Legislator Case Law & Legislation
556/2023 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on paternity recognition abuse, ruling lower court correctly found sufficient evidence.

Case Number 556/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against the Third Instance Court of Crete's decision rejecting the appeal against the first-instance judgment. The appellants argued that the voluntary paternity recognition was an abuse of right and violated their constitutional rights to dignity and personality. The court found the appeal admissible but rejected the substantive arguments, holding that the lower court correctly assessed the evidence regarding the biological truth and the appellants' personal circumstances.

Legislator headnote

AI generated

Art. 2, 3, 4 of the European Convention on the Legal Status of Children Born Out of Wedlock; The voluntary recognition of paternity does not constitute an abuse of right if the recognition is based on a genuine relationship of love, affection, and care, and the lower court's assessment of the appellant's personal situation and the biological facts is not arbitrary.

Keywords

AI generated
voluntary paternity recognition abuse of right constitutional rights dignity and personality European Convention on Children

Cited Legislation

AI generated
Art. 28 para. 1 of the Constitution
Art. 2 of the European Convention on the Legal Status of Children Born Out of Wedlock
Art. 3 of the European Convention on the Legal Status of Children Born Out of Wedlock
Art. 4 of the European Convention on the Legal Status of Children Born Out of Wedlock
Art. 174 of the Civil Code
Art. 178 of the Civil Code
Art. 281 of the Civil Code
Art. 2 para. 1 of the Constitution
Art. 5 para. 1 of the Constitution
Art. 552 of the Code of Civil Procedure
Art. 553 of the Code of Civil Procedure
Art. 556 of the Code of Civil Procedure
Art. 558 of the Code of Civil Procedure
Art. 564 of the Code of Civil Procedure
Art. 566 para. 1 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AP 562
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 556 / 2023 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 556/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη και Ασημίνα Υφαντή - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 23 Ιανουαρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Ζ. Φ. (Z. F.) του Ν., χήρας Κ. Μ., 2) Τ. Μ. του Κ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Λιούμα με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσαν προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Κ. Μ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Ιατρού με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25/6/2015 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χανίων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 107/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 11/2020 του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 1/9/2020 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ'αριθμό 11/2020 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης, η οποία απέρριψε την έφεση των αναιρεσειόντων κατά της αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου που είχε δεχθεί την αγωγή του αναιρεσιβλήτου. Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564,566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 αριθ.3 ΚΠολΔ).

Με το άρθρο πρώτο του ν.1702/1987 κυρώθηκε και έχει συμφώνως προς το άρθρο 28 παρ.1 του Συντάγματος , αυξημένη έναντι των κοινών νόμων ισχύ, η Ευρωπαϊκή Σύμβαση "για το νομικό καθεστώς των τέκνων που γεννήθηκαν χωρίς γάμο των γονέων τους", η οποία έχει υπογραφεί στο Στρασβούργο στις 15 Οκτωβρίου 1975 και τέθηκε σε ισχύ στις 16 Σεπτεμβρίου 1988 με την από 27- 6/1.7.1988 ανακοίνωση του Υπουργού Εξωτερικών.

Κατά το άρθρο 2 της ανωτέρω Ευρωπαϊκής Σύμβασης "Η συγγένεια με τη μητέρα κάθε τέκνου που γεννιέται χωρίς γάμο των γονέων του βασίζεται μόνο στο γεγονός της γέννησης του τέκνου", ενώ κατά το άρθρο 3 "Η συγγένεια με τον πατέρα κάθε τέκνου που γεννιέται χωρίς γάμο των γονέων του μπορεί να πιστοποιηθεί ή να ιδρυθεί με εκούσια αναγνώριση ή με δικαστική απόφαση".

Επίσης στο άρθρο 4 της ανωτέρω Συμβάσεως ορίζεται ότι "Η εκούσια αναγνώριση της πατρότητας δεν μπορεί να προσβληθεί με ανακοπή ή αντιρρήσεις, εφόσον οι διαδικασίες αυτές προβλέπονται από το εσωτερικό δίκαιο, παρά μόνο στην περίπτωση που το πρόσωπο που επιδιώκει να αναγνωρίσει ή αναγνώρισε το τέκνο δεν είναι ο φυσικός πατέρας" (ΑΠ 562/2020).

Περαιτέρω, το άρθρο 1477 του ΑΚ, το οποίο ορίζει ότι το τέκνο και, σε περίπτωση θανάτου του, οι κατιόντες του δικαιούνται να προσβάλουν την εκούσια αναγνώριση για το λόγο ότι αυτός που δηλώθηκε ως πατέρας δεν είναι ο πραγματικός πατέρας και ότι το δικαίωμα αυτό ανήκει επίσης, στην περίπτωση που η μητέρα κατά την αναγνώριση είχε πεθάνει ή δεν είχε δικαιοπρακτική ικανότητα, στον καθένα από τους γονείς της και, στην περίπτωση της δεύτερης παραγράφου του άρθρου 1475, στον παππού ή τη γιαγιά που δεν είχε προβεί στην αναγνώριση, περιορίζει τον ευρύ κύκλο προσώπων (μητέρα, τέκνο ή οι κληρονόμοι αυτού ή όποιος έχει έννομο συμφέρον), στα οποία παρείχε το παλαιό άρθρο 1535 του ΑΚ το δικαίωμα προσβολής της εκούσιας αναγνώρισης του τέκνου και ορίζει περιοριστικώς τα πρόσωπα τα οποία μπορούν να προσβάλουν την εκούσια αναγνώριση.

Η εισαγόμενη ειδική δυνατότητα προσβολής της εκούσιας αναγνώρισης από ορισμένα πρόσωπα (το τέκνο και υπό προϋποθέσεις τους κατιόντες αυτού, τον παππού ή τη γιαγιά της μητρικής ή, σε άλλη περίπτωση, της πατρικής γραμμής) εναντίον εκείνων που συνέπραξαν στην εκούσια αναγνώριση ή των κληρονόμων τους, με την οποία επιδιώκεται η ανατροπή της αναγνώρισης μόνο για το λόγο ότι αυτός που δηλώθηκε ως πατέρας δεν είναι πραγματικός (πατέρας) και όχι για άλλο λόγο (π.χ.

γιατί αυτή δεν ανταποκρίνεται προς το περιουσιακό ή ηθικό συμφέρον του τέκνου), αποτελεί δικαίωμα δικαστικής διάπλασης που πρέπει να ασκηθεί με αγωγή μέσα στις προθεσμίες του άρθρου 1478 του ΑΚ. Υπό το προηγούμενο δίκαιο (άρθρο 1535 του ΑΚ) δικαίωμα να προσβάλει την εκούσια αναγνώριση είχε ο καθένας που είχε έννομο συμφέρον (υλικό ή ηθικό), όπως ο πραγματικός (φυσικός) πατέρας του τέκνου ως φορέας του ηθικού συμφέροντος προάσπισης της προσωπικότητας αυτού και του τέκνου.

Με βάση όμως τη νέα ρύθμιση (άρθρο 1477 του ΑΚ), ο πραγματικός (φυσικός) πατέρας δεν είναι πλέον φορέας του δικαιώματος προσβολής της αναγνώρισης, εκτός αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις της αναλογικά εφαρμοζόμενης διάταξης του άρθρου 1469 αριθ. 5 του ΑΚ. Σκοπός του περιορισμού των προσώπων που έχουν το δικαίωμα προσβολής της αναγνώρισης είναι η ανάγκη περιφρούρησης της οικογενειακής γαλήνης, ιδίως προστασίας του τέκνου από αγωγές που αποβλέπουν σε ιδιοτελείς σκοπούς, όπως π.χ.

των κληρονόμων. Ο νομοθετικός όμως αυτός σκοπός έρχεται σε σύγκρουση με τη βιολογική αλήθεια, την οποία παραγνωρίζει. Στο πλαίσιο του ισχύοντος συστήματος υπάρχουν συμπληρωματικές λύσεις, οι οποίες, χωρίς να παραβλέπουν το νομοθετικό σκοπό, λαμβάνουν υπόψη τους και τη βιολογική αλήθεια. Οι λύσεις αυτές προκύπτουν ειδικότερα από το αντικειμενικό τελολογικό σύστημα του δικαίου, στο οποίο πρέπει να ενταχθεί η ρύθμιση του άρθρου 1477 του ΑΚ και να αποτελέσει το πρόσφορο μέσο προς πραγμάτωση υπέρτερων αντικειμενικών σκοπών του δικαίου.

Έτσι, εκείνος που έχει έννομο συμφέρον μπορεί να εγείρει αναγνωριστική αγωγή, κατά το άρθρο 70 του ΚΠολΔ, με αίτημα την αναγνώριση της ακυρότητας της εκούσιας αναγνώρισης, για το λόγο ότι αυτός που δηλώθηκε ως πατέρας δεν είναι πραγματικός (πατέρας), με την προϋπόθεση της θεμελίωσης της ακυρότητας στους κανόνες του ουσιαστικού δικαίου, όπως είναι η αντίθεση της δικαιοπραξίας της εκούσιας αναγνώρισης σε απαγορευτικές διατάξεις του νόμου (άρθρο 174 του ΑΚ), όπως είναι οι διατάξεις του άρθρου 281 του ΑΚ και των άρθρων 2 παρ. 1 και 5 παρ. 1 του Συντάγματος.

Η εκούσια αναγνώριση μπορεί να θεωρηθεί ότι έγινε καταχρηστικά (άρθρο 281 του ΑΚ) με την έννοια όχι της ευθείας εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 281 του ΑΚ, αλλά της αναλογικής εφαρμογής της και τούτο διότι η εκούσια αναγνώριση, που έγινε χωρίς να ανταποκρίνεται στη βιολογική αλήθεια: α) αποτελεί όχι κατάχρηση δικαιώματος αλλά κατάχρηση απλής δυνατότητας (φυσικής ευχέρειας) του προσώπου να ενεργεί ελεύθερα μέσα στα πλαίσια της έννομης τάξης, αφού ο αναγνωρίζων, προβαίνοντας στην αναγνώριση, ενεργεί μεν ελεύθερα ασκώντας έννομη δυνατότητά του, αλλά κατά κατάχρηση της δυνατότητας αυτής, και β) αποτελεί και κατάχρηση του θεσμού της οικογένειας, που προστατεύεται και μάλιστα και συνταγματικά (άρθρο 21 παρ. 1 του Συντάγματος) και που απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός σκοπός του θεσμού.

Συνεπώς η εκούσια αναγνώριση που έγινε χωρίς ο αναγνωρίσας να είναι ο πραγματικός πατέρας, ως δικαιοπραξία, αντίκειται σε απαγορευτική διάταξη του νόμου, δηλαδή στην αναλογική εφαρμογή του άρθρου 281 του ΑΚ, και είναι άκυρη. Επίσης, η εκούσια αναγνώριση, που έγινε χωρίς ο αναγνωρίσας να είναι πραγματικός πατέρας, αντίκειται και στα άρθρα 2 παρ. 1 και 5 παρ. 1 του Συντάγματος, που αποτελούν επίσης απαγορευτικές διατάξεις, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 174 του ΑΚ, από την άποψη ότι απαγορεύουν την διαμέσου δικαιοπραξίας προσβολή της αξίας του ανθρώπου και της προσωπικότητάς του, διότι η αντίθετη προς τη βιολογική αλήθεια θεμελίωση νομικής σχέσης πατρότητας αποτελεί προσβολή της προσωπικότητας του μη συμπράξαντος στην αναγνώριση προσώπου, το οποίο εμφανίζεται σε οικογενειακή κατάσταση διαφορετική από εκείνη στην οποία πράγματι βρίσκεται.

Στις περιπτώσεις αυτές η εκούσια αναγνώριση είναι άκυρη και κατά το άρθρο 178 του ΑΚ, διότι είναι και αντίθετη προς τα χρηστά ήθη. Εξάλλου, το δικαίωμα για αναγνώριση της ακυρότητας της εκούσιας αναγνώρισης λόγω αντίθεσής της στις ως άνω απαγορευτικές διατάξεις δεν προσκρούει στο άρθρο 4 της προαναφερθείσης Ευρωπαϊκής Σύμβασης για το νομικό καθεστώς των τέκνων που γεννήθηκαν χωρίς γάμο των γονέων τους, το οποίο περιορίζει τις δυνατότητες προσβολής της εκούσιας αναγνωρίσεως.

Και τούτο διότι , η συγκεκριμένη ρύθμιση (του άρθρου 4) αναφέρεται σε έγκυρη εκούσια αναγνώριση και όχι σε άκυρη δήλωση. Εντεύθεν σ' αυτή την περίπτωση δεν παρακωλύει την εφαρμογή στην εκούσια αναγνώριση των γενικών διατάξεων για την ακυρότητά της, εφόσον η βιολογική αλήθεια συνιστά ουσιώδη προϋπόθεση της υπόστασης της εκούσιας αναγνωρίσεως κατά τα προβλεπόμενα και στο παραπάνω άρθρο (3) της εν λόγω Συμβάσεως (ΑΠ 562/2020).

Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύθηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005, 7/2006, 2/2013).

Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περιπτώσεως, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της αποφάσεως.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στον νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν προφανή την παράβαση (ΑΠ 1163/2020, ΑΠ 931/2019, ΑΠ 24/2015).

Εξάλλου, κατά την έννοια του λόγου αναιρέσεως από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται συνεπώς εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.

Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της αποφάσεως για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περιπτώσεως στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περιπτώσεως.

Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ15/2006).

Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα τα επιχειρήματα ή οι κρίσεις του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και επομένως αιτιολογία της αποφάσεως ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 1445/2017, ΑΠ 2267/2013).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως και τον δεύτερο λόγο αυτής, κατά το δεύτερο σκέλος του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 281, 178 ΑΚ, 2 παρ.1, 5 παρ.1 και 21 παρ. 1 του Συντάγματος, δεχόμενο ότι η δήλωση του Κ./νου Μ., με την οποία προέβη στην εκούσια αναγνώριση ως βιολογικού του τέκνου του δευτέρου των αναιρεσειόντων, έγινε κατά κατάχρηση της δυνατότητας που του έδινε ο νόμος, προσέκρουσε στον θεσμό της πατρότητας και της οικογένειας, ήταν αντίθετη με την βιολογική αλήθεια και προσέβαλε την προσωπικότητα του αναιρεσιβλήτου.

Από την παραδεκτή, κατ'άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε ως προς τους ερευνώμενους αναιρετικούς λόγους τα ακόλουθα : <Ο ενάγων είναι φυσικό τέκνο του Κ./νου Μ., μη διαδίκου στην παρούσα δίκη, ο οποίος τέλεσε στις 24-1-1999 νόμιμο γάμο με την πρώτη εναγομένη, υπήκοο Ρωσίας.

Ο δεύτερος εναγόμενος, του οποίου ο φυσικός πατέρας δεν είναι γνωστός, είναι φυσικό τέκνο της πρώτης εναγομένης, γεννηθείς στις 23-10-1990 στη Ρωσία. Ο. Κ./νος Μ. με την υπ'αριθ…../2004 πράξη της συμβ/φου Χανίων Μαρίας Παϊζη-Φασίτσα προέβη εκουσίως στην αναγνώριση ως βιολογικού του τέκνου του δευτέρου εναγομένου, τέκνου της συζύγου του, η οποία συνήναισε προς τούτο, αν και γνώριζε ο αναγνωρίζων ότι αυτό δεν ανταποκρινόταν στην αλήθεια.

Την πράξη αυτή ενήργησε ο αναγνωρίσας κατά κατάχρηση της δυνατότητας που του έδινε ο νόμος και δη το άρθρο 1475 παρ.1 εδ.α ΑΚ, που απονέμει στον φυσικό πατέρα τέκνου γεννημένου χωρίς γάμο των γονέων του το δικαίωμα να το αναγνωρίσει ως δικό του. Επιπλέον με τη δήλωση αυτή ο αναγνωρίσας προσέκρουσε και στο θεσμό της πατρότητας και της οικογένειας, θεμελιώνοντας νομική σχέση πατρότητας με τον δεύτερο εναγόμενο, ερχόμενος εν γνώσει του ευθέως σε αντίθεση με την βιολογική αλήθεια.

Τέλος με την πράξη του αυτή προσέβαλε την προσωπικότητα και την αξία του ενάγοντος ως ανθρώπου, θέτοντάς τον χωρίς τη θέλησή του σε οικογενειακή κατάσταση διαφορετική από εκείνη στην οποία πραγματικά βρίσκεται, θεμελιώνοντας συγγενική σχέση με τον αναγνωρισθέντα, με τις συνέπειες που αυτό έχει ως προς τις ατομικές, κληρονομικές και περιουσιακές του σχέσεις.

Ενόψει αυτών, η δήλωση του Κ./νου Μ. είναι άκυρη ως αντικειμένη τόσο στο άρθρο 281 ΑΚ αναλογικώς εφαρμοζόμενο, όσο και στο άρθρο 178 ΑΚ και στα άρθρα 2 παρ.1 και 5 παρ.1 του Συντάγματος, ο δε ενάγων ως φυσικό τέκνο του αναγνωρίσαντος, μη συμπράξας στην προσβαλλόμενη πράξη, έχει έννομο συμφέρον να ζητήσει να αναγνωρισθεί η ακυρότητα αυτή.

Ο ισχυρισμός των εναγομένων ότι θα έπρεπε να ληφθούν υπόψη οι δεσμοί αγάπης που είχαν δημιουργηθεί μεταξύ του δεύτερου εξ αυτών και του αναγνωρίσαντος καθώς και η βούληση του τελευταίου για την τακτοποίηση της κληρονομιαίας περιουσίας του, όπως διατυπώθηκε σε διαθήκες που συνέταξε, παρίστανται στην προκείμενη δίκη άνευ εννόμου επιρροής.

Επίσης αβάσιμος είναι και ο ισχυρισμός τους ότι η βιολογική αλήθεια υποχωρεί έναντι της ανάγκης περιφρούρησης της οικογενειακής γαλήνης και ασφάλειας των συναλλαγών και της προστασίας των δικαιωμάτων του δευτέρου εναγομένου, ο οποίος, σε περίπτωση ευδοκίμησης της αγωγής, θα υποχρεωθεί να αλλάξει το επώνυμό του.

Και τούτο διότι ο δεύτερος εναγόμενος δεν μπορεί να αξιώνει έννομης προστασίας δικαιώματός του που αποκτήθηκε παρανόμως, αφού κατέστη μέλος της οικογένειας του αναγνωρίσαντος με πράξη άκυρη. Επομένως, η αγωγή είναι βάσιμη και κατ'ουσίαν, όπως ορθώς έκρινε και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, οι δε περί του αντιθέτου λόγοι της εφέσεως πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι>.

Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε. Και τούτο διότι, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη και τα ως άνω ανελέγκτως γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά, η ένδικη εκούσια αναγνώριση έγινε καταχρηστικά, με την έννοια ότι έγινε χωρίς να ανταποκρίνεται στη βιολογική αλήθεια που συνιστά ουσιώδη προϋπόθεση της υποστάσεως της εκουσίας αναγνωρίσεως, αφού ο αναγνωρίσας δεν είναι ο πραγματικός πατέρας του δευτέρου αναιρεσείοντος, αποτελεί δε και κατάχρηση του θεσμού της πατρότητας και της οικογένειας και επιπλέον η αντίθετη προς τη βιολογική αλήθεια θεμελίωση νομικής σχέσεως πατρότητας του αναγνωρίσαντος με τον δεύτερο αναιρεσείοντα αποτελεί προσβολή της αξίας ως ανθρώπου και της προσωπικότητας του αναιρεσιβλήτου που δεν συνέπραξε στην αναγνώριση, ο οποίος εμφανίζεται σε οικογενειακή κατάσταση διαφορετική από εκείνη στην οποία πράγματι βρίσκεται, με συνέπεια η εκούσια αυτή αναγνώριση να είναι άκυρη ως αντικειμένη στις ως άνω διατάξεις.

Περαιτέρω, το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσεως, καθόσον διέλαβε σ'αυτήν επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα της ακυρότητας της εκουσίας αναγνωρίσεως, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα της εφαρμογής των προδιαληφθεισών ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, βάσει των οποίων ήχθη στην παραδοχή της ένδικης αγωγής ως κατ'ουσίαν βάσιμης.

Επομένως, οι ως άνω αναιρετικοί λόγοι από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι.

Με τον δεύτερο λόγο της αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 174, 178, 281 ΑΚ, κρίνοντας ότι η ένδικη αγωγή είναι ορισμένη, ενώ δεν αναφέρονται σ'αυτή περιστατικά από τα οποία να προκύπτουν, αφενός μεν οι σχέσεις του αναγνωρίσαντος με τον δεύτερο αναιρεσείοντα, με τον αναιρεσίβλητο και με το εν γένει οικογενειακό περιβάλλον, προκειμένου να εκτιμηθεί αν η αναγνώριση της πατρότητας αποτέλεσε πράγματι κατάχρηση του σχετικού δικαιώματος του αναγνωρίσαντος ή το καθ'όλα φυσιολογικό επιστέγασμα μιας σχέσεως αγάπης, στοργής και φροντίδας και αφετέρου η οικογενειακή κατάσταση του αναιρεσιβλήτου (αν έχει άλλα αδέλφια, ποια η προσωπική κατάσταση της μητέρας του, ποιες οι σχέσεις του με τον πατέρα του και τον δεύτερο αναιρεσείοντα), ώστε να εκτιμηθεί αν έλαβε χώρα προσβολή της ανθρώπινης αξίας και της προσωπικότητας του αναιρεσιβλήτου που δεν συνέπραξε στην επίμαχη αναγνώριση, υπό την έννοια ότι εξαιτίας της βρέθηκε σε εντελώς διαφορετική οικογενειακή κατάσταση απ'αυτή στην οποία ήταν.

Από την παραδεκτή επισκόπηση της ένδικης αγωγής προκύπτει ότι εκτίθενται σ' αυτήν, μεταξύ άλλων, η κατά κατάχρηση δικαίου ενέργεια του αναγνωρίσαντος, ο οποίος, αν και γνώριζε ότι η δήλωσή του δεν ανταποκρίνεται στη βιολογική αλήθεια, αφού δεν ήταν ο πραγματικός πατέρας του τέκνου, προέβη σ'αυτήν, εκμεταλλευόμενος τη δυνατότητα που του παρέχει η έννομη τάξη, καταχρώμενος και τον συνταγματικώς προστατευόμενο θεσμό της οικογένειας, η αντίθεση της δηλώσεως του αναγνωρίσαντος στις διατάξεις του Συντάγματος που απαγορεύουν την προσβολή της αξίας του ανθρώπου και της προσωπικότητάς του και η αντίθεση της δηλώσεως του αναγνωρίσαντος στα χρηστά ήθη.

Με αυτό το περιεχόμενο η ένδικη αγωγή, η οποία στηρίζεται στις διατάξεις των άρθρων 174, 178, 281 ΑΚ, 2παρ.1, 5 παρ.1 του Συντάγματος, είναι επαρκώς ορισμένη, διότι σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, απαιτείται η αναφορά σ'αυτήν ότι η προσβαλλόμενη δήλωση του αναγνωρίσαντος δεν ανταποκρίνεται στη βιολογική αλήθεια, καθόσον αυτός που δηλώθηκε ως πατέρας δεν είναι ο πραγματικός, τα οποία και εκτίθενται στην αγωγή, ενώ τα επικαλούμενα από τους αναιρεσείοντες ως άνω περιστατικά δεν αποτελούν στοιχεία του ορισμένου της αγωγής.

Επομένως, το Εφετείο το οποίο έκρινε ότι η αγωγή περιέχει τα εκ του νόμου απαιτούμενα για τη θεμελίωσή της στοιχεία, δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και ως εκ τούτου ο ως άνω αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

Κατ'ακολουθίαν των ανωτέρω, εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 αριθ.3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (άρθρα 106, 176, 183, 189 αριθ.1, 191 αριθ.2 ΚΠολΔ), όπως ορίζονται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 1-9-2020 αίτηση για αναίρεση της υπ'αριθμό 11/2020 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 27 Μαρτίου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 11 Απριλίου 2023.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ