Legislator Case Law & Legislation
556/2024 AI generated

Supreme Court annuls lower court decision for failing to apply mandatory lawyer fee scales in expropriation cases.

Case Number 556/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court annulled the Third Instance Court of Piraeus decision regarding expropriation compensation and remanded the case for retrial. The lower court incorrectly set the lawyer's fee at 0.75% instead of the legally required 3% for cases exceeding 200,000 euros. The Court ruled that the lower court violated substantive law by ignoring the mandatory fee scales of the Lawyers' Code and failed to provide sufficient reasoning for its decision.

Legislator headnote

AI generated

Articles 58, 63, 68, 69 of the Lawyers' Code; Article 18 of the Expropriation Code: The court must strictly apply the statutory fee scales for legal representation in expropriation proceedings, and a failure to do so constitutes a violation of substantive law requiring the annulment of the contested judgment.

Keywords

AI generated
expropriation compensation lawyer fee scales mandatory fee application substantive law violation annulment of judgment legal representation costs expropriation proceedings

Cited Legislation

AI generated
Article 58 of the Lawyers' Code
Article 63 paragraph 1 item b of the Lawyers' Code
Article 68 paragraph 1 of the Lawyers' Code
Article 69 paragraph 3 of the Lawyers' Code
Article 18 paragraph 4 item g of the Expropriation Code
Article 564 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 11 of the Law on the Code of Laws of the State
Article 559 paragraphs 1 and 19 of the Code of Civil Procedure
Article 580 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 176, 183, 189 and 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 22 paragraph 1 of Law 3693/1957
Article 5 paragraph 12 of Law 1738/1987

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 556 / 2024 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 556/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Αλεξάνδρα Αποστολάκη και Σταύρο Μάλαινο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Μαρτίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τους Υπουργούς Οικονομικών και Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων, που κατοικοεδρεύουν στην Αθήνα και εν προκειμένω και από τον Γενικό Γραμματέα Αποκεντρωμένης Διοίκησης Αττικής, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Όλγα Παπαχρήστου, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Του αναιρεσιβλήτου: Κ. Μ. του Ι., κατοίκου ... Αττικής, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Χατζηιωάννου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-10-2016 αίτηση καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης απαλλοτρίωσης του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Εφετείο Πειραιώς και συνεκδικάστηκε με την ασκηθείσα διά των από 10-2-2017 προτάσεων ανταίτηση του ήδη αναιρεσιβλήτου.

Εκδόθηκε η 196/2017 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς, την αναίρεση της οποίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 24-8-2017 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Σταύρο Μάλαινο, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη, από 24-8-2017 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 680/73/13-9-2017), αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 196/2017 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πειραιά, η οποία εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία του Ν. 2882/2001 - Κώδικα Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων (ΚΑΑΑ), ασκήθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως, καθόσον, από τα στοιχεία του φακέλου της δικογραφίας, προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση επιδόθηκε στο αναιρεσείον, όπως δεν αμφισβητείται, την 1-6-2017, ενώ η κρινομένη αίτηση ασκήθηκε στις 13-9-2017, ήτοι εντός της προθεσμίας των 30 ημερών, κατ' άρθρον 564 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., από την επίδοσή της, δοθέντος ότι κατά το άρθρο 11 του Ν.Δ.

της 26-6/10-7-1944 "Περί Κώδικος των νόμων περί δικών του Δημοσίου", όπως η διάταξη αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 του Ν. 3514/2006,: "Σε όλες τις δίκες του Δημοσίου, κατά τη διάρκεια των δικαστικών διακοπών, ουδεμία απολύτως τρέχει προθεσμία είτε εις βάρος του Δημοσίου είτε εις βάρος των άλλων διαδίκων, ούτε για την υπό τούτων ως τρίτων άσκηση δηλώσεων ούτε για την έγερση αγωγών, παρεμβάσεων και προσεπικλήσεων ούτε τέλος για την άσκηση οποιουδήποτε ενδίκου μέσου ή εξέταση μαρτύρων.

Κάθε προθεσμία, η οποία έχει αρχίσει προ των διακοπών, καθώς και η εξέταση των μαρτύρων αναστέλλονται κατά τη διάρκεια των διακοπών" (Α.Π. 486/2016, Α.Π. 218/2016) και, επομένως, η προθεσμία, η οποία άρχισε από την επομένη της επιδόσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως (1-7-2017) ανεστάλη καθ' όλη τη διάρκεια των δικαστικών διακοπών, δηλαδή, από, 1 Ιουλίου έως 15 Σεπτεμβρίου (άρθρο 11 παρ. 2 του Ν. 1756/1988, που ίσχυε κατά το χρόνο κατάθεσης της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως).

Συνεπώς, είναι παραδεκτή (άρθρα 552, 553, 556, 558, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 του Κ.Πολ.Δ.).

Από την κατ' άρθρον 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτει ότι η, ως άνω, προσβαλλόμενη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιά αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Πειραιά ασκήθηκε η από 6-10-2016 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 67/121/7-10-2016) αίτηση του ήδη αναιρεσείοντος κατά του καθού η αίτηση και ήδη αναιρεσιβλήτου, για καθορισμό οριστικής τιμής μονάδας απαλλοτριώσεως ακινήτου, ιδιοκτησίας του τελευταίου, εκτάσεως 765,45 τετραγωνικών μέτρων, που βρίσκεται στον Δήμο Πειραιά, η οποία απαλλοτριώθηκε αναγκαστικώς, λόγω ρυμοτομίας, με υπόχρεο αποζημιώσεως το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο. Επίσης, ενώπιον του ιδίου, ως άνω, Δικαστηρίου, ασκήθηκε, με τις έγγραφες προτάσεις, η από 10-2-2017 ανταίτηση του ήδη αναιρεσιβλήτου για καθορισμό οριστικής τιμής μονάδος απαλλοτριώσεως, που αφορούσε το ίδιο, ως άνω, απαλλοτριωθέν ακίνητο. Επί των αιτήσεων αυτών, οι οποίες συνεκδικάστηκαν, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη, υπ' αριθμ. 196/2017, απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιά, με την οποία απορρίφθηκε η αίτηση του ήδη αναιρεσείοντος, έγινε εν μέρει δεκτή η ανταίτηση του ήδη αναιρεσιβλήτου και καθορίστηκε η οριστική τιμή μονάδας απαλλοτριώσεως για την απαλλοτριούμενη έκταση στο ποσό των 600 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11, περ. γ' του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338 έως 340 του Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι, το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπ' όψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, για την απόδειξη και ανταπόδειξη ισχυρισμού, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Έτσι, ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπ' όψη του υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτώς επικαλέστηκε ο αναιρεσείων και νομίμως προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους (Α.Π. 781/2022, Α.Π. 344/2020, Α.Π. 620/2019, Α.Π. 1169/2019, Α.Π. 222/2008, Α.Π. 70/2008), προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών, δηλαδή νόμιμων ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.

Α.Π. 42/2002), διαμορφώνοντας το διατακτικό της αποφάσεως, το οποίο θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη (Α.Π. 781/2022, Α.Π. 781/2020, Α.Π. 1169/2019, Α.Π. 1/2018, Α.Π. 1874/2008), εφόσον, βεβαίως, προτάθηκαν παραδεκτώς στο Δικαστήριο της ουσίας, πρωτοβάθμιο ή δευτεροβάθμιο (Α.Π. 781/2022, Α.Π. 1126/2020). Ωστόσο, δεν επιβάλλεται από κάποια διάταξη να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, αλλά αρκεί να καθίσταται απολύτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της αποφάσεως, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που προσκομίστηκαν μετ' επικλήσεως από τους διαδίκους.

Ο ανωτέρω λόγος απορρίπτεται ως κατ' ουσίαν αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την απόφαση, ότι λήφθηκαν υπ' όψιν όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν και των οποίων έγινε επίκληση, αρκεί δε προς τούτο η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κ.λπ.), χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολογήσεως καθενός (Ολ.

Α.Π. 2/2008, Α.Π. 781/2022) και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη (Α.Π. 781/2022, Α.Π. 1126/2020, Α.Π. 1167/2019). Μη λήψη υπ' όψη, πάντως, δεν συνάγεται από μόνο το γεγονός, ότι μνημονεύονται στην απόφαση ορισμένα μόνο από τα προσκομισθέντα με επίκληση αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου (Α.Π. 781/2022, Α.Π. 1167/2019, Α.Π. 798/2010, Α.Π. 22/2005), όχι, όμως και τα επίδικα (Α.Π. 781/2022, Α.Π. 781/2020, Α.Π. 427/2020, Α.Π. 345/2020, Α.Π. 1167/2019).

Δεν αποκλείεται, βεβαίως, το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύσει και να εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί για τον αναιρετικό έλεγχο να προκύπτει με βεβαιότητα το ότι από τη γενική, κατ' είδος αναφορά στα αποδεικτικά μέσα, καθίσταται βέβαιο ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που υποβλήθηκαν στην κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, χωρίς να παραληφθεί κανένα (Ολ.

Α.Π. 8/2016, Α.Π. 781/2022, Α.Π. 1126/2020). Για να ιδρυθεί ο ανωτέρω λόγος, αρκεί, παρά τη βεβαίωση του δικαστηρίου ότι λήφθηκαν υπ' όψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, να καταλείπονται, με βάση το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης αποφάσεως, αμφιβολίες για το αν το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο λήφθηκε υπ' όψη και συνεκτιμήθηκε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις για το σχηματισμό δικανικής πεποιθήσεως επί ενός ουσιώδους ισχυρισμού (Ολ.

Α.Π. 2/2008, Α.Π. 781/2022, Α.Π. 1126/2020, Α.Π. 1034/2020, Α.Π. 412/2019, Α.Π. 705/2019). Εξάλλου, ο ίδιος λόγος, όσον αφορά την προβαλλόμενη αιτίαση, ότι από τα εν λόγω αποδεικτικά μέσα και έγγραφα συνάγεται αντίθετο πόρισμα, από εκείνο που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ή ότι το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα, που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), διότι με την αιτίαση αυτή πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (Α.Π. 781/2022, Α.Π. 1110/2020, Α.Π. 75/2016, Α.Π. 100/2007).

Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση από το άρθρο 559 αριθμ. 11 περ. γ' του Κ.Πολ.Δ., ότι από την προσβαλλόμενη απόφαση δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι το Εφετείο έλαβε υπ' όψη του το, προσαχθέν μετ' επικλήσεως από το αναιρεσείον ενώπιόν του, υπ' αριθμ. πρωτ. 10../27-9-2016 έγγραφο της Περιφερειακής Διευθύνσεως Δημόσιας Περιουσίας Αττικής - Τμήμα Απαλλοτριώσεων, από το οποίο προκύπτει ότι, κατόπιν αναπροσαρμογής των αντικειμενικών αξιών των ακινήτων με την με αριθμό ΠΟΛ 1009/18-1-2016 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών (ΦΕΚ Β' 48/20-1-2016), η αντικειμενική αξία του επιδίκου ανέρχεται σε 314,05 ευρώ/τ.μ., με το συνημμένο σε αυτήν, από 26-9-2016, φύλλο υπολογισμού αξίας ακινήτου, που αναφέρει ως τιμή ζώνης 900.

Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως (άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ) προκύπτει ότι: το Εφετείο, σχετικώς με το λόγο αυτό, εκθέτει τα ακόλουθα: "Από την εκτίμηση των ένορκων καταθέσεων στο ακροατήριο ... όλων ανεξαιρέτως των εγγράφων που παραδεκτά προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, αποδεικνύονται τα ακόλουθα: "...

Η αντικειμενική αξία του ρυμοτομουμένου ακινήτου και του απαλλοτριούμενου τμήματος αυτού ανέρχεται σε 444,68 ευρώ ανά τ.μ. και η αιτούμενη από Δημόσιο ως τιμή στο 70% αυτής ήτοι σε 311,28 ευρώ ανά τ.μ.". Παρά τη γενική αναφορά στην προσβαλλομένη απόφαση ότι ελήφθησαν υπ' όψη όλα τα έγγραφα, που οι διάδικοι προσκόμισαν μετ' επικλήσεως, δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο, έλαβε υπ' όψη και το προαναφερθέν έγγραφο, που προσκόμισε το αναιρεσείον ενώπιόν του και επικαλέστηκε με τις από 16-2-2017 προτάσεις του.

Το Εφετείο έλαβε υπ' όψη του μόνο το υπ' αριθμ. πρωτ. 7…/23-10-2014 έγγραφο, στο οποίο αναφέρεται η αντικειμενική αξία του απαλλοτριωθέντος ακινήτου, ανερχόμενη σε 444,68 ευρώ/τ.μ., με Τιμή Ζώνης 1.050 στο φύλλο υπολογισμού, που αφορά στον μη κρίσιμο χρόνο του καθορισμού της προσωρινής τιμής μονάδος, ενώ δεν προκύπτει ότι έλαβε υπ' όψη του το, κρίσιμο για το χρόνο υπολογισμού της οριστικής τιμής μονάδος, προαναφερθέν και προσκομισθέν έγγραφο, ήτοι το υπ' αριθμ.

πρωτ. 1…/27-9-2016 έγγραφο της Περιφερειακής Διευθύνσεως Δημόσιας Περιουσίας Αττικής - Τμήμα Απαλλοτριώσεων, από το οποίο προκύπτει ότι, κατόπιν αναπροσαρμογής των αντικειμενικών αξιών των ακινήτων με την με αριθμό ΠΟΛ 1009/18-1-2016 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών (ΦΕΚ Β' 48/20-1-2016), η αντικειμενική αξία του απαλλοτριωθέντος επιδίκου ακινήτου ανέρχεται σε 314,05 ευρώ/τ.μ., με το συνημμένο σε αυτήν, από 26-9-2016, φύλλο υπολογισμού αξίας ακινήτου, που αναφέρει ως τιμή ζώνης 900.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να γίνει δεκτός ο πρώτος λόγος αναιρέσεως ως βάσιμος κατ' ουσίαν.

Κατά το άρθρο 17 παρ. 2 του Συντάγματος, όπως ισχύει μετά την αναθεώρησή του, "Κανένας δεν στερείται την ιδιοκτησία του, παρά μόνο για δημόσια ωφέλεια που έχει αποδειχθεί με τον προσήκοντα τρόπο, όταν και όπως ο νόμος ορίζει και πάντοτε αφού προηγηθεί πλήρης αποζημίωση, που να ανταποκρίνεται στην αξία την οποία είχε το απαλλοτριούμενο κατά το χρόνο της συζήτησης στο δικαστήριο για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης.

Αν ζητηθεί απευθείας ο οριστικός προσδιορισμός της αποζημίωσης, λαμβάνεται υπόψη η αξία κατά το χρόνο της σχετικής συζήτησης στο δικαστήριο. Αν η συζήτηση για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης διεξαχθεί μετά την παρέλευση έτους από τη συζήτηση για τον προσωρινό προσδιορισμό, τότε για τον προσδιορισμό της αποζημίωσης λαμβάνεται υπόψη η αξία κατά το χρόνο της συζήτησης για τον οριστικό προσδιορισμό".

Κατά την παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου "η ενδεχόμενη μεταβολή της αξίας του απαλλοτριουμένου μετά τη δημοσίευση της πράξης απαλλοτρίωσης και μόνο εξαιτίας της, δεν λαμβάνεται υπόψη". Οι διατάξεις αυτές του Συντάγματος ουσιαστικά επαναλαμβάνονται και στο άρθρο 13 παρ. 1 και 2 του Ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ), όπως ισχύει μετά το Ν. 2985/2002, που εφαρμόζεται από 1.1.2002, όπου, επιπλέον, χωρίς αντίθεση με τις προηγούμενες διατάξεις, ορίζεται και ότι "Ως κριτήριο για την εκτίμηση της αξίας του απαλλοτριουμένου ακινήτου λαμβάνεται υπόψη και η αξία που έχουν κατά τον κρίσιμο χρόνο παρακείμενα και ομοειδή ακίνητα, καθώς και η πρόσοδος του απαλλοτριουμένου" (παρ. 1 τελ.

εδάφιο) και "ενδεχόμενη μεταβολή της αξίας του απαλλοτριουμένου μετά τη δημοσίευση της πράξης απαλλοτρίωσης και μόνο εξαιτίας της δεν λαμβάνεται υπόψη. Επίσης δεν υπολογίζεται ανατίμηση προερχόμενη από ενέργειες του ιδιοκτήτη στο απαλλοτριούμενο, που έγιναν μετά την οριζόμενη από το άρθρο 3 ανακοίνωση της απαλλοτρίωσης και μόνο εξαιτίας αυτής" (Ολ.

Α.Π. 8/2006, Ολ. Α.Π. 7/2006, Ολ. Α.Π. 13/2000, Ολ. Α.Π. 8/1999, Α.Π. 781/2022). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως, η οποία στοιχειοθετεί τον ανωτέρω λόγο αναιρέσεως, συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα, που ήταν εφαρμοστέος, αλλά δεν εφαρμόστηκε.

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της αποφάσεως δημιουργούνται αμφιβολίες, για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος, που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.

Ως ζητήματα, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση την νόμιμη βάση, νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι, όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως (Ολ.

Α.Π. 6/2020, Ολ. Α.Π. 1/2020, Ολ. Α.Π. 6/2019, Ολ. Α.Π. 2/2019, Ολ. Α.Π. 6/2006, Α.Π. 671/2020). Από την ανωτέρω διάταξη, η οποία αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία, που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή, όταν τα πραγματικά περιστατικά, που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της αποφάσεως, για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περιπτώσεως στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περιπτώσεως.

Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (Ολ. Α.Π. 2/2019, Α.Π. 736/2021). Εξάλλου, το κατά νόμον αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και, γενικότερα, ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (Ολ.

Α.Π. 6/2020, Ολ. Α.Π. 1/2020, Ολ. Α.Π. 6/2019, Ολ. Α.Π. 2/2019, Ολ. Α.Π. 15/2006). Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές, επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, ως εκ τούτου, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της αποφάσεως, ώστε, στο πλαίσιο της ερευνώμενης διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναιρέσεως, του αριθμού 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικώς τα, μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς, επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναιρέσεως απορρίπτεται ως απαράδεκτος (Α.Π. 317/2022, Α.Π. 736/2021, Α.Π. 551/2021, Α.Π. 162/2020, Α.Π. 169/2019, Α.Π. 1339/2017).

Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση από το άρθρο 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται νομίμου βάσεως, επειδή περιέχει ελλιπείς και αντιφατικές αιτιολογίες σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και, συγκεκριμένα, ως προς τα στοιχεία που το Εφετείο έλαβε υπ' όψη για τον καθορισμό της οριστικής τιμής μονάδος του απαλλοτριωθέντος ακινήτου.

Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρον 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο, ως προς το κεφάλαιο περί καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημιώσεως, δέχθηκε ως αποδειχθέντα, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), μετά από εκτίμηση των επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, τα ακόλουθα: "Δυνάμει της με αριθμό πρωτοκόλλου:

Δ/12/0/5730/20-9-2013 απόφασης του Υπουργού Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων (ΥΠΟ.ΜΕ.ΔΙ.), που δημοσιεύθηκε νόμιμα στο ΦΕΚ 347/1-10-2013-Τεύχος Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων και Πολεοδομικών Θεμάτων και μεταγράφηκε νόμιμα στα οικεία βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Πειραιά, στον τόμο … με α/α …, αποφασίστηκε η επίσπευση από το αιτούν Ελληνικό Δημόσιο (ήδη αναιρεσείον) της εφαρμογής της τροποποίησης του εγκεκριμένου με το από 6-4-2009 Π.Δ.

ρυμοτομίας, ρυμοτομικού σχεδίου του Δήμου Π, στο Ο.Τ. .., .., ../Τ2.., που αφορά το έργο της κατασκευής της Λ Τ στο τμήμα από ..., με προϋπολογισμένη δαπάνη 600.000 ευρώ, που θα βαρύνει τις πιστώσεις του έργου Σύνδεση Λ.. Α. Π. με τον Λιμένα Πειραιώς και προσβάσεις στη περιοχή του Λιμένα, με δαπάνη δηλαδή του Δημοσίου και υπέρ αυτού.

Η απαλλοτριούμενη έκταση ... Αποτελεί ρυμοτομούμενη ζώνη μέσου πλάτους 6 μέτρων στο βορειοδυτικό τμήμα επί του προσώπου του όλου ακινήτου στην (πρώην) ..., με συνολική επιφάνεια 765,45 τ.μ. και εικαζόμενο ιδιοκτήτη τον καθ' ου η αίτηση-ανταιτούντα, Κ. Μ., (ήδη αναιρεσίβλητο) ήτοι τμήμα άρτιου και οικοδομήσιμου ακινήτου, συνολικής επιφάνειας 19.936 τ.μ., που βρίσκεται εντός του εγκεκριμένου σχεδίου του Δήμου Πειραιά στη θέση "…" του Ν Φ στο 23 ο.τ., επί των οδών πρώην Μ.

Α. αριθμός .. και ήδη Λ. Τ. Α. Π., Ν. Κ. και Ε., ... Στο, εν λόγω, ακίνητο στο οποίο λειτούργησε επί σειρά δεκαετιών η κλωστοϋφαντουργία "ΑΙΓΑΙΟΝ", η οποία πτώχευσε το έτος 1991 και 4κτοτε δεν ασκήθηκε άλλη επιχειρηματική δραστηριότητα σ' αυτό, ... Το ακίνητο ... δεν εξυπηρετείται από δίκτυα κοινής ωφέλειας, ... έχει ελάχιστο εμβαδό αρτιότητας 200 τ.μ., ...

και χρήση γης αυτήν του βιοτεχνικού πάρκου. Στην εγγύς περιοχή του Ν Φ όπως και την απώτερη των βορειοανατολικών περιοχών του Δήμου Πειραιά και τις όμορες περιοχές Μ. - Ά. Ι. Ρ., βρίσκονται ελάχιστες αδόμητες εκτάσεις του μεγέθους του άνω περιγραφόμενου, περισσότερες με επιφάνεια μικρότερου εμβαδού περί τα 1000 τ.μ.

κατά μέσο όρο, ενώ η πλειοψηφία των διαθεσίμων αδόμητων ακινήτων-οικοπέδων των εν λόγω περιοχών προσφέρονται για οικιστική χρήση. Η ζήτηση ακινήτων μεγάλης έκτασης στις παρούσες δυσμενείς οικονομικές συνθήκες είναι πολύ περιορισμένη, ενώ οποιαδήποτε ζήτηση περιορίζεται στην αναζήτηση μικρών ιδιοκτησιών και αφορούν κυρίως την εξασφάλιση βραχυπρόθεσμα μικροκαταθέσεων, ενώ όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται στην προαναφερόμενη έκθεση το θεωρητικό ενδιαφέρον που υπήρξε παλαιότερα για ανάπτυξη της περιοχής με την ανέγερση εμπορικού κέντρου και επιχειρηματικού πάρκου έχει ματαιωθεί επ' αόριστον.

Οι τιμές που αφορούν βιομηχανικά οικόπεδα στην περιοχή του Δήμου. Πειραιά κυμαίνονται από 500 έως 700 ευρώ ανά τ.μ., ενώ για τα οικιστικά οικόπεδα κυμαίνονται από 600 έως 1000 ευρώ ανά τ.μ. ενώ οι τιμές ανεβαίνουν έως και 2.000 ευρώ ανά τ.μ., για οικόπεδα επαγγελματικής χρήσης ευρισκόμενα σε κεντρικούς δρόμους όπως η οδός Πειραιώς ή η λεωφόρος Π.

Το ρυμοτομούμενο βρίσκεται σε μικρή απόσταση από το λιμάνι του Πειραιά και το κέντρο της πόλης, έχει καλή εξυπηρέτηση από τα μέσα μαζικής μεταφοράς σε σταθερή τροχιά, ήδη ΗΣΑΠ και υπό κατασκευή το τραμ, βρίσκεται σε πολύ μικρή απόσταση από τις κύριες οδικές αρτηρίες της περιοχής (Π., Γ.. Λ., Ε. Ο. κ.α.), βρίσκεται σε επαφή με την κεντρική οδική αρτηρία (Μ.

Α.) εισόδου στο κέντρο γης πόλης και το λιμάνι του Πειραιά, έχει υψηλό συντελεστή δόμησης, θα έχει την καλύτερη σύνδεση με τα νότια παραλιακά προάστια, τη λεωφόρο Σ αλλά και το κέντρο του Πειραιά με χρήση του τραμ, από την επερχόμενη ολοκλήρωση της γραμμής και της λειτουργίας της στάσης Μ. Α., ενώ στα θετικά του, συγκαταλέγονται επίσης η έλλειψη διαθέσιμων μεγάλου μεγέθους εδαφικών εκτάσεων στην εγγύς περιοχή καθώς και δυνατότητα πιθανής αξιοποίησης σε συνδυασμό με γειτονικά μη αξιοποιημένα ακίνητα.

Από την άλλη πλευρά, το ρυμοτομούμενο αποτελεί μεγάλο τμήμα μείζονος έκτασης και το απαλλοτριωμένο τμήμα του δεν είναι αυτόνομα αξιοποιήσιμο, είναι σε επαφή με ακίνητα πολύ ειδικών χρήσεων (όπως μόνιμες εγκαταστάσεις ΔΕΚΟ, αθλητικές εγκαταστάσεις) και επί μακρόν αδόμητες εκτάσεις, που παραμένουν ανεκμετάλλευτα επί μακρό χρονικό διάστημα όπως και το ίδιο το ρυμοτομούμενο, καθώς το μεγάλο μέγεθος αυτού στις παρούσες συνθήκες κρίσης της ελληνικής κτηματαγοράς και γενικότερα οικονομίας επηρεάζει δυσμενώς έως και αποτρεπτικά την εκμετάλλευσή του.

Γενικότερα στην περιοχή υπήρξαν βιοτεχνίες και εργοστάσια μικρού μεγέθους τα οποία έχουν εγκαταλειφθεί και τα ενυπάρχοντα σ' αυτά κτίσματα ερειπωθεί καθώς η σχετική επιχειρηματική δραστηριότητα έχει σταματήσει πλέον της δεκαετίας ... Πράξεις μεταβίβασης όμορων ή της ευρύτερης περιοχής ακινήτων ως συγκριτικά στοιχεία για τον καθορισμό της εμπορικής αξίας του ρυμοτομουμένου ακινήτου δεν προσκομίζονται ενώ οι επικαλούμενες από τον καθ' ου η αίτηση του Δημοσίου δικαστικές αποφάσεις (534/2010, 5830/2011) και άλλες τιμές αποζημίωσης στην πλειονότητά τους έχουν εκδοθεί σε αρκετά προγενέστερο χρόνο από την ένδικη απαλλοτρίωση και δεν μπορούν να χρησιμεύσουν ως ασφαλή συγκριτικά στοιχεία, δεδομένης της συνεχιζόμενης και επιδεινούμενης έκτοτε κρίσης που αντιμετωπίζει η ελληνική οικονομία και επηρεάζει δυσμενώς την εμπορική αξία των ακινήτων.

Η αντικειμενική αξία του ρυμοτομουμένου ακινήτου και του απαλλοτριούμενού τμήματος αυτού ανέρχεται σε 444,68 ευρώ ανά τ.μ. ... IV. Κατ' ακολουθίαν και με βάση τα προαναφερόμενα, τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, αλλά και το γεγονός ότι: (α) η αντικειμενική αξία, που δεν αποτελεί στοιχείο το οποίο να δεσμεύει τη σχετική δικαστική κρίση για την πραγματική αξία των ακινήτων, αλλά ενδεικτικό μεταξύ άλλων στοιχείο για την εκτίμηση της αξίας αυτών, πλην όμως κατά κανόνα αυτή (αντικειμενική αξία) δε συμφωνεί πάντοτε με την πραγματική αξία των ακινήτων, (β) ότι με την υπάρχουσα σημερινή δυσχερέστατη κατάσταση της Ελληνικής οικονομίας, κατά την οποία οι πραγματικές-αγοραίες τιμές των ακινήτων είναι τις περισσότερες φορές αρκετά κατώτερες από τις αντικειμενικές αξίες, οι οποίες είχαν υπολογιστεί σε καιρό οικονομικής ανάπτυξης, η οποία είναι γνωστή σε όλους και στο Δικαστήριο τούτο με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας (άρθρο 336 §4 ΚΠολΔ) και είχε ως αποτέλεσμα την κάθετη πτώση των τιμών των ακινήτων, διότι, αφενός δεν υπάρχει η απαιτούμενη ρευστότητα για την αγορά τους, και αφετέρου, δεν χορηγούνται δάνεια από τις τράπεζες ώστε να καταστεί δυνατή η εμπορική αξιοποίηση τους, κρίση η οποία επιδεινώνεται συνεχώς μέχρι και σήμερα και έχει σαφώς επηρεάσει δυσμενώς και την αγορά των ακινήτων σε ολόκληρη την Ελληνική επικράτεια, αλλά και την περιοχή του Δήμου Πειραιά, που βρίσκεται το απαλλοτριωμένο υπό κρίση ακίνητο, το Δικαστήριο άγεται στην κρίση ότι η αξία του επιδίκου απαλλοτριωμένου ακινήτου κατά το χρόνο της παρούσας συζήτησης της ένδικης αίτησης, (16-2-2017), που είναι ο κρίσιμος χρόνος για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης, η οποία καλύπτει πλήρως την οφειλόμενη στο δικαιούχο αποζημίωση και επιτρέπει την αντικατάστασή της με άλλη ισάξια, η πραγματική αξία του απαλλοτριωμένου ακινήτου, αφού ληφθεί υπόψη και η θέση, η έκταση και γενικά ο οικονομικός προορισμός του, υπό τις υπάρχουσες σημερινές οικονομικές και νομισματικές συνθήκες, χωρίς να υπολογισθεί η ανατίμηση ή η υποτίμηση από την εξαγγελία ή την κήρυξη της προκειμένης απαλλοτρίωσης ή της εκτέλεσης του έργου για το οποίο έγινε και κατά συνέπεια η πλήρης αποζημίωσή του, δηλαδή εκείνη με την οποία μπορεί να αντικατασταθεί με άλλο ισάξιο ...

η πραγματική αξία του απαλλοτριωμένου ακινήτου και ανά τ.μ. εδάφους, ενόψει της πλεονεκτικής του θέσης, της μοναδικότητας της έκτασης του και της χρησιμότητάς του, ανέρχεται στο ποσό των εξακοσίων (600,00) € ανά τ.μ., στο οποίο πρέπει να οριστεί η οριστική τιμή μονάδος αποζημίωσης, καθώς η εν λόγω κρίση επηρεάζει πτωτικά την αξία των ακινήτων όχι όμως σε βαθμό πλήρους μείωσης και απαξίωσης της ακίνητης περιουσίας".

Με τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, για τον καθορισμό της οριστικής τιμής μονάδος απαλλοτριώσεως του απαλλοτριωθέντος ακινήτου, έλαβε υπ' όψη τη θέση, την έκταση και τον οικονομικό προορισμό του ακινήτου, ιδίως δε, την πλεονεκτικότητα της θέσεώς του, τη μοναδικότητά του και την χρησιμότητά του, αξιολογώντας ως θετικά στοιχεία του ακινήτου πραγματικά περιστατικά τα οποία, κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, είναι αρνητικά και, συνεπώς, μειωτικά της αξίας του ακινήτου.

Ειδικότερα, δέχεται ότι το απαλλοτριούμενο βρίσκεται σε πλεονεκτική θέση λαμβάνοντας υπ' όψη την ολοκλήρωση της κατασκευής του τραμ, αναφέροντας "...Το ρυμοτομούμενο ... έχει καλή εξυπηρέτηση από τα μέσα μαζικής μεταφοράς σε σταθερή τροχιά, ήδη ΗΣΑΠ και το υπό κατασκευή τραμ..." και "...θα έχει την καλύτερη σύνδεση με τα νότια παραλιακά προάστια, τη λεωφόρο Σ αλλά και το κέντρο του Πειραιά με χρήση του τραμ, από την επερχόμενη ολοκλήρωση της γραμμής και της λειτουργίας της στάσης Μ.

Α...."), ήτοι λαμβάνοντας υπ' όψιν την, απαγορευόμενη από την διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 13 του ΚΑΑΑ, ανατίμηση της αξίας του απαλλοτριωθέντος εξαιτίας της κηρυχθείσας απαλλοτριώσεως. Επίσης, δέχεται ως παράγοντα που αυξάνει την αξία του απαλλοτριουμένου ακινήτου, τη μοναδικότητά του, εκθέτοντας "...στα θετικά του, συγκαταλέγονται επίσης η έλλειψη διαθέσιμων μεγάλου μεγέθους εδαφικών εκτάσεων στην εγγύς περιοχή καθώς και δυνατότητα πιθανής αξιοποίησης σε συνδυασμό με γειτονικά μη αξιοποιημένα ακίνητα ..." και τη χρησιμότητά του.

Εν τούτοις, προηγουμένως δέχεται ότι υπάρχουν περισσότερες διαθέσιμες αδόμητες εκτάσεις, εμβαδού περί τα 1.000 τ.μ., στην περιοχή στην οποία αναφέρεται. Συγκεκριμένα, η προσβαλλομένη δέχεται ότι δεν υπάρχουν διαθέσιμα αδόμητα ακίνητα μεγαλύτερα τού ενός στρέμματος, ενώ υπάρχουν διαθέσιμα αδόμητα εκτάσεως 1 στρέμματος και λιγότερο, αναφέροντας "...Στην εγγύς περιοχή του Ν Φ όπως και στην απώτερη των βορειοανατολικών περιοχών του Δήμου Πειραιά και τις όμορες περιοχές Μ. - Ά.

Ι. Ρ., βρίσκονται ελάχιστες αδόμητες εκτάσεις του μεγέθους του περιγραφόμενου, περισσότερες με επιφάνεια μικρότερου εμβαδού περίτα 1000 τ.μ. κατά μέσο όρο ...", με αποτέλεσμα να είναι αντιφατική η κρίση της ότι το απαλλοτριωθέν ακίνητο, εμβαδού μικρότερου του στρέμματος, είναι μοναδικό. Επίσης, ως προς τη χρησιμότητα του απαλλοτριωθέντος ακινήτου, η προσβαλλόμενη δέχεται ότι αυτό δεν χρησιμοποιείται από το έτος 1991 και εφεξής, ότι έχει τη χρήση βιοτεχνικού πάρκου, ότι δεν είναι αυτόνομα χρησιμοποιήσιμο για την επιτρεπόμενη χρήση παρά μόνο σε συνδυασμό με όμορα μη απαλλοτριούμενο ακίνητα και ότι οι παρούσες συνθήκες είναι αποτρεπτικές για την εκμετάλλευσή του.

Παρ' όλες τις παραδοχές του αυτές, όμως, ήτοι ότι το απαλλοτριωθέν ούτε χρησιμοποιείται ως βιομηχανικό ακίνητο, ούτε δύναται να χρησιμοποιηθεί αυτόνομα ως τέτοιο, αλλά και ούτε υπάρχει ζήτηση και ακίνητο αυτής της χρήσεως, η προσβαλλομένη απόφαση αντιφατικώς εκτιμά την αξία αυτού σε 600 ευρώ/τ.μ., εντός του εύρους τιμών βιομηχανικών οικοπέδων στην περιοχή του Δήμου Πειραιά, οι οποίες, κατά τις παραδοχές της, κυμαίνονται από 500 έως 700 ευρώ/τ.μ.

και καταλήγει να καθορίσει αποζημίωση για το απαλλοτριούμενο ακίνητο ποσού 459.270,00 ευρώ (= 765,45 τ.μ. X 600 €) για ένα ακίνητο, το οποίο, κατά τις παραδοχές της, ούτε χρησιμοποιείτο, ούτε είναι δυνατόν να χρησιμοποιηθεί κατά προορισμόν.

Συνεπώς, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 18 παρ. 4 του Ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ), όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 130 του Ν. 4070/2012, σύμφωνα δε με την παρ. 9 του άρθρου 146 του αυτού νόμου, εφαρμόζεται και στις εκκρεμείς, κατά την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, απαλλοτριώσεις, η δικαστική δαπάνη μαζί με τη νόμιμη αμοιβή δικηγόρων βαρύνει τον υπόχρεο προς αποζημίωση και επιδικάζεται από το δικαστήριο με την ίδια απόφαση, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά από τον παρόντα νόμο.

Η εκκαθάριση της δικαστικής δαπάνης γίνεται σύμφωνα με τις οικείες διατάξεις, που ισχύουν κάθε φορά. Όταν υπόχρεος προς αποζημίωση είναι φορέας, που υπάγεται στη Γενική Κυβέρνηση κατά την έννοια του άρθρου 1Β του Ν. 2362/1995 (Α' 247), η επιδικαζόμενη από τα Δικαστήρια αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου των δικαιούχων αποζημιώσεως, στις περιπτώσεις που υπολογίζεται με βάση την αξία του αντικειμένου της δίκης, καθορίζεται υποχρεωτικώς έως το ήμισυ των νόμιμων αμοιβών του Κώδικα Δικηγόρων.

Η απόφαση του μονομελούς πρωτοδικείου, με την οποία καθορίζεται η προσωρινή τιμή μονάδας αποτελεί, ως προς τη δικαστική δαπάνη, εκτελεστό τίτλο εις βάρος του υπόχρεου προς αποζημίωση, εάν και οι δύο διάδικοι αποδέχθηκαν την απόφαση αυτή ή πέρασε άπρακτη η προθεσμία της παρ. 2 του άρθρου 20. Σε περίπτωση εμπροθέσμου αιτήσεως το Εφετείο αποφαίνεται ενιαίως, τόσο για τη δικαστική δαπάνη της ενώπιον αυτού διαδικασίας, όσον και για τη δικαστική δαπάνη του προσωρινού προσδιορισμού της αποζημιώσεως.

Από τη διάταξη αυτή, κατά την οποία τα δικαστικά έξοδα στα οποία υποβάλλεται ο δικαιούχος της αποζημιώσεως, προκειμένου να επιτύχει τον προσδιορισμό και την είσπραξη αυτής, στο οποία περιλαμβάνεται και η αμοιβή του δικηγόρου του, αποτελούν, σύμφωνα και με την επιταγή του άρθρου 17 του Συντάγματος περί πλήρους αποζημιώσεως, παρακολούθημα της εν λόγω αποζημιώσεως και προσαυξάνουν το ποσό αυτής, ώστε να μην επέρχεται φαλκίδευση της πλήρους αποζημιώσεως, που αυτός δικαιούται (Ολ.

Α.Π. 502/2005, Α.Π. 664/2022), προκύπτει ότι, στη δίκη του προσωρινού ή οριστικού προσδιορισμού της αποζημιώσεως του απαλλοτριωθέντος, σύμφωνα με τα άρθρα 18, 19 και 20 του ως άνω νόμου (ΚΑΑΑ), ένα είναι το αντικείμενο της δίκης, ο προσδιορισμός της αποζημιώσεως και, συνεπώς, μία αμοιβή του δικηγόρου, σε ποσοστό επί της αξίας του αντικειμένου αυτού της δίκης, ορίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Δικηγόρων.

Έτσι, σε περίπτωση εμπροθέσμου αιτήσεως για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημιώσεως στο Εφετείο, μετά τον προσωρινό προσδιορισμό αυτής, η δικαστική δαπάνη περιλαμβάνει: 1) τα γενόμενα για τη διεξαγωγή και υπεράσπιση της δίκης έξοδα, που ήταν απαραίτητα (άρθρ. 189 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), 2) την αμοιβή του δικηγόρου του δικαιούχου για την παράστασή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου και ενώπιον του Εφετείου και 3) την αμοιβή του δικηγόρου του δικαιούχου σε ποσοστό επί της καθοριζόμενης οριστικής αποζημιώσεως και, συγκεκριμένα:

α) 2% της αποζημιώσεως για τη σύνταξη της αιτήσεως ή ανταιτήσεως με ιδιαίτερο δικόγραφο ή κυρίας παρεμβάσεως με ιδιαίτερο δικόγραφο και β) σε ποσοστό 1% για τη σύνταξη προτάσεων επί της αιτήσεως ή ανταιτήσεως και κυρίας παρεμβάσεως που ασκήθηκαν με ιδιαίτερο δικόγραφο (Α.Π. 664/2022, Α.Π. 174/2022, Α.Π. 125/2021, Α.Π. 57/2021, Α.Π. 872/2020, Α.Π. 833/2020).

Ο προσδιορισμός της αμοιβής των πληρεξουσίων δικηγόρων στο ήμισυ των νομίμων αμοιβών του Κώδικα Δικηγόρων, σε περίπτωση κατά την οποία υπόχρεος προς αποζημίωση είναι φορέας, που υπάγεται στη Γενική Κυβέρνηση, κατά την έννοια του άρθρου 1Β του Ν. 2362/1995 (άρθρο 18 παρ. 4, εδάφ. 3 του Ν. 2882/2001, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 130 παρ. 2 του ν. 4070/2012), εφαρμόζεται σε υποθέσεις, που συζητήθηκαν στο δικαστήριο της ουσίας μετά την έναρξη ισχύος της τελευταίας αυτής διατάξεως (Α.Π. 664/2022, Α.Π. 174/2022, Α.Π. 125/2021), δηλονότι μετά την, κατά τα προεκτεθέντα, 10.4.2012 και, συνεπώς, η επιδικαζόμενη αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου των δικαιούχων αποζημιώσεως, υπολογιζόμενη με βάση την αξία του αντικειμένου της δίκης, καθορίζεται:

α) σε ποσοστό 1% της αποζημιώσεως για τη σύνταξη αιτήσεως ή ανταιτήσεως με ιδιαίτερο δικόγραφο ή κυρίας παρεμβάσεως με ιδιαίτερο δικόγραφο και β) σε ποσοστό 0,50% για τη σύνταξη προτάσεων επί της αιτήσεως ή ανταιτήσεως και κυρίας παρεμβάσεως που ασκήθηκαν με ιδιαίτερο δικόγραφο. Η προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 18 παρ. 4 εδάφ.

γ' του ΚΑΑΑ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 130 παρ. 2 του Ν. 4070/2012, δεν αντίκειται στις διατάξεις των άρθρων 17 παρ. 1, 4 παρ. 1 και 2 του Συντάγματος, 6 παρ. 1 και 20 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Συμβάσεως της Ρώμης, καθόσον θεσπίστηκε χάριν δημοσίου συμφέροντος, ήτοι την εξοικονόμηση σημαντικών δαπανών των φορέων της Γενικής Κυβερνήσεως, αφού σοβαροί λόγοι γενικότερου δημοσίου συμφέροντος επιβάλλουν τη διαφορετική αυτή ρύθμιση (κατά το μέρος που εισάγει ανισότητα αμοιβής του Δικηγόρου στη δίκη προσδιορισμού της αποζημιώσεως των αναγκαστικών απαλλοτριώσεων, με υποχρέους τους ως άνω φορείς, κατ' απόκλισιν προς τα κάτω από τις άλλες απαλλοτριώσεις), δεν εισάγει διάκριση αντίθετη προς τη συνταγματική αρχή της ισότητας, αφού με τη ρύθμιση αυτή δεν θίγεται η πλήρης αποζημίωση, που δικαιούται ο δικαιούχος, αλλά, κατά τρόπο γενικό και απρόσωπο, περιορίστηκε για όλους τους δικαιούχους αποζημιώσεων από τις εν λόγω απαλλοτριώσεις η προκύπτουσα από τις διατάξεις του Κώδικα των Δικηγόρων και οφειλόμενη από τους δικαιούχους των αποζημιώσεων νόμιμη αμοιβή των δικηγόρων τους (Ολ.

Α.Π. 20/2005, Α.Π. 664/2022). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.

Α.Π. 1/2022, Ολ. Α.Π. 4/2021, Ολ. Α.Π. 2/2021, Ολ. Α.Π. 2/2019, Ολ. Α.Π. 1/2016, Ολ. Α.Π. 2/2013). Με τον ως άνω λόγο αναιρέσεως ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.

Α.Π. 1/2022, Ολ. Α.Π. 4/2021, Ολ. Α.Π. 2/2021, Ολ. Α.Π. 5/2020, Ολ. Α.Π. 3/2020). Στην περίπτωση κατά την οποία το Δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται, ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το Δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως αυτός, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν εμφανή την παράβαση.

Τούτο συμβαίνει, όταν το Δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, μολονότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, αν και τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.

Α.Π. 2/2022, Ολ. Α.Π. 2/2021, Ολ. Α.Π. 2/2019, Ολ. Α.Π. 7/2006).

Με τον τρίτο αναιρετικό λόγο, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., το αναιρεσείον μέμφεται την προσβαλλομένη απόφαση, επειδή προσδιόρισε εις βάρος του δικαστική δαπάνη σε ποσοστό 3% επί του ποσού της συνολικής αποζημιώσεως, που αναλογεί στον αναιρεσίβλητο, αντί ποσοστού 0,75%, χωρίς να αιτιολογήσει την κρίση του και, με τον τρόπο αυτόν παραβίασε αφενός μεν, ευθέως, αφετέρου δε, εκ πλαγίου τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, στερώντας την απόφασή του νομίμου βάσεως.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφασή του, αφού καθόρισε την οριστική τιμή μονάδας αποζημιώσεως του απαλλοτριωθέντος ακινήτου, για το οποίο είχε προηγηθεί προσωρινός προσδιορισμός αποζημιώσεως, καταδίκασε το αναιρεσείον, ως υπόχρεο καταβολής της αποζημιώσεως, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, καθού η αίτηση του ανταιτούντος με τις από 10-2-2017 έγγραφες προτάσεις του, σε ποσοστό 3%, συνολικώς, επί της καθορισθείσας οριστικής αποζημιώσεως.

Συγκεκριμένα, η προσβαλλόμενη απόφαση, σε σχέση με το κεφάλαιό της που αφορά τη δικαστική δαπάνη, που επιδικάσθηκε στον αναιρεσίβλητο, ο οποίος άσκησε ανταίτηση με τις κατατεθείσες προτάσεις του, και, ειδικότερα, την αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου του, δέχθηκε τα ακόλουθα: "...Τα δικαστικά έξοδα του δικαιούχου της αποζημίωσης βαρύνουν το υπόχρεο προς αποζημίωση αιτούν-καθ' ου η αίτηση Ελληνικό Δημόσιο (άρθρα 18 παρ. 4 του ν. 2882/2001 ως νυν ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 31 περ.

ε' του ν. 3130/2003 και στη συνέχεια με το άρθρο 130 παρ. 1 του ν. 4070/2012 και 26 παρ. 8 του ν. 2882/2001) και επιδικάζονται από το Δικαστήριο με την ίδια απόφαση, β) η εκκαθάριση της δικαστικής δαπάνης γίνεται σύμφωνα με τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις, γ) η απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου, με την οποία καθορίζεται η προσωρινή τιμή μονάδας, αποτελεί ως προς τη δικαστική δαπάνη τίτλο εκτελεστό σε βάρος του υπόχρεου σε αποζημίωση, αν και οι δύο διάδικοι την αποδέχθηκαν ή παρήλθε άπρακτη η προθεσμία ασκήσεως αιτήσεως οριστικού προσδιορισμού της αποζημιώσεως και δ) σε περίπτωση ασκήσεως αιτήσεως, το εφετείο αποφαίνεται ενιαίως, τόσο για τη δικαστική δαπάνη της ενώπιον του διαδικασίας, όσο και για τη δικαστική δαπάνη του προσωρινού προσδιορισμού της αποζημιώσεως.

Από την ανωτέρω διάταξη συνάγεται ότι είναι ένα το αντικείμενο της δίκης, ήτοι ο προσδιορισμός της αποζημιώσεως (προσωρινός ή οριστικός) και, συνεπώς, μία και η αμοιβή του δικηγόρου σε ποσοστό επί της αξίας του αντικειμένου της δίκης ... Έτσι μετά τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημιώσεως, σε περίπτωση εμπρόθεσμης αιτήσεως για τον οριστικό προσδιορισμό αυτής, η δικαστική δαπάνη περιλαμβάνει:

α) τα γενόμενα για την διεξαγωγή και υπεράσπιση της δίκης έξοδα που ήταν απαραίτητα (άρθρο 189 παρ. 1 Κ.ΠολΔ), β) την αμοιβή του δικηγόρου του δικαιούχου για την παράστασή του ενώπιον του μονομελούς πρωτοδικείου και του εφετείου και γ) την αμοιβή του δικηγόρου του δικαιούχου σε ποσοστό επί της καθοριζόμενης οριστικής αποζημιώσεως για το απαλλοτριούμενο, ήτοι 2% για τη σύνταξη της αιτήσεως και 1% για τη σύνταξη προτάσεων (άρθρα 100 παρ. 1, 109, 111, 114 παρ. 5 Κώδικα Δικηγόρων και 189 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Από τα έξοδα αυτά, οι υπό στοιχεία β' και γ' αμοιβές πρέπει να προσδιορισθούν και επιδικασθούν πλήρεις, αφού δεν επιτρέπεται εδώ ο συμψηφισμός του άρθρου 22 παρ. 1 του ν. 3693/1957 (άρθρο 18 παρ.4 Ν. 2882/2001), αποτελούν δε παρακολούθημα της αποζημίωσης, την οποία προσαυξάνουν και βαρύνουν τον υπόχρεο αυτής. Τα έξοδα αυτά, επιδικαζόμενα σε βάρος του υπόχρεου σε αποζημίωση, πρέπει να περιέρχονται στον δικαιούχο, ώστε να μην επέρχεται φαλκίδευση της πλήρους αποζημίωσης ...

Με βάση τα ανωτέρω πρέπει να καταδικασθεί το αιτούν, Ελληνικό Δημόσιο, ως υπόχρεο στην καταβολή της αποζημίωσης, στα εν γένει δικαστικά έξοδα του δικαιούχου της αποζημιώσεως-ανταιτούντος, Κ. Μ. και ειδικότερα στην αμοιβή και τα έξοδα του πληρεξουσίου δικηγόρου του για τις δύο παραστάσεις του στο Μονομελές Εφετείο και στο παρόν Δικαστήριο και στην αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου τους σε ποσοστό 3% επί του ποσού της οριστικής αποζημιώσεως για τη σύνταξη των αιτήσεων και των προτάσεων, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό, δοθέντος ότι το Ελληνικό Δημόσιο υπέρ και με δαπάνες του οποίου κηρύχθηκε η ένδικη απαλλοτρίωση και υπόχρεος για τη καταβολή της αποζημιώσεως είναι φορέας υπαγόμενος στη Γενική Κυβέρνηση και ανήκε στα νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου που ελέγχεται από το Υπουργείο Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων (άρθρο 7 παρ. 1 του π.δ. 189/2009), ο οποίος, περιορισμός, εισήχθη με τη διάταξη του άρθρου 130 παρ. 2 του Ν. 4070/2012, που στο σημείο αυτό τροποποίησε τη σχετική διάταξη του άρθρου 18 παρ. 4 εδ.

γ' του ΚΑΑΑ, και η οποία εφαρμόζεται, σύμφωνα με το άρθρο 146 παρ. 9 περ. δ' των μεταβατικών διατάξεων του ίδιου νόμου και στις εκκρεμείς, κατά την έναρξη ισχύος του, απαλλοτριώσεις, η οποία συμπίπτει με τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, την 10-4-2012, (βλ. ΦΕΚ αριθ. 82/10.4.2012) ...". Το Εφετείο με την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του καταδίκασε το ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, που είναι φορέας υπαγόμενος στη Γενική Κυβέρνηση και υπόχρεο στην καταβολή της αποζημιώσεως, στα δικαστικά έξοδα του αιτούντος δικαιούχου αυτής, καθορίζοντας την αμοιβή του πληρεξούσιου δικηγόρου του, για τη σύνταξη της ασκηθείσας, με τις από 10-2-2017 προτάσεις, ανταιτήσεώς του και των προτάσεων σε ποσοστό 3% επί της καθοριζομένης αποζημιώσεως.

Έτσι κρίνοντας το Εφετείο, δηλαδή με το να μην καθορίσει την αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου του καθού η αίτηση - ανταιτούντος και ήδη αναιρεσιβλήτου στο ήμισυ των νόμιμων αμοιβών του Κώδικα Δικηγόρων, ήτοι σε ποσοστό 0,75%, αφού το αντικείμενο της δίκης είναι αξίας μεταξύ 200.001 ευρώ και 750.000 ευρώ, κατ' εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 58, 63 παρ. 1.i.β), 68 παρ. 1 και 69 παρ. 3 του Ν. 4194/2013 (Κώδικας Δικηγόρων), παραβίασε ευθέως τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, του μεν τρίτου εδαφίου της παρ. 4 του άρθρου 18 του Ν. 2882/2001, των δε, ως άνω, διατάξεων του Κώδικα Δικηγόρων, με τη μη εφαρμογή τους, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις προς τούτο, καθώς και εκ πλαγίου, αφού δεν αιτιολόγησε την κρίση του αυτή και υπέπεσε στις πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., όπως βασίμως υποστηρίζει το αναιρεσείον με τον τρίτο λόγο του αναιρετηρίου, ο οποίος, συνακολούθως, πρέπει να γίνει δεκτός.

Μετά από αυτά, αφού η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως γίνει δεκτή, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και, ακολούθως, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.).

Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που κατέθεσε προτάσεις (άρθρ. 176, 183, 189 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), μειωμένα, όμως, κατ' άρθρον 22 παρ. 1 του Ν. 3693/1957 (που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αριθμ. 18 του Εισ.Ν.Κ.Πολ.Δ.), σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 5 παρ. 12 του Ν. 1738/1987 και αριθμ. 2 της 134423 οικ/8-12-1992 κοινής αποφάσεως των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ 11/Β/20-1-1993), κατά τα, ειδικότερα, αναφερόμενα στο διατακτικό της παρούσας.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 196/2017 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιά.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο ως άνω Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους Δικαστές. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων ευρώ (300€).

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Οκτωβρίου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Απριλίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ