Legislator Case Law & Legislation
556/2018 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for vague grounds failing to specify violated substantive law or facts.

Case Number 556/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the appellant's request to overturn the First Instance Court's decision regarding a pension dispute. The appellant argued the lower court misapplied statutes on limitation periods but failed to identify specific violated laws or state accepted facts. The court ruled that the appeal was inadmissible because it did not clearly define the legal error or the factual basis required by procedural law.

Legislator headnote

AI generated

Articles 118(4), 566(1), 577(3) of the Code of Civil Procedure; An appeal must specify the exact substantive law violated and the factual premises upon which the error occurred, otherwise it is inadmissible for vagueness.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal vague grounds substantive law violation factual premises procedural requirements

Cited Legislation

AI generated
Articles 118(4), 566(1), 577(3) of the Code of Civil Procedure
Article 559(1)(a) of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191(2) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court 20/2005

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 556 / 2018 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 556/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές: Ευφημία Λαμπροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Στυλιανή Γιαννούκου, Χαράλαμπο Μαχαίρα και Μαρία Νικολακέα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του την 1η Νοεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία "Ταμείο ..." που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Τσάκωνα και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Ν. Κ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιχαήλ Γιαμαλάκη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-9-2008 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1802/2012 του ίδιου δικαστηρίου που διορθώθηκε με την 1159/2013 απόφαση αυτού και 478/2015 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 10-11-2015 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Μαρία Νικολακέα ανέγνωσε την από 7-3-2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η αίτηση. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αναιρεσιβλήτου στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι στο δικόγραφο της αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί αν και ποιο λόγο αναιρέσεως από τους περιοριστικώς αναφερομένους στο άρθρο 559 Κ.Πολ.Δ. θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση. Ειδικά για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως για παραβίαση από το δικαστήριο της ουσίας κανόνων ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ. 1 εδ. α Κ.Πολ.Δ.) πρέπει να καθορίζεται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το αποδιδόμενο στην απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου. Αν δε το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση στην ουσία της, πρέπει να εκτίθενται και οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου (Ολ. Α.Π. 20/2005).

Στην προκειμένη περίπτωση στο ιστορικό της υπό κρίση αιτήσεώς του το αναιρεσείον εκθέτει κατά λέξη τα εξής: "Με την προσβαλλόμενη απόφαση, έγινε δεκτή στο σύνολό της η αγωγή του αναιρεσιβλήτου, με την οποία ζητούσε την βάσει του άρθρου 57 του Ν. 2084/1992 διαφορά της εφ' άπαξ παροχής του την οποία έλαβε μετά την κατά την αποχώρησή του από την ενεργό υπηρεσία από την … Τράπεζα την 1/1/1999.

Με την αγωγή του ζητούσε παροχές επί πλέον του ποσού το οποίο έλαβε ως εφ' άπαξ παροχή με βάση το ισχύον κατά το χρόνο της επέλευσης της ασφαλιστικής του περιπτώσεως νομικό καθεστώς της μέχρι τον Μάρτιο 2007 ισχυούσης ως συνταγματικής και νομίμου διατάξεως του άρθρου 57 του Ν. 2084/1992". Στη συνέχεια το αναιρεσείον, αφού προβάλλει κατά της προσβαλλομένης απαράδεκτες αιτιάσεις για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων:

α) Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως εκθέτει κατά λέξη τα εξής: "Η αναιρεσιβαλλόμενη, (559, 1) κρίνουσα επί του ισχυρισμού μας ότι η απόφαση του ΑΕΔ δεν είχε αναδρομική ισχύ θεωρεί ότι παρά ταύτα, η άσκηση της ενδίκου αξιώσεως του αναιρεσιβλήτου έγινε νόμιμα αν και η ένδικη αξίωση του αναιρεσιβλήτου ασκήθηκε μετά την δημοσίευση της αποφάσεως του ΑΕΔ, (19/9/2008) η δε αποχώρησή του από την ενεργό υπηρεσία (επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης), πραγματοποιήθηκε πολύ πριν από τη δημοσίευση της εν λόγω αποφάσεως (1ος 1999), δηλ.

την 1/1/1999 η οποία έκρινε με μη αναδρομική ισχύ την αντισυνταγματικότητα της διατάξεως του άρθρου 57 του Ν. 2084/92". Περαιτέρω αναπτύσσει τους λόγους που κατ' αυτό η (μη αναφερόμενη) απόφαση του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου που έκρινε ως αντισυνταγματική τη διάταξη του άρθρου 57 ν. 2084/1992 δεν έχει αναδρομική ισχύ.

Β) Με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως εκθέτει κατά λέξη τα εξής: "Η περί παραγραφής στη διάταξη του άρθρου 31 του Ν. 1027/1980 που θεωρεί ότι είναι απαράγραπτες οι απαιτήσεις επί των εφ' άπαξ παροχών κατά των Οργανισμών που υπάγονται στην αρμοδιότητα του Υπουργείου Κοιν. Υπηρεσιών, δεν εφαρμόζεται στο Ταμείο μας, αφού είμαστε ΝΠΙΔ και τα ζητήματα παραγραφής ρυθμίζονται από τον Αστικό Κώδικα.

Η απόρριψη της εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 250 Α.Κ. με το εκτεθέν σκεπτικό και η αποδοχή της αγωγής που ασκήθηκε μετά από 10 έτη (!) από την έξοδο από της υπηρεσίας καθιστά την απόφαση αναιρετέα λόγω κακής ερμηνείας και εφαρμογής της έχουσας ισχύ νόμου (4/2007) απόφάσεως του ΑΕΔ σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 250 ΑΚ παρ. 17.

Εκτός όμως από την εν λόγω περί παραγραφής διάταξη του ΑΚ η υπόθεση είναι παραγεγραμμένη και σύμφωνα με τη διάταξη του ΝΔ 496/74 άρθρο 48 σύμφωνα με την οποία "ο χρόνος παραγραφής των αξιώσεων των συνταξιούχων εν γένει και βοηθηματούχων του νπ... είναι δύο ετών". Θα πρέπει να επισημανθεί ότι το Ταμείο μας μέχρι την 15-1-2004 κατά την οποία μετετράπη σε ΝΠΙΔ βάσει των διατάξεων του Ν. 3029/2002 άρθρο 20 ήταν ΝΠΔΔ.

Ως εκ τούτου πέραν της γενικής παραγραφής του άρθρου 250 ΑΚ, η υπόθεση είναι παραγεγραμμένη και λόγω της βάσει του ανωτέρω νόμου 2ετούς παραγραφής, από την ημερομηνία επέλευσης της ασφαλιστικής περιπτώσεως, η οποία συμπίπτει με την ημερομηνία εξόδου του εφεσιβλήτου την 23/6/2003". Οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι λόγω αοριστίας, αφού, παρά το ότι με αυτούς αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ.

α Κ.Πολ.Δ. (με το δεύτερο όχι ρητώς), για τη θεμελίωσή τους δεν εκτίθεται αν το εφετείο ερεύνησε ή όχι την υπόθεση στην ουσία της ούτε (στην πρώτη περίπτωση) παρατίθενται οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου.

Επί πλέον στον μεν πρώτο λόγο αναιρέσεως δεν αναφέρεται ποια είναι η ουσιαστικού δικαίου διάταξη που κατά το αναιρεσείον παραβιάστηκε ούτε το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή της, στο δε δεύτερο, παρά το ότι αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή διατάξεων περί παραγραφής, δεν αναφέρεται ο ακριβής χρόνος γενέσεως της ένδικης αξιώσεως του ενάγοντος, ήτοι αυτός της αποχωρήσεώς του από την ενεργό υπηρεσία της … Τράπεζας (αλλά αυτός εμφανίζεται διαφορετικός στο ιστορικό και στους δύο λόγους αναιρέσεως, ήτοι 1-1-1999 στο ιστορικό και στον πρώτο λόγο και 23-6-2003 στο δεύτερο λόγο) αλλά ούτε και ο χρόνος ασκήσεως της ένδικης αγωγής.

Κατόπιν αυτών πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η υπό κρίση αίτηση και να καταδικασθεί το αναιρεσείον, λόγω της ήττας του, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου σύμφωνα με το σχετικό αίτημα του τελευταίου (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 10-11-2015 αίτηση για αναίρεση της 478/2015 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Μαΐου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 19 Μαρτίου 2018.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ