Supreme Court dismisses appeal rejecting public will for Muslim Greek heirs under Islamic inheritance law.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Third Regional Court of Thrace's decision. The court held that Islamic law applies to the inheritance of 'mulk' properties by Muslim Greek citizens, rendering a public will invalid as such a concept does not exist in that legal system. Consequently, the lower court correctly rejected the claim based on the inapplicability of the public will.
Legislator headnote
AI generatedArt. 10 of Law 2345/1920; Art. 4 of Law 147/1914: The private international law regime established by the Athens Convention applies to Muslim Greek nationals, meaning Islamic law governs their inheritance of 'mulk' properties and does not recognize the institution of a public will.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 556 / 2017 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 556/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Παρασκευή Καλαϊτζή-εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 11 Ιανουαρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Χ. χας Μ. Σ. Μ., το γένος Τ. Μ. Ο. Χ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Άννα Αποστολίδου, που ανακάλεσε την (από 9-1-2017, παραληφθείσα δε την) 10-1-2017 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ και παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1)Σ. Γ. συζ. Σ. Σ., το γένος Μ. Σ. Χ. και 2)Α. Ν. συζ. Α. Μ. Ν., το γένος Μ. Σ. Χ., κατοίκων ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Σωτηρόπουλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-8-2009 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ροδόπης.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 50/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 392/2011 του Τριμελούς Εφετείου Θράκης.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι ήδη αναιρεσίβλητες με την από 23-1-2012 αίτησή τους.
Εκδόθηκε η 1862/2013 απόφαση του Αρείου Πάγου που ανήρεσε την προσβληθείσα απόφαση και παρέπεμψε για περαιτέρω εκδίκαση.
Εκδόθηκε η 183/2015 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θράκης.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 5-2-2016 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε να απορριφθεί, καθένας δε να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Με την διάταξη του άρθρου 10 του ν. 2345/1920 επαναλήφθηκε, τροποποιηθείσα, η διάταξη του άρθρου 11 παρ. 9 της Συνθήκης των Αθηνών μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας, που κυρώθηκε με τον ν. ΔΣΙΓ/1913. Κατά τη διάταξη αυτήν οι μουφτήδες ασκούν δικαιοδοσία μεταξύ Μουσουλμάνων επί γάμων, διατροφών, επιτροπειών, κηδεμονιών, χειραφεσίας ανηλίκων, ισλαμικών διαθηκών και της εξ αδιαθέτου διαδοχής, εφόσον διέπεται υπό του Ιερού Μουσουλμανικού νόμου.
Το διαπροσωπικό των Μουσουλμάνων Ελλήνων υπηκόων δίκαιο, που καθιερώθηκε με την παραπάνω επικυρωθείσα συνθήκη, αποτελεί κατά το άρθρο 28 παράγ. 1 του Συντάγματος αναπόσπαστο μέρος του εσωτερικού Ελληνικού δικαίου και υπερισχύει κάθε αντίθετης διάταξης νόμου. Επίσης στο άρθρο 4 του Ν.147/1914 ορίσθηκε, εκτός άλλων, ότι τα των συγγενικών δεσμών των Ισραηλιτών και Μουσουλμάνων, διέπονται υπό του ιερού αυτών νόμου και κρίνονται υπ’ αυτών.
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι σκοπήθηκε από το νομοθέτη, όπως οι κληρονομικές σχέσεις των εις την Ελλάδα Μουσουλμάνων Ελλήνων υπηκόων, ως προς τα καθαρής ιδιοκτησίας κτήματα αυτών (μούλκια), διέπονται υπό του Ιερού Μουσουλμανικού νόμου. Εξάλλου οι διατάξεις του Ν. 2345 /1920 δεν καταργήθηκαν με το άρθρο 1 ΕισΝΑΚ, 2, διότι για το παραπάνω θέμα διέλαβε ειδικώς το άρθρο 6 του ίδιου νόμου, με το οποίο καταργήθηκε το παραπάνω άρθρο 4 του Ν. 147/1914 ‘ μόνο ως προς τους Ισραηλίτες.
Επομένως και μετά την εισαγωγή του ΑΚ, εφόσον δεν καταργήθηκαν οι Νόμοι 147/1914 και 2345/1920, οι κληρονομικές σχέσεις των Μουσουλμάνων το θρήσκευμα Ελλήνων υπηκόων, εξακολουθούν να ρυθμίζονται ως προς τα κτήματα καθαρής ιδιοκτησίας από το μουσουλμανικό νόμο (Ολ.Α.Π.322/1960). Και ναι μεν μεταγενεστέρως με το άρθρο 9 του Ν. 1920/1991, με το οποίο κυρώθηκε η από 24/12/1990 Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου "περί Μουσουλμάνων θρησκευτικών λειτουργών" καταργήθηκε τελικά ο παραπάνω Ν. 2345/1920, όμως με το άρθρο 5 παρ.2 αυτού επαναλήφθηκε πανομοιότυπη η παραπάνω διάταξη του άρθρου 10 του καταργηθέντος Ν. 2345/1920 και συνεπώς και μετά το Ν. 1920/1991 οι κληρονομικές σχέσεις των Μουσουλμάνων το θρήσκευμα Ελλήνων υπηκόων εξακολουθούν να ρυθμίζονται, ως προς τα καθαρής ιδιοκτησίας ακίνητα, από τον μουσουλμανικό νόμο (ΑΠ 1041/2000, ΑΠ 1097/2007, ΑΠ 2113/2009).
Σύμφωνα δε μ’ αυτόν, βάση του κληρονομικού δικαίου των μωαμεθανών, αποτελεί η εξ’ αδιαθέτου διαδοχή και όχι η εκ διαθήκης, δεδομένου ότι στο δίκαιο αυτό, δεν προβλέπεται αντίστοιχος θεσμός, με τη μορφή και τη θέση που έχει στα σύγχρονα δίκαια, ώστε να αποτελεί λόγο κλήσεως στην κληρονομία, παρά μόνον κατ’ εξαίρεση επιτρέπεται, με άλλη διάταξη του Κορανίου, που προτρέπει τους πιστούς σε αγαθοεργίες, ότι οι μουσουλμάνοι μπορούν κινούμενοι από πνεύμα αγαθοεργίας, να διαθέτουν υπέρ τρίτων ποσοστό μη υπερβαίνον το 1/3 της κληρονομίας.
Η "διαθήκη" δε αυτή των μωαμεθανών, τυγχάνει είδος απλής κληροδοσίας υπέρ τρίτου εν γένει, που δεν έχει την ιδιότητα του κατά το ιερονομικό κληρονομικό δίκαιο κληρονόμου ή υπέρ ευαγών και φιλανθρωπικών προορισμών.
ΙΙ. Κατά τις διατάξεις των άρθρων 174,175,180 και 1724 ΑΚ, προβλέπεται αντιστοίχως, ότι: ‘ ‘ Δικαιοπραξία που αντιβαίνει σε απαγορευτική διάταξη νόμου, αν δεν συνάγεται κάτι άλλο, είναι άκυρη.’ ‘ ‘ ‘ Η διάθεση ενός αντικειμένου είναι άκυρη αν ο νόμος την απαγορεύει. Αν η απαγόρευση έχει οριστεί για το συμφέρον ορισμένων προσώπων, την ακυρότητα μπορούν να προτείνουν μόνο αυτά.’ ‘ ‘ ‘ Η άκυρη δικαιοπραξία θεωρείται σαν να μην έγινε’ ‘ και ‘ ‘ Η δημόσια διαθήκη συντάσσεται με δήλωση από το διαθέτη της τελευταίας του βούλησης ενώπιον συμβολαιογράφου ενώ είναι παρόντες τρεις μάρτυρες ή δεύτερος συμβολαιογράφος και ένας μάρτυρας, και κατά τις διατάξεις των άρθρων 1725 έως 1737’ ‘ .
ΙΙΙ. Συμφώνως προς την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1α ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται ‘ ‘ αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών...’ ‘ . Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, 4/2005).
Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. (παραβίαση Κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται δηλαδή αν η αγωγή, κυρία παρέμβαση, ένσταση κ.λπ.
ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ’ ουσίαν (ΟλΑΠ 10/2011)’ ‘ Περαιτέρω, κατά την αυτήν, ως άνω, διάταξη του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται (και) ‘ ‘ αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη ‘ ‘ (αρ. 10), καθώς και ‘ ‘ αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν ...
έχει αιτιολογίες ...ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (αρ. 19).
IV. Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσιβαλλομένη, 183/2015 απόφαση του Εφετείου (Τριμελούς) Θράκης εκδόθηκε μετ’ αναίρεσιν της 392/2011 αποφάσεως του ιδίου Δικαστηρίου, κατά παραδοχήν με την 1862/2013 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου της από 23-1-2012 αιτήσεως των νυν αναιρεσιβλήτων κατά της ήδη αναιρεσείουσας.
V. Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως η αναιρεσείουσα καταλογίζει στο Εφετείο, ότι η (νυν) προσβαλλομένη απόφασή του στερείται νομίμου βάσεως, μη έχουσα επαρκή αιτιολογία εν σχέσει προς το ουσιωδώς επηρεάζον την έκβαση της δίκης ζήτημα περί του εάν ο θανών σύζυγός της - διαθέτης ήταν θρησκευόμενος μουσουλμάνος, στοιχείο από το οποίο προϋποτίθεται (κατά την αναιρεσείουσα) η επί της υποθέσεως ρυθμιστική εμβέλεια του Ιερού Μουσουλμανικού Νόμου, τον οποίον (όπως συνεχίζει η αναιρεσείουσα, το εν θέματι Δικαστήριο) έκρινε ως αποκλειστικώς και υποχρεωτικώς εν προκειμένω εφαρμοστέο ‘ έτσι δε το δευτεροβάθμιο αυτό Δικαστήριο προσέδωσε στην πληττομένη απόφασή του την ευαλωτότητα της διολισθήσεως στην υπ’ αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, άλλως ότι υπέπεσε στο υπ’ αρ. 10 του προαναφερθέντος άρθρου σφάλμα.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, ως στηριζόμενος επί της λανθασμένης (και οπωσδήποτε μη επαγωγού εννόμων συνεπειών) προϋποθέσεως της εντονότητος και (της) αξιολογήσεως του θρησκευτικού συναισθήματος (της θρησκευτικότητος) του εκλειπόντος ως μουσουλμάνου. Ήτοι, είναι μη επαγωγό, όπως προεκτέθηκε, εννόμων συνεπειών (και επομένως κατά νόμον αδιάφορον) το επίπεδο της διαβαθμίσεως της πίστεως, δηλαδή το πόσο πιστός και θρησκευόμενος ήτο ο θανών, ούτως ώστε εξ αυτού να εξαρτάται αν θα εφαρμοσθεί (ή όχι) επί της περιπτώσεώς του το ισχύον θέσφατον, μη αναιρουμένης της εφαρμογής του εν λόγω ‘ ‘ ειδικού ‘ ‘ νόμου απ’ το γεγονός της ελληνικής υπηκοότητος.
VI. Με τον δεύτερο (τελευταίο) λόγο αναιρέσεως (που κατά το περιεχόμενό του διαλαμβάνεται και στην προειπωθείσα από 23-1-2012 αίτηση αναιρέσεως), η αναιρεσείουσα μέμφεται το Εφετείο, ότι υπέπεσε στο υπ’ αριθμ. 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ ατόπημα, ως εκ τις εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των άρθρων που προεκτίθενται, ήτοι 5 παρ. 2 ν. 1920/1991, 10 ν.2345/1920 (11 παρ. 9 Συνθήκης Αθηνών/1913, που κυρώθηκε με τον ν. ΔΣΙΓ/1913) και των (επίσης ανωτέρω αναπτυσσομένων) άρθρ. 1724,174,175 και 180 ΑΚ. Με τον ίδιο λόγο αναιρέσεως η αναιρεσείουσα ψέγει το Εφετείο ότι υπέπεσε (κατ’ εκτίμηση) και στην κατ’ άρθρ. 559 αρ. 19 ΚΠολΔ πλημμέλεια, υποστηρίζουσα, ότι η προσβαλλομένη απόφασή του πλήττεται από ανεπάρκεια αιτιολογιών ως προς το ζήτημα της αναγνωρίσεως της ακυρότητος της διαφιλονικουμένης δημοσίας διαθήκης του εκλειπόντος συζύγου της.
VII. Οι επιτρεπτώς επισκοπούμενες παραδοχές της εφετειακής αποφάσεως έχουν ως ακολούθως: ‘ ‘ Οι ενάγουσες είναι αδελφές του Μ. Σ. Μ. του Χ. και Φ., μέλους της μουσουλμανικής μειονότητας της Θράκης, ο οποίος απεβίωσε την 21.3.2008 στην Κομοτηνή, όπου και κατοικούσε εν ζωή. Κατά το χρόνο του θανάτου του κατέλιπε πλησιέστερους συγγενείς του την εναγόμενη σύζυγό του και τις δύο αδελφές του, δηλαδή τις ενάγουσες. Δυνάμει της υπ’ αρ. .../7.2.2003 δημόσιας διαθήκης του, η οποία συντάχθηκε από τη συμβολαιογράφο Κομοτηνής Δ. Π.-Μ. και δημοσιεύθηκε νόμιμα με τα υπ’ αρ. 119/ΔΔ119/2008 πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ροδόπης, ο Μ. Σ. Μ. άφησε ολόκληρη την αναλυτικά περιγραφόμενη ακίνητη περιουσία του στην εναγομένη σύζυγό του. Σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, στην προκειμένη περίπτωση, εφαρμοστέο δίκαιο για τη ρύθμιση της κληρονομικής διαδοχής του κληρονομουμένου αδελφού και συζύγου των διαδίκων είναι το κληρονομικό δίκαιο του Ιερού Μουσουλμανικού Νόμου, που αποτελεί εσωτερικό δίκαιο και εφαρμόζεται ειδικά για τους έλληνες υπηκόους, μουσουλμάνους στο θρήσκευμα, αφού τα κληρονομιαία ακίνητα ανήκουν στην κατηγορία των καθαρής ιδιοκτησίας (μούλκια) και συνεπώς η ένδικη δημόσια διαθήκη θεωρείται ανίσχυρη και δεν παρήγαγε έννομο αποτέλεσμα, καθ’ όσον το εφαρμοστέο στην περίπτωση αυτή Ιερό Μουσουλμανικό Δίκαιο δεν αναγνωρίζει αντίστοιχο θεσμό.
Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλούμενη απόφασή του απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη, κρίνοντας ότι επιτρεπόταν στον ως άνω διαθέτη να συντάξει δημόσια διαθήκη παρά το θρήσκευμά του, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ανωτέρω διατάξεις και πρέπει, επομένως, κατά παραδοχή ως βάσιμων των σχετικών λόγων της υπό κρίση έφεσης των εναγουσών, να γίνει δεκτή αυτή ως και κατ’ ουσίαν βάσιμη, να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση, αφού δε διακρατηθεί η υπόθεση προς εκδίκαση από το παρόν Δικαστήριο, να γίνει δεκτή η αγωγή ως νόμιμη, στηριζόμενη στις προναφερθείσες διατάξεις και σε αυτές των άρθρων 174, 175, 180 ΑΚ και 70 ΚΠολΔ αλλά και ως ουσιαστικά βάσιμη και να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της προαναφερθείσας διαθήκης.
Με βάση τα δεκτά γενόμενα και άνω επισκοπηθέντα το Εφετείο εξέδωσε την νυν αναιρεσιβληθείσα απόφασή του με εφαλτήριο τον διάπλου προσήκουσας δικανικής κρίσεως, ήτοι συμμορφώθηκε προς την ανωτέρω 1862/2013 αναιρετική απόφαση και συμφώνως προς αυτήν ερμήνευσε και υπήγαγε τα υπ’ αυτού δεχθέντα περιστατικά στο πραγματικό των προειπωθέντων ουσιαστικού δικαίου κανόνων και προσέτι διέλαβεν εναργώς επαρκείς αιτιολογίες περί το νευραλγικό ζήτημα της αναγνωρίσεως της ακυρότητος της προμνησθείσης διαθήκης, παρά τα όσα αντίθετα ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα αδοκίμως όμως, κατά τα άνω εκτιθέμενα. Γιαυτό και ο λόγος αυτός (2ος τελευταίος) αναιρέσεως καθό μέρος επιχειρεί να αναγάγει σε πλημμέλεια του άρθρ. 559 αρ. 1 ΚΠολΔ την φερομένη παραβίαση των άνω ουσιαστικών διατάξεων είναι απαράδεκτος (562 παρ. 1 ΚΠολΔ) ενώ κατά τα λοιπά ενέχει αβασιμότητα.
VIII. Κατά συνέπεια, μη υπάρχοντος ετέρου προς διερεύνηση λόγου, πρέπει η αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί, να επιβληθεί η δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, κατά παραδοχήν του αιτήματός τους, στην ηττωμένη αναιρεσείουσα και να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του καταβληθέντος παραβόλου (άρθρ. 176,183,191 παρ.2, 495 παρ. 3 ΚΠολΔ), συμφώνως προς το διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 5-2-2016 αίτηση της Χ. χήρας Μ. Σ. Μ. περί αναιρέσεως της 183/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θράκης.
Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα την δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, το ποσό της οποίας ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια ευρώ (2700) ευρώ. Και
Διατάσσει την εισαγωγή του καταβληθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Μαρτίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 6 Απριλίου 2017.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ