κανένα άλλο αποδεικτικό στοιχείο, αντίθετα αναιρείται από τα ανωτέρω δημόσια έγγραφα. Έτσι με βάση τις παραδοχές αυτές, συνυπαίτιοι για την πρόκληση της ένδικης σύγκρουσης, κρίνονται αμφότεροι οι οδηγοί, σε ποσοστό 50% έκαστος, οι οποίοι από αμέλεια μη ενσυνείδητη, δεν κατέβαλαν την επιμέλεια και προσοχή που με βάση τις ατομικές τους ικανότητες, αλλά και του μέσου συνετού οδηγού, μπορούσαν και όφειλαν να καταβάλουν.
Ειδικότερα, ο ενάγων Γ. Σ., ενεργώντας κατά παράβαση των άρθρων 12 παρ. 1, 19 παρ.1, 21 παρ., 1, του Κ.Ο.Κ. επιχείρησε απότομο ελιγμό προς τα αριστερά προκειμένου να εισέλθει στην αριστερή για την πορεία του λωρίδα κυκλοφορίας, δίχως να βεβαιωθεί ότι μπορεί να το πράξει χωρίς κίνδυνο των λοιπών χρηστών της οδού, λαμβάνοντας υπ' όψιν τη θέση, την κατεύθυνση και την ταχύτητα τους και εν προκειμένω του οχήματος του Ε.
Κ. που κινούταν στη λωρίδα αυτή, σε μικρή απόσταση, ανακόπτοντας την πορεία του. Αλλά και ο εναγόμενος Ε. Κ. έβαινε με αυξημένη για τις συνθήκες ταχύτητα, περί τα 60 χλμ/ώρα, καίτοι κινούταν σε κατοικημένη περιοχή, όπου το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας είναι 50 χλμ/ώρα και δεν είχε τον πλήρη έλεγχο του οχήματός του, ενόψει του ότι βρισκόταν και υπό την επίδραση οινοπνεύματος, έστω και σε χαμηλό ποσοστό άνω του επιτρεπομένου, ώστε να μπορεί να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς ανά πάσα στιγμή και να αποφύγει τη σύγκρουση, κατά παράβαση των άρθρων 12 παρ.1, 19 παρ.1 20 ΚΟΚ".
Με την κρίση του όμως αυτή το Εφετείο, ότι δηλαδή στην επέλευση της επίδικης σύγκρουσης των προαναφερθέντων οχημάτων συνέβαλε και συντρέχουσα (συγκλίνουσα) υπαιτιότητα του οδηγού του Ι.Χ. αυτοκινήτου (αναιρεσείοντος), συνισταμένη στο ότι ο οδηγός αυτός έβαινε με αυξημένη ταχύτητα περί τα 60χ/ω αντί του ανώτατου επιτρεπόμενου ορίου των 50χ/ω, καθώς και ότι δεν είχε πλήρη έλεγχο του οχήματός του, διότι βρισκόταν υπό την επίδραση οινοπνεύματος έστω και σε χαμηλό ποσοστό άνω του επιτρεπομένου, ώστε να μπορεί να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς ανά πάσα στιγμή και αποφύγει τη σύγκρουση, παρόλο που δέχεται ότι ο οδηγός του Ι.Χ.
αυτοκινήτου εκινείτο κανονικά εντός της δεύτερης από δεξιά λωρίδας κυκλοφορίας της οδού Μεγάλου Αλεξάνδρου στη Θεσ/νίκη λίγα μέτρα πίσω από τη δίκυκλη μοτοσικλέτα του ενάγοντος (πρώτου αναιρεσιβλήτου), ο οποίος προκειμένου να προσπεράσει τα έμπροσθεν αυτού σταθμευμένα στη στάση λεωφορεία της γραμμής επιχείρησε περί τα 7-8 μέτρα πριν από αυτά απότομο ελιγμό προς τα αριστερά χωρίς να αντιληφθεί το κινούμενο σε απόσταση περί τα 15-20 μέτρα Ι.Χ.
όχημα του αναιρεσείοντος (εναγομένου) προκειμένου να εισέλθει στη δεύτερη από αριστερά για την πορεία λωρίδα κυκλοφορίας, όπου εκείνος εκινείτο, με αποτέλεσμα τη στιγμή που η μοτοσικλέτα επιχειρούσε ελιγμό, ευρισκόμενη σε λοξή θέση, ο αναιρεσείων προσέκρουσε με το εμπρόσθιο μέρος του οχήματός του στο αριστερό οπίσθιο μέρος της μοτοσικλέτας, χωρίς να μπορέσει να ακινητοποιήσει εγκαίρως το όχημά του λόγω της αυξημένης ταχύτητάς του, κατά την υπαγωγή των πιο πάνω περιστατικών, που δέχθηκε, στη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας παραβίασε τους κανόνες που συγκροτούν την έννοια της αμέλειας των άρθρων 914 και 330 εδ.β' ΑΚ.
Και τούτο διότι οι παραπάνω παραβάσεις του ΚΟΚ εκ μέρους του αναιρεσείοντος είναι γεγονότα που καθ' εαυτά δεν είναι ικανά και δεν μπορούν κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων να συντελέσουν στην επέλευση της σύγκρουσης των οχημάτων και τον τραυματισμό του πρώτου αναιρεσιβλήτου, που οδηγούσε τη μοτοσικλέτα και ως εκ τούτου δεν συνδέονται αιτιωδώς με την επέλευση του ζημιογόνου αποτελέσματος, αφού ο αναιρεσείων δεν μπορούσε να προβλέψει την τόσο αιφνίδια και αντικανονική είσοδο της δίκυκλης μοτοσικλέτας στη λωρίδα της κατεύθυνσής του σε χρόνο που λόγω της μικρής απόστασης, η οποία χώριζε τα δύο οχήματα (15-20μ.), δεν είχε τη δυνατότητα να τροχοπεδήσει επιτυχώς ή να ενεργήσει κάποιο αποτελεσματικό αποφευκτικό ελιγμό.
Έτσι εσφαλμένα καταλογίστηκαν οι παραπάνω παραβάσεις του ΚΟΚ ως στοιχεία υπαίτιας συμπεριφοράς του. Επομένως, ο λόγος αναιρέσεως, που εκτιμάται ως αιτίαση μόνο του άρθρου 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος που αφορά τον αναιρεσείοντα, εκκαλούντα κατά της πρωτόδικης απόφασης και εναγόμενο στις από 11-4-2007 (αριθ.
κατ. 5466/2007) και 29-8-2006 (αρ. κατ. 13250/2006) αγωγές της Φ. Γ. και Γ. Σ. αντίστοιχα. Ακολούθως, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση, που χρειάζεται διευκρίνιση, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, διότι είναι δυνατή η συγκρότηση του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (αρθρ. 580 παρ.3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι δύο πρώτοι αναιρεσίβλητοι στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, που δεν κατέθεσε προτάσεις, ο δε αναιρεσείων στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ", που κατέθεσε προτάσεις (αρθρ. 183 ΚΠολΔ).
Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου στον αναιρεσείοντα (άρθρο 495 παρ.4 εδ.ε' ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 1-11-2013 αίτηση για αναίρεση της 4313/2013 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσ/νίκης ως προς το αναιρεσίβλητο "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ". Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του εν λόγω αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Αναιρεί εν μέρει την ανωτέρω απόφαση ως προς τους λοιπούς αναιρεσιβλήτους, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος, για περαιτέρω εκδίκαση στο ανωτέρω δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Και
Καταδικάζει τους δύο πρώτους αναιρεσιβλήτους στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες (2.000) ευρώ.
Διατάζει να επιστραφεί στον αναιρεσείοντα το παράβολο με αριθμό διπλοτύπου 4187645/2013.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Φεβρουαρίου 2014.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 7 Μαρτίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ