Supreme Court dismisses appeal on promotion dispute where employee's clear superiority over promoted colleagues outweighs fewer proposed superiors.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against the Athens Court of Appeal's decision regarding a civil servant's promotion dispute. The employee argued that other non-promoted colleagues were superior, but the court found his clear superiority over the five promoted colleagues legally decisive. Consequently, the court ruled the employer's defense of fewer superior candidates was irrelevant and the appeal lacked legal basis.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1) and 559(19) of the Code of Civil Procedure; The defense of superior non-promoted colleagues is inadmissible when the applicant's superiority over promoted colleagues is clear and the number of proposed superiors is fewer than the number of promoted colleagues.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 557 / 2011 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:
Παράλειψη προαγωγής. Ορθή εφαρμογή ΑΚ 281 και διατάξεων Οργανισμού ΑΤΕ και επαρκής αιτιολογία ως προς καταφανή υπεροχή του υπαλλήλου έναντι των προαχθέντων συναδέλφων του. Διακωλυτική ένσταση. Είναι αβάσιμη, ως αλυσιτελής, όταν οι προτεινόμενοι από τον εργοδότη ως υπερέχοντες είναι ολιγότεροι εκείνων, έναντι των οποίων ο υπάλληλος υπερέχει καταφανώς. Απορρίπτει την αίτηση.
Αριθμός 557/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2 Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Αθηναίο, Σαράντη Δρινέα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Νικόλαο Τρούσα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 18η Ιανουαρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Καραβέλη, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
ΤΗΣ ΑΝΑΙΡΕΣΕΙΟΥΣΑΣ: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ" και το διακριτικό τίτλο "ΑΤΕbank", όπως εκπροσωπείται νομίμως, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Γεωργίου Πήτα.
ΤΟΥ ΑΝΑΙΡΕΣΙΒΛΗΤΟΥ: Τ.- Ε. Π. του Χ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Αντωνίου Ρουπακιώτη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-5-2007 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Επί της αγωγής εκδόθηκε η 1048/2008 απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 2406/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20-10-2009 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώθηκε. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Χριστόφορος Κοσμίδης, ανέγνωσε την από 27-12-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως για αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψη αυτής, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
ΕΠΕΙΔΗ, ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας εφάρμοσε κανόνα ουσιαστικού δικαίου μη εφαρμοστέο ή παρέλειψε την εφαρμογή του εφαρμοστέου ή προσέδωσε στον κανόνα που εφάρμοσε έννοια διαφορετική από εκείνη που έχει. Ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση, πράγμα που συμβαίνει σε περίπτωση κατά την οποία στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού είτε δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά, είτε τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του κανόνα δικαίου για την κατάφαση της απαγγελθείσας έννομης συνέπειας ή την άρνησή της, είτε αυτά αντιφάσκουν μεταξύ τους (ΟλΑΠ 1/1999).
Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 100 παρ. 1-4, 101, 102 παρ.1, 104 παρ.1, 106 και 107 του Οργανισμού της αναιρεσείουσας Τράπεζας, που καταρτίσθηκε κατ` εξουσιοδότηση του άρθρου 1 του Α.Ν. 430/1968, εγκρίθηκε με την υπ` αριθ. 226698/6-3-1973 απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας, δημοσιεύθηκε στο υπ` αριθ. 389 ΦΕΚ Β' της 2-4-1973, κυρώθηκε με το Ν.Δ. 213/1973 και έχει ισχύ ουσιαστικού νόμου (ΟλΑΠ 851/1981), προκύπτει ότι οι προαγωγές στο βαθμό του υποδιευθυντή γίνονται κατ` απόλυτη εκλογή για την κάλυψη κενών οργανικών θέσεων και εφόσον οι υποψήφιοι για προαγωγή έχουν συμπληρώσει στον κατεχόμενο κατώτερο βαθμό (του τμηματάρχη Α') τρία έτη υπηρεσίας και έχουν τα απαιτούμενα για τον ανώτερο βαθμό τυπικά και ουσιαστικά προσόντα.
Οι προαγωγές αυτές γίνονται με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της Τράπεζας, ως αρμοδίου υπηρεσιακού οργάνου αυτής, που αποφαίνεται κατόπιν προτάσεως του Διοικητή της, αφού λάβει υπόψη α) τα στοιχεία του ατομικού φακέλου του κρινομένου υπαλλήλου, που αφορούν στο χαρακτήρα, το ήθος, τα τυπικά επιστημονικά και επαγγελματικά προσόντα αυτού, τις ηθικές αμοιβές και τις εκθέσεις των προϊσταμένων του, την επιτυχή μετεκπαίδευσή του, τα φύλλα ποιότητας, την άσκηση υπεύθυνων καθηκόντων, καθώς και το χρόνο της πραγματικής υπηρεσίας του, β) τα στοιχεία του πειθαρχικού φακέλου, γ) την προσωπική γνώση ή ασφαλείς πληροφορίες των μελών του [Διοικητικού Συμβουλίου], που διατυπώνονται ρητώς και λεπτομερώς στο πρακτικό και δ) κάθε γενικά χρήσιμο κατά την κρίση του στοιχείο ή έγγραφο.
Ως προακτέος κατ` απόλυτη εκλογή χαρακτηρίζεται εκείνος που διακρίθηκε μεταξύ των συναδέλφων του για το χαρακτήρα και το ήθος και επέδειξε σε πολύ υψηλό βαθμό διοικητική δεξιότητα και υπηρεσιακή ικανότητα, έκτακτη δραστηριότητα και αφοσίωση στο καθήκον και πρόσφερε με την πρωτοβουλία, την ετοιμότητα και το ζήλο του εξαιρετικές υπηρεσίες.
Η εν λόγω κρίση του Διοικητικού Συμβουλίου υπόκειται στον έλεγχο των πολιτικών δικαστηρίων μόνο για κατάχρηση δικαιώματος (ΑΚ 281), η οποία υπάρχει όταν κατά προφανή υπέρβαση των αρχών της καλής πίστης παραλείφθηκε η προαγωγή υπαλλήλου, που υπερείχε καταφανώς έναντι των συναδέλφων του, οι οποίοι προήχθησαν.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, δέχθηκε τα εξής ουσιώδη: Ο αναιρεσίβλητος έχει πτυχίο του Τμήματος διοίκησης επιχειρήσεων του Πανεπιστημίου Πειραιά και μεταπτυχιακό τίτλο (master) του Wagner College της Νέας Υόρκης ΗΠΑ, στα χρηματοοικονομικά και το μάρκετινγκ.
Γνωρίζει άριστα την αγγλική γλώσσα. Προσλήφθηκε στην υπηρεσία της αναιρεσείουσας την 6-3-1985, με βαθμό ανώτερο του εισαγωγικού, κατόπιν επιλογής λόγω των προσόντων του και, αφού εξελίχθηκε βαθμολογικά, ονομάσθηκε Τμηματάρχης Α' από 30-11-1993. Κατά τη διάρκεια της καριέρας του παρακολούθησε ένδεκα (11) σεμινάρια επιμόρφωσης συνολικής διάρκειας 287 ωρών (αναφέρονται ένα προς ένα στην προσβαλλόμενη απόφαση), ενώ παράλληλα, κατά το διάστημα των ετών 1991 ως 1996, υπήρξε ο ίδιος εισηγητής σε σεμινάρια επιμόρφωσης του προσωπικού της αναιρεσείουσας.
Από το έτος 1991 και μετέπειτα άσκησε υπεύθυνα καθήκοντα, αρχικά, ως αναπληρωτής προϊστάμενος και, κατόπιν, ως προϊστάμενος διαφόρων Τμημάτων της κεντρικής υπηρεσίας της αναιρεσείουσας στην Αθήνα (προσδιορίζονται στην προσβαλλόμενη απόφαση). Κατά καιρούς, διετέλεσε μέλος σε 28 επιτροπές ή ομάδες εργασίας που λειτούργησαν στο πλαίσιο δραστηριότητας της αναιρεσείουσας (προσδιορίζονται, επίσης).
Στα φύλλα ποιότητας της επιθεώρησής του από τότε που έχει το βαθμό του Τμηματάρχη Α' χαρακτηρίζεται πάντοτε ως άριστος, με βαθμολογία που κυμαίνεται από 393 έως 400 μονάδες (που είναι το ανώτατο όριο). Οι κριτές του τον χαρακτηρίζουν ως "εξαίρετο στέλεχος, με άριστη επιστημονική κατάρτιση και υπηρεσιακή συγκρότηση, εξαίρετο ήθος, μεγάλο υπηρεσιακό ενδιαφέρον, δυνάμενο να ασκήσει με επιτυχία καθήκοντα στον ανώτερο βαθμό".
Στις προαγωγικές κρίσεις της 11-4-2005 για το βαθμό του Υποδιευθυντή, το Διοικητικό Συμβούλιο της αναιρεσείουσας παρέλειψε να προαγάγει τον αναιρεσίβλητο, ενώ προήγαγε πέντε (5) άλλους, προτεινόμενους με την αγωγή προς σύγκριση, συναδέλφους του. Εξ αυτών, ο Δ. Κ. έχει πτυχίο της ΠΑΣΠΕ, γνωρίζει μέτρια την αγγλική γλώσσα, προσλήφθηκε την 1-4-1974, ονομάσθηκε Τμηματάρχης Α' από 1-5-1988, κατά τη διάρκεια της καριέρας του παρακολούθησε ένα (1) σεμινάριο επιμόρφωσης, άσκησε υπεύθυνα καθήκοντα, αρχικά, ως αναπληρωτής προϊστάμενος θυρίδας και, κατόπιν, ως προϊστάμενος διαφόρων Τμημάτων του καταστήματος της αναιρεσείουσας στην Αθήνα, στα φύλλα ποιότητας της επιθεώρησής του από τότε που έχει το βαθμό του Τμηματάρχη Α' χαρακτηρίζεται πάντοτε ως άριστος, με βαθμολογία που κυμαίνεται από 372 έως 396 μονάδες, αλλά το 1989 του έγινε "σύσταση" και το 1996 "παρατήρηση" για αντίστοιχες παραβάσεις των εγκυκλίων διαταγών κατά την άσκηση των καθηκόντων του (προσδιορίζονται στην προσβαλλόμενη απόφαση).
Εκ των προς σύγκριση, ο Κ. Ξ. έχει πτυχίο της ΑΣΟΕΕ, γνωρίζει μέτρια την αγγλική γλώσσα, προσλήφθηκε την 19-3-1979, ονομάσθηκε Τμηματάρχης Α' από 24-7-1992, κατά τη διάρκεια της καριέρας του παρακολούθησε δέκα (10) σεμινάρια επιμόρφωσης, άσκησε υπεύθυνα καθήκοντα ως προϊστάμενος διαφόρων Τμημάτων υποκαταστημάτων της αναιρεσείουσας στη Λαμία και την ευρύτερη περιοχή της, στα φύλλα ποιότητας της επιθεώρησής του από τότε που έχει το βαθμό του Τμηματάρχη Α' χαρακτηρίζεται ως λίαν επαρκής και άριστος, με βαθμολογία που κυμαίνεται από 361 έως 384 μονάδες, αλλά το 1997 τιμωρήθηκε με πρόστιμο στέρησης αποδοχών ενός 15νθημέρου, για σοβαρές παραλείψεις κατά την άσκηση των καθηκόντων του (προσδιορίζονται στην προσβαλλόμενη απόφαση) και κατά το χρονικό διάστημα των ετών 1996 ως 2001, με μικρή διακοπή, δεν πρόσφερε υπηρεσίες στην αναιρεσείουσα, διότι ήταν αποσπασμένος, διαδοχικά, στο πολιτικό γραφείο βουλευτή και στο γραφείο του οικείου νομάρχη.
Εκ των προς σύγκριση, ο Ν. Σ. έχει απολυτήριο Λυκείου, γνωρίζει στοιχειωδώς την αγγλική γλώσσα, προσλήφθηκε την 20-10-1975, ονομάσθηκε Τμηματάρχης Α' από 28-6-1995, κατά τη διάρκεια της καριέρας του παρακολούθησε έξι (6) σεμινάρια επιμόρφωσης, άσκησε υπεύθυνα καθήκοντα ως προϊστάμενος διαφόρων Τμημάτων υποκαταστημάτων της αναιρεσείουσας στη Βέροια και την ευρύτερη περιοχή της, στα φύλλα ποιότητας της επιθεώρησής του από τότε που έχει το βαθμό του Τμηματάρχη Α' χαρακτηρίζεται ως άριστος, με βαθμολογία που κυμαίνεται από 387 έως 391 μονάδες, αλλά το 1980 του έγινε "αυστηρή παρατήρηση", για παραλείψεις κατά την άσκηση των καθηκόντων του.
Εκ των προς σύγκριση, ο Ν. Χ. έχει απολυτήριο Λυκείου, δεν γνωρίζει ξένη γλώσσα, προσλήφθηκε την 12-3-1971, ονομάσθηκε Τμηματάρχης Α' από 1-5-1991, κατά τη διάρκεια της καριέρας του παρακολούθησε οκτώ (8) σεμινάρια επιμόρφωσης, άσκησε υπεύθυνα καθήκοντα ως διαχειριστής Ταμείου του υποκαταστήματος της αναιρεσείουσας στο Αρκαλοχώρι Κρήτης και στα φύλλα ποιότητας της επιθεώρησής του από τότε που έχει το βαθμό του Τμηματάρχη Α' χαρακτηρίζεται ως λίαν επαρκής, με βαθμολογία που κυμαίνεται από 357 έως 362 μονάδες.
Εκ των προς σύγκριση, ο Γ. Β. έχει πτυχίο της ΑΣΟΕΕ, δεν γνωρίζει ξένη γλώσσα, προσλήφθηκε την 1-7-1979, ονομάσθηκε Τμηματάρχης Α' από 28-6-1994, κατά τη διάρκεια της καριέρας του παρακολούθησε ένδεκα (11) σεμινάρια επιμόρφωσης, άσκησε υπεύθυνα καθήκοντα ως υποδιευθυντής και διευθυντής διαφόρων υποκαταστημάτων της αναιρεσείουσας στην ευρύτερη περιοχή της Θεσσαλίας και στα φύλλα ποιότητας της επιθεώρησής του από τότε που έχει το βαθμό του Τμηματάρχη Α' χαρακτηρίζεται ως άριστος, με βαθμολογία που κυμαίνεται από 383 έως 395 μονάδες.
Ύστερα από τις ως άνω παραδοχές, το Εφετείο έκρινε ότι με βάση τα προαναφερθέντα συγκριτικά στοιχεία ο αναιρεσίβλητος, κατά τις κρίσεις της 11-4-2005, υπερείχε καταφανώς σε σύγκριση με τους ως άνω προαχθέντες συναδέλφους του, διότι α) εκτός από το πτυχίο ανωτάτης σχολής, που διαθέτει, έχει, επί πλέον, μεταπτυχιακό δίπλωμα σε αντικείμενο σχετικό με την υπηρεσία του, ενώ οι Δ.
Κ., Κ. Ξ. και Γ. Β. έχουν μόνο πτυχίο ανωτάτης σχολής και οι Ν. Σ. και Ν. Χ. μόνο απολυτήριο Λυκείου, β) έχει άριστη γνώση της αγγλικής γλώσσας, ενώ οι Δ. Κ., Κ. Ξ. και Ν. Σ. έχουν μέτρια ή στοιχειώδη γνώση και οι Γ. Β. και Ν. Χ. ουδεμία γνώση, γ) έχει παρακολουθήσει περισσότερα σεμινάρια επιμόρφωσης από τους άλλους και διετέλεσε ο ίδιος επιμορφωτής, δ) έχει συγκεντρώσει στα φύλα ποιότητας υψηλότερη βαθμολογία από όλους τους άλλους, ε) έχει ασκήσει υπεύθυνα καθήκοντα σε σημαντικές θέσεις της κεντρικής υπηρεσίας, ενώ οι άλλοι άσκησαν τέτοια καθήκοντα σε θέσεις των περιφερειακών καταστημάτων και στ) επέδειξε ενδιαφέρον για την υπηρεσία της αναιρεσείουσας με τη συμμετοχή του σε πολλές ομάδες εργασίας και επιτροπές, χωρίς ποτέ να απασχολήσει τα πειθαρχικά όργανα αυτής, ενώ οι Δ.
Κ., Κ. Ξ. και Ν. Σ. έχουν ελεγχθεί πειθαρχικά και, πέραν αυτού, ο δεύτερος έλειψε από την υπηρεσία της αναιρεσείουσας για μια πενταετία περίπου. Και ότι η υστέρηση του αναιρεσίβλητου στη γενική αρχαιότητα, έναντι πάντων των προς σύγκριση συναδέλφων του και στην ειδική αρχαιότητα, έναντι των Δ. Κ., Κ. Ξ. και Ν.
Χ. δεν θεωρείται αποφασιστικό κριτήριο εν προκειμένω, διότι η προαγωγή γίνεται κατ' απόλυτη εκλογή και όχι κατ' αρχαιότητα. Κατόπιν των ανωτέρω, το Εφετείο έκρινε ότι η με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου άσκηση του δικαιώματος της αναιρεσείουσας, να προαγάγει στο βαθμό του Υποδιευθυντή τους ως άνω πέντε (5) συναδέλφους του αναιρεσίβλητου και να παραλείψει αυτόν τον ίδιο, υπερέβαινε προφανώς τα όρια που επιβάλλονται από την καλή πίστη και τον οικονομικό σκοπό του διευθυντικού δικαιώματος αυτής, με συνέπεια να είναι καταχρηστική και απαγορευμένη (ΑΚ 281).
Στη συνέχεια, αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη 1048/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε δεχθεί το δικαίωμα προαγωγής του αναιρεσίβλητου από προηγούμενο χρόνο (19-12-2003), δίκασε εκ νέου την αγωγή και έκρινε ότι έπρεπε να προαχθεί αυτός από 11-4-2005, αντί οποιουδήποτε από τους προς σύγκριση συναδέλφους του.
Με την κρίση αυτή, το Εφετείο δεν παραβίασε τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, ενώ διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ήτοι για την κατάδηλη υπεροχή του αναιρεσίβλητου έναντι των ως άνω προαχθέντων συναδέλφων του και την εντεύθεν καταχρηστική άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος της αναιρεσείουσας κατά τη διενέργεια των προαγωγών με παράλειψή του.
Ειδικότερα, το Εφετείο στάθμισε όλα τα προς σύγκριση πρόσφορα στοιχεία για τον καθένα από τους κρινόμενους και εκ του συνδυασμού απάντων κατέληξε στο πόρισμά του. Ως προέχοντα στοιχεία υπεροχής του αναιρεσίβλητου έναντι πάντων των προς σύγκριση συναδέλφων του αξιολόγησε το μεταπτυχιακό τίτλο σπουδών, τη γλωσσομάθειά του και τη βαθμολογία του στα φύλλα ποιότητας.
Στα στοιχεία αυτά το Εφετείο προσέθεσε τον αριθμό των επιμορφωτικών σεμιναρίων που ο αναιρεσίβλητος παρακολούθησε, την ικανότητά του να είναι και ο ίδιος εισηγητής σε σεμινάρια επιμόρφωσης, την άσκηση υπευθύνων καθηκόντων στην κεντρική υπηρεσία, την ικανότητά του να συμμετέχει σε επιτροπές και ομάδες εργασίας και την απουσία πειθαρχικών ποινών.
Τα στοιχεία αυτά δεν αξιολογήθηκαν αυτοτελώς, αλλά σε συνδυασμό με όλα τα υπόλοιπα και μεταξύ τους. Και από τη σύγκριση και στάθμιση όλων αυτών, που λεπτομερώς παρατίθεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, εξήχθη το πόρισμα περί του ότι η υπεροχή του αναιρεσίβλητου ήταν κατάδηλη. Επομένως, το Εφετείο εφάρμοσε ορθά τις ως άνω ουσιαστικές διατάξεις και διέλαβε στην απόφασή του πλήρη και άνευ αντιφάσεων αιτιολογία, γι` αυτό οι πρώτος, δεύτερος, τρίτος και τέταρτος λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα και προσάπτονται οι αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ.1 και 19 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι.
ΕΠΕΙΔΗ, επί αγωγής αναγνωρίσεως του δικαιώματος προς προαγωγή στον ανώτερο από τον κατεχόμενο βαθμό, στον οποίο ο ενάγων υπάλληλος, κατά παράβαση διατάξεων ουσιαστικού νόμου, έχει παραλειφθεί να προαχθεί κατά τις διενεργηθείσες από τα όργανα του εναγομένου εργοδότη προαγωγές του προσωπικού αυτού, ο τελευταίος μπορεί να προτείνει νομίμως τον ισχυρισμό ότι άλλος ή άλλοι υπάλληλοι, επίσης μη προαχθέντες, υπερείχαν έναντι του ενάγοντος, αντί του οποίου θα είχαν προαχθεί, αν δεν είχαν προαχθεί οι αναφερόμενοι στην αγωγή συνάδελφοί του. Ο ισχυρισμός αυτός συνιστά ένσταση διακωλυτική του δικαιώματος προαγωγής που ασκείται με την αγωγή (ΑΚ 281, 297, 298, 914). Η ευδοκίμηση, όμως, της ενστάσεως προϋποθέτει άρση της αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της κατάδηλης υπεροχής του ενάγοντος έναντι των προαχθέντων συναδέλφων του και της προαγωγής αυτού, η οποία δεν επέρχεται όταν οι εκ μέρους του ενιστάμενου εργοδότη προτεινόμενοι προς σύγκριση υπάλληλοι είναι λιγότεροι από εκείνους, οι οποίοι αναφέρονται στην αγωγή και έναντι των οποίων διαπιστώνεται ότι ο ενάγων υπερτερεί καταφανώς. Σε μια τέτοια περίπτωση, η ένσταση καθίσταται αλυσιτελής και ως εκ τούτου απορρίπτεται ως αβάσιμη.
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο απέρριψε ως αλυσιτελή τον εκ μέρους της αναιρεσείουσας προβληθέντα ισχυρισμό ότι, ακόμη και αν ο αναιρεσίβλητος υπερτερεί καταφανώς έναντι των εκ μέρους αυτού προτεινόμενων προς σύγκριση πέντε (5) συναδέλφων του, αντί αυτών θα είχαν προαχθεί οι παραλειφθέντες, επίσης, Α. Γ. - Ε. και Σ. Χ., οι οποίοι υπερείχαν σε σχέση με τον αναιρεσίβλητο, που και πάλι δεν θα είχε προαχθεί. Με την κρίση αυτή, το Εφετείο εφάρμοσε ορθά τις διατάξεις που αναφέρθηκαν, διότι δέχθηκε ότι ο αναιρεσίβλητος υπερτερούσε καταφανώς έναντι πέντε (5) συναδέλφων του, οπότε, ακόμη και αν ήθελε γίνει δεκτό ότι οι εκ μέρους της αναιρεσείουσας προταθέντες προς σύγκριση δύο (2) άλλοι υπάλληλοι υπερτερούσαν απλώς και ήθελαν προαχθεί έναντι αυτού, πάλι θα υπήρχαν τρεις (3) κενές οργανικές θέσεις σε μια από τις οποίες θα έπρεπε να προαχθεί ο αναιρεσίβλητος. Επομένως, ο πέμπτος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την αίτηση για αναίρεση της 2406/2009 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. -Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα να πληρώσει στον αναιρεσίβλητο χίλια εκατό (1.100) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 21η Φεβρουαρίου 2011. -Και
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 12η Απριλίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ